ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 621/2026
(Γενικός Αριθμός Κατάθεσης Έφεσης: …./2026)
(Ειδικός Αριθμός Κατάθεσης Έφεσης: ……/2026)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ-ΑΝΑΚΟΠΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Γεώργιο Παντελίδη, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του τη 17-9-2026, για να δικάσει με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-ανακοπών την από 3-4-2026 υπό ΓΑΚ …/2026 και ΕΑΚ …../2026 έφεση κατά της οριστικής απόφασης υπ’ αριθ. 3655/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αντικείμενο ανακοπή και πρόσθετοι λόγοι ανακοπής κατά επιταγής προς πληρωμής παρά πόδας πρώτου απογράφου εκτελεστού διαταγής πληρωμής και αίτηση αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης και δη αναγκαστικού πλειστηριασμού δυνάμει έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ-ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) ……….. και 2) …………. οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ιωάννας Ράππου του Δημητρίου (ΑΜ ΔΣΑ ….), μέλους της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Β. ΣΙΟΥΦΑΣ, ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ» (Α.Μ. Δ.Σ.Π. ….), κατοίκου Πειραιώς, επί της οδού ……………, η οποία παραστάθηκε στη δίκη και κατέθεσε προτάσεις στη συζήτηση, προσκόμισε δε το υπ’ αριθ. …………../16-9-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Π.. .
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΚΑΘ’ Η ΑΙΤΗΣΗ-ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά τον Ν.4354/2015 με την επωνυμία «………..» και με διακριτικό τίτλο «……………», εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της …………, με ΑΦΜ …………. ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……………», εδρεύουσας στο ……… (με αριθ.μητρώου ……………. και διεύθυνση …………….), η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της οδού …………., με ΑΦΜ ……………. ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Γιαννακογιώργου του Χρήστου (ΑΜ ΔΣΑ …..), μέλους της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΓΙΑΝΝΑΚΟΓΙΩΡΓΟΥ–ΦΑΚΟΝΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Α.Μ. Δ.Σ.Α. …….), κατοίκου Αθηνών, επί της ……………., η οποία παραστάθηκε στη δίκη με την από 16-9-2026 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις στις 16-9-2026, προσκόμισε δε το υπ’ αριθ. …………../15-9-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Π..
Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν την από 27-3-2025 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ……../2025 ανακοπή τους και τους από 15-10-2025 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ ……/ΕΑΚ …../2025 πρόσθετους λόγους ανακοπής τους, που συνεκδικάσθηκαν κατά τη δικάσιμο της 27ης-10-2025, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. 5554/2025 παραπεμπτικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία παραπέμφθηκαν λόγω λειτουργικής αναρμοδιότητας προς εκδίκαση στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, επαναφέρθηκαν με την από 8-12-2025 υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ …./ΕΑΚ ……./2025 κλήση των ανακοπτόντων, συζητήθηκαν στη δικάσιμο της 20-1-2026 και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3566/2026 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που τις συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-ανακοπών και τις απέρριψε. Κατά της ως άνω εκκαλούμενης απόφασης παραπονούνται πλέον οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 3-4-2026 υπό ΓΑΚ …../2026 και ΕΑΚ ……./2026 έφεση, στρεφόμενη κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, την οποία άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 17-9-2026 και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο με αύξοντα αριθμό ….., ζητούν δε οι εκκαλούντες να γίνει δεκτή η έφεσή τους για όσους λόγους επικαλούνται σε αυτήν, η δε εφεσίβλητη ζητεί την απόρριψή της για όσους λόγους εκθέτει στις προτάσεις της και επιπλέον οι εκκαλούντες άσκησαν με τις προτάσεις τους αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα αναστολής κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ του επικείμενου αναγκαστικού ηλεκτρονικού πλειστηριασμού του ακινήτου, που έχει οριστεί στις 30-9-2026.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου με αύξοντα αριθμό ….., οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται ως άνω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και τις προτάσεις που κατέθεσαν στη συζήτηση.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 60 του Ν.4842/2021 «Ταχεία πολιτική δίκη, προσαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας για την ψηφιοποίηση της πολιτικής δικαιοσύνης, άλλες τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές επείγουσες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 190/13.10.2021), το Μέρος Α’ του οποίου υπό τον τίτλο «ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ» ισχύει από την 1.1.2022 κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 120 αυτού (και πριν τη θέση σε ισχύ του Ν.5221/2025, ΦΕΚ Α’ 133/28.7.2025), προστέθηκε εκ νέου το άρθρο 938 ΚΠολΔ, το οποίο έχει ως εξής: «1. Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686επ. 2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. 3. Στις προηγούμενες περιπτώσεις είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου. 4. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00′ το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. 5. Η αναστολή των παρ. 1 και 2 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής, ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου». Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ.6 περ. γ’ του ως άνω Νόμου «Το άρθρο 938 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με το άρθρο 60 του παρόντος, εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Με το νέο άρθρο 938 (το οποίο είχε καταργηθεί με τον Ν.4335/2015) επανήλθε περιορισμένα η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμούν οι ανακοπές των άρθρων 933 ή 936 κατά του κύρους εκτέλεσης, χωρίς διάκριση πλέον μεταξύ άμεσης και έμμεσης εκτέλεσης. Επί άμεσης εκτέλεσης η δυνατότητα τέτοιας αναστολής προβλεπόταν από το προϊσχύον άρθρο 937 §1 περ.γ΄. Έτσι, μετά την παραπάνω μερική επαναφορά του άρθρου 938, παρέχεται δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και επί έμμεσης εκτέλεσης, με μόνες ρητώς καθοριζόμενες εξαιρέσεις την κατάσχεση ακινήτων και κινητών που υπόκεινται σε φθορά. Επί κατασχέσεως ακινήτων εξακολουθεί να μην προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρο 938 §2), ήτοι δεν παρέχεται η δυνατότητα προσφυγής για τη χορήγηση της αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης στο αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Για την περίπτωση αυτή ορίζεται στην ίδια διάταξη ότι το δικαστήριο του ένδικου μέσου μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση κατόπιν αιτήσεως αυτού που το ασκεί, υποβαλλόμενη είτε με το δικόγραφο του ένδικου μέσου είτε με τις προτάσεις, ήτοι προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης της αίτησης αναστολής στο δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε και εκκρεμεί το ένδικο μέσο. Η αίτηση, όμως, αυτή, κατά την ως άνω διάταξη (938 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την προσθήκη της με το άρθρο 60 του Ν. 4842/2021) δύναται να υποβληθεί μόνο με το δικόγραφο του ενδίκου μέσου ή με τις επ’ αυτού προτάσεις και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο (ΤρΕφΑθ 205/2025, ΜΕφΠατρ 333/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, δε, όσον αφορά στο επιτρεπτό και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναστολής εκτέλεσης πλειστηριασμού ακινήτων, εάν η επιταγή προς εκτέλεση έχει επιδοθεί μέχρι την 31η.12.2021, εφαρμόζεται ευθέως η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 937 § 1 περ.β΄ ΚΠολΔ, οπότε η αίτηση παραδεκτά υποβάλλεται και με αυτοτελές δικόγραφο, ενώ, εάν η επιταγή προς εκτέλεση έχει επιδοθεί μετά την 1η.1.2022, τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά η νέα διάταξη του άρθρου 938 § 2 ΚΠολΔ (όπως προστέθηκε με το άρθρο 60 του Ν. 4842/2021), οπότε η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά μόνο με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις (ΜΕφΑθ 21/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με τις εκεί περαιτέρω παραπομπές). Το άρθρο 938 ΚΠολΔ τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 107 του Ν.5221/2025 και η παρ. 2 αυτού, που αφορά στην αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης επί κατάσχεσης ακινήτων και ενδιαφέρει εν προκειμένω, διαμορφώθηκε ως εξής: «2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με ιδιαίτερο δικόγραφο, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση». Κατά την άνω τροποποίηση επί κατάσχεσης ακινήτου προβλέπεται πλέον η άσκηση της αίτησης αναστολής από τον ασκήσαντα ένδικο μέσο με ιδιαίτερο δικόγραφο και όχι με το δικόγραφο του ενδίκου μέσου ή με τις επ’ αυτού προτάσεις. Πλην όμως, όπως ρητά ορίζεται στην παρ.7 του άρθρου 126 του Ν.5221/2025 («μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις»), οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του, ήτοι και αυτή του άρθρου 938 ΚΠολΔ, εφαρμόζονται για όσες επιταγές προς εκτέλεση επιδοθούν από την 1η-1-2026 και εφεξής. Τέλος, η αίτηση αναστολής διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ, τόσο ως προς τις ουσιαστικές όσο και ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις και όχι από τις γενικές διατάξεις περί ασφαλιστικών μέτρων και, ειδικότερα, αυτής του άρθρου 731 ΚΠολΔ περί προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, αντίθετη δε θέση θα καθιστούσε τη διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ άνευ αντικειμένου (για όλα τα ανωτέρω ΜΕφΘεσ 1369/2025 αδημ. στον νομικό τύπο, βλ. σχετ. Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τ. I, 2000, υπό τα άρθρα 731 – 732, αριθ. 5, Ζητήματα από το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν.4335/2015, Ε.Σ.ΔΙ., Σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών της 1.12.2015).
Η υπό κρίση από 3-4-2026 και υπό ΓΑΚ …./2026 και ΕΑΚ ……./2026 έφεση κατά της οριστικής απόφασης υπ’ αριθ. 3655/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε την από 27-3-2025 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ………../2025 ανακοπή τους και τους από 15-10-2025 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ……./ΕΑΚ……../2025 πρόσθετους λόγους ανακοπής τους κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. 5554/2025 παραπεμπτικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία παραπέμφθηκαν λόγω λειτουργικής αναρμοδιότητας προς εκδίκαση στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, επαναφέρθηκαν με την από 8-12-2025 υπ’αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ…../ΕΑΚ………./2025 κλήση των ανακοπτόντων, εκδοθείσα της υπ’ αριθ. 3566/2026 οριστικής απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που τις συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-ανακοπών και τις απέρριψε, έχει ασκηθεί (η έφεση) νομότυπα και εμπρόθεσμα (κατάθεση στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 6-4-2026 κα’ άρθρο 495 ΚΠολΔ, ως διαμορφώθηκε και ισχύει από 1-1-2026 μετά τον Ν.5221/2025 δυνάμει των άρθρων 42 και 168 παρ.3 του ιδίου νόμου, ΦΕΚ Α΄133/28-7-2025), εντός της γνήσιας 30νθήμερης προθεσμίας του νόμου, καθώς η επίδοση της εκκαλουμένης που περάτωσε τη δίκη στον πρώτο βαθμό έγινε νομίμως στις 8-4-2026 με παραλαβή από τον αρμόδιο υπάλληλο της εφεσίβλητης (………….), λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της από τη διεύθυνση της έδρας της, κατ’ άρθρα 126, 127, 129, 136 ΚΠολΔ (βλ. υπ’ αριθ. ………..΄/8-4-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….), το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητείται από την πλευρά της εφεσίβλητης, και φέρεται παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 19, 495 §§1-2, 500, 511, 513 §1β΄, 516 §1, 517, 518 §1, 520, 521, 522, 524, 525, 526, 529, 533, 534, 535 §1, 536 ΚΠολΔ, συντρέχοντος εννόμου συμφέροντος των εκκαλούντων που ήταν ηττηθέντες στην πρωτοβάθμια δίκη, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων έφεσης (ΚΠολΔ 532, 533 §1), κατά την ίδια ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (διαφορών από ανακοπή), των άρθρων 591επ., 614 αριθ.8 ΚΠολΔ, ενόψει και του ότι κατατέθηκε το απαιτούμενο, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικ. με το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 με έναρξη ισχύος από 16-9-2024 σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του αυτού νόμου, παράβολο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης εκ μέρους των εκκαλούντων, ποσού 100 ευρώ (βλ. σχετ. αντίγραφο του υπ’ αριθ. ………. e-παραβόλου του Ελληνικού Δημοσίου και της e-παράβολο βεβαίωσης πληρωμής με κάρτα). Σημειωτέον ότι με το δικόγραφο των προτάσεων των εκκαλούντων κατά τη συζήτηση παραδεκτώς και νομίμως σωρεύεται, προς εκδίκαση με την ως άνω έφεση, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης και δη του αναγκαστικού ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που επισπεύδεται δυνάμει της υπ’ αριθ. …./26-1-2026 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και έχει οριστεί να διενεργηθεί στις 30-9-2026 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …………, έως της έκδοσης οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης έφεσης, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε μετά την προσθήκη του με τα άρθρα 60 και 120 του Ν.4842/2021 με έναρξη ισχύος από 1-1-2022 και εφαρμοστέου όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά από την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 116 παρ.6γ΄ αυτού νόμου, και πριν την εκ νέου τροπ. του με τα άρθρα 107 και 168 παρ.3 του Ν.5221/2025, ΦΕΚ Α΄ 133/28-7-2025 (με έναρξη ισχύος από 1-1-2026 και για όσες διαδικασίες εκτέλεσης επισπεύδονται με βάση επιταγή προς εκτέλεση έκτοτε και εφεξής).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν την από 27-3-2025 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ……/2025 ανακοπή τους και τους από 15-10-2025 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ……/ΕΑΚ………../2025 πρόσθετους λόγους ανακοπής τους, με τις οποίες ζητούσαν για τους αναφερόμενους επιμέρους λόγους ανακοπής τους να ακυρωθεί η από 26-2-2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού υπ’ αριθ. ……/1999 της με αριθμό ………/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και οι οποίες συνεκδικάσθηκαν στη δικάσιμο της 27ης-10-2025, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. 5554/2025 παραπεμπτικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας παραπέμφθηκαν τα δικόγραφά τους λόγω λειτουργικής αναρμοδιότητας προς εκδίκαση στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, επαναφέρθηκαν δε με την από 8-12-2025 υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ…………/ΕΑΚ…../2025 κλήση των ανακοπτόντων, συζητήθηκαν στη δικάσιμο της 20-1-2026 και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3566/2026 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-ανακοπών και τα απέρριψε, καταδικάζοντας τους ανακόπτοντες-εκκαλούντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητης ποσού 4.900 ευρώ.
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονούνται πλέον ως ηττηθέντες οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 3-4-2026 υπό ΓΑΚ ……/2026 και ΕΑΚ ………./2026 έφεσή τους, στρεφόμενη κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, την οποία άσκησαν και προσδιορίστηκε στη δικάσιμο της 17-9-2026 ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, για τους περιεχομένους σε αυτήν λόγους έφεσης, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, βάσει των οποίων κατέτεινε στην έκδοση της εκκαλουμένης, απορρίπτοντας στο σύνολό της την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής, ενώ έπρεπε να τα είχε κάνει δεκτά, εάν ορθά είχε εφαρμόσει τον νόμο και εκτιμήσει τις αποδείξεις. Με βάση δε τους λόγους έφεσης, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, οι εκκαλούντες ζητούν να γίνει δεκτή η έφεσή τους τυπικά και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαιά της, ώστε εν συνεχεία να γίνει δεκτή η ως άνω ανακοπή τους και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι ανακοπής τους, κατά παραδοχή των οικείων λόγων έφεσής τους, να ακυρωθεί στο σύνολό της η από 26-2-2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού υπ’ αριθ. …../1999 της με αριθμό ……/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τέλος, να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στην πληρωμή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Αναφορικά δε με τους λόγους έφεσης που πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση από την επισκόπησή τους ως άνω κρίνονται παραδεκτοί και νόμιμοι και πρέπει να εξεταστούν, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους. Ειδικότερα:
Περαιτέρω, αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τη διάταξη του άρθρου 925 παρ.1 ΚΠολΔ και απέρριψε τον τέταρτο λόγο ανακοπή τους με την εκκαλουμένη, τον οποίο επαναφέρουν στην παρούσα δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επειδή έκρινε ότι η δημοσιότητα της σύμβασης πώλησης και της σύμβασης διαχείρισης που η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη δημοσίευσε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (σχετ. 7α και 7β της συγκοινοποιούμενης στους ανακόπτοντες από 26-2-2025 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού υπ’ αριθ. …../1999 της υπ’ αριθ. …/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) είναι αρκετή για την ενεργητική νομιμοποίησή της στην επίσπευση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη του επικείμενου αναγκαστικού ηλεκτρονικού πλειστηριασμού του ακινήτου τους, παραβλέποντας το γεγονός ότι στις διαδοχικές πωλήσεις του χαρτοφυλακίου που εν τέλει απέκτησε η δικαιοπάροχος της αλλοδαπής δικαιούχου της απαίτησης εταιρείας ειδικού σκοπού και μη διαδίκου με την επωνυμία «……….», διαχειρίστρια της οποίας είναι η καθ’ ης, εταιρεία με την επωνυμία «………..», παρεμβάλλεται και τρίτο νομικό πρόσωπο, ήτοι η εταιρεία με την επωνυμία «………..» που σύμφωνα με την ίδια τη βεβαίωσή της (σχετ. 9 της συγκοινοποιούμενης στους ανακόπτοντες από 26-2-2025 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού υπ’ αριθ. …./1999 της υπ’ αριθ. …../1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) δεν είχε το χαρτοφυλάκιο στο οποίο ανήκε και το επίδικο δάνειο, συνακόλουθα και την επίδικη απαίτηση, βάσει της οποίας επισπεύδεται εναντίον τους η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ότι αυτή ανήκε στην εταιρεία με την επωνυμία «………….», σύμφωνα και με την από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης (σχετ. 8 της συγκοινοποιούμενης στους ανακόπτοντες από 26-2-2025 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού υπ’ αριθ. …/1999 της υπ’ αριθ. ……/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), η οποία πρόκειται για μια διαφορετική εταιρεία (από την «………….»), πλην όμως δεν τους κοινοποίησε την εν λόγω σύμβαση, αλλά μια άσχετη προς την απαίτηση σύμβαση που δεν έχει σχέση με την επίδικη σύμβαση δανείου και τη σύμβαση εγγύησης, επισπεύδοντας έτσι μια άκυρη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατ αυτών, αρκούμενη εν τέλει η εκκαλουμένη στην προσκομιδή της βεβαίωσης καταχώρισης της περίληψης στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 καθώς και των αποσπασμάτων καταλόγου από την καταχώρηση στα βιβλία του Ν2844/2000, παραβλέποντας ότι η αναγκαία αδιάκοπη σειρά των μεταβιβάσεων για τη συνεχή διαδοχή από τη μία τράπεζα στην άλλη μέχρι και την προαναφερόμενη τελική δικαιούχο της επίδικης απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία με την οποία συμβλήθηκε ως διαχειρίστρια η καθ’ ης, δεν αποδεικνύεται από τα συγκοινοποιούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα, καταλήγοντας στη συνδρομή της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης διαχειρίστριας για την επίδικη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης αντί να διαγνώσει την έλλειψή της, υποπίπτοντας έτσι σε σφάλμα, αιτούμενοι (οι εκκαλούντες) την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για τον λόγο αυτόν. Με αυτό το περιεχόμενο, ο συγκεκριμένος λόγος έφεσής τους, ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν βάσιμος, διότι από την επισκόπηση των σχετικών επικαλούμενων εγγράφων εκ μέρους των εκκαλούντων και από το σκεπτικό της εκκαλουμένης αποδεικνύονται τα εξής: Με την υπ’ αριθ. …./1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, μεταξύ άλλων φυσικών και νομικών προσώπων, και σε βάρος των εδώ εκκαλούντων-ανακοπτόντων, μετά από αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………..», οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην αιτούσα τη διαταγή πληρωμής το σε δραχμές ισάξιο του ποσού των δολαρίων ΗΠΑ τριακοσίων χιλιάδων πλέον των νομίμων τόκων από 14-2-1998, τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων κατά το άρθρο 12 του Ν.2601/1998 σε συνδυασμό με το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ, μέχρι την εξόφληση, με την επίσημη τιμή του δολαρίου ΗΠΑ κατά τον χρόνο εξόφλησης, όπως αυτή θα προκύψει από το δελτίο μέσης τιμής [fixing] δολαρίου ΗΠΑ της Τράπεζας της Ελλάδος, πλέον του αναλογούντος ΕΦΤΕ, καθώς και της εισφοράς του Ν.128/75, καθώς και δικαστικών εξόδων. Με την από 26-2-2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού υπ’ αριθ. …../1999 της υπ’ αριθ. …../1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην εφεσίβλητη-καθ’ ης η ανακοπή το εν λόγω ποσό, νομιμοτόκως, πλέον επιδικασθείσας με αυτήν δικαστικής δαπάνης. Η καθ’ ης τους συγκοινοποίησε με αυτήν, κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ, και τα κάτωθι νομιμοποιητικά έγγραφα, μεταξύ δε άλλων και τα υπ’ αριθ. 7, 8 και 9 όπως εκτίθενται στο σκεπτικό της εκκαλούμενης, ήτοι: η υπ’ αριθ. 66/3/26-3-2013 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία εγκρίθηκε η απόκτηση από το πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «……………» στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων “……………”, “………….” και “………”, η από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, με συνημμένη την επίσημη μετάφρασή της από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία «…………..», ως πωλήτριας, και της εταιρείας με την επωνυμία «………..», ως αγοράστριας και την από 31-1-2025 βεβαίωση της εταιρίας “…………”, η οποία εκδόθηκε με βάση το τηρούμενο σε αυτή αρχείο, σύμφωνα με την οποία η επίδικη απορρέουσα από την από 15-2-1995 δανειακή σύμβαση απαίτηση μεταβιβάστηκε δυνάμει της από 26-3-2013 σύμβασης του υπ’ αριθ. 97 διατάγματος και της υπ’ αριθ. 66/2013 απόφασης της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω ειδικής διαδοχής από την αρχική δικαιούχο τράπεζα “……………..” προς την Τράπεζα Πειραιώς, καθώς επίσης και τα έγγραφα υπ’ αριθ.20, 21, 22, 23, 24, όπως αναφέρονται ειδικότερα στο σκεπτικό της εκκαλουμένης, ήτοι: η υπ’ αριθ. 62/17-3-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. και με αριθμό …. περίληψης της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία «………..» και της εταιρείας με την επωνυμία «……….» (…………..), που εδρεύει στο ………… (υπ’ αριθ. μητρώου ………., δ/νση ………………) και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του Ν.3156/2003, των άρθρων 455επ. ΑΚ, με την οποία η ως άνω τράπεζα μεταβίβασε στην ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού- δικαιούχο χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων ή/και πιστώσεων, καθώς και ακριβές φωτοτυπικό αντιγράφου εκ του παραρτήματος υπ’ αριθ. πρωτ. …/17-3-2021, από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν.2844/2000 στον τόμο .. και α/α …, στο οποίο αναφέρεται η επίδικη σύμβαση μεταξύ των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων με α/α…….., η υπ’ αριθ. πρωτ. …../17-3-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. και αριθμό .. περίληψης της από 16-3-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “………..” και της διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία “………………»”, η υπ’ αριθ. …../29.07.21 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. και με αριθμό ….., σύμφωνα με την οποία, δυνάμει του από 11-6-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των ανωτέρω εταιρειών συμφωνήθηκε η λύση της ως άνω από 16-32021 σύμβασης διαχείρισης, την υπ’ αριθ. 290/29-7-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στο τόμο …. και με αριθμό ….. περίληψης της από 11-6-2021 νέας σύμβασης διαχείρισης μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…………..” και της εταιρείας με την επωνυμία “……..”, καθώς και το από 11-6-2021 πληρεξούσιο προς την ανωτέρω διαχειρίστρια, στην αγγλική και σε ακριβή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, την υπ’ αριθ. πρωτ. …../24-11-2022 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, που καταχωρήθηκε στον τόμο … και αριθμό ……, με την οποία σημειώθηκε η δυνάμει της από 24-11-2022 σύμβασης συμπλήρωσης μεταβολή στην ανωτέρω από 16-3-2021 σύμβαση διαχείρισης και ειδικότερα συμπληρώθηκε το κεφάλαιο 2 (συμβατικοί όροι) του εντύπου δημοσίευσης της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που δημοσιεύτηκε τη 17-3-2021 υπ’ αριθ. πρωτ. …./17-3-2021 και καταχωρήθηκε στο βιβλίο του Ν.2844/2000 στον τόμο … α/α …, και συγκεκριμένα οι παράγραφοι α (νόμισμα και ποσό της αμοιβής διαχείρισης) και δ (περίληψη των εξουσιών του διαχειριστή απαιτήσεων), κατά τα οριζόμενα σε αυτήν στοιχεία και ιδίως ως προς το εύρος των εξουσιών του διαχειριστή, ενώ ως προς τις υπό διαχείριση απαιτήσεις που ανέλαβε η ως άνω διαχειρίστρια γίνεται παραπομπή στο χαρτοφυλάκιο που μεταβιβάστηκε στην εταιρεία “……….», όπως αυτό καταχωρήθηκε στο παράρτημα του υπ’ αριθ. πρωτ. …./17-3-2021 εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων, την υπ’ αριθ. πρωτ. …../24-11-2022 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….. και αριθμό …. της μεταβολής που επήλθε, δυνάμει της από 24-11-2022 σύμβασης συμπλήρωσης μεταξύ της “………” και της “………….”, στο έντυπο δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του Ν.3156/2003 που δημοσιεύτηκε τη 17-3-2021 υπ’ αριθ. πρωτ. ……/17-3-2021 και καταχωρήθηκε στο βιβλίο του Ν.2844/2000 στον τόμο … α/α. …. και δυνάμει αυτής συμπληρώθηκε η παρ.1 ως προς τη γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και του κεφαλαίου 3 ως προς τον τύπο των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων της ενότητας Α, ενώ κατά τα λοιπά, ως προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, γίνεται παραπομπή στο παράρτημα του υπ’ αριθ. πρωτ. ……/17-3-2021 εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων. Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει η αναγκαία αδιάκοπη συνεχής διαδοχή των μεταβολών που επήλθαν αναφορικά με την πώληση και τη μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης, καθώς και αναφορικά με την ανάθεση της διαχείρισης αυτής, με τη σημείωση ότι οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται ότι έλαβαν χώρα άλλες μη αναφερόμενες μεταβολές ως προς τις οποίες δεν προσκομίσθηκαν τα αντίστοιχα νομιμοποιητικά έγγραφα. Πράγματι, από τα ίδια ως άνω έγγραφα που συγκοινοποιήθηκαν στους εκκαλούντες-ανακόπτοντες με την επιταγή προς πληρωμή προκύπτει ότι κατά τον χρόνο κοινοποίησής της η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “……..” ήταν δικαιούχος της επίδικης απαίτησης που αναφέρεται ρητά στο δημοσιευθέν στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών παράρτημα υπ’ αριθ. πρωτ. …/17-3-2021, στον τόμο … και α/α …, την οποία απέκτησε, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, από την εταιρεία με την επωνυμία «………….» στην οποία είχε επανεκχωρηθεί η επίδικη απαίτηση από την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…………………..” (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. …/10-3-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … και με αριθμό …), σύμφωνα με το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του παραρτήματος υπ’ αριθ. πρωτ. …./10-3-2021 που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ν.2844/2000 στον τόμο .. και α/α …. Στην τελευταία εταιρεία ειδικού σκοπού είχε περιέλθει η επίδικη απαίτηση, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. ……/16-9-2019 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, τόμος …, αριθ……) από την “………”, ενώ από τα ανωτέρω ιδίως, μεταξύ άλλων, συγκοινοποιηθέντα έγγραφα προκύπτει επιπλέον ότι η τελευταία εταιρεία τυγχάνει ειδική διάδοχος της “………….”, όπως μετονομάσθηκε η “………”, καθολικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου-αιτούσας την επίδικη διαταγή πληρωμής εταιρείας με την επωνυμία “…………..”, όπως είχε μετονομασθεί η εταιρεία με την επωνυμία “……….”, η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε “………..”. Εξ αυτών προκύπτει πλήρως η αδιάκοπη διαδοχή στην πώληση και μεταβίβαση μεταξύ των δικαιούχων εταιρειών της επίδικης απαίτησης, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επικαλούμενο τα ανωτέρω ιδίως έγγραφα. Από τα ίδια ως άνω συγκοινοποιούμενα με την επιταγή προς πληρωμή στους εκκαλούντες-ανακόπτοντες έγγραφα προκύπτει ότι η καθ’ ης τυγχάνει διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης, δυνάμει της από 11-6-2021 σύμβασης διαχείρισης που συνήψε με την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “………..” (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. …./29-7-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στο τόμο … και με αριθμό …..), σε συνδυασμό με την από 24-11-2022 σύμβαση συμπλήρωσης της διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία, ως προς τις προς διαχείριση απαιτήσεις που ανέλαβε η καθ’ ης, παραπέμπει στο σύνολο των μεταβιβαζόμενων στην ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού απαιτήσεων που περιγράφονται στο συνημμένο του υπ’ αριθ. πρωτ. …../17-3-2021 εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων παράρτημα, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται αναμφίβολα η επίδικη απαίτηση. Συνακόλουθα, η καθ’ ης ως διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης, βάσει της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση και δη ο πλειστηριασμός της 30-9-2026 επί του κατασχεθέντος ακινήτου των εκκαλούντων-ανακοπτόντων, έχει την ενεργητική νομιμοποίηση προς τούτο, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη. Έτσι όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ ούτε τις αποδείξεις εσφαλμένα εκτίμησε. Τούτο δε, διότι με το δικόγραφο της ανακοπής και δη τον τέταρτο λόγο ανακοπής αυτού προβλήθηκε κατ’ ουσίαν ότι γεννάται ζήτημα εάν η συγκεκριμένη επίδικη απαίτηση περιεχόταν στη σύμβαση πώλησης, μεταβίβασης και απόκτησης του χαρτοφυλακείου από την “……….” προς την “………..”, χωρίς όμως να προβάλλεται συγκεκριμένα και ο λόγος ανακοπής ότι δε συγκοινοποιήθηκε στους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες το έγγραφο της πώλησης και μεταβίβασης της επίδικης απαίτησης από την εταιρεία “……….” προς την εταιρεία “……….”, όπως συνάγεται από την επικαλούμενη εκ μέρους της καθ’ ης από 31-1-2025 βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση το τηρούμενο σε αυτή αρχείο, σύμφωνα με την οποία η επίδικη απορρέουσα από την από 15-2-1995 δανειακή σύμβαση απαίτηση μεταβιβάστηκε δυνάμει της από 26-3-2013 σύμβασης του υπ’ αριθ. 97 διατάγματος και της υπ’ αριθ. 66/2013 απόφασης της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω ειδικής διαδοχής από την αρχική δικαιούχο τράπεζα “………..” προς την Τράπεζα Πειραιώς. Αυτό προβάλλεται ειδικότερα το πρώτο με την ασκηθείσα εκ μέρους τους και κρινόμενη έφεση. Σε κάθε δε περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε όλα τα ανωτέρω έγγραφα και ήχθη ορθά στην ουσιαστική κρίση του για την αδιάκοπη σειρά διαδοχής στη μεταβίβαση των απαιτήσεων μέχρι και την τελική δικαιούχο εταιρεία “………..”, η οποία συνήψε την επίδικη σύμβαση διαχείρισης με την καθ’ ης, εκ της οποίας προκύπτει η ενεργητική νομιμοποίησή της στην επίσπευση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και του επικείμενου πλειστηριασμού του ως άνω κατασχεθέντος ακινήτου των ανακοπτόντων, διότι αναφορικά με τη μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης από την “…………” προς την εταιρεία “……………..” βεβαιώνεται τόσο από την υπ’ αριθ. 66/3/26-3-2013 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία εγκρίθηκε η απόκτηση από την «…………..» στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων “………” και “……………”, όσο και από την προαναφερόμενη από 31-1-2025 βεβαίωση από το τηρούμενο αρχείο της καθ’ ης, σύμφωνα με την οποία η επίδικη απαίτηση μεταβιβάστηκε δυνάμει της από 26-3-2013 σύμβασης του υπ’ αριθ. 97 διατάγματος και της υπ’ αριθ. 66/2013 απόφασης της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω ειδικής διαδοχής από την αρχική δικαιούχο τράπεζα “………..” προς την ……….. Συνεπώς, δεν προέκυψε κενό στη διαδοχή μεταξύ των δικαιούχων επί της επίδικης απαίτησης μέχρι την απόκτησή της από την τελική δικαιούχο εταιρεία “………”, η οποία δεν αμφισβητείται έτσι στην πραγματικότητα, ούτε από τους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες, ότι κατέστη ειδική διάδοχος και επ’ αυτής, όπως και για το σύνολο των απαιτήσεων από την …………, η οποία επίσης είχε αποκτήσει την επίδικη απαίτηση, όπως με τα προαναφερόμενα (υπ’ αριθ. 7 και 9 στο σκεπτικό της εκκαλούμενης) έγγραφα βεβαιώθηκε, δίχως αμφιβολία. Τα δε αναφερόμενα περί έλλειψης συγκοινοποίησης της επίδικης σύμβασης μεταξύ των δικαιούχων “………….” και …………., τα οποία για πρώτη φορά προβάλλονται στην έφεσή τους, δεν πλήττουν ούτε θέτουν εν αμφιβόλω το γεγονός της μεταβίβασης της επίδικης απαίτησης μεταξύ τους και με αδιάκοπη σειρά δικαιούχων μέχρι την τελική δικαιούχο εταιρεία “……….”, το οποίο βεβαιώνεται αξιόπιστα με τα προαναφερόμενα έγγραφα και ιδίως αυτό της υπ’ αριθ. 66/2013 απόφασης της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος. Η εταιρεία “………….” αποδείχθηκε ότι ήταν η δικαιούχος της επίδικης απαίτησης και η καθ’ ης η διαχειρίστρια αυτής, νομίμως, δυνάμει των ανωτέρω μεταβιβάσεων που έλαβαν χώρα από την αρχή μέχρι και τον επίδικο χρόνο που επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των εκκαλούντων-ανακοπτόντων και πιστοποιείται από τη σειρά των εγγράφων που συγκοινοποιήθηκαν σε αυτούς με την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση, τόσο αναφορικά με τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, όσο και με τη σύμβαση διαχείρισης, οι οποίες νομίμως καταχωρήθηκαν και στα ειδικά βιβλία του νόμου που παράγουν και την απαραίτητη δημοσιότητα (ΜΕφΑθ 3509/2025 & 3511/2025 αδημ. στον νομικό τύπο). Οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες δε συνδέουν έννομο συμφέρον ή δικονομική βλάβη για την έλλειψη που επικαλούνται, όψιμα, με τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης, αφού μάλιστα από τα προαναφερόμενα αναλυτικώς έγγραφα αποδεικνύεται η πληρότητα στη μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης και εν τέλει η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης, η οποία αναμφίβολα είναι διαχειρίστρια, με βάση σύμβασή της με τη δικαιούχο της απαίτησης “………”, κάτι δεν αμφισβητείται ότι έλαβε χώρα και τους γνωστοποιήθηκε ως άνω, η οποία “……….” απέκτησε την επίδικη απαίτηση, μαζί με άλλες απαιτήσεις, από τις προαναφερόμενες δικαιοπαρόχους της διαδοχικά, τη δε συγκεκριμένα όχι από την …….., αλλά από την “……………..”, όπως βεβαιώνεται κατά τα προδιαλαμβανόμενα, τα δε σχετικά έγγραφα υπ’ αριθ. 8 και 9 στο σκεπτικό της εκκαλουμένης δεν είναι αντιφατικά, αλλά εκτιμώνται συμπληρωματικά μεταξύ τους και επιβεβαιώνουν συγκεκριμένα την απόκτηση της επίδικης απαίτησης από τη “…………….” και μάλιστα διευκρινιστικά εκ μέρους της ίδιας της καθ’ ης, ώστε ουδόλως εμφανίζεται κενό στην ουσιαστική κρίση επί της μεταβίβασης της επίδικης απαίτησης και δεν πλήττεται εν τέλει με όσα επικαλούνται οι εκκαλούντες η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης, η οποία επιβεβαιώνεται πλήρως από τα επικαλούμενα ως άνω υπ’ αριθ. 20, 21, 22, 23, 24 συγκοινοποιούμενα έγγραφα και τα αναλυτικώς αναφερόμενα το σκεπτικό της εκκαλουμένης, η οποία διαθέτει την αναγκαία πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τούτο, εκτιμώντας συνολικά τα προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία και συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή προς εκτέλεση στους ανακόπτοντες και δεν προκύπτει παραβίαση στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (ΚΠολΔ 925 παρ.1) ούτε πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων ως αβάσιμων όλων των προβαλλομένων περί του αντιθέτου ισχυρισμών τους. Ορθώς επομένως η εκκαλουμένη απέρριψε τον τέταρτο λόγο ανακοπής κατά τα προαναφερθέντα σκέλη αυτού ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Μετά ταύτα, ο υπό κρίση πρώτος λόγος έφεσης που συνδέεται από τους εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγος ανακοπής τους πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ.1 ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων τυγχάνει ορισμένο δηλαδή εκκαθαρισμένο και τούτο (=εκκαθαρισμένο) συντρέχει όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1690/2025, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 2210/2013, ΑΠ 653/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η διαταγή πληρωμής, η οποία καταρτίζεται εγγράφως και αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό, χωρίς να είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται, μεταξύ άλλων στοιχείων, να μνημονεύει το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί. Στη διαταγή πληρωμής που εκδίδεται βάσει σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, η οποία καταγγέλθηκε πριν από τη λήξη της ότι καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση παροχής τοκοχρεωλυτικού δανείου, ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στο σύνολό του ή τμηματικά στον δανειολήπτη και ότι ο τελευταίος καθυστέρησε την καταβολή κάποιας τοκοχρεωλυτικής δόσης, λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε η σύμβαση. Επιπλέον, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του είδους των τόκων (π.χ. συμβατικών ή υπερημερίας) σε συσχετισμό με το κεφάλαιο και το χρονικό διάστημα είναι αρκετή, ώστε ο οφειλέτης να είναι σε θέση να παρακολουθήσει και αντιληφθεί τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η οφειλή, ώστε να μπορεί να τα ελέγξει και να αντιτάξει την άμυνά του (ΑΠ 1690/2025, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1825/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1512/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το εκκαθαρισμένο της απαίτησης αφορά μόνο στην κυρία απαίτηση και όχι στα παρεπόμενα της ποσά, όπως είναι οι τόκοι, και πρέπει να συνάγεται από τον τίτλο ότι βαρύνουν τον οφειλέτη, αφού όλα τους ανάγονται στο μέλλον, με συνέπεια να είναι άγνωστο κατά την έκδοση αυτής σε ποιο ύψος τελικά θα ανέλθουν και αν ακόμα θα υπάρξουν. Η μη αναφορά στην επιταγή προς πληρωμή του αριθμητικού ποσοστού του επιτοκίου δεν την καθιστά αόριστη, εφόσον αυτή αναφέρει το είδος του τόκου που ζητείται, το κεφάλαιο και το χρονικό διάστημα, καθώς ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας γίνεται βάσει του κεφαλαίου και του συμφωνηθέντος επιτοκίου ή του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου υπερημερίας και εναπόκειται η διενέργεια μαθηματικού υπολογισμού διά την εξεύρεση του ποσού των τόκων υπερημερίας (ΑΠ 793/1999). Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται, καθόσον το μεν κεφάλαιο είναι δεδομένο, τα δε νόμιμα επιτόκια είναι καθορισμένα με τους νόμους, τις πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και επομένως, το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής (ΠολΠρΡοδ 10/2025 ΤΝΠ NOMOS), ενώ το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και για το κυμαινόμενο συμβατικό επιτόκιο, το οποίο καθορίζεται, με βάση το επιτόκιο διατραπεζικών δανείων σε ευρώ τρίμηνης διάρκειας, το οποίο είναι γνωστό, από το τραπεζικό ίδρυμα και δημοσιεύεται στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο (ΑΠ 1690/2025 ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 1006/2022 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 1346/2022 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 196/2020 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 1202/2018 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 2210/2013, ΑΠ 653/2013, ΜΕφΑνΚρ 38/2026 ΤΝΠ NOMOS, ΕφΠειρ 215/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 293 εδ.β΄ ΑΚ, το ποσοστό του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται από τον νόμο σε συγκεκριμένο ποσοστό, έπεται ότι δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδικάσεως ορισμένης ποσότητας χρημάτων, που αποτελείται από κεφάλαιο και τόκους υπερημερίας, οι οποίοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσοστό, μπορούν όμως ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος (ΠολΠρΛαμ 2/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟS). Μάλιστα, δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται ούτε οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι (ΑΠ 1048/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟS) ούτε το ακριβές ποσό των οποιωνδήποτε τόκων (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 330/2012, ΤρΕφΑνΚρ 21/2026, όλες σε ΤΝΠ NOMOS), αρκεί στο ποσό να προστίθενται, αν υπάρχει σχετικό αίτημα, και οι τόκοι, όχι όμως με τον συνυπολογισμό του ορισμένου ποσού αυτών, αλλά με την προσθήκη της λέξεως “νομιμότοκα” και του προσδιορισμού του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας, καθώς και του είδους του επιτοκίου, ήτοι εάν πρόκειται για συμβατικό ή νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 852/2023 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 1048/2022 ΤΝΠ NOMOS).
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες επαναφέρουν στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη τους δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής τους -όπως περιορίζονται με τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης κατά το περιεχόμενό τους και με βάση το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ- πλήττοντας την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία τους απέρριψε ως μη νόμιμους και παραπονούνται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τη διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολΔ με την απόρριψής τους, ισχυριζόμενοι ότι έσφαλε, επειδή παρείδε ότι το επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί στην επίδικη σύμβαση δανείου ήταν Libor (London Interbank Offered Rate), ήτοι το διατραπεζικό επιτόκιο του Λονδίνου, οι δε τράπεζες πλέον του Libor χρέωναν και με το λεγόμενο περιθώριο Μargin, το οποίο τόσο για το ομαλό συμβατικό επιτόκιο, όσο και για το επιτόκιο υπερημερίας διέφερε μεταξύ των τραπεζών και των δανείων, όντας 2% για την κανονική τοκοφορία και επιπλέον 2% για την περίπτωση υπερημερίας, ήτοι 4%, οπότε για να προσδιοριστεί ο αξιούμενος τόκος θα έπρεπε να προσδιορίζεται ποιο ήταν το Libor στην έναρξη κάθε εξαμηνιαίας περιόδου τοκοφορίας, στο οποίο να προστίθεται το περιθώριο υπερημερίας και έτσι να γίνεται σε κάθε νέα εξαμηνιαία περίοδο τοκοφορίας και ο τόκος αυτής της περιόδου να προστίθεται στον ανατοκισθέντα τόκο και να ανατοκίζεται ξεχωριστά από το κεφάλαιο με τον τόκο υπερημερίας για τον υπολογισμό του οποίου πρέπει να προσδιορίζεται το Libor της αρχής της περιόδου τοκοφορίας και να προστίθεται στο Libor το περιθώριο υπερημερίας και αυτός ο τόκος υπερημερίας να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, ενώ επιπλέον ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη αγνόησε την παύση των επιτοκιακών δεικτών για το Libor σε δολάριο των ΗΠΑ οριστικά μετά την 1-7-2023 με βάση την Απόφαση της Αρχής Χρηματοπιστωτικής Συμπεριφοράς του Ηνωμένου Βασιλείου, με την οποία ανακοινώθηκε στις 5-3-2021 ότι θα παύσει να υποχρεώνει τις τράπεζες να συνεχίσουν να συνεισφέρουν δεδομένα για τον υπολογισμό του επιτοκιακού δείκτη Libor σε όλα τα νομίσματα, σταδιακά μέχρι τις 30-6-2023 και ότι υπολογισμός τόκων με βάση επιτόκιο από το 2023 και εφεξής είναι ανεδαφικός. Βάσει αυτών, παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη πάσχει επειδή η καθ’ ης επισπεύδει την εκτέλεση για μια μη εκκαθαρισμένη απαίτηση, αφού το επιτόκιο δεν μπορεί να καθορισθεί και δεν αναφέρονται κατά ποσό ορισμένοι οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι, τους οποίους ζητεί γενικώς και αορίστως έναντι των εκκαλούντων-ανακοπτόντων, επομένως, καταλήγει στο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά τον νόμο και δη τη διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολΔ, καθόσον από την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση δεν προέκυπτε με ακρίβεια η ποσότητα της αιτούμενης παροχής και όφειλε να κάνει δεκτούς τους δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής και να ακυρώσει την επιταγή, πλην όμως, εσφαλμένως τους απέρριψε και γι’ αυτό πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφασή του. Με αυτό το περιεχόμενο, ο συγκεκριμένος λόγος έφεσής τους, ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος κατά το μέρος που οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι επιτάσσονται να καταβάλουν ποσά που υπερβαίνουν τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, τον οποίο και μόνο μπορούσε να αξιωθεί με την επιταγή προς πληρωμή να καταβάλουν για την επίδικη απαίτηση, διότι δεν προσδιορίζεται το υπερβάλλον ποσό με το οποίο φέρεται ότι επιβαρύνθηκε η απαίτηση για τον λόγο αυτό, ώστε αντίστοιχα να μειωθεί η οφειλή των ανακοπτόντων, σε περίπτωση ευδοκίμησης του λόγου έφεσής τους βάσει των ως άνω λόγων ανακοπής τους (ΑΠ 1593/2023, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη, δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη κι αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, ούτε είναι αόριστη η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει τόκους με τον ανωτέρω τρόπο ούτε απαιτείται να αναφέρεται σσε αυτήν το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων από την τράπεζα (ΑΠ 793/1999 ΕΕΝ 2000.688, ΕφΛαρ 304/2017, Εφπειρ 234/2014,< ΕφΑθ 227/2012, ΕφΑθ 3582/2011 ΤΝΠ NOMOS), αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας, ενώ δεν απαιτείται να αναφέρεται ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί µπορεί να βρεθεί µε απλό μαθηματικό υπολογισμό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήματος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής (ΕφΠειρ 215/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ομοίως ο τρόπος υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων και το ποσό των τόκων δε χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή προς εκτέλεση, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόμο ή από τη σύμβαση, το δε ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να βρεθεί λογιστικώς με μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής Συναφώς, αναφορικά με τον ισχυρισμό των εκκαλούντων-ανακοπτόντων ότι δεν αναφέρονται κατά ποσό οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι τυγχάνει απορριπτέος, διότι η απαίτηση για τόκους δεν καθίσταται αόριστη και μόνο επειδή δεν αναγράφεται στην επιταγή το τελικό αριθμητικό αποτέλεσμα του υπολογισμού τους, καθόσον το ποσό των τόκων προκύπτει από αντικειμενικά δεδομένα, χωρίς να απαιτείται αυτοτελής αριθμητική αναγραφή τους στην επιταγή (ΑΠ 474/1999 ΕλλΔνη 2000.80, ΑΠ 194/1995 ΕλλΔνη 1996.101, ΑΠ 72/1995 ΕλλΔνη 1997.585, ΑΠ 1303/1988 ΕΕΝ 1989.660, ΕφΑθ 2838/2002 ΕλλΔνη 2002.1460,ΕφΑθ 2659/1992 ΕλλΔνη 1994.456). Επίσης, το ύψος του επιτοκίου δεν απαιτείται να αναφέρεται στην επιταγή, όπως αβασίμως προβάλουν οι ανακόπτοντες, αφού αυτό ορίζεται στον νόμο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα και στην προηγηθείσα νομική σκέψη (ΑΚ 293 εδ.γ΄). Κατά την πάγια νομολογία δεν απαιτείται στην επιταγή προς εκτέλεση να αναγράφεται ακριβές ποσό των τόκων, όταν αυτοί αποτελούν παρεπόμενη απαίτηση, το δε ύψος του προκύπτει από τα στοιχεία του εκτελεστού τίτλου και τους όρους της έννομης σχέσης, αρκεί να προσδιορίζονται το κεφάλαιο, η ημερομηνία έναρξης της τοκοφορίας και το εφαρμοστέο επιτόκιο ή τα στοιχεία, από τα οποία αυτό προσδιορίζεται, στοιχεία που δε λείπουν από την επίδικη επιταγή προς εκτέλεση, όπως προκύπτει ευχερώς από την επισκόπησή της (ΜΕφΑθ 3509/2025 & 3511/2025 αδημ. στον νομικό τύπο). Πράγματι στην επιταγή περιέχεται σύντομη αναφορά του οφειλόμενου ποσού, των τόκων και των εξόδων, προκύπτει το ύψος του κεφαλαίου (το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 300.000 δολ. ΗΠΑ με την επίσημη ισοτιμία κατά την ημέρα πληρωμής τους), ο χρόνος έναρξης της τοκοφορίας (από 14-2-1998 έως ολοσχερούς εξοφλήσεως), το είδος του επιτοκίου, ήτοι το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας όπως αναπροσαρμόζεται κατά τους ειδικότερους όρους της δανειακής σύμβασης, τα δικαστικά έξοδα κλπ.Έτσι η παράλειψη του τρόπου υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων δε δημιουργεί ακυρότητα της επιταγής, αφού ο υπολογισμός αυτός μπορεί να γίνει με βάση τα ως άνω γνωστά δεδομένα, όπως ο κεφάλαιο, η έναρξη των τόκων και η χρονική διάρκεια της οφειλής και της τοκοφορίας (ΜΕφΑθ 3511/2025 αδημ. στον νομικό τύπο, ΠολΠρΠατρ 185/2023 ΤΝΠ NOMOS, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία). Της πάγιας αυτής νομολογίας των δικαστηρίων επί του κρισιολογούμενου ζητήματος δεν εξαιρείται η περίπτωση των libor, που προσχηματικά και αβάσιμα επικαλούνται οι ανακόπτοντες. Το γεγονός ότι το συμβατικό επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και συνδεόταν με τον δείκτη Libor, προσαυξημένο με το συμβατικά συμφωνημένο περιθώριο (margin) δεν καθιστά αόριστη ούτε μη εκκαθαρισμένη την απαίτηση. Το επιτόκιο προσδιοριζόταν αντικειμενικά από τους όρους της σύμβασης και από δημόσια διαθέσιμο δείκτη αναφοράς, ενώ το περιθώριο είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ήταν συγκεκριμένο, συνακόλουθα, δεν ήταν μονομερώς διαμορφούμενο ούτε εκ των υστέρων καθορισμένο. Επιπλέον, η επίκληση της ανάγκης υπολογισμού ανά εξαμηνιαία περίοδο και της κεφαλαιοποίησης των τόκων δε συνιστά αφεαυτής περίπτωση αοριστίας της επιταγής, κατά νόμο, διότι πρόκειται για πράξεις που απορρέουν ευθέως από τους συμβατικούς όρους και τη νομοθεσία περί ανατοκισμού και δεν απαιτείται για το ορισμένο και την εγκυρότητά της να επαναλαμβάνονται στην επιταγή προς εκτέλεση, η οποία δεν καθίσταται άκυρη επειδή για τον προσδιορισμό του τελικού ποσού απαιτείται αριθμητική εφαρμογή των δεδομένων της σύμβασης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2601/1998 που άρχισε να ισχύει από 15-4-1998 προβλέπεται ότι: «1. Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοί στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του ΕισΝΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ και του εισαγωγικού νόμου αυτού. 2. Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο…. 3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη της ισχύος του Ν.1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου». Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες επήλθε διαφοροποίηση των ισχυόντων επί δανείων και πιστώσεων σε αλληλόχρεο λογαριασμό ως προς τον ανατοκισμό των τόκων που οφείλονται στα πιστωτικά ιδρύματα, για συμβάσεις που καταρτίζονται υπό την ισχύ του νόμου, τόσο ως προς το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ, όσο και προς τα άρθρα 35, 36. 47, 48. 64-67 του Ν.Δ. 177/13-8-1923“περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιριών”, που προβλέπουν περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού ανά τρίμηνο κατ’ ελάχιστο με τοκισμό έκτοτε του προσωρινού υπολοίπου και συνεπώς ανατοκισμό των μέχρι τότε κονδυλίων των τόκων, αλλά και ως προς την Aπόφαση 289/30-10-1980 της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδότησης που της παρασχέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν 1083/1980, βάσει της οποίας επιτρεπόταν ο ανατοκισμός σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, εφόσον τούτο είχε συμφωνηθεί από τους συμβαλλόμενους, νομίμως εν προκειμένω διατάχθηκε, κατ’ άρθρο 12 του Ν.2601/1998, ο ανατοκισμός επί των καθυστερούμενων τόκων της επίδικης αξίωσης από δανειακή σύμβαση. Επιπλέον, από το γεγονός της παύσης δημοσίευσης του δείκτη USD Libor από 1-7-2023 δεν επηρεάζεται το κύρος της επιταγής προς εκτέλεση, καθόσον η κατάργηση αυτή δε συνεπάγεται αδυναμία υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων ούτε καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση. Όσες συμβάσεις συνδέονται με τον Libor εξακολούθησαν να εκτελούνται με βάση τους εφαρμοστέους κανόνες αντικατάστασης του δείκτη αναφοράς ή τις αντίστοιχες συμβατικές προβλέψεις. Άλλωστε, οι εκκαλούντες δεν ισχυρίζονται ούτε αποδεικνύουν ότι στην επίδικη απαίτηση εφαρμόστηκε εσφαλμένο επιτόκιο ή ότι έγινε υπολογισμός ποσού κατά παράβαση της σύμβασης, χωρίς η κατάργηση του Libor να αρκεί για να θεμελιώσει ακυρότητα της εκτέλεσης εν προκειμένω. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό των εκκαλούντων περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 916 ΚΠοΛΔ, επισημαίνεται αφενός μεν ότι απαιτείται η απαίτηση να είναι προσδιοριστή και όχι να αναγράφεται εξαντλητικά κάθε στοιχείο του αριθμητικού υπολογισμού της στην επιταγή προς εκτέλεση, αφετέρου δε ότι η προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι περιέχει επαρκώς τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της επίδικης απαίτησης (οφειλής) των ανακοπτόντων έναντι της καθ’ ης, η οποία δεν προέκυψε ότι πάσχει αοριστίας, αλλά είναι εκκαθαρισμένη κατά την κρατούσα νομολογία, απορριπτομένων των σχετικών λόγων ανακοπής των εκκαλούντων και συναφώς του δεύτερου λόγους έφεσής τους ως αόριστου, στην έκταση που δεν προσβάλλουν κάποιο συγκεκριμένο κονδύλιο της επιταγής προς εκτέλεση ούτε προσδιόρισαν συγκεκριμένο ποσό που χρεώθηκε παράνομα, χωρίς να αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητάς της (ΕφΑθ 2436/1999 ΔΕΕ 2000.294, ΕφΑθ 43/1999 ΝοΒ 47.628, ΕφΠατρ 784/1999 ΔΕΕ 2000.633), σε κάθε δε περίπτωση ως νόμω αβάσιμου, καθόσον η επίδικη απαίτηση είναι κατά νόμο βέβαιη και εκκαθαρισμένη, βασιζόμενη σε αποσπάσματα, εξηγμένα από τα εμπορικά βιβλία και ηλεκτρονικά αρχεία της τράπεζας, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, χωρίς κατά νόμο να από αοριστίες ή ελλείψεις (AΠ 1268/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟS, ΑΠ 88/2021 ΤΝΠ NOMOS, ΤρΕφΑθ 5645/2025 ΤΝΠ ΝOMOS, ΕφΘεσ 1109/2015 Αρμ 2015.2085), οι δε εκκαλούντες-ανακόπτοντες δεν αναταποκρίθηκαν στο βάρος επίκλησης και απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών τους (ΚΠολΔ 335, 338, 591, 682επ.) για τη βάσιμη αμφισβήτηση της επίδικης απαίτησης που ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του εκτελεστού τίτλου, με την οποία επισπεύδεται η κατ’ αυτών αναγκαστική εκτέλεση διά του επικείμενου πλειστηριασμού του ακινήτου τους, εκ μέρους της καθ’ ης (πρβλ. ΑΠ 911/2005, ΕφΑθ 5883/1996 ΔΕΕ 2007). Επομένως, δεν προκύπτει παραβίαση στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (ΚΠολΔ 916) ούτε πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων ως αβάσιμων όλων των προβαλλομένων περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων. Ορθώς επομένως η εκκαλουμένη απέρριψε τους δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής κατά τα προαναφερθέντα σκέλη αυτών ως αόριστους και (νόμω και ουσία) αβάσιμους, αντιστοίχως. Μετά ταύτα, ο υπό κρίση δεύτερος λόγος έφεσης που συνδέεται από τους εκκαλούντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής τους πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, με βάση όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ομοίως και δεχόμενο τους ισχυρισμούς της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, απέρριψε τους ως άνω λόγους ανακοπής και τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων με την ίδια αιτιολογία και ομοίως την ανακοπή τους ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, δεν έσφαλε αλλά ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα αποδεικτικά μέσα εκτίμησε, κατά παραδοχή των σχετικών ισχυρισμών και της εφεσίβλητης ως βάσιμων κατ’ ουσίαν, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων έφεσης των εκκαλούντων που διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους ως κατ’ ουσίαν αβάσιμων, και με αντικατάσταση και συμπλήρωση των αιτιολογιών από το δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, και ενόψει του ότι δεν υφίστανται άλλοι λόγοι έφεσης προς εξέταση, η έφεσή τους πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Μετά ταύτα απορριπτέα τυγχάνει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και η σωρευόμενη με τις προτάσεις των εκκαλούντων επί της έφεσης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης, κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ, και δη του αναγκαστικού ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που επισπεύδεται δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/26-1-2026 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και έχει οριστεί να διενεργηθεί στις 30-9-2026 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ………………., ως άνευ αντικειμένου πλέον. Επίσης, λόγω της ήττας των εκκαλούντων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 495 §3 ΚΠολΔ, ως ισχύει, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος εκ μέρους τους υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για το παραδεκτό της έφεσής τους e-παραβόλου του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 100 €, που επισυνάπτεται σε αντίγραφο στην έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της έφεσης, της Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων-αιτούντων, λόγω της απόρριψης της ένδικης έφεσης που άσκησαν κατά της εκκαλουμένης, κατά παραδοχή του αιτήματος της εφεσίβλητης, καθώς και της σωρευόμενης αίτησης αναστολής εκτέλεσης εκ μέρους τους έναντι αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ και 63 §1, 68§1, 69, 84§2 του Ν.4194/2013-Κώδικας περί Δικηγόρων), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 3-4-2026 υπό ΓΑΚ …/2026 και ΕΑΚ …./2026 έφεση κατά της οριστικής απόφασης υπ’ αριθ. 3566/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τη με τις προτάσεις των εκκαλούντων επί της εφέσεώς τους κατά τη συζήτηση ασκηθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ και δη του αναγκαστικού πλειστηριασμού που επισπεύδεται δυνάμει της υπ’ αριθ. …../26-1-2026 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και έχει οριστεί να διενεργηθεί στις 30-9-2026 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Ανδριανοπούλου, αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ ουσίαν.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 §2 ΚΠολΔ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου του καταβληθέντος από τους εκκαλούντες παραβόλου (υπ’ αριθ. κωδικού …………….. e-παραβόλου του Ελληνικού Δημοσίου) για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσής τους, ποσού εκατόν (100) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσιών δικηγόρων τους, με την παρουσία της Γραμματέως, την 29-9-2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ