Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 639/2026

EΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης    639/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Κωνσταντίνο Σπυράκο, Εφέτη – Εισηγητή και από τη  Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………..,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας : εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στο ……………, κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Σαρρή (AM ΔΣΠ …………..), βάσει δήλωσης.

Των εφεσίβλητων: 1) της εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει σύμφωνα με το καταστατικό της στις …………, αλλά στην πραγματικότητα στον Πειραιά, οδός ……….., με ΑΦΜ …………. κι εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο  δικηγόρο τους Γρηγόριο Τιμαγένη (AM ΔΣΠ ………….) βάσει δήλωσης.

Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 18.7.2022 (αρ. κατ.  ………/2022) αγωγή κατά των εφεσίβλητων, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 640/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (τακτική διαδικασία) που απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 7.5.2024 έφεση  με αρ. κατ. …………./2024, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………/2025,  προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των  διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά προκατέθεσαν προτάσεις με μονομερείς δηλώσεις τους κατ΄ άρθρο 242 ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 7.5.2024 (αρ. κατ. πρωτ. ……../2024 και αρ. κατ. εφετ. …………/2024) έφεση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της 640/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των  διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 18.7.2022 (αρ. κατ.  …………../2022) αγωγής της κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων, ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως (αρ. 144 § 1, 145, 495 §§1, 2, 3, 496, 499, 500, 511, 513 §1 εδάφ. α΄, 516 § 1, 517 εδάφ. α΄, 518 § 2 και 520 §1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται σχετική επίδοση αυτής (άρθρα 495, 511, 513 παρ.1 περ. β, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δεν είχε παρέλθει η οριζόμενη διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της (13.2.2024) μέχρι την άσκηση της έφεσης (8.5.2024), παραδεκτά, δε, φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της ενόψει και της ναυτικής φύσης της διαφοράς (άρθρα 19 του ΚΠολΔ, και 51 παρ.6 στοιχ. α΄του ν.2172/1993). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης καταβλήθηκε το με αριθμό ……………….. e- παράβολο. Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η εκκαλούσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ……………., ο οποίος, όπως και πρωτοδίκως, έχει εξουσιοδοτηθεί νομίμως προς τούτο από την εκκαλούσα κατ΄ αρθρ. 96 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νομιμοποιητικά αυτής έγγραφα (βλ. την από 8.9.2022 απόφαση του μοναδικού διευθυντή της εκκαλούσας, …………., το γνήσιο της υπογραφής του οποίου βεβαιώνεται αρμοδίως από τον παριστάμενο για λογαριασμό της εκκαλούσας πληρεξούσιο δικηγόρο, σε συνδυασμό με τα από 20.5.2019 πρακτικά του Διοικητικού  Συμβουλίου της εκκαλούσας και το από 16.3.2023 συμβολαιογραφικό πιστοποιητικό της Συμβολαιογράφου του Χόνγκ Κόνγκ …………., φέρον επισημείωση APOSTILLE), απορριπτόμενης ως αβάσιμης της ένστασης έλλειψης  πληρεξουσιότητας που προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητοι.

Με την από 18.7.2022 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθετε, κατόπιν παραδεκτής διόρθωσης του περιεχομένου της κατ΄αρ. 224 εδ. β’ ΚΠολΔ, ότι τυγχάνει διαχειρίστρια του υπό σημαία Παναμά πετρελαιοφόρου πλοίου «Μ/Τ D», με ΙΜΟ …….., δυνάμει της από 03-03-2017 σύμβασης γυμνής ναύλωσης με την τότε πλοιοκτήτρια εταιρεία «…………………». Ότι δυνάμει της ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα διαχειριζόταν το πλοίο συνάπτοντας περαιτέρω εμπορικές υποναυλώσεις. Ότι η πρώτη εναγομένη, της οποίας διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο δεύτερος των εναγομένων, είναι εταιρεία που παρέχει κάθε είδους ναυτιλιακές υπηρεσίες όπως, μεταξύ άλλων, μεσιτεία σε αγοραπωλησίες και ναυλώσεις πλοίων και τεχνική διαχείριση πλοίων, η οποία εδρεύει τυπικά στα νησιά Μάρσαλ, στην πραγματικότητα, όμως, εδρεύει στον Πειραιά, όπου είναι νομίμως εγκατεστημένη και διατηρεί γραφείο. Στα πλαίσια εκμετάλλευσης του πλοίου, δυνάμει σχετικής σύμβασης που συνήφθη τον Ιούνιο του έτους 2017 μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, η οποία ασκούσε την τεχνική διαχείριση του πλοίου, δυνάμει των αναφερόμενων διαδοχικών συμβάσεων, συμφωνήθηκε να εισπράττει η πρώτη εναγομένη τον ναύλο που θα κατέβαλαν οι υποναυλωτές στα πλαίσια των εκάστοτε υποναυλώσεων, που θα ακολουθούσαν και στη συνέχεια να τον αποδίδει στην ενάγουσα, η οποία ασκούσε την εμπορική διαχείριση του πλοίου, αφού πρώτα η πρώτη εναγόμενη αφαιρούσε τυχόν έξοδά της. Στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας η ενάγουσα προχώρησε ως υπεκναυλώτρια στις ακόλουθες υποναυλώσεις, σε εκτέλεση των οποίων η πρώτη εναγομένη εισέπραξε τους αντίστοιχους κατωτέρω αναφερόμενους ναύλους και συγκεκριμένα: α) δυνάμει του από 21-08-2017 ναυλοσυμφώνου το πλοίο υπεκναυλώθηκε στην εδρεύουσα στο ………… εταιρεία με την επωνυμία “………………”, έναντι ναύλου 975.000 δολαρίων Η.Π.Α, το οποίο η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 14-08-2018, β) δυνάμει του από 05-09-2017 ναυλοσυμφώνου το πλοίο υπεκναυλώθηκε στην εδρεύουσα στο ………….. εταιρεία με την επωνυμία “………..” έναντι ναύλου 548,462,97 δολαρίων Η.Π.Α, το οποίο η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 11-01-2018, γ) δυνάμει του από 27-10-2017 ναυλοσυμφώνου το πλοίο υπεκναυλώθηκε στην εδρεύουσα στη ………… εταιρεία “…………..”, έναντι ναύλου 2.032.012,50 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 14-08-2018, δ) δυνάμει του από 20-12-2017 ναυλοσυμφώνου το πλοίο υπεκναυλώθηκε στην εδρεύουσα στη ………….εταιρεία “…………..” έναντι ναύλου 750.453,85 δολαρίων Η.Π.Α, το οποίο η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 02-01-2018, ε) δυνάμει του από 19-01-2018 ναυλοσυμφώνου το πλοίο υπεκναυλώθηκε στην εδρεύουσα στην ………….. εταιρεία “……………”, έναντι ναύλου 1.288.104,24 δολαρίων, το οποίο η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 03-04-2018, και κατόπιν αφαίρεσης τραπεζικών προμηθειών ποσού 4.057,53 δολαρίων ΗΠΑ κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η πρώτη εναγομένη, συνολικό ποσό 1.284.046,71 ευρώ. Παρά το ότι η πρώτη εναγομένη εισέπραξε τα παραπάνω ποσά ναύλων (συνολικού ποσού 5.589,976,03 δολαρίων ΗΠΑ), αρνήθηκε να τα αποδώσει στην ενάγουσα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας προς τούτο. Για τον λόγο αυτό, η ενάγουσα κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση, δια της οποίας την καλούσε να της αποδώσει το οφειλόμενο άνω ποσό, ενώ η πρώτη εναγομένη, με την από 19.10.2021 εξώδικη απάντησή της αρνήθηκε, εκδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο τον παράνομο σκοπό ιδιοποίησης των χρημάτων της ενάγουσας. Επίσης εκθέτει ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, η οποία τελέστηκε μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, δευτέρου των εναγομένων, στα πλαίσια άσκησης της διοίκησης αυτής, καθώς πληροί την ειδική υπόσταση του αδικήματος της υπεξαίρεσης και συνιστά αδικοπραξία, υπέστη πλέον της περιουσιακής και σοβαρή ηθική βλάβη, λόγω ιδιαίτερων προβλημάτων που δημιουργήθηκαν  στη λειτουργία της, ενόψει του μεγάλου ύψους του υπεξαιρεθέντος ποσού, για οποία δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και επιδικίας από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 5.589.976,03 δολαρίων ΗΠΑ, με βάση την ισοτιμία ευρώ – δολαρίου ΗΠΑ κατά το χρόνο πληρωμής, άλλως κι επικουρικώς με βάση την ισοτιμία των παραπάνω νομισμάτων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, άλλως κι όλως επικουρικώς με βάση την ισοτιμία τους κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, ότε η ως άνω οφειλόμενη αποζημίωση ανερχόταν στο ποσό των 5.629.105,86 ευρώ, 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του δεύτερου των εναγομένων διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το μεν κονδύλιό της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως αόριστη και κατά τα λοιπά ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας σε ξένο νόμισμα (δολάριο) με βάση την ισοτιμία αυτού σε ευρώ κατά τους ανωτέρω επικαλούμενους χρόνους (ήτοι αυτούς της πληρωμής, άλλως της συζήτησης της αγωγής, άλλως της σύνταξης αυτής) δεν ήταν νόμιμο, καθώς έπρεπε να ληφθεί υπόψη η αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος με βάση τη συναλλαγματική τους ισοτιμία κατά τον χρόνο της δαπάνης ή απώλειας των κερδών. Με την ένδικη  έφεσή της, η εκκαλούσα ζητεί, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή της, καταδικαζομένων των εφεσίβλητων στη δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΤΝΠ Νόμος). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017 ΤΝΠ Νόμος). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 5/2020, ΤΝΠ Νόμος,  ΑΠ 1728/2014 ΕΕμπΔ 2015, 596). Εξάλλου, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσεβλήθη η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους φήμη και υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρουν ορισμένως ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, προσβολές από τις οποίες τους προκλήθηκε συγκεκριμένη υλική ζημία, την οποία πρέπει να επικαλούνται και να αποδεικνύουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 932/2019, ΑΠ 730/2015 ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 382/2011 ΕλλΔνη 2011, 1009 – Γεωργιάδης σε Αστικό Κώδικα Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, άρθρο 932, αριθ. 13, σ. 817).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη κατά το αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Από την αξιολόγηση του αγωγικού δικογράφου και των εκτιθέμενων σ’ αυτό πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα εταιρία προσβολή της φήμης και της επαγγελματικής πίστης της, για την οποία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 10.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, η οποία της προκλήθηκε  συνεπεία της επικαλούμενης της εις βάρος της τελεσθείσας αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης) των εναγομένων καθώς, λόγω του ύψους του υπεξαιρεθέντος ποσού (5.589.978,03 Δολ Η.Π.Α.), δημιουργήθηκαν «ιδιαίτερα προβλήματα στη λειτουργία της εταιρείας». Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή τυγχάνει αόριστη ως προς το συγκεκριμένο αίτημά της, αφού η ενάγουσα αρκείται σε γενική και αφηρημένη επίκληση βλάβης της και «ιδιαίτερων προβλημάτων» που αντιμετώπισε στη λειτουργία της, χωρίς να προσδιορίζει και να περιγράφει ποια ήταν τα ιδιαίτερα αυτά προβλήματα και πώς επέδρασαν κατά τρόπο έχοντα υλική υπόσταση, στην επαγγελματική φήμη, την πίστη και εν γένει την επαγγελματική της υπόσταση. Μόνη η επίκληση ότι η ενάγουσα υπέστη εκ της αδικοπραξίας των εναγομένων τη συγκεκριμένη υλική ζημία, δεν αρκεί για να κριθεί, εάν και κατά πόσον επέφερε, παράλληλα με την υλική βλάβη και ηθική τοιαύτη, υπό την έννοια της προσβολής της εμπορικής πίστης και της επαγγελματικής υπόληψης του νομικού προσώπου, καθόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρεται η επιχειρηματική και περιουσιακή κατάσταση της ενάγουσας, χωρίς την παρεμβολή της αποδιδόμενης συμπεριφοράς και μετά την εκδήλωση αυτής, ώστε να προκύπτει διαφορά που να θεμελιώνει την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 1346/2000, ΕφΑΘ 2666/2021, ΕφΑΘ 698/2020, ΕφΑΘ 6645/2019 ΤΝΠ Νόμος, Γεωργιάδης Απ., ό.π.). Ειδικότερα δεν περιγράφονται, στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά, που συνιστούν συγκεκριμένη βλάβη, που να έχει υλική υπόσταση, την οποία η ενάγουσα έχει υποστεί εξαιτίας της περιγραφείσας συμπεριφοράς των εναγόμενων και τα οποία διατάραξαν την επαγγελματική της λειτουργία και δραστηριότητα, προκάλεσαν απώλεια υφισταμένης ή μελλοντικής πελατείας, ανέστειλαν προπαρασκευαστικές επαγγελματικές δράσεις της και οδήγησαν σε οικονομική της ζημία ή μείωση των εσόδων της με συγκεκριμενοποίηση του είδους της ζημίας της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το αγωγικό αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις, του Ελληνικού δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου (που τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση με στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα ορθώς κριθέντα από την εκκαλουμένη που δεν προσβάλλονται, εξάλλου, με λόγο έφεσης) ερμήνευσε και εφάρμοσε και σε σωστό διατακτικό κατέληξε, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του υπό κρίση δεύτερου λόγου έφεσης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 291 ΑΚ και 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέας στην Ελλάδα ο οφειλέτης υποχρεούται να την καταβάλει και ο δανειστής δικαιούται να την ζητήσει από 1-1-2001 μόνο σε ευρώ (μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το κοινό αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2842/2000), με τη συναλλαγματική ισοτιμία αυτού (ευρώ) προς το αλλοδαπό νόμισμα κατά την ημέρα της πληρωμής. Οι διατάξεις αυτές, που προϋποθέτουν έγκυρη σε ξένο νόμισμα συμβατική οφειλή, εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που στηρίζονται απ` ευθείας στο νόμο, όπως είναι εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αντίθετα, επί διεπομένων από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεων από αδικοπραξία, στις οποίες η αποζημίωση οφείλεται σε χρήμα με τη στενή έννοια (άρθρο 297 ΑΚ), δηλαδή σε ευρώ, με το οποίο θα μετρηθεί η ζημία του αδικηθέντος και θα πληρωθεί η αποζημίωση, συνάγεται ότι, αν πριν από την έγερση της αγωγής η προξενηθείσα ζημία αποκαταστάθηκε με δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος ή επήλθε απώλεια κερδών σε αλλοδαπό νόμισμα, για τον υπολογισμό της ζημίας του αδικηθέντος και άρα για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης θα ληφθεί υπόψη η αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της δαπάνης ή απώλειας των κερδών (ΟλΑΠ 14/1997, ΟλΑΠ 15/1996, ΟλΑΠ 9/1995, ΑΠ 388/2015, ΑΠ 232/2002, ΑΠ 1595/2001, ΑΠ 698/2006, ΤΝΠ Νόμος). Τα παραπάνω ισχύουν σε περίπτωση που η θετική ζημία έχει ήδη αποκατασταθεί στο εξωτερικό από τον ίδιο το ζημιωθέντα πριν την άσκηση της αγωγής αποζημίωσης. Αντίθετα, σε όσες περιπτώσεις δεν έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της θετικής ζημίας, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης είναι αυτός της παροχής έννομης προστασίας και ως εκ τούτου για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης ο υπολογισμός σε ευρώ της αξίας του αλλοδαπού νομίσματος γίνεται κατά το χρόνο της επ` ακροατηρίω συζήτησης της αγωγής (AΠ 271/2025, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 922/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 388/2015, ΧρΙΔ 2015/531, ΕφΠειρ 415/2024, ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, όπως προεκτέθηκε, ζητούσε την καταψήφιση ως αποζημίωσης, του ισόποσου σε ευρώ του ποσού των 5.589.978,03 δολ ΗΠΑ, το οποίο κατά την αγωγή υπεξαίρεσαν από αυτήν οι εναγόμενοι και την οποία ζημία δεν έχει εισέτι αποκαταστήσει, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ – δολαρίου ΗΠΑ κατά τον χρόνο πληρωμής, άλλως κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής κι επικουρικώς με βάση την ισοτιμία τους κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας το αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης αποζημίωσης ως μη νόμιμο, με το σκεπτικό ότι έπρεπε να ζητηθεί η καταβολή του ποσού της αποζημίωσης σε ευρώ, ισόποσου του αιτουμένου ποσού δολαρίων ΗΠΑ με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά τον χρόνο της επαγωγής της ζημίας της ενάγουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 291 ΑΚ, 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932 και 1 του ν. 2842/2000, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη η σχετική ρύθμιση εφαρμόζεται κατά τον τρόπο που εφαρμόστηκε πρωτοδίκως, μόνο στην περίπτωση που έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της επικαλούμενης θετικής ζημίας από τον ζημιωθέντα, περίπτωση που δεν συνέτρεχε εκ προκειμένω, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν έχει λάβει χώρα τέτοια αποκατάσταση κι ως εκ τούτου, ο υπολογισμός της ζημίας με βάση την αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος μη νόμιμα ζητούνταν, κατά την κύρια βάση της αγωγής με βάση την ισοτιμία των νομισμάτων κατά την ημέρα της πληρωμής, πλην όμως νόμιμα κατά το πρώτο επικουρικό αίτημα της αγωγής, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά τον χρόνο της συζήτησής της. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το σκέλος της κατά το οποίο η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Ακολούθως το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει την αγωγή, πρέπει να ερευνήσει αυτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι αυτή τυγχάνει παραδεκτή και νόμιμη. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται, όπως από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει, παράνομη ενέργεια ή παράλειψη προσώπου, που οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια αυτού και ενέχει προσβολή προστατευόμενου από τον νόμο δικαιώματος ή συμφέροντος άλλου προσώπου, καθώς και πρόκληση από αυτήν θετικής ή αποθετικής ζημίας άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτήν συνάφεια (ΑΠ 1812/2022, ιστοσελίδα ΑΠ). Επιπλέον, ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό. Γι’ αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ (ΑΠ 2039/2014, ΕφΑΘ 2650/2024, ΕφΑΘ 2772/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ως και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, δηλαδή για λογαριασμό του, την οποία (εξουσία) μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής κατάστασης. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ), απαιτούνται τα εξής: α) ξένο κινητό πράγμα (ολικά ή εν μέρει), ως τέτοιο δε, θεωρείται το ευρισκόμενο σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο, β) το πράγμα αυτό να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς δικαίωμα που παρέχεται σ’ αυτόν από τον νόμο, και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του για να ενσωματώσει στην περιουσία του το ευρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 98/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, ευθυνόμενος κατά την εκπλήρωση των άνω υποχρεώσεών του σύμφωνα με το άρθρο 714 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 297, 298 ΑΚ, για κάθε πταίσμα, επομένως, και για ελαφρά αμέλεια, και υποχρεούται να ανορθώσει κάθε ζημία που υπέστη ο εντολέας, η οποία είχε ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου (ΑΠ 1110/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος από το άρθρο 71 AK συνάγονται τα εξής: α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικά αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011), ως όργανα δε του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται, όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων, 65 – 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου (ΑΠ 1219/2017). β) Εφόσον τα όργανα αυτά παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου, με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων, τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013). γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος. Και δ) Το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 627/2009). Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο (ΑΠ 78/2020). Έτσι, στην περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρο και αυτό και το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από αυτή του τελευταίου (ΑΠ 1219/2017, ΑΠ 380/2008). Για τη θεμελίωση, τέλος, της ενεργητικής και της παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς να ασκεί επιρροή, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής ή αναληθής, καθόσον, αν αποδειχθεί αναληθής, η αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 121/2023, 2099/2022 και 1469/2021 δημ. στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).

Εν προκειμένω, με το εκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή διαλαμβάνει άπαντα τα αναγκαία για την κατά το νόμο θεμελίωσή της στοιχεία που δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά των εναγομένων και ειδικότερα περιγράφει τη σχέση των διαδίκων, την ανάθεση, κατ’ εκτίμηση του οικείου αγωγικού δικογράφου, από την ενάγουσα στην πρώτη εναγομένη της εντολής όπως εισπράττει αυτή (εντολοδόχος) τους ναύλους του πλοίου που διαχειριζόταν εμπορικά η ίδια (ενάγουσα) και τεχνικά η πρώτη εναγομένη και να τους αποδίδει στην ενάγουσα, μετά από αφαίρεση τυχόν εξόδων της. Παραθέτει τα συγκεκριμένα ποσά ναύλων που εισέπραξε η πρώτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου σε εκτέλεση της εντολής της ενάγουσας βάσει των αναλυτικά μνημονευόμενων ναυλοσυμφώνων που αυτή κατάρτισε με τους αναγραφόμενους στην αγωγή (υπο)ναυλωτές, και τα οποία οι εναγόμενοι δεν απέδωσαν αλλά ιδιοποιήθηκαν παράνομα, διαπράττοντας έτσι σε βάρος της ενάγουσας το έγκλημα της υπεξαίρεσης και ζημιώνοντάς την παράλληλα κατά το υπεξαιρεθέν ποσό. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής επειδή δεν παρατίθεται το καθαρό ποσό ναύλων που φέρονται ότι υπεξαίρεσαν, καθώς δεν αφαιρείται το ποσό των εξόδων στα οποία υπεβλήθη η πρώτη εναγομένη, πέραν της αβασιμότητάς του, αφού η ενάγουσα έχει αφαιρέσει από τα αξιούμενα ποσά τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη η πρώτη εναγομένη (βλ. το ποσό των 4.057.53 δολ.ΗΠΑ για τραπεζικές προμήθειες που αφαιρείται από τον αξιούμενο ναύλο από το ναυλοσύμφωνο με την ………), δεν είναι νόμιμος, αφού αρκεί για το ορισμένο της σχετικής αξίωσης ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι περιήλθε στην κατοχή των εναγομένων συγκεκριμένο ποσό, σε αυτούς δε απόκειται να επικαλεστούν ότι από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθούν συγκεκριμένα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν (βλ. σχετ. ΑΠ 1155/2022, ιστοσελίδα ΑΠ). Επίσης η ενάγουσα παραθέτει συγκεκριμένα  ποσά που κατά τους ισχυρισμούς της εισέπραξε η πρώτη εναγομένη βάσει των αντίστοιχα αναγραφόμενων συμβάσεων υποναύλωσης, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο της απαίτησης η αναλυτική παράθεση των όρων εκάστης υποναύλωσης, που δεν αποτελεί αντικείμενο της ένδικης υπόθεσης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εναγόμενοι, αλλά η αποκατάσταση της εξ αδικοπραξίας ζημίας που της προκάλεσαν οι εναγόμενοι και αναλυτικά προσδιορίζεται, η δε οφειλή τους κατέστη ληξιπρόθεσμη, κατά την αγωγή στις 8.10.2021, οπότε τους επιδόθηκε εξώδικη όχληση της ενάγουσας, απορριπτόμενου του ισχυρισμού τους ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής. Επίσης η ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας για την άσκηση της αγωγής που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και την οποία νομίμως επαναφέρουν με τις προτάσεις τους και συνίσταται στο ότι δεν είχε συμβληθεί η ενάγουσα μαζί τους αλλά άλλο νομικό πρόσωπο τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη αφού για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος τυγχάνουν φορείς συγκεκριμένης έννομης σχέσης, προϋπόθεση που συντρέχει εν προκειμένω, η δε αμφισβήτηση της βασιμότητας του ισχυρισμού ανάγεται στην επί της ουσίας κρίση της αγωγής. Περαιτέρω η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή,  τυγχάνει νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθρ. 26, 291, 297, 298, 345, 346, 481, 719, 914 AK, 176, 907, 1047  ΚΠολΔ, 375 ΠΚ, 6 παρ. 1 Ν. 5422/1932 και πρέπει να ερευνηθεί κατ΄ουσίαν καθώς έχει καταβληθεί το αναλογούν στο καταψηφιστικό της αίτημα τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το ……………….. e- παράβολο της ΓΓΠΣ με το  από 5.12.2023 αποδεικτικό εξόφλησης της Πειραιώς winbank).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 443 του ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 444 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του Ν. 3994/2011, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και α) τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, β)….. και γ) φωτογραφίες ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 444, μηχανική απεικόνιση είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Εξάλλου, η φωτοτυπία αποτελεί ακριβή απεικόνιση του φωτοτυπούμενου εγγράφου. Επικυρωμένη δε φωτοτυπία σημαίνει απεικόνιση του φωτοτυπούμενου εγγράφου και επιπλέον βεβαίωση ότι η απεικόνιση είναι ακριβής. Κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του ΚΠολΔ, φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα. Ως αντίγραφα νοούνται και εκείνα που αποδίδουν μέρη συνολικών εγγράφων, όπως τα εμπορικά βιβλία και τα πολυσέλιδα έντυπα, συνιστάμενα σε σελίδες τους ή, προκειμένου για εμπορικά βιβλία τηρούμενα υπό μορφή φύλλων ή πινακίδων (καρτελών), τα αντίγραφα των επί μέρους φύλλων ή πινακίδων (ΑΠ 570/2010, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 2209/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό δε των άρθρων 449 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 435, 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 453 παρ. 1 και 458 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι φωτογραφίες ή φωτοτυπίες εγγράφων που δεν έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, διότι δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από δημόσιο υπάλληλο έχοντα δικαίωμα αντιγραφής, λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή από αυτές δικαστικών τεκμηρίων, αρκεί να μην αμφισβητείται η γνησιότητά τους ή, σε περίπτωση αμφισβήτησης, η γνησιότητα να έχει αποδειχθεί (ΑΠ 189/2011, ΑΠ 1757/2011, ΕφΠειρ 406/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού. Κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔ κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 461 ΚΠολΔ, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Επίσης,  κατά την διάταξη του άρθρου 463 του αυτού Κώδικα “όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι”. Eνόψει τούτων, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζονται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ` ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Ο κατ` ένσταση δε προβαλλόμενος ισχυρισμός, χωρίς την προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (αρ. 461), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 401/2019, ΑΠ 2247/2014, ΑΠ 914/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την παραδεκτή δε προβολή του σχετικού περί πλαστότητας ισχυρισμού απαιτείται η κατ’ άρθρο 98 περ. β’ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο ή προβάλλοντα την ένσταση δικηγόρο είτε εκ των προτέρων είτε με επιγενόμενη των ενεργειών του έγκριση, η οποία συνάγεται και από την αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου στο ακροατήριο και τον διορισμό πληρεξούσιου δικηγόρου προς εκπροσώπησή του, που λειτουργεί αναδρομικά, εκτός αν κατά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία έχει υποβληθεί αρμοδίως σχετική μήνυση, οπότε δεν απαιτείται να υπάρχει η ανωτέρω ειδική πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1787/2014, ΑΠ 291/2002, ΕφΑθ 1540/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, στον ισχυρισμό περί πλαστότητας της επί του εγγράφου φερόμενης υπογραφής του υπόχρεου εξ αυτού εμπεριέχεται λογικά ως έλασσον και η από μέρους του προτείνοντος την πλαστότητα άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής, το δε βάρος της απόδειξης φέρει αυτός που επικαλείται και προσκομίζει το έγγραφο (ΑΠ 816/2010, ΕφΑθ 1540/2025  ΕφΑιγ 30/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την απόδειξη της γνησιότητας μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης (άρθρο 458 του ΚΠολΔ), ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες. Και αν μεν αποδειχθεί κατά την διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγονται τα ιδιωτικά έγγραφα, η μη γνησιότητα του περιεχομένου τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ αν προκύπτει ότι αυτά είναι γνήσια τότε πρέπει να ληφθούν υπόψη (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 1756/2012, ΑΠ 279/2011, ΕφΘεσ 2655/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 340 παρ. 1, του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη κατ’ άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, λαμβάνονται υπόψη, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου “συμπληρωματικά” στην παρ. 2 εδ. β’ του άρθρου 270 του ΚΠολΔ. Έτσι, υπό τις άνω προϋποθέσεις, στην τακτική διαδικασία είναι παραδεκτά και λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ του ΚΠολΔ). Επομένως, ιδιωτικά έγγραφα χωρίς υπογραφή δεν έχουν καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 του ΚΠολΔ. Δεν παύουν όμως να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των εγγράφων και είναι υποστατά ως έγγραφα αποτελώντας αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, στην τακτική διαδικασία, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβασή της δίκης ισχυρισμού (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1251/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από το  σύνολο των μετ΄ επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, περιλαμβανομένων και των συνταχθέντων σε ξένη γλώσσα τα οποία δεν συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση κατ’ αρθρ. 454 ΚΠολΔ και εκτιμώνται ελεύθερα συμπληρωματικά με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1255/2025, ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1483/2021, ιστοσελίδα ΑΠ) περιλαμβανομένων των προσκομιζόμενων από την ενάγουσα μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της με τους εναγόμενους και με τρίτα προς τους διαδίκους πρόσωπα, στη χρήση των οποίων δεν αντιλέγουν οι εναγόμενοι, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται στη συνέχεια δίχως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (336 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 3/3/2017 σύμβασης γυμνής ναύλωσης, η ενάγουσα ναύλωσε από την εταιρεία «………….» με έδρα το ….., και ανέλαβε τη διαχείριση του πετρελαιοφόρου πλοίου της με το όνομα «D», υπό σημαία …… και αριθμό ΙΜΟ …….. , για διάστημα 10 ετών αντί συμφωνηθέντος ναύλου 1 δολ ΗΠΑ ημερησίως. Η ενάγουσα, όπως και η πλοιοκτήτρια εταιρεία «…..» αλλά και η εταιρεία «…………..», που αναφέρεται κατωτέρω, τυγχάνουν αδελφές εταιρείες, θυγατρικές της κρατικής ναυτιλιακής εταιρείας του ……., όπως εκθέτουν οι εναγόμενοι και δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα. Η πρώτη εναγομένη, που δραστηριοποιείται στην παροχή ναυτιλιακών υπηρεσιών παντός είδους, εδρεύει στα νησιά ……. και έχει νόμιμα εγκατασταθεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 27/75 δυνάμει της υπ’ αρ. 3122.1/4472/24791 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ τ. Β 60/27.1.2011), όπου και βρίσκεται η πραγματική της  έδρα (παλαιότερα στην οδό ………… και ήδη στην οδό ……………) καθώς εκεί εδρεύει η διοίκησή της και λαμβάνονται όλες οι σχετικές με τη λειτουργία της αποφάσεις, νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής της δε, τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος. Στα πλαίσια της εκμετάλλευσης του ως άνω πλοίου, η ενάγουσα με τις από 10/04/2017, 10/06/2017, 20/07/2017 και 29/11/2017 συμβάσεις που κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη, ανέθεσε σε αυτή την τεχνική διαχείριση (technical management) του ως άνω πλοίου (υπό την έννοια ότι θα μεριμνούσε για τη διενέργεια τυχόν επισκευών, την προμήθεια ανταλλακτικών κ.ο.κ.) καθώς και την ευθύνη για την επάνδρωσή του με το κατάλληλο πλήρωμα (crew management), αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, ενώ η ενάγουσα διατήρησε την εμπορική διαχείριση αυτού. Οι εναγόμενοι προσβάλλουν ως πλαστές τις ανωτέρω συμβάσεις τεχνικής διαχείρισης, όπως επίσης και πέντε (5) έντυπα κατάστασης λογαριασμού (statements) που φέρουν το λογότυπο «…………….», πλην όμως η ένσταση αυτή προβάλλεται απαραδέκτως κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθώς οι εναγόμενοι δεν κατονομάζουν το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία, ούτε προσκομίζουν  με επίκληση καταθέσεις μαρτύρων ή λοιπά  αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη του περί πλαστογραφίας ισχυρισμού ενώ δεν προσκομίζεται η κατ’ άρθρο 98 περ. β’ ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα προς τον προβάλλοντα την ένσταση δικηγόρο ούτε προκύπτει ότι έχει υποβληθεί αρμοδίως σχετική μήνυση κατά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία.  Η περιλαμβανόμενη στον περί πλαστότητας αυτό ισχυρισμό άρνηση της γνησιότητας των παραπάνω εγγράφων από τους εναγόμενους, επίσης δεν τυγχάνει βάσιμη, αφού κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα έγγραφα αυτά τυγχάνουν γνήσια, φέροντα οι μεν συμβάσεις τις σφραγίδες της πρώτης εναγομένης και την υπογραφή του δεύτερου, οι δε έντυπες καταστάσεις λογαριασμού διακριτικά γνωρίσματα της πρώτης εναγομένης, όπως προκύπτει αφενός μεν μέσω αντιπαραβολής και σύγκρισης των διακριτικών στοιχείων αυτών (ήτοι σφραγίδων και υπογραφών) προς αντίστοιχα γνωρίσματα της από 10.6.2017 έγγραφης σύμβασης μεταξύ της ……. και της 1ης εναγομένης που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενοι και της οποίας τη γνησιότητα αποδέχονται, αφετέρου δε και κυρίως, με βάση τις κατωτέρω αποδεικνυόμενες συνθήκες και περιστάσεις της υπόθεσης. Περαιτέρω οι εναγόμενοι αρνούνται ότι είχαν εμπορική σχέση ή συναλλαγή με την ενάγουσα, αλλά, αντιθέτως, ότι είχαν αναλάβει την τεχνική διαχείριση του ως άνω πλοίου από την εταιρεία …….., επικαλούμενοι προς απόδειξή του ισχυρισμού αυτού, την από 10.6.2017 σύμβαση ανάθεσης τεχνικής διαχείρισης κατά το πρότυπο SHIPMAN 2009 που είχαν συνάψει μαζί της. Η ενάγουσα που δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού, και ως εκ τούτου, αυτή τεκμαίρεται, δεν παρέχει κάποια εξήγηση σχετικά με τους λόγους και συνθήκες υπό τους οποίους καταρτίστηκε η σύμβαση αυτή, δεδομένου ότι με βάση την προμνησθείσα σύμβαση γυμνής ναύλωσης η ίδια ήταν η διαχειρίστρια του πλοίου και όχι η … ώστε να δύναται να προβαίνει η τελευταία σε ενέργειες διαχείρισης του πλοίου. Η σύμπτωση των δύο αυτών συμβάσεων (από 10.6.2017) κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποδίδεται σε παραδρομή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ……… ήταν διαχειρίστρια του πλοίου ώστε να δύναται να το ναυλώνει ή να προσλαμβάνει τεχνικούς διαχειριστές, εξ ου και υπεγράφη η με ίδια ημερομηνία σύμβαση ανάθεσης τεχνικής διαχείρισης μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων, στα πλαίσια σειράς όμοιων συμβάσεων (από 10/4/2017, 20/7/2017 και 29/11/2017) μεταξύ τους. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι, πέραν της ανάθεσης της τεχνικής διαχείρισης του πλοίου στην πρώτη εναγομένη, η ενάγουσα της ανέθεσε και την είσπραξη για λογαριασμό της, των ναύλων από τις υπεκναυλώσεις του πλοίου που η ίδια κατήρτιζε, με την εντολή να της αποδίδει ακολούθως τα εισπραττόμενα ποσά, μετά από αφαίρεση τυχόν πραγματοποιούμενων εξόδων της. Η ενάγουσα δεν προσκομίζει κάποιο έγγραφο προς άμεση απόδειξη της συμφωνίας της αυτής με την πρώτη εναγομένη, τη σύναψη της οποίας η τελευταία αρνείται, πλην όμως η ανάθεση της είσπραξης αυτή προκύπτει από σειρά εγγράφων που αποδεικνύουν εμμέσως ότι πράγματι οι εναγόμενοι εισέπραξαν τα ποσά των επίδικων ναύλων για λογαριασμό της ενάγουσας. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατήρτισε για το υπό διαχείρισή της πλοίο «D τις κάτωθι υποναυλώσεις, τους ναύλους των οποίων  εισέπραξε για λογαριασμό της η  πρώτη εναγομένη: α) Δυνάμει του από 21/8/2017 ναυλοσυμφώνου υπεκναύλωσε το πλοίο στην εταιρία «……», με έδρα στο ……. αντί ποσού 975.000 δολ Η.Π.Α. τα οποία η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 14/8/2018, β) δυνάμει του από 5/9/2017 ναυλοσυμφώνου υπεκναύλωσε το πλοίο στην εταιρία «……………..», που εδρεύει στο ……….  αντί ποσού 548.462,97 δολ Η.Π.Α.  τα οποία η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 11/1/2018, γ) δυνάμει του από 27/10/2017 ναυλοσυμφώνου υπεκναύλωσε το πλοίο στην εταιρία «………….», που εδρεύει στη ……….. αντί ναύλου ποσού 2.032.012,50 δολ Η.Π.Α.  τα οποία εισέπραξε η πρώτη εναγομένη στις 14.8.2018, δ) δυνάμει του από 20/12/2017 ναυλοσυμφώνου υπεκναύλωσε το πλοίο στην εταιρία «………….», με έδρα στη ……… αντί ναύλου ποσού 750.453,85 δολ Η.Π.Α., τα οποία εισέπραξε η πρώτη εναγόμενη στις 2/1/2018 και ε) δυνάμει του από 19/1/2018 ναυλοσυμφώνου υπεκναύλωσε το πλοίο στην εταιρία «………………..», που εδρεύει στην …….. αντί ναύλου ποσού 1.288.104,24 δολ Η.Π.Α. τα οποία η πρώτη εναγόμενη εισέπραξε στις 3/4/2018, κατόπιν παρακράτησης τραπεζικών προμηθειών ποσού 4.057,53 Δολ ΗΠΑ και, ως εκ τούτου εισέπραξε το συνολικό ποσό των 1.284,046,71 Δολ ΗΠΑ. Ήτοι το συνολικό ποσό των χρημάτων που κατά τα ανωτέρω εισέπραξε η πρώτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της και όφειλε να αποδώσει στην κυρία αυτών ενάγουσα, ανήλθε σε 5.589.976,03 δολ Η.Π.Α. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι εισέπραξαν τα ποσά αυτά επικαλούμενοι ότι δεν είχαν την εμπορική άλλα μόνο την τεχνική διαχείριση του πλοίου, η φύση και λειτουργία της οποίας δεν συνάδει με την πραγματοποίηση εισπράξεων ναύλων, καθώς η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην εμπορική διαχειρίστρια του πλοίου. Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται αφού, όπως εκτέθηκε, η ενάγουσα ανέθεσε στην εναγομένη την εντολή είσπραξης των ναύλων της, προς απόδοσή τους ακολούθως στην ίδια, πέραν και ανεξαρτήτως της τεχνικής διαχείρισης που της είχε αναθέσει. Η σύμβαση εντολής αυτή καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων προφορικά τον Ιούνιο του 2017, στα πλαίσια ευρύτερης συνεργασίας των εναγομένων με εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκει η ενάγουσα, και δεδομένων των σχέσεων εμπιστοσύνης που είχαν, προφανώς, αναπτυχθεί μεταξύ τους. Άλλωστε ουδείς από τους διαδίκους προσκομίζει έγγραφη σύμβαση προβλέπουσα την είσπραξη των ναύλων από τους εναγόμενους, ούτε οι τελευταίοι παρέχουν κάποια εξήγηση για την είσπραξή τους, στην οποία αυτοί αποδεδειγμένα κατά τα κατωτέρω προέβησαν. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το ποσό των 2.032.012,50 δολ Η.Π.Α. που η πρώτη εναγομένη εισέπραξε στις 14/8/2018,  προσκομίζεται αλληλογραφία της ενάγουσας με τη ναυλώτρια εταιρία «…………….», και δη το από 22/8/2018 ηλεκτρονικό μήνυμά της προς την ως άνω εταιρία όπου ανέφερε: «… Παρακαλώ όπως ενημερωθείτε ότι είμαστε η πλοιοκτήτρια εταιρεία του πλοίου . D, το οποίο μετέφερε φορτίο σας βάσει του ναυλοσυμφώνου με ημερομηνία 27/10/2017…..Η μεταφορά του φορτίου ολοκληρώθηκε και δεν έχουμε λάβει ακόμη την πληρωμή του ναύλου από τον οικονομικό διαχειριστή μας (………). Ως εκ τούτου χρειαζόμαστε να έχουμε το τραπεζικό έγγραφο που αποδεικνύει ότι η πληρωμή από μέρους σας ως ναυλωτές έχει γίνει προς τη …………. έγκαιρα, ακολούθως αυτό θα μας επιτρέψει να διευθετήσουμε την οικονομική μας διαφωνία. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα σημεία, θα το εκτιμούσαμε αν μπορούσατε να μας στείλετε την απόδειξη της πληρωμής όσο το δυνατόν πιο σύντομα…».  Σε απάντηση στο μήνυμα αυτό η ναυλώτρια, πιστοποιώντας έτσι ότι η ενάγουσα πράγματι ήταν η εκναυλώτρια, της προώθησε ηλεκτρονικά το από 19/12/2017 τιμολόγιο που της είχε αποστείλει η πρώτη εναγομένη και το από 14/8/2018 αποδεικτικό εμβάσματος swift,  από το οποίο αποδεικνύεται η αυθημερόν (14/8/2018) μεταφορά στον υπ’ αρ. …… τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η πρώτη εναγομένη στην τράπεζα “…………” του ποσού των 1.727.020,65 ευρώ, ισόποσου των 2.032.012,50 δολ Η.Π.Α. κατά την ημέρα της μεταφοράς. Επίσης ο δεύτερος εναγόμενος είχε αποστείλει, ενεργώντας πάντα για λογαριασμό της πρώτης, στην ενάγουσα, το από 16/9/2018 παραστατικό λογαριασμού (statement) με αριθμό ….. της ………….. Το έγγραφο αυτό το οποίο έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και προσκομίζεται ανυπόγραφο και αμετάφραστο, φέρει έντυπο διακριτικό γνώρισμα και την ονομασία «………….». Περιλαμβάνει 14 κινήσεις (χρεώσεις και πιστώσεις) που έχουν λάβει χώρα μεταξύ 14.8.2018  έως 30.8.2018 μεταξύ των οποίων πίστωση του ως άνω ναύλου ποσού 2.032.012,50 δολ Η.Π.Α. στις 14/8/2018   με αιτιολογία «(HIRE C/P) 27/10/2017  BHARAT». Εκδότρια του εν λόγω εγγράφου, και ως εκ τούτου και των λοιπών αντίστοιχων, αποδεικνύεται ότι είναι η πρώτη εναγομένη, παρά το ότι στο υποσέλιδό του, παραπέμπει για πληρωμή σε τραπεζικό λογαριασμό τηρούμενο στη ……………….. επ΄ ονόματι της εταιρείας με την επωνυμία «…………..», αφού η καταγραφείσα στο παραστατικό επίδικη καταβολή έγινε στην πρώτη εναγομένη, όπως αποδεικνύεται από την ανωτέρω απόδειξη τραπεζικού εμβάσματος. Επίσης, η είσπραξη του ποσού των 548.462,97 δολ Η.Π.Α. αποδεικνύεται από το από 11/1/2018 προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα του δεύτερου εναγομένου, υπό την ιδιότητά του –πάντα- ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, στο οποίο αναγράφεται: «…Θέμα [op-tanker]/D Ναυλοσύμφωνο με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 2017… Αγαπητέ ……., Επιβεβαιώνουμε ότι εισπράξαμε με σημερινή αξία το ποσό των ΕΥΡΩ 467.015,47 μείον 6,20 τραπεζικές χρεώσεις, σχετικά με το ναύλο του εν θέματι ναυλοσυμφώνου. Χαιρετισμούς ………………» όπου …… αποτελεί ακρωνύμιο της επωνυμίας της ναυλώτριας εταιρίας «…………………….». Επίσης ο δεύτερος εναγόμενος είχε αποστείλει στην ενάγουσα και το υπ΄ αριθμ. ….. από 23/1/2018 παραστατικό λογαριασμού, στο οποίο καταγράφτηκε η πίστωση του σχετικού εμβάσματος των 548.462,97 δολ Η.Π.Α. στις 11.1.2018 με την τότε ισοτιμία του σε ευρώ (467.015,47). Επίσης σε σχέση με τη συγκεκριμένη ναύλωση είχε προηγηθεί η από 6.9.2017 ηλεκτρονική επιστολή του πρώτου των εναγομένων προς την ενάγουσα με θέμα «[com-tanker]/D Ναυλοσύμφωνο 5 Σεπτεμβρίου 2017» όπου αναγράφεται «Aγαπητέ ……., Σε συνέχεια του τελευταίου μηνύματός μου, όπου επιβεβαιώσαμε ότι όλα τα θέματα για εν θέματι πλοία επιλύθηκαν με το ναυλοσύμφωνο με ημερομηνία 5.9.2017… Ναυλωτές: …….. – χαρακτηριστικά όπως στο επισυναπτόμενο (Q88), Καταχωρημένη ιδιοκτήτρια ……………………..». Ακολούθως, η είσπραξη του ποσού των 750.453,85 δολ Η.Π.Α. από την πρώτη εναγομένη αποδεικνύεται από το από 1/2/2018 ηλεκτρονικό μήνυμα του δεύτερου εναγόμενου με θέμα «…………. DATED 20.12.2017», στο οποίο αναγράφει: «…Επιβεβαιώνουμε ότι εισπράξαμε το ποσό των ευρώ 624.181,86  το οποίο ισοδυναμεί με ποσό δολαρίων ΗΠΑ 750.453,85 σχετικά με το ναύλο του εν θέματι ναυλοσυμφώνου…» ενώ η είσπραξή του επιβεβαιώνεται και από το με αριθμό 106 από 13/2/2018 παραστατικό λογαριασμού που απέστειλαν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα, στο οποίο καταγράφτηκε η πίστωση του σχετικού εμβάσματος και σε ευρώ (624.181,86). Είχε προηγηθεί η από 21.12.2017 ηλεκτρονική επιστολή των εναγομένων με θέμα «…………… DATED 20.12.2017» στην οποία αναγραφόταν ότι στο ναυλοσύμφωνο θα αναγραφόταν ως καταχωρημένη ιδιοκτήτρια (εκναυλώτρια) η ενάγουσα …………… Επίσης η είσπραξη του ποσού των 1.288.104,24 δολ Η.Π.Α.  που εισέπραξε η πρώτη εναγομένη στις 3/4/2018, αποδεικνύεται από το με επίκληση προσκομιζόμενο από 5/4/2018 ηλεκτρονικό μήνυμα του δεύτερου εναγομένου με θέμα «……….. 19.01.2018» στο οποίο αναφέρει «…Εισπράξαμε με σημερινή αξία το ποσό των ΕΥΡΩ 1.046.237,03…», σε συνδυασμό και με το από 19/1/2018 ηλεκτρονικό μήνυμα του δεύτερου εναγομένου περί κατάρτισης του εν λόγω ναυλοσυμφώνου μεταξύ της ενάγουσας και της «……………» αλλά και το με αριθμό  …….. από 30/4/2018 παραστατικό λογαριασμού της πρώτης εναγομένης, στο οποίο αποτυπώνεται το ποσό των 1.288.104,24 δολ Η.Π.Α. (εκφρασμένο και σε 1.046.273,03 ευρώ). Τέλος η είσπραξη του ποσού των 975.000 Δολ ΗΠΑ από την πρώτη εναγομένη αποδεικνύεται από το αναφερθέν υπ΄αριθμ. …….. από 16.9.2018 παραστατικό λογαριασμού με αιτιολογία «HIRE CP 21/8/2017» σε συνδυασμό με την από 22.8.2027 ηλεκτρονική επιστολή των εναγομένων προς την ενάγουσα, η οποία φέρει θέμα ««………………….. DATED 21.8.2017» και αναφέρει « Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακεφαλαιώσουμε το ακόλουθο περιεχόμενο που καταρτίστηκε υπό την εξουσία σας, αφότου επιλύθηκαν όλα τα θέματα. Ναυλώτρια : «…………………», Καταχωρημένη ιδιοκτήτρια  η ενάγουσα «…………….» τεχνική διαχειρίστρια η πρώτη εναγομένη ………… Τα παραπάνω παραστατικά κίνησης λογαριασμού δεν φέρουν υπογραφή του εκδότη τους ούτε αποτελούν εμπορικά βιβλία κατά την έννοια του αρ. 444 παρ. 1α ΚΠολΔ πλην όμως αποτελούν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, εκτιμώμενα συμπληρωματικά με τα λοιπά παρατεθέντα αποδεικτικά μέσα. Από το ότι ως ταυτότητα πελάτη (Customer ID) φέρουν τον κωδικό …….. που, όπως προκύπτει από  παραστατικά με αριθμούς … και ……, ανήκει στην εταιρεία με την επωνυμία «………..», ουδεμία αμφιβολία γεννάται περί του ότι οι κινήσεις αφορούν στην ενάγουσα, καθώς από όλα τα ανωτέρω στοιχεία, συνάγεται ότι οι πιστωθέντες ναύλοι ανήκαν σε αυτήν, ως εκναυλώτρια. Εξάλλου, στις ανωτέρω επιστολές τους με αφορμή την κατάρτιση των αντίστοιχων ναυλοσυμφώνων, οι εναγόμενοι αναφέρουν ως «πλοιοκτήτρια» (υπό την έννοια της εκναυλώτριας) την ενάγουσα και όχι τη ….. Ομοίως το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αποκρούεται από το ότι οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις στις οποίες απέστελλαν τα ανωτέρω μηνύματα οι εναγόμενοι παραπέμπουν στη …..  (συγκεκριμένα στις διευθύνσεις…….   και……….  ), αφού ουδόλως απέδειξαν ότι η εταιρεία αυτή είναι κυρία και διαχειρίστρια των διευθύνσεων και όχι η ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι, δεδομένης της σχέσης των εταιρειών ως αδελφών εταιρειών μελών του αυτού κρατικού ομίλου, με επακόλουθο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να εκπροσωπούνται από τον αυτό κύκλο φυσικών προσώπων, είναι φανερό ότι η διαβίβαση των μηνυμάτων από τους εναγόμενους επικεντρωνόταν στα φυσικά πρόσωπα – παραλήπτες αυτών, τα οποία γνώριζαν προς ποιά εκ των περισσότερων εταιρειών που εκπροσωπούσαν απευθυνόταν κάθε μήνυμα. Τα ανωτέρω μηνύματα δε, ως εκ του παρατεθέντος περιεχομένου τους, είναι προφανές ότι αφορούσαν σε διαχείριση υποθέσεων και είσπραξη χρημάτων της ενάγουσας και όχι της ……. Σημειωτέον ότι οι εναγόμενοι αρνούνται την είσπραξη των χρημάτων και ουδόλως ισχυρίζονται ότι τα χρήματα αυτά απέδωσαν στη ………, με την οποία επικαλούνται ότι είχαν καταρτίσει σύμβαση τεχνικής διαχείρισης, ή σε άλλον δικαιούχο. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται πλήρως ότι οι εναγόμενοι, στην κατοχή των οποίων περιήλθε το ανωτέρω ποσό ναύλων, δεν το απέδωσαν ως όφειλαν στην ενάγουσα, αλλά ενεργώντας με δόλο το ιδιοποιήθηκαν παράνομα προξενώντας αιτιωδώς σε αυτή ισόποση ζημία. Ως εκ τούτου η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 5.167.769,28  ευρώ (ήτοι το ισόποσο σε ευρώ των 5.589.976,03 Δολ ΗΠΑ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων αυτών σύμφωνα με το δελτίο ισοτιμιών αναφοράς της ΕΚΤ κατά την 5η.12.2023, ημέρα συζήτησης της αγωγής), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας δε το ποσό αυτό, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη, από την 9.10.2021, επομένη ημέρα της επίδοσης σε αυτήν της από 6.10.2021 εξώδικης όχλησης της ενάγουσας (βλ. την ……………./8.10.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά ………………), και με τον νόμιμο τόκο επιδικίας (αρ. 346 ΑΚ), όσον αφορά σε αμφότερους τους εναγόμενους, από τις 9.8.2022, ημερομηνία επίδοσης προς αυτούς της ένδικης αγωγής (βλ. τις  …… και ………/8.8.2022 εκθέσεις επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή), με τη σημείωση ότι δεν αποδείχθηκε προηγούμενη όχληση του δεύτερου εναγομένου για την επίδικη οφειλή ώστε να περιέλθει αυτός σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη προ της επίδοσης της αγωγής. Επίσης θα πρέπει να απειληθεί εναντίον του δεύτερου εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, λαμβανομένων υπόψη του ύψους της απαίτησης, του βαθμού υπαιτιότητάς του, της αφερεγγυότητάς του και των λοιπών συντρεχουσών περιστάσεων. Μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας για αμφότερους τους βαθμούς  δικαιοδοσίας (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εφεσίβλητων κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, παρελκούσης, επομένως, της εξέτασης του τρίτου λόγου της έφεσης, περί εσφαλμένης επιβολής σε βάρος της εκκαλούσας των δικαστικών εξόδων πρωτοδίκως. Τέλος, θα πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου κατάθεσης της έφεσης στην εκκαλούσα, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 640/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτικής Διαδικασίας).

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στην εκκαλούσα.

Κρατεί και δικάζει την από 18.7.2022 (αρ. κατ. ……………/2022) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Απορρίπτει ό, τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται αυτήν εν μέρει.

Υποχρεώνει τους εναγομένους  να καταβάλουν στην ενάγουσα, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων εκατόν εξήντα επτά χιλιάδων επτακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (5.167.769,28€) με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας η πρώτη εναγομένη, από τις 9.10.2021 και με τον νόμιμο τόκο επιδικίας αμφότεροι οι εναγόμενοι από τις 9.8.2022, μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης.

Επιβάλλει σε βάρος των εφεσίβλητων μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των  εκατόν τριάντα εννέα χιλιάδων εκατόν είκοσι (139.120€) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 17 Σεπτεμβρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις     5.10.2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ