Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 647/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός απόφασης 647 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

2ο Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………. 2) ………… 3) ………… 4) ………….. και 5) ……………, οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευσταθίου Κωνσταντόπουλου, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: …………., η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναργύρου Δήμιζα, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Οι εκκαλούντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εφεσίβλητης, την από 21-9-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2022 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 708/2025 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Την ως άνω απόφαση προσέβαλαν, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, με την από 24-10-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025,  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Οι διάδικοι κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 24-10-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025,  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 708/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, και είναι εμπρόθεσμη, αφού ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε στους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, στις 15-4-2025 (βλ. τις υπ’ αριθμ. ….΄/15-4-2025, …..΄/15-4-2025, ….΄/15-4-2025, …΄/15-4-2025 και ….΄/15-4-2025 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………….., αναφορικά με την πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εκκαλούντων, αντίστοιχα), η δε ως άνω έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 29-4-2025, ήτοι, εντός της, προβλεπομένης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ). Επομένως, δοθείσης και της καταβολής του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ σχετικού παραβόλου εφέσεως (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2025 e – παράβολo), η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή και κατ` αντιδιαστολή προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όπου αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημιώσεως παράλληλα με το δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για τις περιπτώσεις εξαφανίσεως της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης αντίστοιχα αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, συνάγεται ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ευθέως αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλονότι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως. Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της αμετακλήτου ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσας αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση, που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθ` ου, αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παρ. 3 σε σχέση με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 940 ΚΠολΔ (ΑΠ 1119/11, ΑΠ 289/00, ΑΠ 978/97). Δίδεται, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ η δυνατότητα ασκήσεως αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής, με αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθ` ου η εκτέλεση κατά εκείνου που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ` αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του ΚΠολΔ. Αυτονόητα, αν ακυρωθεί μια μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. Κατά την αληθή, επομένως, έννοια της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενης και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας, και των ταυτόσημων διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, οι διατάξεις των οποίων κατοχυρώνουν, ταυτόσημα με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δικαιώματα για πρόσβαση στα δικαστήρια και δίκαιη δίκη, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται η έγερση, και πέραν της παρεχομένης από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ αξιώσεως αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημιώσεως του καθ` ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 9/2010, ΑΠ 90/2023, ΑΠ 1329/14). Ειδικότερα, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη απ` αυτήν καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου, που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Δηλαδή, η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξεως είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (ΑΠ 1633/25, ΑΠ 1291/19, ΑΠ 933/14 ΝΟΜΟΣ).

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, την από 21-9-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2022 αγωγή, με την οποία εκτίθετο ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4306/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έγινε δεκτή αγωγή της εναγομένης, σε βάρος των εναγόντων, και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση εκάστου εκ των τριών πρώτων αυτών να καταβάλουν σε αυτήν το ποσό των 25.000 ευρώ και εκάστου των τέταρτης και πέμπτου αυτών να της καταβάλουν το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, ένεκα της προσβολής της προσωπικότητάς της. Ότι, κατά της ως άνω αποφάσεως, άσκησαν αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεις, επί των οποίων εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 513/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που ανέβαλε την έκδοση της αποφάσεως του, ενώ, μετά την επίσπευση της συζήτησης, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 551/2022 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως προς το τέταρτο και πέμπτο των νυν εναγόντων, και αναγνώρισε την υποχρέωση εκάστου των λοιπών να καταβάλουν στην νυν εναγομένη, ως αποζημίωση, το ποσό των 1.500 ευρώ. Ότι, εν τω μεταξύ, δυνάμει της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. 4306/2018 οριστικής αποφάσεως, η εναγομένη επέβαλε συντηρητική κατάσχεση, εις χείρας τρίτων, και δη σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόντων που τηρούντο στις τραπεζικές εταιρίες …………………., έως του επιδικασθέντος, με την εν λόγω οριστική απόφαση, ποσού, πλέον τόκων και εξόδων, ενώ, μάλιστα, είχε προηγηθεί, για την εξασφάλιση της ανωτέρω αξιώσεώς της, και εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο συγκυριότητας του πέμπτου των εναγόντων επί ενός διαμερίσματος οικοδομής, κειμένης στη Νίκαια Αττικής, με αριθμό ΚΑΕΚ ……………….., για ποσό 9.000 ευρώ. Ότι, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής, εκ μέρους των εναγόντων, η συντηρητική κατάσχεση ακυρώθηκε, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 538/2021 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ότι, εξαιτίας της ως άνω συντηρητικής κατάσχεσης, άπαντες οι ενάγοντες στερήθηκαν της ρευστότητας που διέθεταν, οι δε πρώτη και τέταρτη εξ αυτών στερήθηκαν την επικουρική σύνταξη που ελάμβαναν, ενώ ο πέμπτος εξ αυτών δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τις συναλλαγές με τους ασθενείς του. Ότι, επιπλέον, η, σε βάρος των εναγόντων, εκτέλεση έπληξε την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, καθώς και την φερεγγυότητά τους, και τους ανάγκασε να υποβληθούν σε δικαστικά έξοδα. Ότι η εναγομένη οχλήθηκε, επανειλημμένως, να περιορίσει τις πολλαπλές αυτές, για έκαστο των εναγόντων, επιβληθείσες, με βάση οριστική αναγνωριστική απόφαση, κατασχέσεις, δοθέντος, μάλιστα, ότι, ως προς τον δεύτερο και πέμπτο αυτών, είχε ικανοποιηθεί πλήρως, πλην όμως, η ίδια, επιδεικνύοντας αδικοπρακτική συμπεριφορά, όλως καταχρηστικώς, αρνήθηκε να πράξει τούτο, όπως καταχρηστικώς επέβαλε συντηρητική κατάσχεση και στους λογαριασμούς του πέμπτου ενάγοντος, ενόσω είχε ήδη εξασφαλισθεί η, σε βάρος του, απαίτηση αυτής, με την εγγραφή της προαναφερόμενης προσημείωσης υποθήκης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητείτο, κατόπιν μερικής τροπής του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούτο να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής των εναγόντων βλάβης, σε έκαστο των τριών πρώτων, το ποσό των 15.000 ευρώ και, σε έκαστο των τέταρτης και πέμπτου αυτών, το ποσό των 20.000 ευρώ, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, σε έκαστο των εναγόντων, το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της επιδόσεως της αποφάσεως που θα εκδοθεί και μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 708/2025 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία, -αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 346, 914, 932 ΑΚ, 70, 176 και  940 παρ. 3 ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημά της περί κηρύξεως της εκδοθησομένης αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, κατά το μέρος που το αγωγικό αίτημα μετατράπηκε σε αναγνωριστικό, το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο και, συνακόλουθα, απορριπτέο-, απορρίφθηκε, ακολούθως, η τελευταία, ως ουσία αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την οποία, επικαλούμενοι σφάλματα της εκκαλουμένης, αναγόμενα σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου η αγωγή τους να γίνει δεκτή.

Από την εκτίμηση των από 18-1-2023 και με αριθμ. πρωτ. ΔΣΠ – ΕΒ – ….. – 2023 και ΔΣΠ – ΕΒ – …… – 2023 ενόρκων βεβαιώσεων των ……….. και ……………., αντίστοιχα, που ελήφθησαν, με επιμέλεια των εναγόντων, ενώπιον της Δικηγόρου Πειραιώς …………, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./13-1-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………………) και όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία, κατωτέρω, ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), καθώς και από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τα διάδικα μέρη τυγχάνουν συγγενείς, καθώς, ειδικότερα, η  πρώτη των εναγόντων είναι μητέρα της εναγομένης, οι δε δεύτερος και τρίτος αυτών αδέλφια της, ενώ οι λοιποί ενάγοντες εξάδελφοί της. Οι δε τρεις πρώτοι ενάγοντες διατηρούν μακροχρόνια αντιδικία με την εναγομένη, λόγω κληρονομικών διαφορών, στο πλαίσιο της οποίας, ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, μήνυση των άνω εναγόντων, κατά της εναγομένης, για τη, σε βάρος τους, πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 5237/2013 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία η εναγομένη κηρύχθηκε αθώα. Μετά ταύτα, η εναγομένη υπέβαλε, κατά των εναγόντων, ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, την από 22-5-2014 και με αριθμ. ΑΒΜ: Α΄ …………… μήνυση, επ’ αφορμή της οποίας, ασκήθηκε ποινική δίωξη, αφενός, σε βάρος της τέταρτης των εναγόντων για ψευδορκία μάρτυρα και, σε βάρος των τριών πρώτων εναγόντων, για ψευδή ανωμοτί κατάθεση και ηθική αυτουργία στη ψευδορκία μάρτυρα που διέπραξε η τέταρτη εναγομένη, τελεσθείσες στις 8-10-2013, στο ακροατήριο του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, όπου εκδικάσθηκε η προαναφερόμενη μήνυση των τριών πρώτων εναγόντων κατά της εναγομένης, και, αφετέρου, σε βάρος του πέμπτου ενάγοντος, για ψευδορκία μάρτυρα, τελεσθείσα στις 26-1-2011, στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προς υποστήριξη της από 4-6-2007 αγωγής του δεύτερου και τρίτης των εναγόντων κατά της εναγομένης. Επί της ανωτέρω μηνύσεως, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1734/11-4-2017 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία, οι πρώτη, δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων κρίθηκαν ένοχοι των ως άνω αποδιδόμενων σε αυτούς πράξεων, ενώ ο πέμπτος των εναγόντων κρίθηκε αθώος, κατά πλειοψηφία, της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας. Ακολούθως, η εναγομένη άσκησε, σε βάρος απάντων των ανωτέρω, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 13-4-2017 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2017 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ότι, δια της ως άνω συμπεριφοράς των εναγόντων, προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψή της και, ως εκ τούτου, και η προσωπικότητα αυτής, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες υποχρεούντο, προς αποκατάσταση της συνακόλουθης, προκληθείσας σε αυτήν, ηθικής  βλάβης, να της καταβάλλουν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, η μεν πρώτη, το ποσό των 90.040 ευρώ, ο δε δεύτερος το ποσό των 60.040 ευρώ, ο τρίτος, το ποσό των 80.040 ευρώ, η τέταρτη, το ποσό των 30.040 ευρώ και ο πέμπτος το ποσό των 50.040 ευρώ, επιφυλασσόμενη, για έκαστο εξ αυτών, ως προς το ποσό των 40 ευρώ, προκειμένου να παρασταθεί, ως πολιτικώς ενάγουσα, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Επί της ανωτέρω αγωγής, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 4306/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση εκάστου των πρώτης, δεύτερου και τρίτου των εναγόντων να καταβάλουν στην εναγομένη, το ποσό των 25.000 ευρώ και εκάστου των λοιπών να καταβάλουν στην τελευταία το ποσό των 8.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή  εξόφληση, τέλος δε, καταδικάσθηκαν αυτοί σε μέρος της δικαστικής της εναγομένης, ύψους 2.800 ευρώ. Κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 4306/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκαν οι από 3-10-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2018 και από 18-10-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../4-10-2018 εφέσεις, από τους νυν, εναγομένη και από ενάγοντες, αντίστοιχα, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εξεδόθη, επ’ αυτών, η υπ’ αριθμ. 513/2020 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αμφότερες οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές και: α) αναβλήθηκε η συζήτηση των υπόθεσης, μέχρι την έκδοση απόφασης της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αναφορικά με το παραπεμφθέν σε αυτή, με την υπ’ αριθμ. 8/2019 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, νομικό ζήτημα της δέσμευσης των αστικών δικαστηρίων (στα πλαίσια του τεκμηρίου αθωότητας) από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, για το ίδιο θέμα, δοθείσης της, κατά τα ανωτέρω, αθωώσεως του πέμπτου ενάγοντος και β) διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί, επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων, βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί του αμετακλήτου της υπ’ αριθμ. 1734/2017 αποφάσεως του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ή/και αντίγραφο (πλήρες) της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς επί του τυχόν ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, μετά βεβαιώσεως περί του αμετακλήτου της. Εν συνεχεία, στις 11-3-2021, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 135/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, το οποίο, δικάζοντας εφέσεις της πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των εναγόντων, κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 1734/2017 αποφάσεως του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κήρυξε την μεν τέταρτη των εναγόντων αθώα για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, τους δε πρώτη, δεύτερο και τρίτο αυτών αθώους για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας και ένοχους της πράξης της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Η εναγομένη, ακολούθως, με βάση την ανωτέρω υπ’ αριθμ. 4306/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως εκτελεστό τίτλο, και δυνάμει των από 11-5-2021 κατασχετηρίων, επέβαλε, προς εξασφάλιση της αναγνωρισθείσας απαίτησής της, πλέον των νομίμων τόκων και της δικαστικής δαπάνης της, συντηρητική κατάσχεση, εις χείρας τρίτων, και δη, των πιστωτικών ιδρυμάτων με την επωνυμία …………………, έως του ποσού των 33.137,74 ευρώ, για τους τρείς πρώτους ενάγοντες, και του ποσού των 10.984,88 ευρώ, για τους λοιπούς αυτών, ενώ, για τον πέμπτο τούτων, είχε, με βάση την ίδια υπ’ αριθμ. 4306/2018 απόφαση, εγγράψει ήδη, από 23-10-2018, προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 9.000 ευρώ, στο ½ εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς του επί ακινήτου, και δη οριζόντιας ιδιοκτησίας, εμβαδού 100,700 τ.μ., πρώτου ορόφου οικοδομής κειμένης στη Νίκαια Αττικής, επί της οδού ………. με αριθμ. ………., με ΚΑΕΚ ……….. (βλ. το σχετικό προσκομιζόμενο φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων). Ειδικότερα: Α) ως προς την πρώτη ενάγουσα, ……………, επεβλήθη συντηρητική κατάσχεση: α) σε δύο λογαριασμούς της στην ………….. (εκ των οποίων ο ένας αναφέρεται ως ακατάσχετος), χωρίς να δεσμευθεί σε αυτούς οποιοδήποτε ποσό, καθώς ήταν βεβαρυμένοι με προηγούμενες δεσμεύσεις, για ποσά 606,77 ευρώ και 26.371,41 ευρώ, ο πρώτος, και, για ποσά 4.225,81 ευρώ και 26.371,41 ευρώ, ο δεύτερος (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. Ε ……/2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, δεν καλύπτεται το ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση), β) σε έναν κοινό, δύο συνδικαιούχων λογαριασμό της στην …………., στον οποίο βρέθηκε υπόλοιπο 16,20 ευρώ και δεσμεύθηκε η αναλογία της, ύψους 8,10 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. Π ……./2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών) και γ) σε δύο κοινούς με τον τρίτο ενάγοντα λογαριασμούς της στην ………, οι οποίοι είχαν τα αναλογούντα στην ως άνω ενάγουσα υπόλοιπα των 0,07 ευρώ και 13.657,58 ευρώ, τα οποία και δεσμεύθηκαν, ενώ, σε βάρος της τελευταίας, είχε επιβληθεί και άλλη κατάσχεση, εις χείρας της ως άνω Τράπεζας, επίσης από την εναγομένη, με το κοινοποιηθέν στην Τράπεζα αυτή, στις 19-4-2017, κατασχετήριο έγγραφο, μέχρι του ποσού των 5.400 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./2021 δήλωση τρίτου της ανωτέρω Τράπεζας), Β) Ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, …………., επεβλήθη συντηρητική κατάσχεση: α) σε πέντε λογαριασμούς του στην ….. ………., εκ των οποίων, στον πρώτο δεσμεύθηκε ποσό 280,09 ευρώ, στον δεύτερο δεν δεσμεύθηκε κανένα ποσό, ενώ υπήρχε προηγούμενη δέσμευση σε αυτόν, για ποσό 2,00 ευρώ, στον τρίτο δεσμεύθηκε ποσό 588,71 ευρώ, στον τέταρτο δεσμεύθηκε ποσό 193,02 ευρώ και στον πέμπτο δεσμεύθηκε ποσό 1.844,57 ευρώ, ενώ υφίσταντο σε αυτόν ήδη προηγούμενες δεσμεύσεις ποσών 2.268,53 ευρώ και 37.179,72 ευρώ (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. Ε …………./2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, το ποσό που υπάρχει στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς καλύπτει εν μέρει το ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση), β) σε έναν λογαριασμό του στην …………, στον οποίο δεσμεύθηκε το υφιστάμενο υπόλοιπο, ύψους 60,08 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. Π …………/2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών) και γ) σε τρείς ατομικούς λογαριασμούς του στην ……….., με αντίστοιχα υπόλοιπα, ύψους 254,87 ευρώ, 5.100 ευρώ και 141,89 ευρώ, τα οποία και δεσμεύθηκαν, ενώ στην ως άνω Τράπεζα τηρείτο και το υπ’ αριθμ. …………… χαρτοφυλάκιο με 120 μετοχές της Τράπεζας «………..» (κο) αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου 0,01 ευρώ, 2 μετοχές της «…………» μηδενικής αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου, 116 μετοχές της ……………. (κο) άυλο μηδενικής αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου, 6 μετοχές της Τράπεζας «……….», (κο) αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου 14,70 ευρώ, 232 μετοχές της εταιρίας «………..» αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου 1.023,12 ευρώ, 160 μετοχές της εταιρίας «………….» (κο) αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου 41,28 ευρώ, 90 μετοχές της «………….» αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου 1.170,90 ευρώ και 376 μετοχές της Τράπεζας «……………..» (κο) αποτίμησης κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου 63,47 ευρώ, το οποίο είχε ήδη δεσμευθεί  (βλ. την υπ’ αριθμ. Γ …../2021 δήλωση τρίτου της …………..), Γ) Ως προς τον τρίτο ενάγοντα, ………., επεβλήθη συντηρητική κατάσχεση: α) σε έξι λογαριασμούς του στην …………….., εκ των οποίων, στον πρώτο κοινό, δύο συνδικαιούχων, λογαριασμό του υπήρχε υπόλοιπο 148,31 ευρώ και δεσμεύθηκε η αναλογία του, ύψους 74,15 ευρώ, στον δεύτερο, ατομικό, λογαριασμό του, με υπόλοιπο, ύψους 1.339,60 ευρώ, δεσμεύθηκε ποσό 1.239,60 ευρώ, στον τρίτο, κοινό με δύο συνδικαιούχους, λογαριασμό του, με υπόλοιπο 1.213,54 ευρώ, δεσμεύθηκε η αναλογία του, ύψους 606,77 ευρώ, στον τέταρτο κοινό, με δύο συνδικαιούχους, λογαριασμό του, με υπόλοιπο 8.451,62 ευρώ, δεσμεύθηκε η αναλογία του, ύψους 4.225,81 ευρώ, στον πέμπτο κοινό, με δύο συνδικαιούχους, λογαριασμό του, δεν υπήρχε υπόλοιπο, ώστε να δεσμευθεί και στον έκτο, ατομικό, λογαριασμό του, με υπόλοιπο, ύψους 988,34 ευρώ, δεσμεύθηκε ποσό 620 ευρώ (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. Ε ……./2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, το ποσό που υπάρχει στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς καλύπτει εν μέρει το ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση), β) σε έναν λογαριασμό του στην ……….., στον οποίο δεσμεύθηκε το υφιστάμενο υπόλοιπο, ύψους 713,40 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. Π ……../2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών) και γ) σε οκτώ συνολικά λογαριασμούς του  στην …………, και δη: γ1) σε δύο ατομικούς λογαριασμούς του, που, κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου, είχαν υπόλοιπα, ύψους 10,04 ευρώ και 6,09 ευρώ, τα οποία και δεσμεύθηκαν, γ2) σε έξι κοινούς λογαριασμούς δύο συνδικαιούχων, που, κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου, είχαν αναλογούντα στον ως άνω ενάγοντα υπόλοιπα, ύψους 0,06 ευρώ, 13.657,58 ευρώ, 0,93 ευρώ, 1,80 ευρώ, 0,10 ευρώ και 143,03 ευρώ, τα οποία και δεσμεύθηκαν (σημειωτέον ότι στους δύο πρώτους εκ των ως άνω κοινών λογαριασμών τα εναπομείναντα υπόλοιπα παρέμεναν δεσμευμένα, για την παρούσα κατάσχεση, για τη συνδικαιούχο των λογαριασμών πρώτη των εναγόντων) και γ3) σε έναν ατομικό λογαριασμό με μηδενικό υπόλοιπο, κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου (βλ. την υπ’ αριθμ. Γ ……../2021 δήλωση τρίτου της ……….), Δ) Ως προς την τέταρτη ενάγουσα, …………, επεβλήθη συντηρητική κατάσχεση: α) σε τέσσερις λογαριασμούς της στην ………….., εκ των οποίων, στον πρώτο, ατομικό, λογαριασμό της, με υπόλοιπο, ύψους 1.882,11 ευρώ, δεσμεύθηκε ποσό 1.528,81 ευρώ, δοθέντος ότι το λοιπό ποσό των 353,30 ευρώ αφορούσε σε σύνταξη της και ήταν ακατάσχετο, στον δεύτερο, ατομικό, λογαριασμό της, με υπόλοιπο, ύψους 4,46 ευρώ, δεσμεύθηκε αυτό στο σύνολό του, στον τρίτο, κοινό με τρεις συνδικαιούχους, λογαριασμό της, με υπόλοιπο 1.139,24 ευρώ, δεσμεύθηκε η αναλογία της, ύψους 379,74 ευρώ, ενώ σε αυτόν υφίστατο και προηγούμενη δέσμευση, για ποσό 113,75 ευρώ, και στον τέταρτο, κοινό με τρεις συνδικαιούχους, λογαριασμό της, με υπόλοιπο 20.000 ευρώ δεσμεύθηκε η αναλογία της, ύψους 6.666,66 ευρώ (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. Ε …………/2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, το ποσό που υπάρχει στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς καλύπτει εν μέρει το ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση), β) σε τρεις λογαριασμούς της στην …………, εκ των οποίων, στον πρώτο, ατομικό λογαριασμό της, βρέθηκε υπόλοιπο 435 ευρώ, το οποίο και δεσμεύθηκε, στον δεύτερο, κοινό, με δύο συνδικαιούχους, λογαριασμό της, ο οποίος αποτελούσε λογαριασμό μισθοδοσίας και είχε πιστωθεί σε αυτόν σύνταξη ΙΚΑ, ποσού 700,13 ευρώ, η οποία είναι ακατάσχετη, βρέθηκε υπόλοιπο 85,69 ευρώ, πλην όμως, δεν δεσμεύθηκε, και στον τρίτο, ατομικό, λογαριασμό της, βρέθηκε υπόλοιπο 20 ευρώ, το οποίο και δεσμεύθηκε (βλ. την υπ’ αριθμ. Π …../2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών), Ε) Ως προς τον πέμπτο ενάγοντα, ………….., επεβλήθη συντηρητική κατάσχεση σε έναν ατομικό λογαριασμό του στην …………., όπου βρέθηκε υπόλοιπο, ποσού 16,10 ευρώ, το οποίο και κατασχέθηκε (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. Ε …../2021 δήλωση τρίτου της ως άνω Τράπεζας, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, το ποσό που υπάρχει στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς καλύπτει εν μέρει το ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση), καθώς και σε λογαριασμούς του στην ………….., όπως συνάγεται από την από 13-10-2021 εξώδικη δήλωσή του, προς την εναγομένη, περί άρσης κατάσχεσης και την από 20-10-2021 δήλωση – συναίνεση αυτής στη σχετική άρση, για τις οποίες θα γίνει λόγος, κατωτέρω, αναλυτικά, ενώ ο ίδιος δεν τηρούσε λογαριασμούς στις Τράπεζες ……….., σύμφωνα με τις αντίστοιχες με αριθμ. Π …./2021 και Γ …./2021 δηλώσεις αυτών, ως τρίτων. Κατά της ανωτέρω επιβληθείσας, σε βάρος τους, κατάσχεσης, οι ενάγοντες άσκησαν την από 2-7-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2021 αίτηση ανάκλησης και την από 2-7-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …../2021 ανακοπή, επί των οποίας εξεδόθησαν οι αντίστοιχες υπ’ αριθμ. 536/2021 και 538/2021 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με τις οποίες, αντίστοιχα, ανακλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση που επιβλήθηκε από την εναγομένη, δυνάμει της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 4306/2018 οριστικής απόφασης, με το από 11-5-2021 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόντων στις Τράπεζες …………….., και ακυρώθηκε το από 11-5-2021 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, δεχόμενο ότι η ως άνω κατάσχεση ερείδεται σε αναγνωριστική οριστική απόφαση και όχι σε καταψηφιστική, ως απαιτεί, ερμηνευόμενη, η διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ακολούθως, στις 13-10-2021, ο δεύτερος και πέμπτος των εναγόντων κοινοποίησαν στην εναγομένη την από 13-10-2021 εξώδικη δήλωσή τους (βλ. την υπ’ αριθμ. …………/13-10-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….), με την οποία, επικαλούμενοι ο μεν πρώτος ότι είχε συμπληρωθεί το ποσό των 10.984,88 ευρώ, για το οποίο είχε επιβληθεί η συντηρητική κατάσχεση, ως προς τον υπ’ αριθμ. ………… (ύψους 6.072,85 ευρώ) τραπεζικό λογαριασμό του, ώστε να μην υφίσταται λόγος διατήρησης της συντηρητικής κατάσχεσης ως προς τους λοιπούς, με αριθμ. …………. και …………., τραπεζικούς του λογαριασμούς, ο δε δεύτερος ότι είχαν δεσμευθεί καταθέσεις του, ύψους 33.137,74 ευρώ, στον με αριθμ. ………. λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα ……….., ζητούσαν όπως η εναγομένη, εντός δεκαημέρου από τη λήψη της ως άνω εξωδίκου δηλώσεως, προβεί σε άρση της επιβληθείσας, ως άνω συντηρητικής κατάσχεσης, ως προς τους λοιπούς κατασχεθέντες λογαριασμούς τους, δοθέντος ότι η απαίτηση αυτής, σε βάρος τους, είχε, κατά τα ανωτέρω, πλήρως εξασφαλισθεί. Μετά ταύτα, η εναγομένη συναίνεσε στην άρση της κατάσχεσης και στην αποδέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του πέμπτου ενάγοντος, που τηρούντο στην ……………, όπως αποδεικνύεται από την από 20-10-2021 σχετική έγγραφη δήλωση – συναίνεσή της, προς την ως άνω Τράπεζα, από την οποία και παρελήφθη στις 21-10-2021. Στη συνέχεια, επί των ανωτέρω εφέσεων των διαδίκων μερών, κατά της προαναφερομένης υπ’ αριθμ.  4306/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς,  εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 551/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, απορρίφθηκε η έφεση της νυν εναγομένης και έγινε δεκτή η έφεση των νυν εναγόντων, εξαφανίσθηκε η εν λόγω εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δικάσθηκε η υπόθεση, στην ουσία της, απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς την τέταρτη και πέμπτο των εναγομένων της ως άνω αγωγής και νυν εναγόντων, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, ως προς τους λοιπούς, τρείς πρώτους αυτών, και αναγνωρίσθηκε ότι έκαστος τούτων υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα της ως άνω αγωγής και νυν εναγομένη το ποσό των 1.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, οι εναγόμενοι της ως άνω αγωγής άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, επικαλούμενοι την ακύρωση του ως άνω κατασχετηρίου (το αμετάκλητο της οποίας ουδόλως αμφισβητείται από την εναγομένη – εφεσίβλητη), καθώς και αδικοπρακτική σε, βάρος τους, συμπεριφορά, εκ μέρους της νυν εναγομένης, δοθέντος ότι η τελευταία προέβη, με βάση αναγνωριστική οριστική απόφαση, καταχρηστικώς, σε πολλαπλές, για έκαστο αυτών, κατασχέσεις, τις οποίες αρνήθηκε, ακολούθως, να περιορίσει, πολλώ δε μάλλον, ως προς δεύτερο και πέμπτο των εναγόντων, ως προς τους οποίους, η απαίτησή της είχε ικανοποιηθεί, ενώ, για τον τελευταίο αυτών, η επιβολή των ως άνω συντηρητικών κατασχέσεων υπήρξε καταχρηστική και για τον επιπλέον λόγο ότι η αξίωση της εναγομένης, εκ της ως άνω οριστικής απόφασης, είχε εξασφαλισθεί, με προηγούμενη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, δικαίωμα συγκυριότητας του σε ακίνητο. Αναφορικά με τις ως άνω αιτιάσεις των εναγόντων περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, καθ’ ο μέρος άπτεται της εγκυρότητας του ως άνω εκτελεστού τίτλου, δεδομένης της διχογνωμίας για το νομικό ζήτημα αν χωρεί συντηρητική κατάσχεση, βάσει αναγνωριστικής απόφασης ή όχι, το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογα η εναγομένη πίστευε την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, βάσει του οποίου προέβη σε κατάσχεση. Η ίδια δε, ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, προέβη στις ανωτέρω συντηρητικές κατασχέσεις, προς εξασφάλιση και μόνο της ως άνω απαίτησής της, την οποία θεωρούσε βάσιμη, δοθείσης και της εκδόσεως της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 1734/2017 αποφάσεως του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που κήρυξε ενόχους τους τρεις πρώτους ενάγοντες, για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, καθώς και την τέταρτη ενάγουσα, για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, για πραγματικά περιστατικά ταυτόσημα με αυτά που έκρινε η υπ’ αριθμ. 4306/2018 απόφαση. Άλλωστε, ως προεκτέθηκε, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 551/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που έκρινε επί εφέσεως, κατά της αποφάσεως αυτής, η τελευταία εξαφανίσθηκε και απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς τους τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων, έγινε, όμως, δεκτή, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, με την αναγνώριση της υποχρέωσης εκάστου αυτών να καταβάλει στην νυν εναγομένη, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής της βλάβης, το ποσό των 1.500 ευρώ. Περαιτέρω, το γεγονός της επιβολής κατασχέσεων σε όλους τους λογαριασμούς που τηρούσαν, σε περισσότερες τράπεζες, η πρώτη, δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των εναγόντων, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, δοθείσης και της μη κάλυψης της απαιτήσεώς αυτής σε έναν ή κάποιους από τους ως άνω λογαριασμούς τους, εκ των οποίων, μάλιστα, ορισμένοι βαρύνονταν και με άλλες κατασχέσεις, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναλυτικώς διαλαμβανόμενα. Ο δε ισχυρισμός του δεύτερου ενάγοντος ότι στον με αριθμ. ……………. λογαριασμό που τηρούσε στην ………….. δεσμεύθηκε, στα πλαίσια της ως άνω συντηρητικής κατάσχεσης, το σύνολο του ποσού των 33.137,74 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην απαίτηση της εναγομένης, για την οποία η ως άνω κατάσχεση είχε επιβληθεί, και, συνακόλουθα, καταχρηστικώς η εναγομένη δεν προέβη, ακολούθως, όπως ζητείτο από αυτήν, με την ως άνω εξώδικη δήλωσή του, σε άρση της κατάσχεσης από τους λοιπούς του τραπεζικούς λογαριασμούς, δεν αποδείχθηκε, καθώς δεν προσκομίζεται δήλωση της ως άνω Τράπεζας ή άλλο έγγραφο, που να επιβεβαιώνει τη δέσμευση του ποσού τούτου. Σημειωτέον δε ότι εξώδικες δηλώσεις της πρώτης, τρίτου και τέταρτης των εναγόντων, προς την εναγομένη περί περιορισμού των κατασχέσεων σε κάποιους μόνο λογαριασμούς τους δεν αποδείχθηκαν, παρά τα όσα οι ίδιοι αναφέρουν στην αγωγή τους. Με βάση τα ανωτέρω, ουδόλως αποδεικνύεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, έναντι των εναγόντων αυτών, κατ’ άρθρα 914 και 919 ΑΚ. Επομένως, η αγωγή, καθ’ ο μέρος ασκείται από τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων, πρέπει αν απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή, απέρριψε την αγωγή, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες, με αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, ορθώς, κατ’ αποτέλεσμα, έκρινε, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου πρώτου και δεύτερου λόγων εφέσεώς τους, ως ουσία αβάσιμων. Περαιτέρω, αναφορικά με τον πέμπτο των εναγόντων, η εναγομένη, ως προελέχθη, προέβη, με το από 11-5-2021 κατασχετήριο, στην επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης σε όλους τους λογαριασμούς του τελευταίου στις προαναφερόμενες Τράπεζες, ενώ, ήδη, με βάση τον αυτό εκτελεστό τίτλο και για την εξασφάλιση της ανωτέρω αξιώσεώς της, είχε εγγράψει, στις 23-10-2018 (πράξη καταχώρησης …./23-10-2018), προσημείωση υποθήκης στο ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο συγκυριότητας του ως άνω ενάγοντος επί ενός διαμερίσματος 100,700 τ.μ., πρώτου ορόφου  οικοδομής, κειμένης στη ……. Αττικής, με αριθμό ΚΑΕΚ ../……., για ποσό 9.000 ευρώ. Δοθέντος ότι η ένδικη αξίωση της εναγομένης υπερκαλύπτετο με την εγγραφή της ως άνω προσημείωσης, η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς του ανωτέρω ενάγοντος, -η οποία συνεπάγετο σημαντική οικονομική του βλάβη, καθώς ο ίδιος, εκ του λόγου αυτού, αδυνατούσε να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του, ενώ, ως ελεύθερος επαγγελματίας, και δη, οδοντίατρος, αντιμετώπιζε πρόβλημα και στις συναλλαγές με τους ασθενείς του, γεγονός που μπορούσε να προβλέψει η εναγομένη-, αποτελούσε μη αναγκαίο μέσο εξασφάλισης της προαναφερομένης αυτής απαίτησης, με αποτέλεσμα η σχετική συμπεριφορά της εναγομένης να αντίκεται στα χρηστά ήθη, υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Εξαιτίας δε της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης και των ως άνω συνεπειών της, για τον πέμπτο ενάγοντα, ένεκα της συνακόλουθης ταμειακής του ανεπάρκειας, καθώς και της  εμφανίσεως αυτού, ως αφερέγγυου προσώπου, έναντι τρίτων, ο ανωτέρω ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του του είδους της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας της εναγομένης, του είδους και του μεγέθους της προκληθείσας βλάβης, των περιστάσεων της αδικοπραξίας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, ανέρχεται στο εύλογο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ποσό των 1.500 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως προς τον πέμπτο ενάγοντα, ως ουσία αβάσιμη, αντί να κάνει αυτή εν μέρει δεκτή, και ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν το ανωτέρω ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών, ως προς αυτόν, του πρώτου και δευτέρου λόγων εφέσεως, και ως ουσία βάσιμων. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί, ως προς τον πέμπτο ενάγοντα και ήδη πέμπτο εκκαλούντα, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, αναφορικά με αυτόν, ως προς τον οποίο, το ύψος της, -δοθέντος ότι, με τη σχετική διάταξη της ως άνω απόφασης, οι ενάγοντες καταδικάσθηκαν στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης, που ορίσθηκε στο ποσό των 2.700 ευρώ, ώστε, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την καταβολή αυτού να ενέχονται, κατ’ άρθρο 180 παρ. 1 ΚΠολΔ, άπαντες αυτοί κατ’ ίσα μέρη- ανέρχεται στο ποσό των 540 (2.700 : 5) ευρώ. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικασθεί, από το παρόν Δικαστήριο, η αγωγή, καθ’ ο μέρος ασκείται από τον πέμπτο ενάγοντα, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή, και ως ουσία βάσιμη, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ανωτέρω ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση. Περαιτέρω, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ως προς τον πέμπτο ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτόν του παραβόλου εφέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης αυτού, λόγω της μερικής ήττας της (άρθρα 178,183  ΚΠολΔ), για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο εφέσεώς τους, ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως επεδίκασε, σε βάρος τους, λόγω της ήττας τους, για δικαστική δαπάνη της εναγομένης, το ως άνω ποσό των 2.700 ευρώ, καθώς θα έπρεπε να εφαρμοσθεί το άρθρο 179 ΚΠολΔ και συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα, μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς προβάλλεται, κατ’ άρθρο 193 ΚΠολΔ, από τους τέσσερις πρώτους των εκκαλούντων, που ενδιαφέρουν, εν προκειμένω, -αφού, για τον πέμπτο εκκαλούντα έχει ήδη εξαφανισθεί, κατά τα ανωτέρω, η σχετική περί δαπάνης διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης-, καθώς, με την ένδικη έφεσή τους, προσβάλλεται, ταυτόχρονα, και η ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 555/17, ΕΠειρ 81/21, ΜονΕΠατρ  104/21, ΜονΕΑιγ  84/21, ΕΠειρ 83/19, ΜονΕΑ 46/19 ΝΟΜΟΣ). Πλην όμως, τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος, δοθέντος ότι ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων,  κατ’ άρθρο 179 του ΚΠολΔ, είναι, σε κάθε περίπτωση, δυνητικός και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας (βλ. και ΑΠ 467/19,  ΑΠ 85/19,  ΑΠ 97/18,  ΑΠ 1668/14, ΑΠ 19/14,  ΑΠ 613/10,  ΕΑ 594/22,  ΜονΕΑιγ 84/21,  ΕΠειρ 81/21 ΝΟΜΟΣ), το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή  (ΕΑ 594/22,  ΕΑ 161/22,  ΕΔωδ 250/17  ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως, προς έρευνα, η υπό κρίση έφεση, καθ’ ο μέρος ασκείται από την πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί, στην ουσία της, και να καταδικασθούν οι ανωτέρω εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.-

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατ’ ουσίαν, καθ’ ο μέρος ασκείται από την πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εκκαλούντων.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ στους ανωτέρω εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την έφεση, καθ’ ο μέρος ασκείται από τον πέμπτο των εκκαλούντων.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ’ αριθμ. ……………./2025 e – παραβόλου εφέσεως στον ως άνω εκκαλούντα.-

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 708/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθ’ ο μέρος αφορά στον πέμπτο των εκκαλούντων.-

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 21-9-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2022 αγωγή, καθ’ ο μέρος ασκείται από τον πέμπτο των εναγόντων – ήδη πέμπτο των εκκαλούντων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή, ως προς τον ως άνω ενάγοντα.-

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.- ΚΑΙ

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ανωτέρω ενάγοντος, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στις 7.10.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ