Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 594/2026

Αριθμός  594/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών,  Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη   και από τη Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την …………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ:   Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εξόδων (ΑΦΜ …………), ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (οδός ………….) και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Α΄Δ.Ο.Υ Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά (οδός ……….), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιό ΝΣΚ  Ευάγγελο Σαλαμάρα (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ:  ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γεωργόπουλο (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  31.5.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2022) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 2610/2023  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με την από 16.11.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ………../2023- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……………/2025) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος ΝΣΚ του εκκαλούντος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, η από  16-11-2023 (αριθμ. εκθ. κατ. Πρωτ. ………../17-11-2023 και αριθμ. έκθ. κατ.Εφ…………./5-11-2025) έφεση του εκκαλούντος κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, υπ’αριθμ. 2610/2023 απόφασης του Πολυμελούς  Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η υπό κρίση έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 17-11-2023, εντός, δηλαδή, της νόμιμης τριακονθήμερης προθεσμίας, που αρχίζει από την επίδοση, στις 27-10-2023, της εκκαλούμενης απόφασης (βλ. με αριθμ. …..΄/27-10-2023 έκθεση επίδοσης της εκκαλουμένης, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, . ……..)(άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄ και παρ.2 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς, για το παραδεκτό της έφεσης να απαιτείται η κατάθεση παραβόλου από το εκκαλούν Δημόσιο, αφού αυτό απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου».

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 31-5-2022 (με ΓΑΚ …../2022 και ΕΑΚ ……/2022) αγωγή της και κατ’ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, η ενάγουσα ιστορούσε ότι την 22-11-2021 απεβίωσε στον Πειραιά Αττικής, ο σύζυγος της, …………., κάτοικος, εν ζωή, Πειραιά. Ότι, περαιτέρω η κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος περιήλθε, δυνάμει της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στην ίδια, στην ……………., αδελφή του θανόντος, στον ………., αδελφό του θανόντος και στη ………., τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής του θανόντος, ………….., καθώς ο αποβιώσας δεν κατέλιπε διαθήκη. Ότι τον Απρίλιο του έτους 2022, έλαβε ατομική ειδοποίηση από τη ΔΟΥ Α΄ Πειραιώς, ότι οι οφειλές του αποβιώσαντος συζύγου της υπερέβαιναν το ποσό των 40.000 ευρώ. Ότι από ουσιώδη πλάνη περί της υποχρέωσής της αποποίησης της εν λόγω κληρονομίας εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, από της ημερομηνίας θανάτου του συζύγου της, αλλά και των συνεπειών εκ της άπρακτης παρόδου αυτής, δεν προέβη σε αποποίηση της επαχθείσας σε αυτήν κληρονομίας. Ότι η πλάνη της συνεχίστηκε μέχρι την επίδοση σε αυτήν της ατομικής ειδοποίησης χρεών, οπότε και ενημερώθηκε για τη νόμιμη προθεσμία αποποίησης και τις συνέπειες απώλειας αυτής. Ζητούσε, δε, βασιζόμενη στο ιστορικό αυτό, να ακυρωθεί η πλασματική από μέρους της αποδοχή της κληρονομίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή και ακύρωσε την εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη, εφεσίβλητης πλασματική αποδοχή της κληρονομίας του θανόντος συζύγου της, …………….

Με την υπό κρίση έφεσή του, το εκκαλούν βάλλει κατά της ως άνω απόφασης, της οποίας ζητά την εξαφάνιση και την απόρριψη της σε βάρος του αγωγής. Κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδ. δ`ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) ορίζεται ότι μόνον οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παράλειψής της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται : «1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η «Αρχή»), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της»… «4. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών […]», στο άρθρο 2 ορίζεται ότι «1.Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας […] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. […]», στο άρθρο 17 ότι «1. Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178, διορθ. σφαλμ. Α` 25/24-2-2015) Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών […]. 2. […]», στο άρθρο 36 ότι «1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν. Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α΄, σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΑΆ 97) και 85 παρ. 1. εδάφιο πρώτο του ν.δ. 356/1974 (ΑΆ 90). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ», […]», στο άρθρο 41 ότι «1. […] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. […]», στο δε άρθρο 43 ότι «Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από 1η Ιανουάριου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του». Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, ΑΆ 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΣτΕ 1215/2017). Εξάλλου, η αγωγή με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, (στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ), αφορά σε έννομες σχέσεις που στηρίζονται στις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου με έμμεσες συνέπειες που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ. Τούτο δε, διότι, η τυχόν ευδοκίμηση σχετικής αγωγής θα έχει ως συνέπεια, την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του δημοσίου από το πρόσωπο του ενάγοντος, η τυχόν, δε, απόρριψη αυτής την επιδίωξη από το Δημόσιο της είσπραξης της απαίτησής του εις βάρος του ενάγοντος οφειλέτη στην οποία θα προβεί αρμοδίως η ΑΑΔΕ. Συνεπώς, στη περίπτωση της αγωγής περί αναγνώρισης ακυρότητας πλασματικής αποδοχής κληρονομίας και της αναγνώρισης της εγκυρότητας της γενομένης εκ των υστέρων δήλωσης αποποίησης κληρονομίας σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, λόγω του ως άνω χαρακτήρα του αντικειμένου της, υπάρχει η δυνατότητα διαζευκτικής εκπροσώπησης του Ελληνικού Δημοσίου και αντιστοίχως, επίδοσης του δικογράφου της αγωγής είτε στον Υπουργό των Οικονομικών, είτε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν προεκτεθεί (ΑΠ1498/2023 ΧρΙΔ 2024. 33, ΤρΕφΠειρ613/2024) .Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει την αιτίαση ότι η εκκαλούμενη απόφαση  εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτο, άλλως, ακυρότητα της  κατ’αυτού στρεφόμενης, ως άνω αγωγής της ενάγουσας και ήδη, εφεσίβλητης, περί ακύρωσης λόγω πλάνης, της πλασματικής, λόγω άπρακτης παρέλευσης του τετραμήνου της αποποίησης, αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος, στις  22-11-2021, συζύγου της, ισχυριζόμενο ότι αντίγραφο της αγωγής αυτής επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών και όχι στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, ο οποίος, από 1-1-2017, εκπροσωπεί το εναγόμενο και ήδη, εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και, ήταν αρμόδιος για τις επιδόσεις των δικογράφων όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 4389/2016, με αποτέλεσμα ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου ή της παράστασής του ενώπιον του Δικαστηρίου, η αγωγή να θεωρείται μη ασκηθείσα και ανυπόστατη ως ανεπίδοτη. Ο λόγος αυτός είναι νόμω αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, η υπό κρίση αγωγή, νομοτύπως επιδόθηκε προς τον Υπουργό των Οικονομικών(βλ. νόμιμα προσκομιζόμενη από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με αριθμ………….΄/27-6-2022 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, ………..), ο οποίος σύμφωνα με όσα στην πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται, εκπροσωπεί το διάδικο εναγόμενο και ήδη, εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, στην υπό κρίση υπόθεση και ειδικότερα, διότι η προκείμενη, δίκη, στηρίζεται αμιγώς στις διατάξεις του ουσιαστικού αστικού δικαίου και συγκεκριμένα του κληρονομικού δικαίου, διώκουσα την οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας και κατά συνέπεια, δεν υπάγεται στην ρύθμιση του άρθρου 36 παρ. 1 ν. 4389/2016, έστω και αν η ουσιαστική συνέπεια της τυχόν ευδοκίμησης της αγωγής, θα είναι η απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του δημοσίου από το πρόσωπο της ενάγουσας. Η συνέπεια αυτή είναι απλώς αντανακλαστική του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί με αφορμή την προκείμενη δίκη, ενώ δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω αναφερόμενη ρύθμιση θα εφαρμόζεται σε δίκη που τυχόν θα ανοίξει με αφορμή ακριβώς την είσπραξη της απαίτησης του δημοσίου. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμο τον περί ανυποστάτου, ως ανεπίδοτης της αγωγής, ισχυρισμό του εναγόμενου και ήδη, εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ορθά εφάρμοσε το νόμο. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ως δικαστήριο του τόπου της τελευταίας κατοικίας του κληρονομούμενου, κατ’άρθρ.30 ΚΠολΔ, ήταν κατά τόπον αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της διαπλαστικού χαρακτήρα και μη αποτιμητής σε χρήμα ένδικης διαφοράς, κατά την τακτική διαδικασία (Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, ΚληρΔ, άρθρ. 1857, σελ. 625), όπως ορθά κρίθηκε από το δικαστήριο αυτό, απορριπτομένων των περί κατά τόπον αναρμοδιότητάς του αιτιάσεων του εκκαλούντος, που προβάλλει με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Η αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας λόγω πλάνης για να είναι ορισμένη θα πρέπει να περιέχει τα εξής αναγκαία στοιχεία: 1) την ταυτότητα του κληρονομούμενου για τον χρόνο θανάτου του, καθώς και τον τόπο τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, 2) την κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος και τον λόγο της επαγωγής της κληρονομίας σε αυτόν. Εάν λ.χ. η κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος στηρίζεται στην εκ διαθήκης διαδοχή, θα πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο και τα στοιχεία δημοσίευσης της διαθήκης αν θεμελιώνεται στην εξ’ αδιαθέτου διαδοχή, θα πρέπει να αναφέρεται η συγγένεια που συνδέει τον ενάγοντα με τον κληρονομούμενο κ.λ.π., 3) την αποδοχή της κληρονομίας εκ μέρους του ενάγοντος, συναγόμενη από την άπρακτη παρέλευση της κατ’ 1847 ΑΚ προθεσμίας αποποίησης, 4) την ύπαρξη πλάνης καθ’ όλο το διάστημα και μέχρι τον χρόνο συμπλήρωσης της προθεσμίας αποποίησης και το ουσιώδες της πλάνης. Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να μνημονεύονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν πλάνη κατά την έννοια των ΑΚ 140 επ. Πλάνη υπάρχει όταν η δήλωση βρίσκεται ακουσίως σε διάσταση με την βούληση του κληρονόμου. Σύμφωνα με την ΑΚ 141 ουσιώδης είναι η πλάνη που αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή (αντικειμενικό κριτήριο) ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης(Ολ.ΑΠ 3/1989, ΝοΒ 1990,607, ΑΠ 189/2017,ΤΝΠ QUALEX, ΑΠ 725/2014, ΑΡΜ.2015,234, ΑΠ 496/2013 ΝοΒ 1916, ΑΠ1087/2011, ΑΠ1570/2010, ΝΟΒ 2011,775, ΑΠ 1211/2008, ΧΡ.ΙΔ 2009,229, ΑΠ 331/1998 Τ.Ν.Π. ΔΣΑ, ΕΦ.ΘΕΣ. 1920/2013 ΑΡΜ. 2014,2062). Ουσιώδης είναι η πλάνη που αναφέρεται στην ταυτότητα της κληρονομίας ή του κληρονομούμενου καθώς και σε σπουδαία ιδιότητα του κληρονομούμενου (όταν π.χ. ο κληρονομούμενος αγνοούσε ότι η κληρονομία που αποδέχτηκε ήταν προϊόν παράνομων πράξεων ή ότι ο κληρονομούμενος ήταν έμπορος ναρκωτικών). Ως πλάνη που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση θεωρείται από την κρατούσα γνώμη και η πλάνη περί το δίκαιο που αποτελεί και την συνηθέστερη στην πράξη περίπτωση πλασματικής αποδοχής κληρονομίας (Ολ. ΑΠ 3/1998 ΝΟΒ 1990,607, ΑΠ 173/2014, ΝΟΒ 2014, 1434, ΑΠ496/2013, ΝΟΒ 2013, 1916, ΑΠ 1087/2011, ΝΟΒ 2012, 341, ΑΠ1570/2010, ΧΡΙΔ2011,596, ΑΠ 1211/2008, ΧΡ.ΙΔ 2009,229, ΑΠ 331/1998 Τ.Ν.Π. ΔΣΑ, Εφ.Θεσ 1920/2013 ΑΡΜ. 2014,2062). Ως πλάνη περί το δίκαιο νοείται εν προκειμένω η εκ μέρους του κληρονόμου άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας όπως είναι λ.χ. η πλάνη αυτού σχετικά με τις έννομες συνέπειες της άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης, η άγνοια αυτού για την ύπαρξη προθεσμίας αποποίησης (ΑΠ496/2013, ΝΟΒ 2013,1916, ΑΠ1211/2008, ΧΡΙΔ 2009,229, ΑΠ 426/2002 ΝοΒ 2002,1862), η πλάνη ως προς το εναρκτήριο γεγονός της προθεσμίας αποποίησης (ως προς τον ακριβή χρόνο δημοσίευσης της διαθήκης (ΑΠ 173/2014 ΝΟΒ 2014, 1434), η πεπλανημένη πεποίθηση του ότι έχει προβεί σε έγκυρη αποποίηση, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει (ΕφΛαρ. 549/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ, Εφ Κρ43/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ). Κρίσιμο εν προκειμένω είναι το ουσιώδες ή μή της πλάνης και όχι το αναίτιο αυτής, δηλαδή, το ανυπαίτιο της άγνοιας ή εσφαλμένης γνώσεως των νομικών κανόνων της αποδοχής και της αποποίησης της κληρονομίας (ΑΠ331/1998, ΤΝΠ. Δ.Σ.Α.) 5) και αίτημα της αγωγής που είναι η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, λόγω πλάνης, ώστε να επανακτήσει ο ενάγων το δικαίωμα της αποποίησης (βλ. και Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου Σταμάτης Κουμάνης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2024, σελίδες 517-520, Γιάννης Καράκωστας Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελίδες 501-503).

Η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ως άνω νομική σκέψη, κρίνεται ως ορισμένη και νόμιμη, απορριπτομένων ως αβάσιμων, των περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμών του εκκαλούντος, καθώς τα επικαλούμενα απ’αυτό στοιχεία και δη, η αναγραφή της ακριβούς ημεροχρονολογίας κατά την οποία έλαβε χώρα η πλασματική αποδοχή κληρονομίας από την ενάγουσα, καθώς και των ποσοστών κατά τα οποία επήχθη σ’αυτήν η κληρονομία, δεν είναι απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, αγωγή, στην οποία,, εν προκειμένω, πέραν των λοιπών στοιχείων του ορισμένου αυτής, αναφέρεται ότι η επικαλούμενη πλάνη της ενάγουσας είναι ουσιώδης, καθώς αφορά στην έλλειψη γνώσης για την νόμιμη προθεσμία αποποίησης της κληρονομίας και για τις συνέπειες απώλειας αυτής.

Από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι,  τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη(άρθρ. 395ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη και χωρίς απόδειξη από το Δικαστήριο (άρθρ.336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 22α-11-2021, απεβίωσε στον Πειραιά, ο σύζυγος της ενάγουσας, ………. ., κάτοικος εν ζωή Πειραιά, επί της οδού ……… Ο αποβιώσας δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής. ΄Ετσι, με βάση την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και, με δεδομένο ότι την 14η-10-2004, είχε προαποβιώσει το μοναδικό τέκνο του θανόντος και της εφεσίβλητης-ενάγουσας, ………., . ………, κλήθηκαν στην κληρονομία, κατά 50%, κατά τη δεύτερη τάξη (άρθρ. 1814 ΑΚ) τα εν ζωή αδέλφια του, …….. . και ……… και το τέκνο της προαποβιώσασας, την 04-03-2002 αδελφής του θανόντος, ………….., μαζί με τους οποίους συνέτρεχε, κατ’άρθρ.1820ΑΚ, κατά το έτερο 50%, η εφεσίβλητη, σύζυγος του θανόντος. Με την υπ’αριθμ…………../ 23-03-2022 ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας του Τμήματος Δικαστικού και Νομικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ. Α΄ Πειραιώς, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα, στις  12-4-2022, η τελευταία ενημερώθηκε ότι οι οφειλές του αποβιώσαντος συζύγου της, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο ΑΦΜ …………., ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 43.698,14 ευρώ, καθώς και ότι η ίδια βαρυνόταν με αυτές, σύμφωνα με το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού. Συνεπώς, η ενάγουσα, τον Απρίλιο του έτους 2022, ενημερώθηκε για την επαγωγή των χρεών και για το δικαίωμα αποποίησης της κληρονομίας. Στη συνέχεια, η ενάγουσα επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια που θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός και επιμελής κοινωνός και αναζήτησε νομική συμβουλή, προκειμένου να προβεί σε δήλωση αποποίησης κληρονομίας εντός τετραμήνου, στην οποία και προέβη, άμεσα, την 18η-04-2022, με την υπ’αριθμ. ……./2022 έκθεση δήλωσης αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. Ακολούθως, η ενάγουσα επεδίωξε, εντός εξαμήνου, με την αγωγή επί της οποίας η εκκαλουμένη, την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, που συναγόταν ότι είχε επέλθει από την άπρακτη παρέλευση της, κατ’ άρθρ.1847 ΑΚ, προθεσμίας αποποίησης, ζητώντας, λόγω ουσιώδους πλάνης της, να ακυρωθεί η πλασματική αυτή αποδοχή. Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εφόσον η ενάγουσα εντός τετραμήνου από τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, δηλαδή, αυτόν του θανάτου του δικαιοπαρόχου της, ……………, δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομία, που βαρυνόταν με τις οφειλές του θανόντος στη Δ.Ο.Υ. Α΄Πειραιώς, συνάγεται, καταρχήν, ότι την αποδέχθηκε πλασματικά. Όπως όμως  αποδεικνύεται, μέχρι και τις 12 Απριλίου του έτους 2022, οπότε και της επιδόθηκε το ως άνω έγγραφο της Α΄Δ.Ο.Υ., η ενάγουσα δεν τελούσε σε γνώση της τετράμηνης προθεσμίας, που θέτει ο νόμος για την αποποίηση της κληρονομίας, ούτε γνώριζε ότι σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αυτής, η συνέπεια θα ήταν, τα χρέη του θανόντος να εξακολουθούν να βαραίνουν την ίδια, κατά το μέτρο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής της μερίδας. Το γεγονός ότι είχε προαποβιώσει την 4-3-2002, η αδελφή του θανόντος και την 14-10-2004, το τέκνο της ενάγουσας και του θανόντος δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι, έκτοτε, της είχε γίνει γνωστή η προθεσμία αποποίησης και η συνέπειας της άπρακτης παρέλευσης αυτής. Επομένως, η ενάγουσα τελούσε σε ουσιώδη νομική πλάνη για την νόμιμη προθεσμία των τεσσάρων μηνών από της επαγωγής σ’αυτήν της κληρονομίας, για την αποποίηση της κληρονομίας, όσο και για την επέλευση των νόμιμων συνεπειών από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, καθώς, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας(άρθρ.336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και τους κανόνες της λογικής, εάν γνώριζε περί αυτών, δεν είχε κανένα λόγο να μην προβεί στην εντός της νόμιμης προθεσμίας, αποποίηση της κληρονομίας. Μετά όμως την ενημέρωση που έλαβε από την Δ.Ο.Υ. σχετικά με τις οφειλές του θανόντος συζύγου της, την επαγωγή σ’ αυτήν των βαρών της κληρονομίας και της παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης, ήρθη η πλάνη της και άρχισε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1857 ΑΚ, εξάμηνη προθεσμία για την άσκηση της αγωγής για την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας. Την παρούσα αγωγή άσκησε η ενάγουσα την 27η-06-2022, όπως προκύπτει από την υπ’αριθμ. …….. Ε΄/27-06-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, που προσκομίζει και επικαλείται, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 1857 του ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ’όσον αποδείχθηκε η συνδρομή ουσιώδους πλάνης στο πρόσωπο της ενάγουσας, η συναγόμενη από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης πλασματική αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος στις 22-11-2021 συζύγου της, τυγχάνει ακυρωτέα. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε, ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβάσιμου, του περί του αντιθέτου δεύτερου λόγου της έφεσης, Κατόπιν αυτών και μη υφιστάμενου προς έρευνα, άλλου λόγου έφεσης, πρέπει η υπό κρίση έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατ’αποδοχήν σχετικού της αιτήματος  (άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ του Δημοσίου), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά  την έφεση και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ουσίαν.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει μειωμένα στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250€).

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 22α Ιουλίου 2026  και δημοσιεύθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου  2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους, τον δικαστικό πληρεξούσιο ΝΣΚ του εκκαλούντος και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εφεσίβλητης.

    Η   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ