Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 637/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης  637/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων – πέμπτου και όγδοου των εναγόμενων: 1) …………και 2) …………. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαραγκό (ΑΜ ……… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: ……… η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Λαλούση  (ΑΜ ……….. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 03.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2022 και ειδικό ……/2022 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2111/2025εν μέρει οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κρινόμενη από 03.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …./2022 αγωγή, με την από 15.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …../2022 αγωγή της ενάγουσας κατά του ………….., κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής κατά του …………., θεώρησε μη ασκηθείσα την κρινόμενη αγωγή ως προς τον πρώτο, τον δεύτερο, την τρίτη και την έκτη των εναγόμενων και έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τον τέταρτο, τον πέμπτο, τον έβδομο και τον όγδοο των εναγόμενων. Την απόφαση αυτή εκκαλούν ο πέμπτος και ο όγδοος των εναγόμενων με την από 27.10.2025 έφεσή τους που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/30.10.2025 και ειδικό ……/30.10.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../04.11.2025 και ειδικό …/04.11.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων – πέμπτου και όγδοου των εναγόμενων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης – ενάγουσας αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 του ΚΠολΔ έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό α) … β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Οριστική απόφαση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, συνδυαζομένης προς εκείνες των άρθρων 308 και 309 του ΚΠολΔ, είναι η απόφαση που δέχεται ολικά ή μερικά το αίτημα για παροχή δικαστικής προστασίας, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία για το αίτημα αυτό και η οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε (ΑΠ 382/2005 ΕλλΔνη 47.1666, ΕφΑθ 5561/2009 ΕλλΔνη 51.208, ΕφΑθ 6264/2007 ΕλλΔνη 49.561). Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή μπορεί να διατυπώνεται και μόνο στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς ώστε να μην γεννάται καμία αμφιβολία για τη θέληση του δικαστηρίου (ΑΠ 1875/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠερ 353/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 118/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 17/2020ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα μη οριστική απόφαση είναι εκείνη που παρασκευάζει την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Έτσι, η απόφαση που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι οριστική αφού το Δικαστήριο δεν αποξενώνεται από την υπόθεση, αλλά διατηρεί την εξουσία του επ’ αυτής, μετά την εισαγωγή της σ’ αυτό και αφού πληρωθεί ο όρος που τέθηκε με αυτήν, και για τον λόγο αυτό η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε έφεση και η ασκούμενη απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη κατ’ άρθρο 532 του ΚΠΔ. Δεν έχει σημασία αν νόμιμα ή όχι κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθόσον εάν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου της συζήτησης, η απόφαση ως μη οριστική υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο το δικαστήριο. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επί συνεκδίκασης αγωγής ή ανταγωγής ή αντιθέτων αγωγών, η απόφαση που κρίνει οριστικά για μια μόνο από αυτές υπόκειται σε αυτοτελή έφεση, χωρίς να ερευνάται αν αφορούν την αυτή έννομη σχέση, αν είναι συναφείς ή επηρεάζονται μεταξύ τους (ΜονΕφΔυτΜακ 30/2026 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 9114/1986 ΕλλΔνη 28. 1287). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2111/2025 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκε η κρινόμενη από 03.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …../2022 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας, με την από 15.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …/2022 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας κατά του . ………, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής κατά του ………., θεωρήθηκε μη ασκηθείσα η κρινόμενη αγωγή ως προς τον πρώτο, τον δεύτερο, την τρίτη και την έκτη των εναγόμενων και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τον τέταρτο, τον πέμπτο, τον έβδομο και τον όγδοο των εναγόμενων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, λαμβανομένου υπόψη ότι επί συνεκδίκασης αγωγών, όπως εν προκειμένω, η απόφαση που κρίνει οριστικά για μια μόνο από αυτές υπόκειται σε αυτοτελή έφεση (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες – πέμπτο και όγδοο των εναγόμενων την 30.09.2025 (βλ. τις υπ’ αριθ. …../30.09.2025 και …../30.09.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ……….), η δε κρινόμενη από 27.10.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/30.10.2025 και ειδικό …./30.10.2025 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες – πέμπτο και όγδοο των εναγόμενων το παράβολο των 150,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα στην από 03.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό ……/2022 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρονικών υπολογιστών και λοιπών τεχνολογικών συστημάτων και παροχής σχετικών υπηρεσιών σε ισόγειο κατάστημα, το οποίο βρίσκεται στη ………… Αττικής, επί της ……….. και το οποίο μίσθωσε το Δεκέμβριο του έτους 2019 από την ιδιοκτήτρια ……….. ότι ο ………… έχει την εκμετάλλευση των επιχειρήσεων της συζύγου του ………….., οι οποίες έχουν ως αντικείμενο αφενός την πώληση στρατιωτικών ειδών, κυνηγετικών ειδών και ειδών όπλων, αφετέρου την πώληση ειδών κατάδυσης και τη σχολή κατάδυσης, και οι οποίες συστεγάζονται σε κατάστημα όμορο με το μισθωμένο από την ίδια κατάστημα, επί της ……….., ότι από την εγκατάστασή της στο μίσθιο κατάστημα, διαταράχθηκαν οι σχέσεις της με τον …….. που εκμεταλλεύεται τις όμορες ως άνω επιχειρήσεις της συζύγου του, εξαιτίας των μεταξύ τους διαφορών σχετικά με τη χρήση των εξωτερικών κοινόχρηστων χώρων και των θέσεων στάθμευσης των οχημάτων της οικοδομής, όπου στεγάζονται οι επιχειρήσεις τους, ότι ακολούθως ο ……………. προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως το δικαίωμα στην προσωπικότητά της, στις ειδικότερες εκφάνσεις αυτής της τιμής, της υπόληψης και της επαγγελματικής της ζωής, με αδικοπρακτική συμπεριφορά που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος της των αξιόποινων πράξεων της εξύβρισης, της απειλής και της συκοφαντικής δυσφήμισης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι άσκησε σε βάρος του ………. την από 26.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2020 και ειδικό …./2020 αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης κατάστασης με αίτημα την προσωρινή παύση της προσβολής της προσωπικότητάς της και την αποφυγή επανάληψης της προσβολής στο μέλλον, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 439/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και υποχρεώθηκε ο …………… να απέχει προσωρινά να προσβάλει την προσωπικότητά της, και ειδικότερα να απέχει από κάθε μειωτική (εξυβριστική ή απειλητική ή συκοφαντική) συμπεριφορά σε βάρος της, καθώς και να παραλείπει να προσεγγίζει, σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, την ίδια και τη θυγατέρα της ………., όπως και την επιχείρησή της, ότι άσκησε σε βάρος του ……… την από 15.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …………../2022 και ειδικό ……./2022 αγωγή περί προσβολής της προσωπικότητάς της, ότι οι εναγόμενοι παρείχαν συνδρομή στον …….. κατά την αντίκρουση της ασκηθείσας σε βάρος του από 26.10.2020 αίτησής της για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, και συγκεκριμένα ο πρώτος των εναγόμενων με την μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της αίτησης στην ορισθείσα δικάσιμο της 13.10.2021, και οι λοιποί εναγόμενοι με τις ενσωματωμένες στο αγωγικό δικόγραφο υπεύθυνες δηλώσεις τους, τις οποίες συνέταξαν και υπέγραψαν οι ίδιοι και οι οποίες περιβλήθηκαν τον τύπο του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, και στις οποίες ανέγραψαν ψευδή και συκοφαντικά για την ίδια γεγονότα, προς ενίσχυση των αναληθών ισχυρισμών του αντιδίκου της …….. . κατά την αντίκρουση της εναντίον του αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ότι οι εναγόμενοι προσέβαλαν παρανόμως και υπαιτίως το δικαίωμα στην προσωπικότητά της ως ατόμου και ως επιχειρηματία με αδικοπρακτική συμπεριφορά που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος της των αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμισης, της ψευδούς κατάθεσης ο πρώτος των εναγόμενων και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης οι λοιποί των εναγόμενων, ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς της. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε, μετά από παραδεκτό κατ’ άρθρα 223, 295 και 297 του ΚΠολΔ περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και μετά τη δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής, κατ’ άρθρα 294, 295, 297 και 298 του ΚΠολΔ ως προς τον πρώτο, τον δεύτερο, την τρίτη και την έκτη των εναγόμενων, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση εκάστου των τέταρτου, πέμπτου, έβδομου και όγδοου των εναγόμενων να της καταβάλουν το ποσό των 15.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, να παραλείπουν στο μέλλον την προσβολή της προσωπικότητάς της, με τη μη επανάληψη ανάλογων πράξεων προσβλητικών της προσωπικότητάς της, με την απειλή σε βάρος τους προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους και χρηματικής ποινής 1.000,00 ευρώ για κάθε παραβίαση της εκδοθησομένης απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή  της δικαστικής της δαπάνης. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2111/2025 εν μέρει οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κρινόμενη αγωγή, με την προαναφερόμενη από 15.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό ………/2022 αγωγή της ενάγουσας κατά του ………, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής κατά του ………, θεώρησε μη ασκηθείσα την κρινόμενη αγωγή ως προς τον πρώτο, τον δεύτερο, την τρίτη και την έκτη των εναγόμενων και στη συνέχεια, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς τον τέταρτο, τον πέμπτο, τον έβδομο και τον όγδοο των εναγόμενων, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 914, 932 του ΑΚ, 361, 362, 363 του ΠΚ,70, 176, 946, 947 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής που κρίθηκε μη νόμιμο, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τον τέταρτο, τον πέμπτο, τον έβδομο και τον όγδοο των εναγόμενων και αναγνώρισε την υποχρέωση εκάστου των τέταρτου, πέμπτου, έβδομου και όγδοου των εναγόμενων να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 1.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, και καταδίκασε αυτούς στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ύψους 200,00 ευρώ. Την απόφαση αυτή εκκαλούν ο πέμπτος και ο όγδοος των εναγόμενων με την από 27.10.2025 έφεσή τους, για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον τους αγωγή.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 1599/1986 “Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 δραχμών” και ήδη κατά το άρθρο 2 παρ. 2 της ΠΝΠ της 21.12.2001 (όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2990/2002) σε απλό χαρτί, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία που προβλέπονται από την απόφαση του Υπ. Οικονομικών 1068985/900/Τ  Ε.Φ/ΦΕΚ Β’ 950/2001 και ήδη από την απόφαση του Υπ. Εσωτερικών, Δημόσιας Δκ/σης και Αποκέντρωσης ΔΙΑΔ Π/Α1/18368/ΦΕΚ Β’ 1276/2002, η οποία, κατά την νομοθετική εξουσιοδότηση της άνω ΠΝΠ, εκτός από τα απαιτούμενα στοιχεία καθόρισε και τον ακριβή τύπο της δήλωσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ.6 εδ. α’ του Ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ.2 του Ν. 2479/1997, “Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται: 1) Δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο (όχι μόνο δηλαδή γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος). 2) Η ψευδής έγγραφη υπεύθυνη δήλωση πρέπει να απευθύνεται και να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα και να περιλαμβάνει γεγονότα που αφορούν στον ίδιο τον δηλούντα και έχουν άμεσες έννομες συνέπειες για τον ίδιο, όπως συνάγεται από την γραμματική διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 8 παρ.1 και το σκοπό του Ν. 1599/1986, ο οποίος δεν είναι η διευθέτηση ιδιωτικών διαφορών ή η καταγγελία αξιόποινης πράξης, αλλά η ρύθμιση της σχέσης κράτους- πολίτη και η διευκόλυνση του διοικουμένου στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και την ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεών του, με την ανάληψη, όμως, της ποινικής ευθύνης για τυχόν ανακρίβεια του περιεχομένου της δήλωσης. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ’ ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο, κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς νόμους που το διέπουν. 3) Ως προς τον τύπο της υπεύθυνης δήλωσης προβλέφθηκε ότι αυτή συντάσσεται μεν σε απλό χαρτί, στο οποίο, όμως, πρέπει οπωσδήποτε να αναγράφονται τουλάχιστον τα ελάχιστα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, και ειδικότερα η άνω απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Δκ/σης και Αποκέντρωσης, διαφορετικά δεν συνεπάγεται τις ως άνω ποινικές συνέπειες. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται “γνώση” με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση – επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την θέληση τέλεσης της πράξης. Ειδικότερα, η χρησιμοποίηση του όρου “εν γνώσει” στην άνω διάταξη σημαίνει αναμφίβολα, κατ’άρθρο 27 παρ.2 του ΠΚ, ότι δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται τουλάχιστον άμεσος δόλος (ΑΠ (ΠΟΙΝ) 11/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ (ΠΟΙΝ) 251/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ (ΠΟΙΝ) 763/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ (ΠΟΙΝ) 48/2020 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει ότι η προσβολή είναι παράνομη όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 813/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 149/2020 ΝΟΜΟΣ). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση της δεύτερης και τροποποίηση των πρώτης και τρίτης, δυνάμει των άρθρων 136 περ. α’, 138παρ. 1 και 53, 54, 138 παρ. 1, αντίστοιχα, του Ν.5090/2024. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές (ΑΠ 753/2020 ΝΟΜΟΣ). Ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποίθησης ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στο πλαίσιο της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, όταν αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ (ΑΠ 2069/2025, ΑΠ 855/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 149/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1469/2017 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της έφεσης το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονιέται διότι η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη. Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, της αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη, και μάλιστα χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 356/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1951/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 162/2013 ΕλλΔνη 2013. 168, ΕφΑθ 1531/2011 ΔΕΕ 2011. 936, ΕφΑθ 3289/2009 ΝΟΜΟΣ). Αντίστοιχα λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος επί έφεσης του εναγόμενου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κλπ. αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι’ αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντα (ΑΠ 1436/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 42. 925, ΕφΠειρ 77/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4924/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 20/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων, ελέγχεται απορριπτέα στο σύνολό της για τους ακόλουθους λόγους. Καταρχήν, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωσή της στην προσβολή του δικαιώματος της ενάγουσας στην προσωπικότητά της, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πέμπτου και του όγδοου των εναγόμενων που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος αυτής της αξιόποινης πράξης της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, κρίνεται νομικά αβάσιμη, καθόσον από τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται τέλεση του εν λόγω αδικήματος, κατ’ άρθρο 22 παρ.6 εδ. α’ του Ν. 1599/1986. Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, αφού τόσο η ενσωματωμένη στο δικόγραφο από 11.10.2021 υπεύθυνη δήλωση του πέμπτου των εναγόμενων, όσο και η ενσωματωμένη στο δικόγραφο από 05.11.2020 υπεύθυνη δήλωση του όγδοου των εναγόμενων, δεν περιλαμβάνουν γεγονότα που αφορούν στους ίδιους τους δηλούντες και έχουν άμεσες έννομες συνέπειες για τους ίδιους, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση του αδικήματος του άρθρου 22 παρ.6 εδ. α’του Ν. 1599/1986, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αλλά αντιθέτως περιλαμβάνουν γεγονότα που αφορούν τρίτα πρόσωπα, και δη την ενάγουσα και τον αντίδικό της …………….. Περαιτέρω, η αγωγή κατά την επιχειρούμενη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 362-363 του ΠΚ αναφορικά με την επικαλούμενη παράνομη προσβολή του δικαιώματος της ενάγουσας στην προσωπικότητά της, κρίνεται αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείται για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής της κατ’ άρθρα 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 362-363 του ΠΚ, ότι οι περιεχόμενοι στην από 11.10.2021 υπεύθυνη δήλωση του πέμπτου των εναγόμενων και στην από 05.11.2020 υπεύθυνη δήλωση του όγδοου των εναγόμενων συκοφαντικοί σε βάρος της ισχυρισμοί ήταν εν γνώσει του πέμπτου και του όγδοου των εναγόμενων ψευδείς, και επίσης δεν επικαλείται τα πρόσωπα των τρίτων, ενώπιον των οποίων ο πέμπτος και ο όγδοος των εναγόμενων ισχυρίστηκαν ή διάδωσαν τα γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη της ενάγουσας. Ακολούθως, εφόσον δεν συντρέχει, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, περίπτωση παράνομης και υπαίτιας προσβολής του δικαιώματος της ενάγουσας στην προσωπικότητά της με αδικοπρακτική συμπεριφορά του πέμπτου και του όγδοου των εναγόμενων, συνιστάμενη στην τέλεση σε βάρος αυτής των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την υπό κρίση αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων, και στη συνέχεια έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, δεκτού γενόμενου ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες – πέμπτος και όγδοος των εναγόμενων προβάλλουν αοριστία της υπό κρίση αγωγής, αλλά και κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι, αφού οι εκκαλούντες – πέμπτος και όγδοος των εναγόμενων ζητούν την απόρριψη της εναντίον τους αγωγής, έστω και για άλλους λόγους, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο σύνολό της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τούτο έχει την εξουσία, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, να εξετάσει αυτεπάγγελτα και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, το παραδεκτό και τη νομιμότητα των αγωγικών αιτημάτων που έγιναν δεκτά ως παραδεκτά και νόμιμα πρωτοδίκως και να απορρίψει αυτά, ως αόριστα ή μη νόμιμα, δεδομένου ότι η απόρριψη αυτή δεν είναι επιβλαβέστερη για τους εκκαλούντες – πέμπτο και όγδοο των εναγόμενων. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή και κατ’ ουσίαν η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2111/2025 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί στη συνέχεια η από 03.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2022 και ειδικό ……../2022 αγωγή ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων, ως νομικά αβάσιμη και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά τα προαναφερθέντα. Περαιτέρω, λόγω της νίκης των εκκαλούντων – πέμπτου και όγδοου των εναγόμενων πρέπει να επιστραφεί σε αυτούς το κατατεθειμένο παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Ενόψει δε της εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων, εξαφανίζεται και η περί επιβολής των δικαστικών εξόδων διάταξή της, και ακολούθως τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ της εφεσίβλητης – ενάγουσας και των εκκαλούντων – πέμπτου και όγδοου των εναγόμενων, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόστηκαν, αλλά και διότι εκτιμωμένων των περιστάσεων υπήρχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 116 παρ. 1β’ του Ν. 4842/2021 και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 ΦΕΚ Α’ 246/10.12.2021 και εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς υποθέσεις ως ειδικότερο του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 27.10.2025 έφεση, κατά της υπ’ αριθ. 2111/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν, την από 27.10.2025 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2111/2025 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων.

Κρατεί και δικάζει την από 03.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2022 και ειδικό ……/2022 αγωγή ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τον πέμπτο και τον όγδοο των εναγόμενων.

Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες – πέμπτο και όγδοο των εναγόμενων του παραβόλου υπέρ Δημοσίου με αριθμό …………../2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό πενήντα (150,00) ευρώ.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της εφεσίβλητης – ενάγουσας και των εκκαλούντων – πέμπτου και όγδοου των εναγόμενων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά, στις 22-7.2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 5.10.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ