Αριθμός 557/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
Α. ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Ηλία Φουφόπουλο.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Γεώργιο Καραχάλιο και 2) ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Ζωοπηγή Ανδρεαδάκη Κοντού.
Β. ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Ζωοπηγή Ανδρεαδάκη Κοντού.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Γεώργιο Καραχάλιο και 2) ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Ηλία Φουφόπουλο.
Ο …………… άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αριθ εκθ καταθ 8347/2013 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 942/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτόν καθ΄ ύλη αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής και παράπεμψε αυτή στο καθ΄ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο, συζητήσεως γενομένης εξέδωσε την υπ΄ αριθμ 1236/2019 απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτήν, και η υπ΄ αριθμ 451/2025 απόφαση αυτού, που δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα.
Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) Ο ………… με την από 24.3.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2025) έφεσή του και β) η …………. με την από 26.3.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………/2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………../2025) έφεσή της. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με ΓΑΚ …./2025 και ΕΑΚ …./2025 έφεση και η με αριθμό κατάθεσης στην αυτή γραμματεία με ΓΑΚ ……/2025 και ΕΑΚ …./2025 έφεση πρέπει να συνεκδικαστούν καθώς είναι συναφείς μεταξύ τους αφού στρέφονται κατά της αυτής υπ΄αριθμόν 451/2025 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και δια της συνεκδικάσεως επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής (άρθρα 524 παρ 1 και 246 ΚΠολΔ).
Η με αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς …………/2025 έφεση κατά της υπ΄αριθμόν 451/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθώς η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 30-1-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 26-3-2025, δίχως, εν τω μεταξύ να έχει προηγηθεί επίδοση της απόφασης αφού ουδείς εκ των διαδίκων επικαλείται σχετική επίδοση ούτε και προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα (άρθρα 495, 511, 513, 516 παρ 1, 517 εδαφ α, 518 παρ 1 και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής κατά την αυτή διαδικασία δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό …………/2025 παράβολο). Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι απαραδέκτως η έφεση στρέφεται και κατά της δεύτερης εφεσίβλητης (………….) καθώς είναι αναγκαία ομόδικος του εκκαλούντος (……………..). Η απεύθυνση αυτή, ωστόσο, ισχύει ως κλήτευση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η οποία επιτάσσεται από το νόμο (άρθρο 76 παρ 3 ΚΠολΔ) λόγω του ότι τελεί σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με τον εκκαλούντα.
Η με αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς …………/2025 έφεση κατά της υπ΄αριθμόν 451/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθώς η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 30-1-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 27-3-2025 δίχως εν τω μεταξύ να έχει προηγηθεί επίδοση της απόφασης, όπως προαναφέρθηκε (άρθρα 495, 511, 513, 516 παρ 1, 517 εδαφ α, 518 παρ 1 και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής κατά την αυτή διαδικασία δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό ……./2025 παράβολο). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι απαραδέκτως η έφεση απευθύνεται και κατά του δεύτερου εφεσίβλητου (………….) καθώς είναι αναγκαίος ομόδικος της εκκαλούσας (……………..). Η απεύθυνση αυτή, ωστόσο, ισχύει ως κλήτευση αυτής για την αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η οποία επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 76 παρ 3 ΚΠολΔ) λόγω του ότι τελεί σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με τον εκκαλούντα.
Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, σαφώς, συνάγεται, ότι οι δανειστές, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι φορείς ενοχικής απαίτησης, δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη, προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις δε προστασίας των δανειστών είναι: α) ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, β) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, η οποία, σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου, θεωρείται συντελεσθείσα με την κατάρτιση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας και όχι με τη μεταγραφή του οικείου συμβολαίου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η εναπομένουσα περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές, ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, ο δόλος δε αυτός του οφειλέτη, ακόμη και ως ενδεχόμενος, πρέπει να υπάρχει, κατά τον χρόνο που γίνεται η απαλλοτρίωση και δεν αρκεί να συντρέξει μεταγενέστερα, δ) βλάβη των δανειστών, δηλαδή, ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην επαρκεί προς ικανοποίησή τους. Μάλιστα, η ανεπάρκεια της περιουσίας αναφέρεται στην εμφανή τοιαύτη του οφειλέτη και όχι στην τυχόν υπάρχουσα αφανή, την οποία δεν είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να αναζητήσει, η εν λόγω δε αφερεγγυότητα πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών και ε) γνώση του τρίτου, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι, κατά την απαλλοτρίωση, σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή εξ αγχιστείας έως το δεύτερο, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία. Αντίθετα, δεν αξιώνεται αυτοτελής πρόθεση του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον 1404, ΑΠ 1800/2008, δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1798/2007, δημ. ΤΝΠ Νόμος, 1796/2006, Αρμ. 2007. 723, ΑΠ 1881/2006, δημ. ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, εκείνος, ο οποίος ασκεί την αγωγή διάρρηξης, πρέπει να έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη, τα δημιουργικά περιστατικά της οποίας αρκεί να έχουν συντελεστεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και να έχει καταστεί αυτή (η απαίτηση) ληξιπρόθεσμη, κατά τη συζήτηση της αγωγής, στο ακροατήριο, χωρίς να προσαπαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ή να έχει εξοπλιστεί με τίτλο εκτελεστό (ΟλΑΠ 709/1974, ΝοΒ 23. 300, ΑΠ 862/1998, ΕλλΔ/νη 40. 125, ΑΠ 121/1998, ΝοΒ 43. 52).
Β. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνά με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Με την αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλούμενη απόφαση ο ενάγων ιστορούσε ότι δυνάμει έγγραφης σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης ανώνυμων μετοχών οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν συμμέτρως σ΄αυτόν για αγορά ανώνυμων μετοχών το ποσό των 470.000 ευρώ σε 48 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις από 30-4-2011 μέχρι 28-5-2015. Προς τούτο ο ενάγων εξέδωσε 48 συναλλαγματικές τις οποίες αποδέχτηκαν εναλλάξ οι δύο πρώτοι εναγόμενοι οι οποίοι μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2011 ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Από τον Δεκέμβριο 2011, όμως, έπαυσαν την πληρωμή των συναλλαγματικών με συνέπεια να οφείλουν ήδη στον ενάγοντα το ποσό των 114.000 ευρώ εκ του οποίου 54000 ευρώ ο πρώτος εναγόμενος και 60.000 ευρώ η δεύτερη εναγόμενη και προϊόντος του χρόνου θα οφείλουν και τα ποσά των επόμενων συναλλαγματικών ανερχομένης συνολικά της οφειλής του πρώτου εναγόμενου σε 219.000 ευρώ. Παρά δε, τις υποσχέσεις αμφοτέρων περί τακτοποίησης της οφειλής τους ουδέν έπραξαν, αντιθέτως ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας το μεν ατομικά ως ψιλός κύριος του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου, το δε για λογαριασμό της μητέρας του, τέταρτης εναγομένης, ως επικαρπώτριας του ακινήτου αυτού, μεταβίβασε, αιτία δήθεν πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην τρίτη εναγόμενη, θυγατέρα της δεύτερης εναγομένης, το ακίνητο αυτό με σκοπό την ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης του ενάγοντος καθώς τα λοιπά περιουσιακά του στοιχεία ήταν ανεπαρκή για την εξόφλησή της. Ζήτησε δε, ν΄απαγγελθεί η διάρρηξη της δικαιοπραξίας αυτής, επιπλέον δε, να υποχρεωθεί καθένας των τριών πρώτων των εναγομένων να καταβάλει σ΄αυτόν το ποσό των 7000 ευρώ και η τέταρτη εναγομένη το ποσό των 4000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συμπαιγνία του πρώτου εναγόμενου (πωλητή) με την τρίτη εναγόμενη (αγοράστρια) και την συνέργεια των λοιπών εναγομένων, ν΄απαγγελθεί σε βάρος των εναγομένων προσωπική κράτηση έως δώδεκα μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα. Η ανωτέρω αγωγή στην οποία περιέχονται α) αίτηση διάρρηξης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας από τον πρώτο εναγόμενο στην τρίτη εναγομένη και β) αίτηση διάρρηξης της σύμβασης μεταβίβασης της επικαρπίας από την τέταρτη εναγομένη στην τρίτη εναγομένη, είχε απευθυνθεί αρχικά στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά το οποίο με την υπ΄αριθμόν 942/2018 απόφαση κήρυξε κατηργημένη την δίκη ως προς την τέταρτη εναγόμενη (………………) λόγω παραίτησης του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής ως προς αυτήν ένεκα του θανάτου της και περαιτέρω κήρυξε καθ΄υλην αναρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο και παρέπεμψε την εκδίκαση αυτής ως προς τους λοιπούς εναγόμενους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Ακολούθως, εξεδόθη η συνεκκαλουμένη υπ΄αριθμόν 1236/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα σ΄αυτήν έγγραφα μετά την προσκόμιση των οποίων εξεδόθη η εκκαλουμένη υπ΄αριθμόν 451/2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη (……………..) ως απαραδέκτως ασκηθείσα λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής αυτης, ενώ ως προς τους λοιπούς εναγόμενους (πρώτο εναγόμενο – πωλητή και τρίτη εναγόμενη – αγοράστρια) έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ΄ουσίαν και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της συναφθείσας σύμβασης πώλησης ακινήτου ως προς την πλήρη κυριότητα του ακινήτου ήτοι τόσο ως προς την ψιλή κυριότητα όσο και ως προς την επικαρπία μέχρι του ποσού των 219.000 ευρώ πλέον νομίμων τόκων από της ασκήσεως της αγωγής (9-1-2014) μέχρι την αρχική συζήτηση της αγωγής (31-10-2018), ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, Τέλος, καταδικάσθηκαν ο πρώτος και η τρίτη εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος τα οποία ορίσθηκαν σε 2.460 ευρώ. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής βάλλουν οι ηττηθέντες διάδικοι παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου τους.
Ωστόσο, η παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής ως προς την τέταρτη εναγομένη, η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής, σημαίνει παραίτηση ως προς την αίτηση διάρρηξης της σύμβασης μεταβίβασης της επικαρπίας του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου και ως εκ τούτου πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 295 ΚΠολΔ, προεχόντως, ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την αίτηση αυτή και να περιοριστεί η έρευνα του Δικαστηρίου στην αίτηση διάρρηξης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας μη δυναμένου του Δικαστηρίου να εκτιμήσει την αγωγή κατά το μέρος που παραιτήθηκε ο ενάγων ως αίτηση διάρρηξης της συναίνεσης του πρώτου εναγόμενου, ψιλού κυρίου του πράγματος στη μεταβίβαση από την επικαρπώτρια σε τρίτο της επικαρπίας αυτού (πρβλ ΑΠ 1760/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ελλείψει θεμελιωτικών της αιτήσεως αυτής στοιχείων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο τόσο με την υπ΄αριθμόν 1236/2019 απόφαση όσο και με την υπ΄αριθμόν 451/2025 ερεύνησε και την αίτηση διάρρηξης μεταβίβασης της επικαρπίας, την οποία με την πρώτη απόφαση έκρινε νόμιμη και με την δεύτερη βάσιμη και κατ΄ουσίαν και απήγγειλε την διάρρηξη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της πλήρους κυριότητας του ακινήτου, ήτοι τόσο της επικαρπίας όσο και της ψιλής κυριότητας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Πρέπει, συνεπώς, να εξαφανιστουν οι ανωτέρω αποφάσεις, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί και να θεωρηθεί ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την συγκεκριμένη αίτηση δοθέντος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερευνά εκείνα τα ζητήματα τα οποία προηγούνται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β προαναφερόμενη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω δε, πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι έφεσης ως προς την αίτηση διάρρηξης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας.
Με σχετικό λόγο έφεσης αμφότεροι οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη καθώς δεν έχει εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ΄ουσίαν καθόσον από το προσκομιζόμενο με επίκληση με ημερομηνία 16-12-2013 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου καθώς κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 22-11-2013 και ενεγράφη στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας εντός 30 ημερών και συγκεκριμένα στις 16-12-2013 στον τόμο …. και με αριθμό …….. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε με την εκκαλουμένη τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με σχετικούς λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Με επόμενο λόγο έφεσης αμφότεροι οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι αόριστη καθώς ο ενάγων ισχυρίζεται ότι διατηρεί απαίτηση σε βάρος του πρώτου εναγόμενου και ότι η μεταβιβαστική δικαιοπραξία έγινε για να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησής του αυτής χωρίς να εξειδικεύει τους ισχυρισμούς του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι η απαίτησή του απορρέει από το με ημερομηνία 16-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο πώλησε και μεταβίβασε ανώνυμες μετοχές των αναφερομένων σ΄αυτήν εταιρειών αντί του ποσού των 470.000 ευρώ το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 48 άτοκες μηνιαίες δόσεις κατά το διάστημα από την 30-4-2011 έως 28-5-2015. Προς εξασφάλιση δε αυτών εξέδωσε τις αναφερόμενες στην αγωγή συναλλαγματικές τις οποίες αποδέχτηκαν οι δυο πρώτοι εναγόμενοι οι οποίοι από τον Δεκέμβριο 2011 έπαυσαν την καταβολή κάθε ποσού με συνέπεια να οφείλουν μέχρις καταθέσεως της αγωγής το ποσό των 114000 ευρώ. Ακολούθως δε, θα οφείλουν το συμφωνηθέν ποσό εκάστου μηνός. Ισχυρίζεται, περαιτέρω ότι βάσει των συναλλαγματικών έχουν εκδοθεί δύο διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά των οποίων έχει ήδη ασκήσει ανακοπή ο ενάγων. Τέλος, ο ενάγων εκθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας το μεν ατομικά ως ψιλός κύριος το δε ως πληρεξούσιος της τέταρτης εναγομένης ως επικαρπώτριας, μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στην τρίτη εναγόμενη κατά πλήρη κυριότητα την περιγραφόμενη στην αγωγή οριζόντια ιδιοκτησία στοχεύοντας στην ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης του ενάγοντος λόγω της ανεπάρκειας της εναπομείνασας περιουσίας του και ζήτησε την διάρρηξη της δικαιοπραξίας αυτής. Κατόπιν αυτών δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η αγωγή περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς καθώς και ορισμένο αίτημα, όπως προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την σχετική ένσταση ως αβάσιμη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όλα όσα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Με επόμενο λόγο έφεσης ο εκκαλών ………….. ισχυρίζεται ότι απαραδέκτως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την εκκαλουμένη ως νόμιμη την παραίτηση από το δικόγραφο ως προς την αποβιώσασα τέταρτη εναγόμενη, ενώ θα έπρεπε λόγω του ότι είχε γνωστοποιηθεί στο δικαστήριο ο θάνατός αυτής να κλητεύσει τους νόμιμους κληρονόμους της και στη συνέχεια να παραιτηθεί του δικογράφου ως προς αυτούς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από τα προσκομισθέντα δικόγραφα προκύπτει ότι με την από 24-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης ……………./22-11-2017 κλήση με την οποία επανέφερε ο ενάγων προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την ένδικη αγωγή η δίκη της οποίας είχε διακοπεί βιαίως στις 12-10-2017 λόγω γνωστοποίησης του θανάτου της τέταρτης εναγομένης, ο ενάγων παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς αυτήν. Ακολούθως, εξεδόθη η υπ΄αριθμόν 942/2018 απόφαση με την οποία το Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) κήρυξε κατηργημένη την δίκη ως προς την τέταρτη εναγομένη και περαιτέρω κήρυξε εαυτό καθ΄ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Ακολούθως, εισήχθη η υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο εξέδωσε την υπ΄αριθμόν 1236/2019 απόφαση με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα σ΄αυτήν έγγραφα και ακολούθως η υπ΄αριθμόν 451/2025 απόφαση με την οποία απαγγέλθηκε η διάρρηξη της σύμβασης πώλησης του επιδικου ακινήτου. Ως εκ τούτου η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς την τέταρτη εναγόμενη έλαβε χώρα προ της ενάρξεως της συζητήσεως της υπόθεσης στο καθ΄υλην αρμόδιο Δικαστήριο και επομένως δεν συντρέχει λόγος απαραδέκτου αυτής (άρθρο 294 ΚΠολΔ) έστω και αν είχε προηγουμένως διακοπεί βιαίως η δίκη, καθώς η διακοπή αυτή είχε λάβει χώρα σε καθ΄υλην αναρμόδιο δικαστήριο, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας ανάμεσα στον πρώτο εναγόμενο – ψιλό κύριο και την τέταρτη εναγομένη – επικαρπώτρια στην προκειμένη περίπτωση απορριπτομένου αντίθετου ισχυρισμού του ενάγοντος ως αβάσιμου. Εξάλλου, η τέταρτη εναγόμενη ουδεμία οφειλή στον ενάγοντα είχε και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε διάρρηξη η απαλλοτριωτική της πράξη την ακυρότητα της οποίας μόνο ο αμέσως βλαπτόμενος από την απαλλοτρίωση αυτή ψιλός κύριος μπορούσε να προτείνει (άρθρο 175 ΑΚ), ήτοι ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος, όμως, μεταβιβάζοντας την ψιλή κυριότητα αιτία πωλήσεως στην τρίτη εναγόμενη με την αυτή συμβολαιογραφική πράξη με την οποία μεταβιβάστηκε η επικαρπία συναίνεσε στην απαλλοτριωτική πράξη της τέταρτης εναγόμενης (πρβλ ΑΠ 1760/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από την υπ΄αριθμόν ……./2015 ένορκη βεβαίωση της ……………. που λήφθηκε επιμελεία του ενάγοντος κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων του (βλ υπ΄αριθμούς ………./2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………), την υπ΄αριθμόν πρωτοκόλλου ΔΣΠ_ΕΒ_…………./5-1-2026 ένορκη βεβαίωση του ………. ενώπιον του δικηγόρου ……….. η οποία δόθηκε επιμελεία της εκκαλούσας ………. κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων της (βλ υπ΄αριθμούς ……/30-12-2025 και …../30-12-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ………..), την υπ΄αριθμόν …../5-10-2018 ένορκη βεβαίωση του ………… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά που δόθηκε επιμελεία του πρώτου εναγόμενου κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντος, ο οποίος παρέστη κατά την λήψη της ένορκης βεβαίωσης όπως βεβαιώνεται σ΄αυτήν, και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά απορριπτομένης ως αλυσιτελώς προβαλλόμενης της ένστασης απαραδέκτου της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …………… που προέβαλε ο εφεσίβλητος καθώς μεταξύ των προσκομιζομένων εγγράφων δεν περιλαμβάνεται ένορκη βεβαίωση του ………….: Δυνάμει εγγράφου συμβάσεως πωλήσεως που συνήφθη στις 16-9-2010 ανάμεσα στον ενάγοντα (……….) και στους α) πρώτο εναγόμενο (……….) και β) δεύτερη εναγομένη (………….) ο πρώτος πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στους τελευταίους συμμέτρως το 50% των εκδοθεισών μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στη …… και στην οποία ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το πλοίο «Μ/V G» που έχει εγγραφεί στα Νηολόγια του …… με αριθμό ………… Στο ποσοστό αυτό αντιστοιχούν πενήντα (50) ανώνυμες μετοχές οι οποίες ενσωματώνονται σε ένα και μοναδικό τίτλο, ενώ το τίμημα αυτών ορίσθηκε συνολικά το ποσό των 170.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, δυνάμει της αυτής εγγράφου συμβάσεως πωλήσεως ο ενάγων πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε συμμέτρως στον πρώτο εναγόμενο και στην δεύτερη εναγομένη το 47,50% των εκδοθεισών μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στην ……… και στην οποία ανήκει το πλοίο «Μ/V M» που έχει εγγραφεί στα Νηολόγια του ……. με αριθμό ………. Στο ποσοστό αυτό αντιστοιχούν 237,50 ανώνυμες μετοχές εκ των οποίων 118,75 μετοχές μεταβιβάστηκαν στον πρώτο εναγόμενο και 118,75 μετοχές μεταβιβάστηκαν στην δεύτερη εναγόμενη αντί συνολικού τιμήματος 300.000 ευρώ. Βάσει των ανωτέρω πωλήσεων οι δύο πρώτοι των εναγομένων όφειλαν συνολικά στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 470.000 ευρώ το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 48 άτοκες μηνιαίες δόσεις κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2011 έως 28-2-2015 και προς εξασφάλισή του ο ενάγων εξέδωσε αυθημερόν (16-9-2010) σαράνταεξ (46) ισόποσες συναλλαγματικές των 10.000 ευρώ η κάθε μία και δύο συναλλαγματικές των 5000 ευρώ λήξεως της πρώτης την 30-4-2011 και της τελευταίας στις 28-2-2015 τις οποίες αποδέχτηκαν συμμέτρως και εναλλάξ οι αγοραστές. Οι τελευταίοι υπήρξαν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους έως και τον Νοέμβριο 2011. Έκτοτε, κατέβαλαν περιστασιακά κάποια ποσά με συνέπεια έως καταθέσεως της αγωγής (22-11-2013) να έχουν καταβάλει αμφότεροι συνολικά το ποσό των 36.000 ευρώ και να οφείλουν το ποσό των 114.000 ευρώ εκ του οποίου ο πρώτος εναγόμενος 54.000 ευρώ και η δεύτερη 60.000 ευρώ. Ενόψει της εξέλιξης αυτής ο ενάγων αιτήθηκε βάσει των απλήρωτων συναλλαγματικών την έκδοση διαταγών πληρωμής και εξεδόθησαν α) υπ΄αριθμόν …./2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών σε βάρος του πρώτου εναγόμενου (………) για ποσό 14.000 ευρώ, β) η υπ΄αριθμόν ……/2012 διαταγή πληρωμής του αυτού Ειρηνοδίκη σε βάρος της δεύτερης εναγομένης για ποσό 20.000 ευρώ. γ) η υπ΄αριθμόν …../2012 διαταγή πληρωμής κατά του πρώτου εναγόμενου και δ) η υπ΄αριθμόν ……/2012 κατά της δεύτερης εναγομένης για ποσό 20.000 ευρώ εκάστη. Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι άσκησαν τις με αριθμούς …/2012, …/2012, …./2012 και ……/2012 ανακοπές διώκοντας την ακύρωση των διαταγών πληρωμής που εξεδόθησαν σε βάρος τους οι οποίες δεν τελεσφόρησαν. Εξάλλου, με την υπ΄αριθμόν 3774/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου (…………….) να καταβάλει στον ενάγοντα ως υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση των προαναφερόμενων ανώνυμων μετοχών νομιμοτόκως το ποσό των 119.000 ευρώ και η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης (………….) να καταβάλει στον ενάγοντα για την ίδια αιτία νομιμοτόκως το ποσό των 115.000 ευρώ. Στα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνονται τα ποσά των 16.000 ευρώ και 20.000 ευρώ τα οποία είχαν ήδη καταβάλει οι δύο πρώτοι εναγόμενοι καθώς και τα ποσά για τα οποία είχαν εν τω μεταξύ εκδοθεί διαταγές πληρωμής καθώς πέραν των ανωτέρω διαταγών πληρωμής είχαν εκδοθεί και οι ακόλουθες: α) κατά του πρώτου εναγόμενου η υπ΄αριθμόν ……/2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για ποσό 20.000 ευρώ, η υπ΄αριθμόν ………./2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για ποσό 20.000 ευρώ και η υπ΄αριθμόν …../2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για ποσό 20.000 ευρώ και β) κατά της δεύτερης εναγομένης η υπ΄αριθμόν ……/2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για ποσό 20.000 ευρώ, η υπ΄αριθμόν ………../2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για ποσό 20.000 ευρω και η υπ΄αριθμόν ……./2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για ποσό 20.000 ευρώ. Συνολικά δε σε βάρος του πρώτου εναγόμενου εξεδόθησαν διαταγές πληρωμής ύψους 100.000 ευρώ και σε βάρος της δεύτερης εναγομένης διαταγές πληρωμής ύψους 100.000 ευρώ. Κατά της ανωτέρω υπ΄αριθμόν 3774/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησαν έφεση οι δύο πρώτοι εναγόμενοι οι οποίοι, ωστόσο, δεν παραστάθηκαν κατά την συζήτηση της υπόθεσης με επακόλουθο την απόρριψη της με την υπ΄αριθμόν 1283/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ακολούθως, άσκησαν ανακοπή ερημοδικίας κατά την συζήτηση της οποίας και πάλι δεν παραστάθηκαν οι ανακόπτοντες με συνέπεια την απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας με την υπ΄αριθμόν 3654/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, έχει παραχθεί δεδικασμένο ως προς τις απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στην υπ΄αριθμόν 3774/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την αιτία γένεσης αυτών. Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η απαίτηση του ενάγοντος ύψους 470.000 ευρώ για την οποία εξεδόθησαν οι προαναφερόμενες συναλλαγματικές απορρέει από άκυρη σύμβαση καθώς είναι προϊόν εκβίασης και ως εκ τούτου δεν υπέχει υποχρέωση εξόφλησης της. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η σύμβαση πώλησης των προαναφερόμενων μετοχών της εταιρείας της πλοιοκτήτριας εταιρείας με την επωνυμία «……..» και των μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρείας με την επωνυμία «…………..» δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης των δύο πρώτων των εναγομένων αλλά αποτέλεσμα εκβίασης του ενάγοντος, ο οποίος απαίτησε απ΄αυτούς ν΄αγοράσουν τις μετοχές του στις ανωτέρω πλοιοκτήτριες εταιρείες αντί του συνολικού ποσού των 470.000 ευρώ, απειλώντας τους ότι επί αρνήσεώς τους θα κρατούσε με την ιδιότητα του πλοιοκτήτη ακινητοποιημένα τα ανωτέρω δύο πλοία με συνέπεια επικείμενη περιέλευση του πρώτου εναγόμενου σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών που είχε αναλάβει καθώς είχε επιβαρυνθεί με χρέη πετρελεύσεων και επισκευών των πλοίων εκδίδοντας επιταγές για την κάλυψη αυτών ως διευθυντής της εταιρείας «………….» η οποία είχε αναλάβει την εμπορική διαχείριση των πλοίων αυτών. Προς αποφυγή διασυρμού του στην αγορά και στα ποινικά δικαστήρια για έκδοση ακάλυπτων επιταγών υποχρεώθηκε τόσο ο ίδιος όσο και η δεύτερη εναγομένη και αγόρασαν τις μετοχές του ενάγοντος αντί του ποσού των 470.000 ευρώ και προσυπέγραψαν το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό πώληση ανώνυμων μετοχών ενώ ταυτόχρονα αποδέχτηκαν και τις ανωτέρω 48 συναλλαγματικές που είχε εκδώσει ο ενάγων. Ως εκ τούτου η σύμβαση αυτή ως προϊόν εκβιασμού είναι άκυρη. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, καλύπτεται από το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την προαναφερόμενη υπ΄αριθμόν 3774/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου (………….) να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο του τιμήματος από την πώληση των προαναφερόμενων ανώνυμων μετοχών καθώς και η νόμιμη αιτία γένεσης της υποχρέωσης αυτής. Πρέπει, επομένως, ν΄απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις 6-3-2012 ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας αφενός μεν για τον εαυτό του ως ψιλός κύριος του παρακάτω αναφερόμενου ακινήτου, αφετέρου δε, ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης μητέρας του, ………, επικαρπώτριας του ακινήτου αυτού, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή αντί τιμήματος 59.874,92 ευρώ στην τρίτη εναγόμενη (…………. (κόρη της β΄εναγόμενης), αιτία πωλήσεως, δυνάμει του υπ΄αριθμόν ………./6-3-2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, ……….. που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αίγινας στον τόμο … και με αριθμό ……, ένα διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας διώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου στη θέση «…..» του χωριού …… στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος …. του Δήμου Αίγινας εντός των ορίων του οικισμού ….., πρώην Κοινότητας … τέως Δήμου Αιγινιτών το οποίο έχει επιφάνεια 82,36 τμ και αποτελείται από χώλ, καθιστικό, υπνοδωμάτιο, κουζίνα, μπάνιο, οφφίς και δυο βεράντες το οποίο έχει δική του ανεξάρτητη εξωτερική σκάλα από τον εμπρόσθιο ακάλυπτο χώρο και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 500/1000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με ακάλυπτο χώρο πέραν αυτού με οδό, ανατολικά με ακάλυπτο χώρο, νότια με ακάλυπτο χώρο και δυτικά με ακάλυπτο χώρο πέραν αυτού με οδό. Στο διαμέρισμα αυτό ανήκει η αποκλειστική χρήση α) τμήματος του ακάλυπτου χώρου του ισογείου επιφανείας 33,67 τμ και β) το ακάλυπτο δώμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο όροφο επιφανείας 159,70 τμ. Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι επί του ανωτέρω διαμερίσματος ο ενάγων είχε εγγράψει την ημέρα της αγοραπωλησίας και προ της υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου δυνάμει της προαναφερόμενης υπ΄αριθμόν ……./2012 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών προσημείωση υποθήκης επί του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας του πρώτου των εναγομένων για το ποσό των 14.290 ευρώ και μόνον. Κατά τον χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης, ήτοι στις 6-3-2012 η απαίτηση του ενάγοντος είχε γεννηθεί καθώς οι συμβάσεις πώλησης είχαν λάβει χώρα στις 16-10-2010. Κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής τόσο ενώπιον του αναρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (1-2-2018) όσο και ενώπιον του καθ΄υλην αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (31-10-2018) η απαίτηση του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγόμενου η οποία ανερχόταν σε 219.000 ευρώ (470.000 : 2 = 235.000 ευρώ – 16.000 που είχαν καταβληθεί προ της ασκησεως της αγωγής) είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη αφού η τελευταία συναλλαγματική ποσού 5.000 ευρώ είχε συμφωνηθεί να πληρωθεί έως την 28-2-2015. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι κύριος ενός διαμερίσματος με στοιχεία Α-1 του πρώτου ορόφου οιδομής κειμένης επί της οδού ……… στον Πειραιά εμβαδού 72,70 τμ αντικειμενικής αξίας κατά το έτος 2007 56.558 ευρώ το οποίο είχε αποκτήσει με μεταβίβαση για νόμιμη αιτία με το υπ΄αριθμόν …./19-3-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά …….. που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιά επί του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 104.000 ευρώ από την τραπεζική εταιρεία «…………..». Επιπρόσθετα, είναι κύριος ενός διαμερίσματος με στοιχεία Δ1 κειμένου στην αυτή οικοδομή αντικειμενικής αξίας κατά το έτος 2007 65.032,50 ευρώ το οποίο είχε αποκτήσει με μεταβίβαση για νόμιμη αιτία με το υπ΄αριθμόν …./30-1-2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά …… . στο οποίο έχει εγγραφεί προσημείωση από την αυτή τραπεζική εταιρεία για εξασφάλιση δανείου ύψους 189.224 ευρώ. Επομένως, τα ακίνητα αυτά δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος αφού τα ανωτέρω βάρη υπερκαλύπτουν την εμπορική αξία αυτών. Κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι με την μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του προπεριγραφόμενου ακινήτου στην τρίτη εναγόμενη θα περιέλθει σε αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησης του ενάγοντος και παρά ταύτα προέβη στην απαλλοτριωτική αυτή πράξη. Εξάλλου, και η τρίτη εναγόμενη, θυγατέρα της δεύτερης εναγομένης, γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση αυτή θα περιερχόταν ο πρώτος εναγόμενος σε τέτοια κατάσταση που θα ματαιωνόταν η ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, ήτοι ότι ο τελευταίος ενεργούσε προς βλάβην ενάγοντος αφού ο πρώτος εναγόμενος από κοινού με την μητέρα της, δεύτερη εναγομένη, είχαν αγοράσει συμμέτρως τις προαναφερόμενες ανώνυμες μετοχές, οι οποίοι από τον Δεκέμβριο του έτους 2011 είχαν παύσει την πληρωμή των συναλλαγματικών που είχαν αποδεχτεί για την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος των 470.000 ευρώ. Γνώριζε, επίσης, από τις συζητήσεις με την μητέρα της λόγω της κοινής οφειλής της με τον πρώτο εναγόμενο ότι ο τελευταίος δεν διέθετε λοιπά περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος και παρά ταύτα αποδέχτηκε την σύναψη της συμβάσεως αυτής. Συνακόλουθα, πρέπει να διαρρηχθεί η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση προς ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος ανερχομένης (όπως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίχως εναντίωση παρ΄ουδενός των διαδίκων) σε 219.000 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων από την επομένη της άσκησης της αγωγής (9-1-2014) μέχρι την αρχική συζήτηση της ένδικης αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (31-10-2018) δεκτής γενομένης της αγωγής ως προς την αίτηση διάρρηξης της πώλησης και μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του ακινήτου ως βάσιμης και κατ΄ουσίαν. Μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας του πρώτου των εφεσιβλήτων πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εκκαλούντων λόγω της μερικής ήττας αυτών (άρθρα 183, 178 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί και η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων άσκησης έφεσης στους εκκαλούντες λόγω της παραδοχής των εφέσεών τους (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την με ΓΑΚ …./2025 και ΕΑΚ …../2025 έφεση που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς και την με ΓΑΚ …../2025 και ΕΑΚ …../2025 έφεση που κατατέθηκε στην αυτή γραμματεία
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτες τις εφέσεις ως προς τον δεύτερο των εφεσιβλήτων και ως προς την δεύτερη των εφεσιβλήτων, αντίστοιχα
ΔΕΧΕΤΑΙ εφέσεις ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων κάθε έφεσης
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τις με αριθμούς 1236/2019 και 451/2025 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την με αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς …../2013 αγωγή, η οποία εισήχθη με την υπ΄αριθμόν κατάθεσης ……………/2018 κλήση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
ΘΕΩΡΕΙ την αγωγή ως μη ασκηθείσα ως προς την σωρευόμενη αίτηση διάρρηξης της σύμβασης μεταβίβασης της επικαρπίας του παρακάτω αναφερόμενου ακινήτου.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή ως προς την σωρευόμενη αίτηση διάρρηξης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του παρακάτω αναφερόμενου ακινήτου.
ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ την διάρρηξη της δυνάμει του υπ΄αριθμόν ………../6-3-2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, ………. που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αίγινας στον τόμο … και με αριθμό …., σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης από τον πρώτο εναγόμενο στην τρίτη εναγομένη ψιλής κυριότητας ακινήτου και συγκεκριμένα του διαμέρισματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας διώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου στη θέση «….» του χωριού …… στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος …. του Δήμου Αίγινας εντός των ορίων του οικισμού …., πρώην Κοινότητας …… τέως Δήμου Αιγινιτών το οποίο έχει επιφάνεια 82,36 τμ και αποτελείται από χώλ, καθιστικό, υπνοδωμάτιο, κουζίνα, μπάνιο, οφφίς και δυο βεράντες το οποίο έχει δική του ανεξάρτητη εξωτερική σκάλα από τον εμπρόσθιο ακάλυπτο χώρο και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 500/1000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με ακάλυπτο χώρο πέραν αυτού με οδό, ανατολικά με ακάλυπτο χώρο, νότια με ακάλυπτο χώρο και δυτικά με ακάλυπτο χώρο πέραν αυτού με οδό, στο οποίο (διαμέρισμα) ανήκει η αποκλειστική χρήση α) τμήματος του ακάλυπτου χώρου του ισογείου επιφανείας 33,67 τμ και β) το ακάλυπτο δώμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο όροφο επιφανείας 159,70 τμ, προς ικανοποίηση απαίτησης του ενάγοντος ύψους 219.000 ευρώ πλέον νομίμων τόκων από 9-1-2014 έως 31-10-2018.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες σε μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας του πρώτου εφεσίβλητου κάθε έφεσης το οποίο καθορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ για καθένα.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων άσκησης έφεσης στους εκκαλούντες
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 25 Ιουνίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και αντ΄ αυτού
Λόγω συνταξιοδοτήσεως
Και αναχωρήσεώς του από
Την Υπηρεσία, η αρχαιότερη
Της σύνθεσης Εφέτης,
Ευαγγελία Πανταζή
Δημοσιεύθηκε δε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, την 31 Αυγούστου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω συνταξιοδοτήσεως και αναχωρήσεως του Προέδρου Εφετών, Βασιλείου Παπανικόλα, αποτελούμενη από τους Δικαστές Ευαγγελία Πανταζή, Προεδρεύουσα Εφέτη, Ιωάννα Μάμαλη και Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτες και τη Γραμματέα Ε.Δ, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΕΦΕΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ