ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 630/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Εφέτη, Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-εφεσίβλητου: Του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμος …….» του Νομού ……, που εδρεύει στο ………….., ως ειδικού διαδόχου κατά τα άρθρα 154 § 1, 159 § 8 ν. 4600/2019 του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμος …», όπως νομίμως εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Πετούμενο και Δημήτριο Μηλιώτη-Κακολίρη.
Των καθ΄ων η κλήση-εκκαλούντων: 1) Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………» και δ.τ. «…….», που εδρεύει στη …………., όπως νομίμως εκπροσωπείται, 2) ………, 3) ……..4)………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρηγόπουλο.
Των παρεμβαινόντων υπέρ του εφεσίβλητου: 1) Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 2) Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα Αχαΐας (……………), οι οποίοι εκπροσωπούνται νόμιμα, με την ιδιότητά τους ως ασκούντων την εποπτεία στις περιουσίες που έχουν διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα του αρ. 69 του ν. 4182/2013, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικαστικό πληρεξούσιο ΝΣΚ Πάνο Μελανούρη.
Ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμος ……», ειδικός διάδοχος του οποίου είναι ο καλών-εφεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 7/5/2018 (αρ. κατάθεσης ……………/2018) αγωγή εναντίον των καθ’ ων η κλήση, με την οποία ζητούσε τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν. Ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την ιδιότητα του εποπτεύοντος τις περιουσίες που καταλείπονται υπέρ ιδρυμάτων και για κοινωφελείς σκοπούς άσκησαν την από 3/7/2018 πρόσθετη παρέμβασή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2018). Η ανωτέρω αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 12/5/2019 και επ’ αυτών εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 3746/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έκανε δεκτή την ως άνω αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγόμενοι με την από 20/1/2020 έφεσή τους (αριθμ. εκθ. καταθ. ………/2020) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 383/2021 απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή τόσο κατά το κύριο όσο και κατά το επικουρικό της αίτημα. Ακολούθως, ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από 12/3/2022 αίτησή του ενώπιον του Αρείου Πάγου (αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2022), ζήτησε την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 383/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ. 11/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Γ΄ Πολιτικό Τμήμα) και με την οποία αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 383/2021 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε σ’ αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.
Ήδη το καλούν-εφεσίβλητο επαναφέρει προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την ανωτέρω έφεση, με την από 9/5/2025 (αρ. κατάθεσης …………/2025) κλήση του, που προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, κατά την οποία ασκήθηκε η ανωτέρω πρόσθετη υπέρ του εφεσίβλητου παρέμβαση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων και ο δικαστικός πληρεξούσιος ΝΣΚ ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση». Κατά δε τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα «1. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση. 2. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδαφ. β΄». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την αναίρεση της αποφάσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι κατά τα πληγέντα κεφάλαιά της (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός και όχι ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνδέονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε και αυτά συναναιρούνται (ΑΠ 808/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 479/2009 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 707/2008 ΝοΒ 56.2190, ΑΠ 1717/2002 ΕλλΔνη 44.1563). Έτσι, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ήτοι για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση των σχετικών με την αρμοδιότητα διατάξεων, τότε αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο (ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804, ΑΠ 88/1996 ΕλλΔνη 1996. 1554, ΕφΑθ 6795/2006 ΕλλΔνη 2006.1686), το οποίο, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της, ερευνά και πάλι, ως Δικαστήριο της παραπομπής, την συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και το παραδεκτό της εφέσεως (ΟλΑΠ 4/1996 ΕλλΔνη 1996.1041, ΑΠ 1276/1992 ΕλλΔνη 1994.1554, ΕφΝαυπλ 66/2008 ΤΝΠ Nomos, Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας:Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 581 αριθμ. 6, σελ. 1082, Νίκας: ΠολΔ, Τόμος III, έκδοση 2007 παρ.121, αριθμ. 34 σελ. 564). Στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, τα όρια δε αυτά δεν προσδιορίζονται μόνον από το διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως, αλλά, κυρίως, από το αιτιολογικό της (ΑΠ 570/2005, ΑΠ 129/2004 ΤΝΠ-ΔΣΑ). Με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Η επάνοδος των διαδίκων στην κατάσταση πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, περιορίζεται, κατ` αρχήν, μεταξύ εκείνων των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η απόφαση, και μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου, και, συνεπώς, δεν θίγεται η ισχύς της αποφάσεως για εκείνους του διαδίκους που δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετα δίκαια. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007 ΕλλΔνη 48.1012, ΑΠ 1145/2005 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 2005.1402, ΑΠ1308/2004 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 380/1999 ΝοΒ 2000.949), ή, ακόμη, όταν ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως πλήττει -κατά νομική ακολουθία- το κύρος της όλης αποφάσεως, κατά το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό όμως και με το αιτιολογικό της (ΑΠ 129/2004 Δ 35. 804). Αν, αντιθέτως, η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009, ΑΠ 404/ 2007, ΑΠ 443/2006, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 975/2000 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 659/1988 ΕλλΔνη 30.310). Κατά την επανεκδίκαση, δηλαδή, της εφέσεως οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναίρεση δεδικασμένου από την μερικώς οριστική και αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτέρου βαθμού και συνεπώς δεν ερευνώνται εκ νέου ούτε θίγονται τα κεφάλαια της διαφοράς, τα οποία αντιστοιχούν στις μη αναιρεθείσες διατάξεις, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 629/2010, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 1447/2002, ΑΠ 975/2000 ΤΝΠ Nomos). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία «οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», προκύπτει ότι το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004 Δ 35.1171), όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ερευνώντας όμως τις διαταχθείσες αποδείξεις δύναται, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ότι η αναιρεθείσα απόφαση και δεν δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 1614/2008 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 129/2004 Δ 35.804, ΑΠ 79/1988 ΤΝΠ Nomos), αφού η υποχρέωση του Δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με τον λόγο της αναιρέσεως που έκανε δεκτό, ενώ, αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 906/ 2009, ΑΠ 137/2004 ΤΝΠ Nomos). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Εφετείου) δεν ακυρώνεται και η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο διότι με την αναίρεση της αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλλΔνη 41.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα την απορρίψει επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ.145). Κατά την έννοια, τέλος, της διατάξεως του άρθρου 579 του ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της αποφάσεως καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση. Ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ` αυτήν, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και αν ακόμη γίνεται νόμιμη επίκλησή τους κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά την συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση (ΑΠ 852/1987 ΝοΒ 36.1576).
Ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμος ……..», ειδικός διάδοχος του οποίου είναι ο καλών Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμος ………» του Νομού ……….., με την από 7/5/2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2018) αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στρεφόμενη εναντίον των καθ’ ων η κλήση, εξέθετε ότι στις 13/5/1993 απεβίωσε στο ….. Αττικής ο ………….., κάτοικος εν ζωή Πειραιώς, ο οποίος κατέλειπε την από 8/4/1987 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. …………. 13/3-9-1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κηρύχθηκε κυρία με την ταυτάριθμη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ότι με την ως άνω διαθήκη του ο εν λόγω διαθέτης όρισε τα εξής: «Αφήνω γενικήν κληρονόμον μου την λατρευτήν μου σύζυγον …., το γένος …… Εις αυτήν αφήνω ολόκληρον την περιουσίαν μου, κινητήν και ακίνητον. Το κτήμα ……. όπου έχω κάνει τις τουριστικές εγκαταστάσεις υπό την επωνυμίαν ‘……………. της αφήνω εφ’ όρου ζωής την επικαρπίαν και μετά τον θάνατόν της αφήνω να περιέρχεται εις τον Δήμον …… και με τα έσοδα του να σπουδάζουν δύο νέοι προερχόμενοι από …..». Ότι το «κτήμα ……» δεν υπήρχε αυτούσιο κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη ……………, διότι στις 22/11/1988 εισφέρθηκε ως ατομική επιχείρησή του (διαθέτη) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο “…………”, που συνέστησε αυτός (διαθέτης) μαζί με τη σύζυγό του, …………., δυνάμει του υπ’ αριθ. ……../22-11-1988 καταστατικού της συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………. ………, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα 14.574 ονομαστικές μετοχές της εταιρείας αυτής. Ότι ο ίδιος (ενάγων), κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Δήμου ….., απέκτησε από το χρόνο θανάτου του . …….. στις 13/5/1993, υπό τη μορφή άμεσης κληροδοσίας, τη ψιλή κυριότητα επί των ανωτέρω 14.574 ονομαστικών μετοχών της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, γεγονός που αμφισβητείται από την τελευταία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο τρίτος των εναγομένων, αλλά και από τους δεύτερο και τέταρτη εξ αυτών (εναγομένων), μετόχων της ίδιας εταιρείας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητεί να ερμηνευτεί η δήλωση βουλήσεως του διαθέτη ………………, όπως αυτή περικλείεται στην προεκτιθέμενη από 8/4/1987 ιδιόγραφη διαθήκη του, ώστε να διευκρινιστεί η αληθινή του θέληση και να αναγνωριστεί ότι ο (αρχικός) ενάγων (τότε ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Δήμου …), απέκτησε από το χρόνο θανάτου του ως άνω διαθέτη στις 13/5/1993, υπό τη μορφή άμεσης κληροδοσίας, την ψιλή κυριότητα επί των 14.574 ονομαστικών μετοχών της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, άλλως να αναγνωριστεί ότι απέκτησε από το χρόνο του θανάτου του ίδιου διαθέτη την άμεση κληροδοσία πλήρους κυριότητας, επί των εν λόγω μετοχών, υπό την αναβλητική αίρεση του θανάτου της ……….., οπότε και επήλθε η επαγωγή της, και, τέλος, να αναγνωριστεί ότι σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος (ενάγων), έχει αποκτήσει από το χρόνο του θανάτου της ………… στις 13/2/2016, υπό τη μορφή κληροδοσίας, την πλήρη κυριότητα επί των ανωτέρω 14.574 ήδη μετατραπείσων σε ανωνύμων μετοχών της πρώτης των εναγομένων εταιρείας, με ειδικότερο ταχθέντα κοινωφελή σκοπό μέρος των κερδών της εταιρείας να διατίθενται για να σπουδάζουν δύο νέοι προερχόμενοι από την ……. και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, με την ιδιότητά τους να εποπτεύουν τις περιουσίες που καταλείπονται υπέρ ιδρυμάτων και για κοινωφελείς σκοπούς, άσκησαν τη με αριθ. εκθ. κατ. ………./2018 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος και κατά των εναγομένων της κύριας αγωγής, με την οποία, αφού εκθέτουν ότι στις 21/6/2018 ο ενάγων ανακοίνωσε την εν λόγω δίκη στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της από 11/6/2018 (ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …./2018) ανακοίνωσης δίκης και ως εκ του αντικειμένου της η εκκρεμής δίκη αφορά σε κοινωφελή περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 4182/2013, ζητούν να γίνει δεκτή η εν λόγω αγωγή. Η ανωτέρω αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 15/2/2019 και επ’ αυτών εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 3746/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγόμενοι-καθ’ ων η κλήση με την από 20/1/2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2020) έφεσή τους, με την οποία ζητούσαν να εξαφανιστεί η προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και να απορριφθεί η από 7/5/2018 αγωγή, άλλως και επικουρικώς να μεταρρυθμιστεί αυτή, κατά τα ειδικότερα εκτιθεμένα στο δικόγραφο της έφεσης και στο αιτητικό αυτής και να καταδικασθεί το εφεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Το παρόν Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 383/2021 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την υπ’ αρ. 3746/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε αυτές και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων σε βάρος του εφεσίβλητου. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος Δήμος άσκησε, ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 12/3/2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2022) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εξεδόθη η αριθμ. 11/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Γ΄ Πολιτικό Τμήμα), με την οποία αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 383/2021 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), προς περαιτέρω εκδίκαση και ειδικότερα α) για τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, το Εφετείο παρά την ανέλεγκτη, έστω και έμμεση, διαπίστωση αμφιβολίας και ως εκ τούτου την ανάγκη ερμηνείας της βούλησης του διαθέτη, παρέλειψε να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι ευθέως την εν λόγω διάταξη με τη μη εφαρμογή της και β) για τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, οι παραδοχές του Εφετείου παρίστανται ως ανεπαρκείς και αντιφατικές, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ.
Ήδη ο καλών Δήμος-εφεσίβλητος-ειδικός διάδοχος του αρχικώς ενάγοντος, επαναφέρει προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 9/5/2025 (αρ. εκθ. καταθ. ………./2025) κλήση του, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, κατ’ άρθρα 580 παρ. 3 εδ. β’ και 581 παρ. 1 – 2 Κ.Πολ.Δ., την από 20/1/2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2020) έφεση, η οποία εισάγεται νομίμως προς συζήτηση. Επίσης, κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 3 και 4 και 69 παρ. 1 περ. δ’ Ν. 4182/2013 «Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών – Σχολαζουσών Κληρονομιών», παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών και στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η δικονομική δυνατότητα για παρέμβαση σε κάθε στάση της δίκης, που αφορά στην υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσα περιουσία, ακόμη και με τις προτάσεις και δίχως την κοινοποίηση του δικογράφου αυτής. Η εν λόγω παρέμβαση χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, πράγμα που συνάδει προς την ουσία της ασκούμενης επί των κοινωφελών ιδρυμάτων κατά τον ανωτέρω νόμο εποπτείας από τον Υπουργό των Οικονομικών και το Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η εποπτεία αυτή έχει ως σκοπό προεχόντως την προστασία του δημοσίου συμφέροντος με την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στη διαχείριση των υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και την αποτροπή του κινδύνου αλόγιστης διαθέσεως της περιουσίας του ιδρύματος, αλλά και αποφυγής των δικών από τους κύριους διαδίκους. Επομένως, η από 5/3/2026 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, η οποία ασκήθηκε δια των από 5/3/2026 προτάσεών τους με σκοπό να απορριφθεί η έφεση, είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με αυτήν (άρθρα 31 παρ. 1, 246 ΚΠολΔ). Ακολούθως, η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση των εκκαλούντων (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516, 518 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτή κατά τους τύπους και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, οπότε υποχρεούται, για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, να προσφύγει σε ερμηνεία της διαθήκης, για την ανεύρεση της αληθινής, κατά την υποκειμενική του άποψη, βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 569/2013). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη προκύπτει, όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε ερμηνεία της διαθήκης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει και από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την εύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα (ΑΠ 105/2013). Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η, μετά τη διαπίστωση αυτή, κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις ΑΠ 1595/2022, ΑΠ215/2016). Τα παραπάνω εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η έννοια της δηλώσεως βουλήσεως είτε γιατί ο διαθέτης δεν εκφράστηκε σαφώς είτε γιατί εκφράστηκε ατελώς ή γιατί δεν μπορούσε με τα υπάρχοντα κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεδομένα να προβλέψει την πορεία. Στις περιπτώσεις αυτές συγχωρείται, για άρση της ασάφειας ή του κενού ή της ατέλειας της δηλώσεώς, που μπορεί να γίνει και με προσφυγή σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, εφόσον βοηθούν στη διασάφηση της έννοιάς της, και με τη διάταξη ακόμη και μαρτυρικών αποδείξεων, να αναζητηθεί η αληθής βούληση, με το δεδομένο πάντως ότι, σε κάθε περίπτωση, η βούληση του διαθέτη πρέπει να περιέχεται, έστω και με την πιο πάνω ερμηνευτική συμπλήρωσή της, στο περιεχόμενο της διαθήκης (ΑΠ 627/2005 ΕλλΔνη 2006. 1056, 538/2003 ΤΝΠ Nomos, 1048/2002 ΝοΒ 2003. 252, ΕφΠατρ 225/2018 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑΘ 5548/2001 Αρμ 2002. 880). Περαιτέρω, η επιγενόμενη της σύνταξης της διαθήκης μεταβολή των συνθηκών, που δημιουργεί το κενό στη ρύθμιση της κληρονομικής διάταξης, θα πρέπει, αν δεν προκύπτει το αντίθετο από την αληθή θέληση που διαθέτη και από την ανάγκη πραγματοποιήσεως ορισμένου σκοπού, να λαμβάνεται υπόψη κατά το μέχρι το θάνατο του διαθέτη χρόνο. Και τούτο διότι είναι φυσικό ο διαθέτης, ρυθμίζοντας την τύχη της περιουσίας του για την περίπτωση του θανάτου του, να απέβλεψε ακριβώς στο χρόνο του θανάτου του, οπότε και αποκτάται κατά κανόνα κατ’ άρθρο 1977 ΑΚ το δικαίωμα από την κληροδοσία και όχι σε χρόνο μεταγενέστερο. Διαφορετική βέβαια προσήκει λύση προκειμένου περί κληροδοτήματος υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, η πλήρωση της οποίας επέρχεται μετά το θάνατο του διαθέτη, όπου η επαγωγή της κληροδοσίας γίνεται με την πλήρωση της αίρεσης ή της προθεσμίας (ΕφΘεσ 2520/1991 Αρμ 1991. 1208). Από τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με τη διαθήκη σύσταση της κληροδοσίας έχει την έννοια ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο. Ειδικότερα, αντικείμενο της κληροδοσίας είναι δυνατόν να είναι κάθε περιουσιακή ωφέλεια χωρίς αντάλλαγμα ή και με αντάλλαγμα και γενικότερα κάθε παροχή αποτιμητή σε χρήμα ή και μη αποτιμητή (ΑΠ 144/2012 ΤΝΠ Nomos). Ως κληροδοσία, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η μεταβίβαση κυριότητας ή νομής ή οιονεί νομής ή κατοχής, η παραχώρηση χρήσης, η σύσταση δουλείας ή ασφαλειών, η μεταβίβαση απαίτησης, η παροχή διατροφής, η περιοδική παροχή, η απαλλαγή από υποχρέωση (βλ. και ΕφΑΘ 1902/2012 ΕλλΔνη 2013. 1044), ενώ βεβαρημένος με κληροδοσία μπορεί να είναι κατά πρώτο λόγο ο κληρονόμος είτε από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου (άρθ. 1967 ΑΚ, βλ. ΕφΔωδ 175/2018 ΤΝΠ Nomos). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1996 εδ. α’ ΑΚ, «με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198, αν βεβαρημένος με τη κληροδοσία είναι ο κληρονόμος και αντικείμενο της κληροδοσίας είναι ορισμένο πράγμα ή δικαίωμα που ανήκει στο διαθέτη, εφόσον ο διαθέτης δεν διέταξε διαφορετικά, ο κληροδόχος το αποκτά αμέσως και αυτοδικαίως, ενώ κατ’ άρθρο 1997 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, «το δικαίωμα από την κληροδοσία αποκτάται μόλις πεθάνει ο διαθέτης (επαγωγή της κληροδοσίας)». Η πρώτη μεν από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης του διαθέτη περί κληροδοσίας υπέρ τρίτου, συνισταμένης σε οποιοδήποτε πράγμα ή δικαίωμα που προσπορίζει περιουσιακή ωφέλεια στον κληροδόχο, ο οποίος και το αποκτά απευθείας από τη διαθήκη, χωρίς την παρεμβολή του βεβαρημένου, η δεύτερη δε την αυτοδίκαιη επαγωγή και κτήση της κληροδοσίας, η οποία συμπίπτει με εκείνη της κληρονομιάς (άρθρο 1711 εδ. γ’ ΑΚ, βλ. ΑΠ 832/2010 ΧρΙδΔ 2011. 268).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, της υπ’ αριθ. …………./14-9-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα του ενάγοντος, …………., ενώπιον της συμβολαιογράφου Μεσολογγίου, ………. και της υπ’ αριθ. ………../13-9-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα του ενάγοντος, ………., ενώπιον της συμβολαιογράφου ………….., ………, το γένος …….., οι οποίες ελήφθησαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……../10-9-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου, ……. και τις υπ’ αριθ. …, … και …/10-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, …….), της υπ’ αριθ. ………./14-9-2018 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρα των εναγομένων, ………….και ……., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, …….. και της υπ’ αριθ. ……../14-9-2018 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρα των εναγομένων, ………., ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου, ………., οι οποίες ελήφθησαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. …. και …./11-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Πρωτοδικείου Πειραιά, ………..), της υπ’ αριθμ. ……../2-10-2018 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων ……… και ………, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………., η οποία ελήφθη μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. …./27-9-2018 και …./27-9-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………), που προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το δικόγραφο της κατατεθείσας προσθήκης στις προτάσεις των εναγομένων, για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις και επαναπροσκομίζεται παραδεκτώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομοτύπως, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ………….., κάτοικος εν ζωή Πειραιώς (……….), ……, απεβίωσε σε κλινική του …….. Αττικής στις 13/51993 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ………../1993 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου …………), ενώ κατά το χρόνο θανάτου του ζούσε η σύζυγος του, ………….. και δεν υπήρχαν κατιόντες συγγενείς, ήτοι τέκνα ή εγγόνια. Ο ανωτέρω θανών άφησε δύο ιδιόγραφες διαθήκες, ήτοι την από 8/4/1987, που δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. …………. /3-9-1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κηρύχθηκε κυρία με την ταυτάριθμη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και την από 9/3/1988 επιγραφόμενη ως «συμπληρωματική» ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. …………… /3-9-1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κηρύχθηκε κυρία με την ταυτάριθμη απόφαση του αυτού Δικαστηρίου. Στην πρώτη από τις ως άνω διαθήκες διαλαμβάνονται επί λέξει τα εξής: «Η Διαθήκη μου. Ο άνθρωπος ουδέποτε ηδυνήθη να προσδιορίσει πότε θα πεθάνη. Η απλή λογική όμως του φωνάζει ότι μπορεί να απέλθει την στιγμή που αυτός δεν είναι εις θέσιν ούτε να το διανοηθεί. Έχων σώας τας φρένας και πλήρην ηρεμίαν διατυπώνω τας τελευταίας μου επιθυμίας. Κατ’ αρχήν λόγω των διαφόρων γεγονότων που επακολούθησαν δι’ εμέ, ακυρώ πάσαν προγενεστέραν μου. Και τα όνειρα τα οποία είχα δια διαφόρους φιλανθρωπικούς σκοπούς δυστυχώς αι συνθήκαι με υποχρεώνουν να τα εγκαταλείψω. Αφήνω γενικήν κληρονόμον μου την λατρευτήν μου σύζυγον ………………. Εις αυτήν αφήνω ολόκληρον την περιουσίαν μου, κινητήν και ακίνητον. Το κτήμα ……….. όπου έχω κάνει τις τουριστικές εγκαταστάσεις υπό την επωνυμίαν ‘………… της αφήνω εφ’ όρου ζωής την επικαρπίαν και μετά τον θάνατόν της αφήνω να περιέρχεται εις τον Δήμον …… και με τα έσοδα του να σπουδάζουν δύο νέοι προερχόμενοι από …. Ομοίως το ανήκον εις εμέ Κτήμα του …………… το αφήνω εις το Ορφανοτροφείον και Γηροκομείον. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές δεν γνωρίζω δια τα κτήματα τα οποία είναι εις τις εταιρείες ‘…………. και …………., πάντως όλες τις μετοχές αφήνω εις την σύζυγόν μου και αυτή αν θέλει ας κάμνη κάποια δωρεά εις το Γεροκομείο ……. Εις τους συγγενείς μου νομίζω ότι έκαμα το καθήκον μου και δεν έχουν ανάγκη από τίποτε. Εις την αγαπημένη μου ……, σύζυγό μου, μαζί με τις ευχαριστίες που μου στάθηκε στις τελευταίες δύσκολες στιγμές ως πραγματική σύντροφος εκτός της αγάπης μου την παρακαλώ αν τυχόν και χάσω τις αισθήσεις μου να με βοηθήση να πεθάνω εν ηρεμία και αξιοπρέπεια. Ο συντάξας. Υπογραφή. 8/4/1987». Στη δεύτερη από 9/3/1988 συμπληρωματική διαθήκη του, η οποία δεν περιέχει διάταξη αναιρούσα την προεκτιθέμενη από 8/4/1987 πρώτη του διαθήκη, ο ……….. δηλώνει επίσης επί λέξει τα ακόλουθα: «Συμπληρωματική Διαθήκη μου. Η θεία Πρόνοια μου εχάρισε την διαύγειαν του πνεύματος και παρά τας ποικίλας, όχι απλώς αντιξοότητας αλλά πραγματικά τραγικάς δι’ εμέ καταστάσεις και αφαντάστους εις βάρος μου διώξεις με πρωτοφανείς εναντίον μου κρατικός παρανομίας και ταπεινός ενεργείας παρανομίας (δεν θέλω να επεκταθώ εδώ περί αυτού), θεωρώ υποχρέωσιν να συμπληρώσω την προγενεστέραν διαθήκην, την οποίαν είχα αφήσει κενήν εκ του λόγου της δολοφονίας του αειμνήστου αδερφού μου και των εκ ταύτης δημιουργηθεισών καταστάσεων, με πλαστάς διαθήκας κτλ., και επειδή βλέπω τον χρόνον της εκκαθαρίσεως αρκετά μακρύ και ανεξάρτητα της μεγάλης ηλικίας μου, προπαντός από τας διαφόρους και ποικίλας καταδιώξεις, δεν γνωρίζω αν θα δυνηθώ να ανθέξω εις τα αφάνταστα και επειδή εις την μόνην κρατικήν υπηρεσίαν που έχω απόλυτον εμπιστοσύνην την Ελληνικήν Δικαιοσύνην, και έχων πλήρη πεποίθησιν από τας πράξεις και αποφάσεις αυτών των ηρώων του Δικαίου και της ηθικής ότι θα εκκαθαρίσουν και αποδώσουν το δίκαιον και σ’ αυτό στηριζόμενος, προσθέτω: Εκτός της περιουσίας την οποίαν αφήνω εις την λατρευτήν μου σύζυγον δια της προηγουμένης μου, αφήνω την υπόλοιπον περιουσίαν μου ως κάτωθι: Α) Αποκληρώνω τελείως τη …………… θυγατέρα της αειμνήστου αδερφής μου ………., η οποία συνειργάσθη με τους δολοφόνους του αειμνήστου Αδερφού μου …….. και δεν εσεβάσθη ούτε την μνήμη του ευεργέτου της που την έβγαλε από τη λάσπη, καθώς αποκληρώνω επίσης τον ………… υιόν της θανούσης ανηψιάς μου …………., διότι και αυτός ηρνήθη να βοηθήση προς ανακάλυψιν των δολοφόνων του Αδερφού μου και μάλιστα συνειργάσθη δια της Συζύγου του η οποία προσήλθε ως μάρτυς εις το Δικαστήριον, δια τα άνω γνωρίζουν ο δικηγόρος ………… 2) …………., έμπορον εξαγωγών, …….. επιχειρηματίας κλπ. Εις αυτούς αφήνω 40.000.000 (σαράντα εκατομμύρια) για έξοδα δικαστικά και αμοιβή. 2) Μετά την εκκαθάρισιν των περιουσιακών μου στοιχείων μαζί με την κληρονομιά του αειμνήστου Αδερφού μου θα ιδρυθή εν ίδρυμα φιλανθρωπικόν δια την εξυπηρέτησιν των νέων της ……. οι οποίοι θα θελήσουν να σπουδάσουν εις επιστήμην ή τέχνην ως λεπτομερώς θα εκθέσω εις ετέραν μου. Πειραιάς 9/3/1988. Ο Συντάξας. Υπογραφή». Το αναφερόμενο στην πρώτη ως άνω διαθήκη «κτήμα …….» δεν υπήρχε αυτούσιο κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη …………, διότι στις 22/11/1988 εισφέρθηκε ως ατομική επιχείρησή του στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο “……….”, πρώτη των εναγομένων, που συνέστησε ο ίδιος μαζί με τη σύζυγό του, ………, δυνάμει του υπ’ αριθ. ……./22-11-1988 καταστατικού της συμβολαιογράφου Πειραιώς, …….., δημοσιευθέντος στο ΦΕΚ ΑΕ – ΕΠΕ 116/23-1-1989 και ως αντάλλαγμα δόθηκαν σε αυτόν 14.574 ονομαστικές μετοχές επί συνόλου 17.500 μετοχών της εταιρείας. Ο αριθμός των 14.574 ονομαστικών μετοχών ειδικότερα, που αναφέρεται και στην υπ’ αριθ. ……./29-12-1988 διορθωτική πράξη του ανωτέρω υπ’ αριθ. ………./22-11-1988 καταστατικού της συμβολαιογράφου Πειραιώς, …….., αντιστοιχεί σε 145.740.000 δραχμές (14.574 X 10.000, όπου σε δραχμές η αξία εκάστης μετοχής), ήτοι στο ποσό που εκτιμήθηκε η αξία της καθαρής θέσης της μετατραπείσας και εισφερθείσας κατά τα ανωτέρω ατομικής επιχείρησης του …………… Συνεπώς, από τις 15.000 μετοχές που έλαβε δυνάμει του εν λόγω υπ’ αριθ. ……/22-11-1988 καταστατικού συστάσεως ο ……., οι μεν 14.574 εδόθησαν εν είδει ανταλλάγματος για την εισφορά της προαναφερθείσας ατομικής του επιχείρησης, οι δε λοιπές ως αντάλλαγμα της εκ μέρους του, σε μετρητά, καταβολής του ποσού των 4.262.000 δραχμών. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, κατά το χρόνο του θανάτου του, στις 13/5/1993, ο ……… κατείχε, ως αντάλλαγμα αποκλειστικώς για την εισφορά της ατομικής του επιχείρησης, 14.574 ονομαστικές μετοχές της εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία «…………». Εν συνεχεία δε, κατόπιν σχετικής αποφάσεως που ελήφθη κατά τη 17η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας και δυνάμει του ΦΕΚ ΑΕ – ΕΠΕ 8775/8-8-2006, από τις 8/8/2006 μετετράπησαν σε ανώνυμες άπασες οι ονομαστικές μετοχές της εταιρείας, ήτοι και οι προεκτιθέμενες 14.574 ονομαστικές μετοχές που ανήκαν στον ……………
Ακολούθως, μεταξύ των διαδίκων προέκυψε αμφισβήτηση ως προς την πρώτη από 8/4/1987 ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω κληρονομούμενου σε σχέση με την ακόλουθη περικοπή αυτής (διαθήκης): «Αφήνω γενικήν κληρονόμον μου την λατρευτήν μου σύζυγον …, το γένος …………. Εις αυτήν αφήνω ολόκληρον την περιουσίαν μου, κινητήν και ακίνητον. Το κτήμα ……… όπου έχω κάνει τις τουριστικές εγκαταστάσεις υπό την επωνυμίαν ‘…………. της αφήνω εφ’ όρου ζωής την επικαρπίαν και μετά τον θάνατόν της αφήνω να περιέρχεται εις τον Δήμον …… και με τα έσοδα του να σπουδάζουν δύο νέοι προερχόμενοι από …..». Συγκεκριμένα, οι διάδικοι ερίζουν, καθώς α) ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη, όπως διαλαμβάνεται στην προεκτιθέμενη περικοπή της από 8/4/1987 ιδιόγραφης διαθήκης του, ήταν να περιέλθει στον ίδιο (ενάγοντα) κατά το χρόνο θανάτου του (διαθέτη), υπό τη μορφή άμεσης κληροδοσίας, η ψιλή κυριότητα της ατομικής επιχείρησης “…………..” και συνακόλουθα των 14.574 ονομαστικών μετοχών της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, που αυτός έλαβε ως αντάλλαγμα για την εισφορά εκ μέρους του της εν λόγω ατομικής επιχείρησης κατά τη σύσταση της εναγομένης, β) οι εναγόμενοι, εκ των οποίων ο τρίτος (εναγόμενος) είναι νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εξ αυτών (εναγομένων), οι δε λοιποί (εναγόμενοι) είναι μέτοχοι αυτής (α’ εναγομένης) ισχυρίζονται ότι η πραγματική βούληση του ανωτέρω διαθέτη ήταν να περιέλθει, κατά το χρόνο θανάτου του, το «κτήμα ….», όπως και οι προαναφερθείσες μετοχές της πρώτης εξ αυτών εναγόμενης εταιρείας, που υπεισήλθαν στη θέση του μετά την κατά τα ανωτέρω εισφορά της εν λόγω ατομικής επιχείρησης κατά την ίδρυσή της (εταιρείας), κατά πλήρη κυριότητα στη γενική κληρονόμο και σύζυγό του, Σουζάνα, η οποία θα είχε εξουσία εκμεταλλεύσεως και διαθέσεως αυτών και ό,τι και αν απέμενε μετά το θάνατο της τελευταίας να περιέλθει στο ίδρυμα «………….», το οποίο εννοούσε ο διαθέτης λέγοντας «Δήμο …..», επικουρικώς δε οι ίδιοι (εναγόμενοι) ισχυρίζονται ότι η ………… είχε εν ζωή την πλήρη κυριότητα των προεκτιθέμενων 14.574 μετοχών της πρώτης εξ αυτών (εναγομένων), με το βάρος της άμεσης κληροδοσίας υπό την αναβλητική αίρεση του επισυμβάντος στις 13/2/2016 θανάτου της υπέρ του Δήμου …. και ήδη ……..
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει ότι στις 13/2/2016 απεβίωσε στον Πειραιά η ………….., η οποία συνέταξε δύο ιδιόγραφες διαθήκες, ήτοι την από 19/2/2006, που δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. …./29-8-2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών και την από 30/7/2010, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. ……./27- 1-2017 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Στη μεν πρώτη από 19/2/2006 διαθήκη της, η ως άνω θανούσα όρισε, μεταξύ άλλων, ότι αφήνει τις ανήκουσες στην κυριότητά της μετοχές της πρώτης των εναγόμενων ανώνυμης εταιρείας ως εξής: κατά ¼ στον ………., πατέρα των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων και σύζυγο της τέταρτης εξ αυτών (εναγομένων), ο οποίος απεβίωσε το έτος 2009, κατά ¼ στον ……………., τρίτο των εναγομένων, κατά ¼ στον …….., τέταρτο των εναγομένων και κατά ¼ στην …………, πέμπτη εναγομένη. Στη δε δεύτερη από 30/7/2010 διαθήκη της η ………. αναφέρει τα εξής: «Με τη συμμετοχή μου στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ‘………..’ που αποφασίστηκαν με τις Γενικές Συνελεύσεις της 12/7/09 και 30/6/10 απέκτησα 3.530 και 3.208 ανώνυμες μετοχές αντίστοιχα. Οι μισές από τις ανωτέρω μετοχές, ήτοι 3.369 (1.765 και 1.604) επιθυμώ να περιέλθουν στον …………, κάτοικο ……….., οδός ……., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή. Οι άλλες μισές μετοχές, ήτοι 3.369 (1.765 και 1.600) επιθυμώ να περιέλθουν στον ……………., κάτοικο ομοίως, κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή..». Όπως, επομένως, προκύπτει από το συνδυασμό των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών της …………., αλλά και των Πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της πρώτης των εναγομένων, ως μέτοχοι της τελευταίας φέρονται οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των εναγομένων, ενώ απουσιάζει οιαδήποτε μνεία περί των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του ενάγοντος Δήμου επί των προεκτιθέμενων 14.574 μετοχών, τα οποία (εμπράγματα δικαιώματα) αμφισβητούνται κατά τα ανωτέρω από τους εναγομένους. Τούτων δοθέντων καθίσταται προφανές και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος όπως στραφεί η ένδικη αναγνωριστική της βουλήσεως του διαθέτη ………… αγωγή κατά πάντων των εναγομένων, ως και η παθητική νομιμοποίηση των τελευταίων. Ειδικότερα, αντικείμενο της αγωγής είναι η ερμηνεία της διαθήκης και η αναγνώριση ότι ο ενάγων Δήμος απέκτησε αρχικά την ψιλή κυριότητα και, μετά την απόσβεση της επικαρπίας με τον θάνατο της συζύγου, την πλήρη κυριότητα των μετοχών. Η επικαρπία είναι δικαίωμα προσωποπαγές, το οποίο αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτή και επομένως, μετά τον θάνατο της συζύγου του ανωτέρω διαθέτη, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η πλήρης κυριότητα συνενώθηκε στον ψιλό κύριο ή αν από την ερμηνεία της διαθήκης προκύπτει διαφορετική βούληση του διαθέτη, ενώ όταν ανακύπτει αμφισβήτηση ως προς την ιδιότητα του κληρονόμου ή του κληροδόχου και τα δικαιώματα επί κληρονομιαίων αντικειμένων, η σχετική αγωγή ασκείται κατά εκείνων που αντιποιούνται ή προβάλλουν αντίθετο δικαίωμα. Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να έχουν κληθεί στη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ………….., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι αυτοί προβάλλουν οποιοδήποτε δικαίωμα επί των επίδικων μετοχών, ούτε η αγωγή στρέφεται κατά κληρονομικού τους δικαιώματος, ενώ αντίθετα η πρώτη εκκαλούσα εταιρεία, ως και οι μέτοχοι αυτής, λοιποί εκκαλούντες, αμφισβητούν το σχετικό δικαίωμα του ενάγοντος. Για την ταυτότητα του λόγου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων περί απαραδέκτου της αγωγής, λόγω μη κλητεύσεως του Ιδρύματος που συνεστήθη με έτερη διαθήκη του ………., αδελφού του ………….., προκειμένου αυτό να προστατεύσει τα πιθανολογούμενα συμφέροντα του και συνεπώς ο σχετικός, τρίτος, λόγος της υπό κρίσης έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ως προς το θέμα της ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως του διαθέτη ………. και της αναγνώρισης των έννομων συνεπειών με τις οποίες είναι αυτή συνδεδεμένη, αναφορικά με την προεκτιθέμενη περικοπή της από 8/4/1987 ιδιόγραφης διαθήκης του, αφενός δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι, δια της ως άνω διαθήκης, εγκαταστάθηκε η …………. ως γενική κληρονόμος της περιουσίας του συζύγου της, ήτοι ως η καθολική διάδοχος αυτού, αφετέρου, όπως αποδεικνύεται εκτός των άλλων, ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, οι οποίοι έχουν ιδία αντίληψη, ως εκ των απευθείας συνομιλιών και συναναστροφής τους με το διαθέτη ………., ως προς τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά και βεβαιώνουν αμφότεροι την αληθή και πραγματική βούληση του, όπως ο ίδιος την εξέφραζε σε βάθος πολλών ετών, όχι μόνο μία φορά, αλλά επανειλημμένως, τόσο σε χρόνο προγενέστερο από τη σύνταξη της επίδικης ως άνω διαθήκης του, αλλά και σε χρόνο μεταγενέστερο, το αληθές νόημα της τελευταίας αυτής δηλώσεως βουλήσεως του διαθέτη …………… και η πραγματική βούλησή του, όπως αυτή αναδύεται τόσο από τις λέξεις που ο ίδιος χρησιμοποιεί όσο και από το πλαίσιο, εντός του οποίου αυτές εξωτερικεύονται, ήταν να εγκαταστήσει τον Δήμο …… (αρχικώς ενάγοντα Δήμο …… και ήδη πάλι Δήμο …., σύμφωνα με τα άρθρα 154 παρ. 1, 159 παρ. 8 ν. 4600/2019) ως κληροδόχο του εμπράγματου δικαιώματος της ψιλής κυριότητας του κτήματος «της ………», όπου διατηρούσε τουριστικές εγκαταστάσεις υπό την εμπορική επωνυμία ‘………., με ειδικότερο ταχθέντα κοινωφελή σκοπό μέρος των εισοδημάτων της κληροδοσίας να διατίθενται για να σπουδάζουν δύο νέοι προερχόμενοι από την …… Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται περαιτέρω και από το γεγονός ότι ο διαθέτης δεν αναφέρει μεν τις λέξεις «ψιλή κυριότητα», πλην όμως κάνει λόγο περί «επικαρπίας» της συζύγου του και «μετά τον θάνατό της να περιέλθει στον Δήμο …..». Ο όρος «επικαρπία», ωστόσο, μόνο κατ’ αντιδιαστολή προς τον όρο «ψιλή κυριότητα» μπορεί να γίνει κατανοητός, ενώ από τις ίδιες τις φράσεις του ως άνω διαθέτη προκύπτει ότι ο τελευταίος, ο οποίος δεν ήταν μεν νομικός, είχε όμως διεθνή επιχειρηματική και εφοπλιστική δραστηριότητα και ασχολούνταν με πλήθος νομικών ζητημάτων αναφορικά με τις επαγγελματικές του υποθέσεις, γνώριζε καλώς την ακριβή έννοια της επικαρπίας κατά τον ελληνικό Αστικό Κώδικα, παρέλειψε δε να αναφέρει ρητά τις λέξεις «ψιλή κυριότητα» στη διαθήκη του, αφού ήταν γνωστή η βούλησή του και δεν χωρούσε η παραμικρή αμφισβήτηση. Επιπλέον, ο εν λόγω διαθέτης δεν κάνει λόγο στην επίδικη περικοπή της από 8/4/1987 διαθήκης του απλώς περί «επικαρπίας», αλλά προσθέτει και τη φράση «εφ όρου ζωής» και δεδομένου ότι ο ίδιος ο διαθέτης, στην προηγούμενη ήδη σειρά, έχει εγκαταστήσει τη σύζυγό του γενική κληρονόμο κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του, δεν θα είχε λόγο να εξαιρέσει ρητά την επιχείρηση κτήμα ….. – …….., ορίζοντας συγχρόνως τη σύζυγό του, …… ., ως απλή επικαρπώτρια, εάν δεν εννοούσε – κατά τρόπο αυτονόητο για εκείνον – ότι ο Δήμος ………. και πλέον Δήμος …. θα καθίστατο ψιλός κύριος από την ημερομηνία θανάτου του, και πλήρης κύριος από την ημερομηνία θανάτου της συζύγου του, οπότε και θα συνενωνόταν η επικαρπία αυτής με τη ψιλή κυριότητα του εν λόγω Δήμου. Το γεγονός αυτό άλλωστε δικαιολογείται από την ιδιαίτερη αγάπη από την οποία εμφορούνταν ο ………….για την …. και τους ….., καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ως συστατικό στοιχείο της προσωπικότητάς του, όπως και από την πασίδηλη επιθυμία του για προσφορά στο συγκεκριμένο τόπο. Συγχρόνως, όταν ο εν λόγω διαθέτης αναφερόταν στο «κτήμα …..», εννοούσε, κατά τρόπο αυτονόητο για εκείνον και τους οικείους του, τη ξενοδοχειακή και τουριστική επιχείρηση με την επωνυμία «……….» που ο ίδιος είχε συστήσει, αρχικά ως ατομική επιχείρηση και αργότερα ως ανώνυμη εταιρεία, συσταθείσα εκ μετατροπής (και ταυτόχρονης εισφοράς) της ατομικής του επιχείρησης (βλ. και σελ. 54 των προτάσεων των εκκαλούντων, όπου αναφέρουν ότι το κτήμα …. εισεφέρθη στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία). Εξάλλου, ως προς την έτερη ασάφεια που εντοπίζεται στην από 8/4/1987 επίδικη διαθήκη αναφορικά με τη μεταβολή των συνθηκών που έλαβε χώρα μετά τη σύνταξή της και συγκεκριμένα μετά τη μετατροπή της ατομικής επιχείρησης «…………» σε ανώνυμη τοιαύτη, οπότε κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη …………….., ήτοι στις 13/5/1993, δεν υφίστατο η εν λόγω ατομική ξενοδοχειακή του επιχείρηση, καθώς αυτή είχε εισφερθεί από τον ίδιο ως κεφάλαιο για τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία, ως αντάλλαγμα δε είχε λάβει ο ίδιος 14.574 ονομαστικές μετοχές της, τις οποίες κατείχε κατά το χρόνο του θανάτου του, υφίσταται εν προκειμένω επιγενόμενο κενό στη βούληση του ως άνω διαθέτη, το οποίο πρέπει να καλυφθεί μέσω της προσήκουσας ερμηνείας της ανωτέρω διαθήκης του και της αναζήτησης της εικαζόμενης βούλησης του διαθέτη, ενόψει του σκοπού που κατά τα ανωτέρω ο τελευταίος επεδίωκε όταν συνέτασσε την επίδικη διαθήκη (βλ. Γεωργιάδη- Σταθόπουλου Α.Κ., Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812, σελ. 278 επ.). Επομένως, στο σημείο που αυτολεξεί αναφέρει ο συγκεκριμένος διαθέτης στη διαθήκη του: «το κτήμα ….. όπου έχω κάνει τις τουριστικές εγκαταστάσεις υπό την επωνυμίαν ‘……………….» εννοεί προδήλως τη συμμετοχή του στη ξενοδοχειακή – τουριστική επιχείρηση, ανεξαρτήτως της μορφής που αυτή θα είχε κατά την ημερομηνία του θανάτου του (ατομική επιχείρηση ή ανώνυμη εταιρεία ή οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή) και κατ’ επέκταση ανεξαρτήτως εάν η συμμετοχή του αυτή θα συνίστατο σε «εταιρικό μερίδιο», «εταιρική μερίδα», «μετοχή» ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα συμμετοχής. Συνεπώς, ο Δήμος …… απέκτησε με το θάνατο του ………….. στις 13/5/1993, υπό τη μορφή άμεσης κληροδοσίας την ψιλή κυριότητα, όχι της ατομικής επιχείρησης του τελευταίου που εξέλιπε, αλλά του «ανταλλάγματος» που υπεισήλθε στην θέση της, ήτοι των 14.574 ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης πλέον εταιρείας με την επωνυμία «………….». Τούτο, άλλωστε, ήτοι την «υποκατάσταση» του αρχικού αντικειμένου της κληροδοσίας, δηλαδή της ανωτέρω ατομικής επιχείρησης του διαθέτη, από τις μετοχές που του δόθηκαν ως αντάλλαγμα κατά την μετατροπή αυτής σε ανώνυμη εταιρεία, την αποδέχονται και οι ίδιοι οι εναγόμενοι. Τέλος, η υπέρ του Δήμου …., οριζόμενη στην από 8/4/1987 επίδικη διαθήκη, κληροδοσία φέρει το χαρακτήρα άμεσης εμπράγματης κληροδοσίας (legatum per vindicationem) κατ’ άρθρο 1996 ΑΚ (βλ. και ΕφΑθ 1710/2008 ΤΝΠ Nomos), ώστε και η επαγωγή της εμπράγματης κληροδοσίας της ψιλής κυριότητας των 14.574 μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία «…………….» εχώρησε αυτοδικαίως με το θάνατο του διαθέτη στις 13/5/1993. Σημειωτέον δε ότι με το θάνατο της ……… στις 13/2/2016, η επικαρπία που είχε η τελευταία επί των ανωτέρω μετοχών ενώθηκε με τη ψιλή κυριότητα του τότε Δήμου ……. (ως καθολικού διαδόχου των Δήμων …………..), ειδικός διάδοχος του οποίου είναι ο Δήμος ……….., κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω και ο τελευταίος κατέστη πλήρης κύριος αυτών. Συνεπώς, ερμηνεύοντας την αληθινή βούληση του διαθέτη σύμφωνα με τα ανωτέρω ο ενάγων Δήμος απέκτησε: α) από το χρόνο θανάτου του διαθέτη …….. στις 13/5/1993, υπό τη μορφή άμεσης κληροδοσίας, την ψιλή κυριότητα επί των 14.574 ονομαστικών μετοχών της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, και β) από το χρόνο του θανάτου της …………, στις 13/2/2016, υπό τη μορφή κληροδοσίας, την πλήρη κυριότητα επί των ανωτέρω 14.574 ανωνύμων πλέον μετοχών της πρώτης των εναγομένων εταιρείας, με ειδικότερο ταχθέντα κοινωφελή σκοπό μέρος των κερδών της εταιρείας να διατίθενται για να σπουδάζουν δύο νέοι προερχόμενοι από την ….. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, σύμφωνα και με τα όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω.
Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη εγγραφής της περίληψης της στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου, πλην όμως το άρθρο 220 ΚΠολΔ περιορίζει την υποχρέωση εγγραφής στις αγωγές που αφορούν ακίνητα. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι στα βιβλία διεκδικήσεων εγγράφονται οι εμπράγματες αναγνωριστικές αγωγές, οι ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, καθώς και οι αγωγές διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, όταν όλες αυτές αφορούν ακίνητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως το επίδικο αντικείμενο είναι μετοχές ανώνυμης εταιρείας και με την υπό κρίση αγωγή ζητείται η ερμηνεία της ως άνω διαθήκης και η αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας επί των ανωτέρω μετοχών, οι οποίες ακόμη και αν αντιπροσωπεύουν συμμετοχή σε εταιρεία που εκμεταλλεύεται ξενοδοχείο, αποτελούν κινητές αξίες και όχι ακίνητα, το δε γεγονός ότι η εταιρεία έχει ως περιουσιακό στοιχείο ξενοδοχειακό ακίνητο, δεν μεταβάλλει τη φύση του αντικειμένου της αγωγής, καθώς αντικείμενο της δίκης δεν είναι η κυριότητα του ξενοδοχείου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, αλλά η κυριότητα εταιρικών μετοχών. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 220 ΚΠολΔ και δεν υπόκειται στην υποχρέωση εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε τον νόμο και ο ανωτέρω λόγος της υπό κρίση έφεσης τυγχάνει απορριπτέος, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω.
Κατά την έννοια της διατάξεως της § 1 του άρθρου 520 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της, λόγο έφεσης συνιστά κάθε αιτίαση κατά της εκκαλουμένης, η οποία, αν κριθεί βάσιμη, επιφέρει το αποτέλεσμα του άρθρου 535 του ιδίου Κώδικα, συνεπάγεται δηλαδή την εξαφάνισή της και την αναδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο. Λόγο έφεσης αποτελεί ειδικότερα κάθε παράπονο του εκκαλούντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που αναφέρεται είτε σε παραδρομές δικές του (ΑΠ 574/2018 ΤΝΠ Nomos), είτε σε πλημμέλειες ή ελλείψεις της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 208/2018 ΤΝΠ Nomos), που επηρέασαν το διατακτικό της εκκαλουμένης, η οποία, αν τελεσιδικήσει, θα παράξει δυσμενές για τον εκκαλούντα δεδικασμένο (ΕφΠειρ. 278/2002, Αρμ. 2003/1478). Οι παραλείψεις του εκκαλούντος που μπορούν να διορθωθούν με την έφεση αναφέρονται στην ατελή υπεράσπισή του στην πρωτοβάθμια δίκη, ενώ τα αποδιδόμενα στην απόφαση σφάλματα μπορούν να εντοπιστούν σε οποιοδήποτε στάδιο του δικανικού συλλογισμού (Β. Ρήγας, Ζητήματα εκ του δικαίου της εφέσεως, σε Δνη 1998/749 επομ., σελ. 751) και ανάγονται είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε δικονομικές παραβάσεις που εμφιλοχώρησαν κατά τη διαδικασία μέχρι την έκδοση της εκκαλουμένης είτε σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αιτίας της η προσβαλλόμενη απόφαση οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, είτε σε εγκατάλειψη ορισμένης αίτησης αδίκαστης (ΑΠ 19/2018, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1003/2017 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 250/2014, ΕφΑΔ 2014/763, ΑΠ 1440/2005, Δνη 2006/155, ΑΠ 408/2000, Δνη 2000/1335, ΔΕΕ 2001/876, ΕΕΝ 2001/630, ΝοΒ 2001/811, ΑΠ 156/1996, Δνη 1996/1346, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ, Ένδικα Μέσα, 2007, § 112, αρ. 72, σελ. 169, Α. Μπακόπουλος, ο.π., σελ 1137). Δεν αποτελεί, όμως, παραδεκτό λόγο έφεσης η εσφαλμένη αιτιολογία της απόφασης με ορθό διατακτικό, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της εκκαλουμένης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της άμεμπτο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση (ΜονΕφΛαρ. 33/2015, Δικογραφία 2015/565, Σ. Σαμουήλ, ο.π., αρ. 540, σελ. 227).
Με τον τελευταίο λόγο της υπό κρίση έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούνται για τη μη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της υπ’ αριθμ. …../2-10-2018 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων ……… και ……….., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ……….. η οποία ελήφθη μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. …../27-9-2018 και ……../27-9-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …….), καθώς η εκκαλούμενη δεν τις έλαβε υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων με το σκεπτικό ότι «…δεδομένου ότι η εν λόγω προσθήκη περιορίζεται, κατ’ άρθρο 237 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και στην επίκληση νέων ισχυρισμών και προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση». Στην παρούσα δίκη, όμως, οι ως άνω καταθέσεις λήφθηκαν υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος (όπως αναφέρεται παραπάνω), πλην όμως ακόμη και με τη συνεκτίμηση των ανωτέρω δύο ένορκων βεβαιώσεων το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης παραμένει ορθό, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω και συνεπώς, ο σχετικός λόγος της έφεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη είναι επίσης απορριπτέος, καθώς δεν συντρέχει λόγος εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης μόνο και μόνο επειδή υπήρξε εσφαλμένος αποκλεισμός αποδεικτικού μέσου, αλλά τούτο οδηγεί σε αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης, ως εν προκειμένω, αφού το διατακτικό της εκκαλουμένης κρίνεται ορθό. Συνεπώς, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ, ΕφΠειρ 839/2004 ΤΝΠ Nomos), πρέπει ν` απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης ως αβάσιμος.
Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, αυτή είναι απορριπτέα στο σύνολό της, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω. Πρέπει να σημειωθεί ότι, ως προς την πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον αυτή δεν περιέχει ίδιο αίτημα που να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει (ούτε καν σιωπηρά) το Δικαστήριο, αλλά απλώς διευρύνει τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας, αποτέλεσμα το οποίο επέρχεται αμέσως μετά την άσκησή της (βλ. ΑΠ 715/1998 ΕλλΔνη 40.630, ΕφΠειρ 111/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔνη 53.822, ΕφΑθ 6524/1996 ΕλλΔνη 38.929). Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 1 N. 3693/1957 (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ124/2021, ΑΠ682/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης και της ήττας των εκκαλούντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που προκαταβλήθηκε κατά την κατάθεσή της από αυτούς, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Συνεκδικάζει την από 20/1/2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2020) έφεση με την πρόσθετη υπέρ του εφεσίβλητου πρόσθετη παρέμβαση.
Δέχεται τυπικώς και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 10/8/2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με σύνθεση για τη δημοσίευση, την Πρόεδρο Εφετών, Θεώνη Μπούρη, με μέλη τους Εφέτες (λόγω προαγωγής της Εφέτη Κωνσταντίνας Παπαντωνίου), Αγγελική Καγιούλη – Εισηγήτρια, Αναστασία Παρούση και με την παρουσία της Γραμματέως Σ.Φ, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στις 1.10.2026
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ