ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 311 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα E.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α] Επί της από 20-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ……………/20-06-2025) έφεσης:
Της εκκαλούσας: ……………., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Αρβανιτόπουλο (ΑΜ/ΔΣΠ …..), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: ………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο (ΑΜ/ΔΣΑ …………).
| Β] Επί της από 24-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………/30-06-2025) έφεσης:
|
Του εκκαλούντος: …………., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της εφεσίβλητης: ……….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο (ΑΜ/ΔΣΑ ………..).
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων, την από 28-01-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ…………/05-02-2021) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία την ένδικη αγωγή, με την 1935/2025 οριστική απόφασή του, κατά το μέρος που την έκρινε νόμιμη την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν 1] η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως με την από 20-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ………./20-06-2025) έφεση και 2] ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως με την από 24-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ………../30-06-2025) έφεση, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκαν στο πινάκιο.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε ερήμην του εκκαλούντος της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθεί, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης αμφοτέρων των εφέσεων παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 του Ν.4842/13-10-2021 [190Α] και ισχύει από 1-1-2022 και σύμφωνα με την παρ.2β του άρθρου 116 εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή». Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα: Εάν ο εκκαλών δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης και δεν έχει υποβάλει τη δήλωση του άρθρου (524 παρ. 1 σε συνδ.) 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ (βλ. και άρθρο 115 παρ. 2 του ΚΠολΔ) ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν η έφεση είναι παραδεκτή και εφόσον είναι παραδεκτή, ποιος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση αυτή. Εάν τη συζήτηση της έφεσης επισπεύδει ο εκκαλών ή εάν αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επιμελούμενο για τη συζήτηση αυτή εφεσίβλητο, τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ’ ουσίαν. Διότι, μολονότι οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης (ΟλΑΠ 16/1990 ΝοΒ 38.1337, ΑΠ 35/2024, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 355/2016, ΑΠ 1266/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, εάν ο εκκαλών δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της έφεσης εφεσίβλητο, τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης (Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση», εκδ. 2015 αρ. περιθ. 1762 επ. σελ. 441 – Σ. Σαμουήλ, «Η έφεση», Ε΄ εκδ. [2003], § 1051, σελ. 400). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847,850, 851 επ. ΑΚ και 328 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη δίκη που διεξάγεται μεταξύ του δανειστή αφενός και του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη αφετέρου, η μεταξύ των τελευταίων ομοδικία είναι αναγκαστική, μόνο καθ` ο μέρος αντικείμενο της κοινής δίκης, ως προς κάθε ομόδικο, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής και συνεπώς οι αρχές της εν λόγω αναγκαστικής ομοδικίας περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις, όπου το ζήτημα που πρόκειται να κριθεί αναφέρεται στην κοινή υπεράσπιση πρωτοφειλέτη και εγγυητή ως προς την ύπαρξη του χρέους [ΑΠ 1248/2024, ΑΠ 310/2024, ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 573/2019, ΑΠ 338/2017, ΑΠ 1946/2017]. Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 76 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, εκτός των άλλων, ότι, όταν η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Στην παρ. 3 του ίδιου παραπάνω άρθρου 76 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι οι απόντες ομόδικοι καλούνται σε κάθε μεταγενέστερη δικαστική πράξη, ενώ στην παρ. 4 ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομόδικους της παραγράφου 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Η τελευταία αυτή ρύθμιση έχει την έννοια ότι, αν ένας αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι το άσκησαν και οι ομόδικοι αυτού, παρόλο ότι αυτοί αδράνησαν. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται από το νόμο να απευθύνεται η έφεση που άσκησε αναγκαίος ομόδικος, με ποινή το απαράδεκτο, και κατά την ομόδικών του, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανίζεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσίβλητου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑ.Π. 321/1983, Νο.Β. 1983, 1575, Α.Π. 197/2020, Α.Π. 1822/2017, Α.Π. 617/2014, Α.Π. 1599/2008, Α.Π. 284/2008, Α.Π. 863/2006, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Απαιτείται, όμως οι αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος να καλούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, στη συζήτηση της έφεσης, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης αυτών, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρα 524 παρ. 3 εδ. α’ και 272 παρ. 2 σε συνδυασμό με 271 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ, Α.Π. 1671/2010, Α.Π. 770/2009, Α.Π. 1383/1999, ΕφΠειρ 73/2024, Εφ.Πειρ. 2614/2023, Εφ.Αθ. 4443/2023, ΕφΠειρ. 80/2022, Εφ.Πειρ. 336/2021, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρονται προς συζήτηση: [α] η από 20-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ………./20-06-2025) έφεση και [β] η από 24-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ………/30-06-2025) έφεση κατά της 1935/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 237 επ. του ΚΠολΔ), την από 28-01-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ…………/05-02-2021) αγωγή, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α΄ σε συνδ. με άρθρο 246 του ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Ακολούθως, 1] η από 20-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ…………./20-06-2025) έφεση, υπό στοιχείο [Α], έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.1 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., μέσα στη τριακονθήμερη προθεσμία, που προβλέπει το άρθρο 518 παρ.1 εδ.α΄ του ΚΠολΔ, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 29-05-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 20-06-2025, ενώ, περαιτέρω, έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ……………./2025, ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και 2] η από 24-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………/30-06-2025) έφεση, υπό στοιχείο [Β], έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 02-05-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 30-06-2025 ενώ, περαιτέρω, έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό …………../2025, ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017. Περαιτέρω, η συζήτηση της ως άνω ένδικης υπό στοιχείο [Β] έφεσης, προσδιορίστηκε με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από την από 07-08-2025 (αρ.εκθ.καταθ.803/499/07-08-2025) έκθεση κατάθεσης δικογράφου της γραμματέως αυτού του Δικαστηρίου, η οποία υπάρχει συνημμένη στην ανωτέρω έφεση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Δυνάμει δε της υπ’αριθμόν …….΄/05-09-2025 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……………, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης έφεσης με έκθεση κατάθεσης αυτής, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εκκαλούντα. Ωστόσο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, ο εκκαλών δεν παραστάθηκε στο παρόν Δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Συνεπώς, πρέπει ο εκκαλών, που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, εφόσον δεν παραστάθηκε, να δικαστεί ερήμην. Ωστόσο, η έφεσή του δεν θ’απορριφθεί κατ’ουσίαν, κατ’ άρθρο 524 παρ. 3 εδ. α΄ σε συνδυασμό με άρθρο 272 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη. Ειδικότερα, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προέκυψαν τα εξής: Η ενάγουσα-ήδη εφεσίβλητη αμφοτέρων των εφέσεων, στην ένδικη αγωγή της εξέθετε ότι στις 19-07-2013 κατήρτισε με τον πρώτο εναγόμενο, τον οποίο είχε γνωρίσει νωρίτερα μέσα στο ίδιο έτος μέσω της κοινής τους φίλης-δεύτερης εναγόμενης, άτοκη σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 37.500 ευρώ σε μετρητά, αποδοτέο από τον πρώτο εναγόμενο ως εξής: 5.000 € στις 30-08-2013, 16.000 € στις 31-08-2013 και 16.500€ στις 30-10-2013. Ότι η δεύτερη εναγόμενη εγγυήθηκε ρητώς υπέρ του πρώτου εναγόμενου την τήρηση εκ μέρους του των όρων της σύμβασης δανείου, καθώς και την ολοσχερή και εμπρόθεσμη εξόφληση αυτού και σε περίπτωση άρνησης εξόφλησης εκ μέρους του τελευταίου. Ότι προς εξασφάλισή της ο πρώτος εναγόμενος τις παρέδωσε δύο τραπεζικές επιταγές ποσού 16.000€ και 16.500€ αντίστοιχα, καθώς και μία συναλλαγματική εκδόσεώς της εις διαταγήν της, ποσού 5.000€ με λήξη την 30η-0802013, την οποία αποδέχθηκε αυθημερόν ο πρώτος εναγόμενος. Ότι κατόπιν εκκλήσεως του πρώτου εναγόμενου, τα μέρη συμφώνησαν την παράταση εξόφλησης του δανείου μέχρι τις 31-12-2013, για την οποία εγγυήθηκε εκ νέου η δεύτερη εναγόμενη, ενώ η ίδια (ενάγουσα) επέστρεψε στον πρώτο εναγόμενο τα ως άνω αξιόγραφα και προς εξασφάλισή της εξέδωσε [2] συναλλαγματικές ποσού [19.000] ευρώ και [18.500] ευρώ αντίστοιχα, πληρωτέες στις 31-12-2013, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν ο πρώτος εναγόμενος. Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και η δεύτερη εναγόμενη, αρνούνται να της καταβάλλουν το ανωτέρω ποσό του δανείου. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό με τις προτάσεις της, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, να της καταβάλλουν το ποσό των [37.500] ευρώ, έντοκα από 31-12-2013, άλλως από την επίδοση της αγωγή μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη 1975/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, κατά το μέρος της που την έκρινε νόμιμη την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το ποσό των [37.500] ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 01-01-2014 μέχρι την πλήρη εξόφληση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εναγόμενοι-ήδη εκκαλούντες με τις ένδικες εφέσεις τους, και με τους λόγους αυτών που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με τη σημείωση ότι και η έφεση της δεύτερης εναγόμενης-εγγυήτριας περιέχει λόγους που υποστηρίζουν τη μη κατάρτιση σύμβασης δανείου, αλλά προεξόφλησης αξιογράφων από την ενάγουσα προς τον πρώτο εναγόμενο και συνακόλουθα τη μη κατάρτιση σύμβασης εγγύησης, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να απορριφθεί εν όλω η ένδικη αγωγή. Ακολούθως, οι εκκαλούντες ορθώς έστρεψαν την έφεσή τους μόνο κατά της ενάγουσας-εφεσίβλητης και όχι κατά του συνεναγόμενου τους, αφού μεταξύ τους υπάρχει δεσμός αναγκαίας ομοδικίας. Εντούτοις όμως, αφενός στην υπό στοιχείο [Α] έφεση της δεύτερης εναγόμενης-ήδη εκκαλούσας, αφετέρου στην υπό στοιχείο [Β] έφεση του πρώτου εναγόμενου-ήδη εκκαλούντος δεν προκύπτει από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας κλήτευσης από τους παριστάμενους διαδίκους και δη την εφεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτησή τους, αφενός στην πρώτη ως άνω έφεση, ότι κλητεύθηκε για να παρασταθεί κατά τη συζήτησή της, ο πρώτος εναγόμενος ως αναγκαίος ομόδικος της εκκαλούσας, και στη δεύτερη ως άνω έφεση η δεύτερη εναγόμενη ως αναγκαία ομόδικος του εκκαλούντος, ώστε να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύεται αυτός από την αναγκαία ομόδικό του, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη εφόσον απαραίτητη προϋπόθεση προς τούτο είναι να μετέχει νόμιμα στη δίκη, ήτοι να έχει κλητευθεί προσηκόντως από την αντίδικο του εκκαλούντος-εφεσίβλητη και αυτή να παρίσταται, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, με συνέπεια η έλλειψη κλήτευσης του ενός στη δίκη του άλλου να οδηγεί σε κήρυξη της συζήτησης των ένδικων εφέσεων ως απαράδεκτης (άρθρα 517 παρ.2 και 76 παρ.4 του ΚΠολΔ). Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των ένδικων εφέσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση των ένδικων από 20-06-2025 (αριθ.εκθ. καταθ………/20-06-2025) και από 24-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………../30-06-2025) εφέσεων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της Γραμματέως στις 6.5.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ