ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης : 635/ 2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Δημήτριο Καβαλλάρη, Εισηγητή – Εφέτη, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : ………….., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λώρη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤ ΟΥ : ……………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Σοφία Καπίρη (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
.O ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 14-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 αγωγή. Επ΄αυτής εκδόθηκε η με αρ. 1587/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, με την από 10-6-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν όπως αναφέρθηκε και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 10-6-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025 έφεση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, στρεφόμενη κατά της με αρ. 1587/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις 15.5.2025 (βλ. επισημείωση του δικ. επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης), η δε κρινόμενη έφεση κατατέθηκε στις 10.6.2025 στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί το αντίστοιχο παράβολο, με βάση τη διάταξη του άρθρου 495 αρ.4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. ………………. e paravolo ποσού 150 €). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ).
Ο ενάγων εξέθετε στην από 14-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ότι έχει καταστεί κύριος πέντε αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών και ειδικότερα της με α)της με αρ. Υ-1 αποθήκης του ημιυπόγειου, επιφάνειας η 90,24 τ.μ. β) του υπό στοιχ. Ε1 διαμερίσματος επιφάνειας 117.42 γ) του υπό στοιχ. Ε-2 διαμερίσματος επιφάνειας 66,50 τμ. δ) του υπό στοιχ. Ε-3 διαμερίσματος επιφάνειας 99,30 τμ. που βρίσκονται στον Ε΄ όροφο (β,γ,δ) κι έχουν συνενωθεί σε συνολική επιφάνεια 283,26 τ.μ.) και ε) του υπό στοιχεία Ζ-1 διαμερίσματος του δώματος του έκτου (ΣΤ) ορόφου επιφάνειας 25,80 τ.μ. με ποσοστά συνιδιοκτησίας εξ’ αδιαιρέτου στο οικόπεδο αντίστοιχα 11, 40, 20, 40 και 7%., που βρίσκονται σε οικοδομή που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο κείμενο στον Δήμο Πειραιά, στη θέση «………..» και επί της οδού …………., όπως εκάστη των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή. Ότι τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες απέκτησε το έτος 2001 με παράγωγο τρόπο, με αγορά από τους. …….. και ………… (ήδη εναγόμενη), με το με αρ. ………../2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά, ………., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι μετά την κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης πώλησης, με προφορική σύμβαση χρησιδανείου αορίστου διάρκειας, ο ίδιος παραχώρησε δωρεάν τη χρήση των επίδικων πέντε οριζοντίων ιδιοκτησιών στους πωλητές του, την εναγόμενη και στον ήδη αποβιώσαντα σύζυγό της, …………. ¨Ότι με την από 6-6-2023 Εξώδικη Δήλωση – Καταγγελία – Όχληση 19-6-2023 που προς την εναγόμενη, που επιδόθηκε σ΄αυτήν στις 19.6.2023 κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου και την κάλεσε να αποδώσει αυτές, όμως η εναγόμενη κατακρατεί αυτές χωρίς νόμιμη αιτία. Ότι ενόψει της άρνησης της εναγόμενης νομίμως δικαιούται ως κύριος των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών να απαιτήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του, την αποβολή της εναγόμενης και την απόδοση της νομής σ΄αυτόν. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη ή οποιοσδήποτε κατέχει αυτές να του αποδώσει τη νομή των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών και να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά του έξοδα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών για εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 του Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να καταρτιστεί άτυπα, έστω και αν αφορά ακίνητο, έχει ως περιεχόμενο την από μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσης κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στο χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο, είτε για ορισμένο χρόνο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 980 και 982 του Α.Κ., ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή του, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στο χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου, να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει του πράγματος. Αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο, η σύμβαση λύεται με καταγγελία από τον χρήστη, (άρθρο 810 του Α.Κ. προς αυτήν του άρθρου 816 αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 του Α.Κ.), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως, που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου (Α.Π. 1133/2018, Α.Π. 449/2014, Α.Π. 1913/2008, www.areiospagos.gr). Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι και νομέας (ήτοι αυτός κατάρτισε το χρησιδάνειο) μπορεί να προστατευθεί επιπλέον με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 επόμ., 980, 982, 984 § 1, 987 και 998 του Α.Κ., δεδομένου ότι η άρνηση του χρησάμενου να του αποδώσει το πράγμα κατά τη λήξη του χρησιδανείου, συνιστά παράνομη αποβολή από τη νομή του (ΑΠ 1168/2025, ΑΠ 442/2025, ΑΠ 273/2024 ΑΠ 793/2021, ΑΠ 1358/2014 www.areiospagos.gr, AΠ 1472/2013 ΧρΙΔ 2014. 186). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 904, 974, 987, 989, 992 και 1041 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι η νομή δεν είναι μόνο φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) όποιου την απέκτησε, αλλά αποτελεί και περιουσιακό στοιχείο, που προσπορίζει ωφέλεια στον αποκτώντα. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση απώλειας της νομής παρέχεται στο νομέα επιπλέον η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού για απόδοσή της, που θεμελιώνεται στην ΑΚ 904 και δεν αποτελεί ένδικο βοήθημα προστασίας της νομής, αλλά είναι ενοχική προς απόδοση του πλουτισμού (condictio possessionis). Η αγωγή αυτή έχει ως προϋποθέσεις την ύπαρξη της νομής του ενάγοντα κατά το χρόνο της απώλειάς της και την κατάληψη και κατοχή του επίδικου ακινήτου, από τον εναγόμενο, ο οποίος έτσι έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος, και αίτημα την αποβολή του αυτού, ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται στη νομή του ακινήτου κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής και την απόδοση της νομής στον ενάγοντα. Η αγωγή όμως αυτή είναι επιβοηθητικής φύσης και γι’ αυτό μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία ή άλλη παρόμοια αιτία, με την προϋπόθεση όμως ότι εκείνη θεμελιώνεται επί των ίδιων πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται αυτή η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία (ουσιαστική επικουρικότητα – ΑΠ 1433/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1659/2009 ΝοΒ 2010.1689). Ήτοι ασκείται μετά την παραγραφή των αξιώσεων των ένδικων βοηθημάτων από τα άρθρα 987 και 989 του ΑΚ (βλ. και ΑΠ 632/2006 www.areiospagos.gr). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ «Αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες». Στις περιοχές δε που ισχύει το σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 περ. ιβ του ν. 2664/1998, καταχωρούνται οι ίδιες αγωγές στα κτηματολογικά φύλλα του ακινήτου. Η εγγραφή των εμπράγματων αγωγών περί ακινήτων, των μικτών και των αγωγών νομής στα βιβλία διεκδικήσεων/κτηματολογικά φύλλα έχει ως σκοπό την προστασία των συναλλαγών επί ακινήτων και συγκεκριμένα την προστασία των ειδικών διαδόχων που αποκτούν μετά την άσκηση της αγωγής και θα δεσμεύονται αυτοδικαίως από το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί (ΑΠ 254/2007 ΧρΙΔ 7 (2007), 73, Κ. Μακρίδου, σε Κ. Κεραμέα/Δ. Κονδύλη/Ν. Νίκα, Ερμηνεία του ΚΠολΔ, 2022, άρθρο 220 αρ.2). Η μη εμπρόθεσμη εγγραφή συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής, το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (Μακρίδου, οπ.αρ.6). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα (στοιχ.γ). Για το τελευταίο ειδικότερα δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση και μπορεί περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, ακόμη και στο ιστορικό, αρκεί να είναι πλήρως ορισμένο, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια το είδος και η έκταση της δικαστικής προστασίας και να μην υπάρχει αντικειμενική αδυναμία του δικαστηρίου να εκδώσει σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης απόφαση (ΑΠ 1174/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων στην επικεφαλίδα της αγωγή του επιγράφει αυτήν «τακτική διαδικασία – διεκδικητική αγωγή λόγω προσβολής της νομής κυρίου επί ακινήτου» κι επικαλείται τις διατάξεις περί διεκδικητικής αγωγής, νομής, αλλά και αδικαιολογήτου πλουτισμού. Στην προτελευταία παράγραφο αυτής επικαλείται ότι ως κύριος των οριζοντίων ιδιοκτησιών δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του, την αποβολή της εναγόμενης και την απόδοση της νομής σ’ αυτόν («επειδή ενόψει της άρνησης της εναγόμενης μέχρι σήμερα, να μου αποδώσει τη νομή των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησίων, νομίμως αιτούμαι ως κύριος να απαιτήσω την αναγνώριση της κυριότητάς μου, την αποβολή της εναγόμενης από τη νομή των ανωτέρω ακινήτων και την απόδοση της νομής σ’ εμένα»). Στο αιτητικό της αγωγής ζητά την απόδοση της νομής των οριζοντίων ιδιοκτησιών διατυπώνοντας το αίτημά του επί λέξει ως εξής : «να υποχρεωθεί η εναγόμενη για την αναφερόμενη στην ιστορική αιτία βάση να μου αποδώσει αυτή ή οιοσδήποτε εκ μέρους της σήμερα κατέχει, την νομή των κατωτέρω αναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών». Με βάση το αιτητικό αυτής, όπως αυτό διατυπώνεται, προσήκει σε αγωγή απόδοσης της νομής, λόγω αποβολής, που επήλθε με τη λήξη του χρησιδανείου (ΑΚ 987), αφού ζητείται μόνο η απόδοση της νομής και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος και η απόδοση του πράγματος, όπως επί διεκδικητικής αγωγής (Σημειώνεται πάντως ότι στο καταψηφιστικό αίτημα απόδοσης του πράγματος περιέχεται έστω και σιωπηρά και το αναγνωριστικό της κυριότητας βλ. Γεωργιάδης Εγχειρίδιο Εμπραγμάτου Δικαίου 2012 σ. 495). Όμως από τη χρήση του όρου «διεκδικητική αγωγή» στην επικεφαλίδα, την επιλογή ως καθ΄ύλην Δικαστηρίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (και όχι του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά το άρθρο 16 αρ.12 ΚΠολΔ) και την επίκληση στην προτελευταία παράγραφο της ιδιότητάς του ως κυρίου, φαίνεται ότι ο ενάγων διώκει την πληρέστερη προστασία της διεκδικητικής αγωγής, Είτε όμως η αγωγή εκτιμηθεί ως αποβολής από τη νομή ή διεκδικητική κυριότητας, για το παραδεκτό της, με βάση τη διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 12 παρ.1 περ. ιβ του ν. 2664/1998, όφειλε να εγγραφεί σε 30 ημέρες από την κατάθεσή της στα κτηματολογικά φύλλα των οριζοντίων ιδιοκτησιών (ο ενάγων επικαλείται τα ΚΑΕΚ αυτών στο δικόγραφό του), στα οποία εγγράφονται και οι αγωγές περί νομής και όχι μόνο αυτές της κυριότητας, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής (Μακρίδου ο.π.αρ.3). Σημειώνεται ότι η αγωγή δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, αφού δε ζητείται απλώς η απόδοση της χρήσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών (ΑΠ 767/2008). Ούτε όμως και ως αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι δεν ζητείται η απόδοση της νομής, λόγω παράνομου πλουτισμού της εναγόμενης. Όπως δε εκτίθεται στο ιστορικό, η καταγγελία του χρησιδανείου έλαβε χώρα την 19.6.2023, η δε άσκηση της αγωγής στις 14.12.2023, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 18.12.2023 (βλ. την με αρ. …………/18.12.2023 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……………….), ώστε από τότε που θεωρείται ότι αποβλήθηκε ο ενάγων (επομένη της 19.6.2023) έως την άσκηση της παρούσας αγωγής δεν είχε παρέλθει η ενιαύσια παραγραφή της νομής (άρθρο 992 ΑΚ). Συνεπώς, αφού με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά παρέχεται η αγωγή αποβολής από τη νομή, η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω της ουσιαστικής επικουρικότητάς της, δεν είναι νόμιμη. Συνακόλουθα η αγωγή λόγω μη εγγραφής αυτής στα κτηματολογικά φύλλα των ακινήτων έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εκτίμησε την αγωγή ως αποβολής από τη νομή και απέρριψε αυτήν για τον ίδιο λόγο ως απαράδεκτη (αφού ως ανώτερο Δικαστήριο κράτησε και δίκασε αυτήν, για λόγους οικονομίας της δίκης, χωρίς να προσβάλλεται ως προς αυτό η απόφαση με ένδικο μέσο, σύμφωνα με τη διάταξη του 47 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο, ώστε ο λόγος της έφεσης του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Kατόπιν αυτών η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σε βάρος του εκκαλούντος θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, (άρθρο 179, 183 και 191 ΚΠολΔ). Τέλος θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ΄ουσίαν.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου της έφεσης που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) €.
ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 4-6-2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με νέα σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης των Εφετών Δημήτριου Καβαλλάρη και Κωνσταντίνας Παπαντωνίου, αποτελούμενη από τους Δικαστές, Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Αγγελική Καγιούλη και Αναστασία Παρούση, Εφέτες και με Γραμματέα την Σ.Φ, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 1η 10-2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ