Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 644/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ   644/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας : Της ναυτιλιακής εταιρίας πλοίων αναψυχής με την επωνυμία «…….», η οποία εδρεύει στη …… Αττικής,  οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, Α.Φ.Μ. : …….. Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γεωργιάδη (ΑΜΔΣΑ : …….).

Της εφεσίβλητης : Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………», που εδρεύει στη ……. Αττικής, …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, Α.Φ.Μ. : ……. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Πετρουλέα (ΑΜΔΣΑ : …….).

Η ενάγουσα ναυτιλιακή εταιρία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 19-9-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……../2023 αγωγή της κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 206/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Η ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 26-2-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκε στις προτάσεις, που κατέθεσε, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 26-2-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2025  ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 206/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την τακτική διαδικασία, επί της ασκηθείσας σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης από 19-9-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2023 αγωγής της εκκαλούσας – ενάγουσας, που επιδιώκει με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών της σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 176.621,60 ευρώ, απορρεουσών από επικαλούμενη σύμβαση ασφάλισης σκάφους, πλοιοκτησίας της ενάγουσας – εκκαλούσας και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η αγωγή της κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική βάση της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδ. α, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 27-2-2025 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/27-2-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην ενάγουσα – εκκαλούσα, που έλαβε χώρα νομότυπα με παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου της αντιδίκου της, ………… (ΑΜΔΣΑ : ……), την 28-1-2025, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας …………. στο ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιδόθηκε στην ενάγουσα – εκκαλούσα και το οποίο η τελευταία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../27-2-2025 του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με μνεία στο με αριθμό ………/2025 e-παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ, άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 19-9-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2023 αγωγή της, η ενάγουσα εταιρία εξέθετε ότι είναι πλοιοκτήτρια του επαγγελματικού τουριστικού σκάφους αναψυχής – ταχύπλοου «ΒΜ», με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …., μήκους 12,89 μέτρων, κ.ο.χ. 24,38, που κατασκευάστηκε το έτος 1999 από ενισχυμένο πλαστικό και φέρει δύο κινητήρες τύπου ……………. έκαστος, ότι συνήψε με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία τη με αριθμό …../…..  σύμβαση ασφάλισης, με ισχύ από 27-4-2022 έως 27-4-2023, δυνάμει της οποίας ασφάλισε το παραπάνω σκάφος αφενός για ίδιες ζημίες ή απώλεια αυτού (hull & machinery) μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ κι αφετέρου για την αστική της ευθύνη έναντι τρίτων, περιλαμβανομένης και της πρόκλησης θαλάσσιας ρύπανσης, με ανώτατο όριο κάλυψης το ποσό των 150.000 ευρώ, καθώς και ότι το πρώτο σκέλος της ασφάλισης, ήτοι αυτό της κάλυψης των ίδιων ζημιών συμφωνήθηκε να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και πρακτική, καθώς και από τους ενσωματωμένους στη σύμβαση όρους του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute Yacht Clauses 1.11.1985), ενώ το σκέλος της αστικής ευθύνης και της ευθύνης από θαλάσσια ρύπανση ορίστηκε να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Ακολούθως, ιστορούσε ότι κατά τις απογευματινές ώρες της Κυριακής 23-10-2022 το παραπάνω σκάφος, στο πλαίσιο ναύλωσης, απέπλευσε από τη Βλυχάδα Σαντορίνης με προορισμό το λιμάνι της Σχοινούσας, με συνολικό αριθμό επιβαινόντων τρία άτομα, ότι αρχικά κατέπλευσε στο νότιο τμήμα της Ηρακλειάς και μετά το σκότος συνέχισε το ταξίδι του προς Σχοινούσα με τη χρήση των ναυτιλιακών του οργάνων, ότι  πλησιάζοντας στη Σχοινούσα έγινε αισθητός ένας έντονος κλυδωνισμός και το σκάφος προσάραξε σε βραχώδες τμήμα κοντά στην ακτή δυτικά της νήσου Σχοινούσας, καθώς και ότι μετά την προσάραξη ο κυβερνήτης, ο οποίος σε όλη τη διαδρομή συμβουλευόταν τα ηλεκτρονικά συστήματα πλοήγησης του σκάφους (gps plotter), διαπίστωσε ότι το σύστημα πλοήγησης του σκάφους το απεικόνιζε σε θέση 1,5 ναυτικό μίλι μακριά από την ακτή, σε διαφορετικό σημείο από αυτό στο οποίο είχε προσαράξει. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι κατά την προσάραξη του σκάφους άνοιξαν ρήγματα στα ύφαλά του, με αποτέλεσμα την εισροή υδάτων σε αυτό, ότι αμέσως οι επιβαίνοντες ειδοποίησαν τηλεφωνικώς το Λιμεναρχείο Νάξου περί της κατάστασης και απέστειλαν μέσω κινητού τηλεφώνου τη θέση τους, καθώς το δορυφορικό σήμα του gps του σκάφους είχε χαθεί, ότι το Λιμεναρχείο επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α/Κ σκάφος «ΑΝ» με κυβερνήτη το …….. και το Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφος «Χ» με κυβερνήτη το ………., τα οποία απέπλευσαν άμεσα από τους λιμένες Σχοινούσας και Κουφονησίου, αντίστοιχα, ενώ περί ώρα 00.05 της 24ης-10-2022 απέπλευσε και το Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφος «Κ» από το λιμένα Νάξου με επιβαίνοντα τον Υποπλοίαρχο ΛΣ …………… για τη θαλάσσια περιοχή του συμβάντος, καθώς και ότι ο κυβερνήτης του Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφους «Χ» με τη βοήθεια μίας αντλίας, που είχε στο σκάφος του, πραγματοποίησε μερική απάντληση των υδάτων, που είχαν εισχωρήσει στο επίδικο σκάφος, ενώ κατόπιν αρνητικής εντολής του στελέχους του Λιμενικού και του Λιμεναρχείου Νάξου δεν επιχειρήθηκε η αποκόλλησή του από τα βράχια λόγω της περιορισμένης ορατότητας και του περασμένου της ώρας, ενώ τέθηκε ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση η προηγούμενη επιθεώρηση του σκάφους από δύτη, ώστε να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Κατόπιν, εξέθετε ότι περί ώρα 02.30 πρωινή διήλθε πλησίον του σκάφους ένα πλοίο της γραμμής με προορισμό το λιμένα Σχοινούσας, το οποίο λόγω του κυματισμού του προκάλεσε ταλαντώσεις στο επίδικο σκάφος, που με τη σειρά τους επέτειναν τις βλάβες στα υποθαλάσσια μέρη του, ότι το πρωί της 24ης-10-2022 πραγματοποιήθηκε επιθεώρηση του σκάφους από το δύτη …………., ο οποίος διαπίστωσε ότι υπήρχαν διατρήσεις διαφόρων σημείων του σκάφους στην πρύμνη, την πλώρη, αλλά και στο κύτος αυτού, εξαιτίας των οποίων παρουσιαζόταν συνεχής εισροή υδάτων, ότι ενώ ο δύτης ετοιμαζόταν να επισκευάσει πρόχειρα το σκάφος για να μπορέσει να ρυμουλκηθεί ως το λιμένα της Σχοινούσας, διήλθε ξανά πλοίο της γραμμής με προορισμό τη Σχοινούσα και προκάλεσε υψηλούς κυματισμούς, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα τη σφοδρή ταλάντωση του επίδικου σκάφους και την πρόκληση περαιτέρω ζημιών, ότι η δεύτερη επιθεώρηση, που πραγματοποιήθηκε από τον παραπάνω δύτη, κατέδειξε ότι είχε προκληθεί μεγαλύτερη ζημιά στο σκάφος, γιατί το δεξί μπρακέτο, που στηρίζεται ο άξονας, υποχώρησε μέσα στον πολυεστέρα ανοίγοντας μια μεγάλη τρύπα μέσω της οποίας εντοπιζόταν υψηλή εισροή υδάτων σε αυτό, καθώς και ότι ακολούθως και αφού μετά από πολύωρες προσπάθειες του δύτη κατέστη δυνατή η πρόχειρη κάλυψη των ρηγμάτων στα ύφαλά του και η αποκόλλησή του από τα βράχια, το επίδικο σκάφος ρυμουλκήθηκε από το Ε/Γ- Τ/Ρ σκάφος «Χ» μέχρι το λιμένα Σχοινούσας. Έπειτα, μνημόνευε ότι το πρωί της 24ης-10-2022 ενημερώθηκε για το συμβάν η ασφαλιστική πράκτορας της ενάγουσας, η οποία με τη σειρά της ενημέρωσε την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ότι κατά την ανέλκυση του σκάφους στην ξηρά διαπιστώθηκε ότι όλα τα μηχανήματά του (μηχανές και γεννήτρια) είχαν καλυφθεί με θαλασσινό νερό κι ότι το σκάφος έφερε τέτοιας έντασης ζημίες τόσο στο κύτος όσο και στα μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά του μέρη, ώστε στην ουσία είχε καταστραφεί ολοσχερώς, καθώς και ότι την 7η-11-2022 πραγματοποιήθηκε επιθεώρηση του σκάφους από τον πραγματογνώμονα της εναγόμενης, ……………, ο οποίος, αφού διαπίστωσε τις ακριβείς εκτεταμένες ζημίες που έφερε και την πλήρη καταστροφή των μηχανών και λοιπών μηχανικών μερών και εξαρτημάτων του από τη διαβροχή τους με θαλασσινό νερό, εκτίμησε ότι το κόστος της επισκευής των ζημιών αυτών πλέον εξόδων ανερχόταν στο ποσό των 155.800 ευρώ, ενώ η εμπορική αξία του επίδικου σκάφους ανερχόταν στο ποσό των 130.000 ευρώ και η ασφαλιζόμενη αξία του στο ποσό των 100.000 ευρώ, κρίνοντας ως εκ τούτου ότι επρόκειτο για περίπτωση τεκμαρτής ολικής απώλειας, σύμφωνα με την από 7-4-2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του. Μετά ταύτα, σημείωνε ότι με την από 23-6-2023 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγόμενη την 28-6-2023, η ενάγουσα, αφού την ενημέρωσε ότι με την προσάραξη το σκάφος της καταστράφηκε ολοσχερώς, άλλως ότι, κατά τα ανωτέρω, υφίσταται τεκμαρτή ολική απώλεια αυτού, της δήλωσε ότι της εγκαταλείπει το ναυάγιο του ανωτέρω σκάφους και την κάλεσε όπως εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης φροντίσει για τη μεταφορά και διάλυση αυτού, καθώς και ότι ακολούθως η εναγόμενη με την από 4-7-2023 εξώδικη δήλωσή της αρνήθηκε την ανωτέρω δήλωση εγκατάλειψης, όπως επίσης αρνήθηκε και να προβεί σε καταβολή του ασφαλίσματος στην ενάγουσα, επικαλούμενη παραβίαση των όρων του ασφαλιστήριου συμβολαίου και δη, μεταξύ άλλων, έλλειψη επαρκούς επιμέλειας εκ μέρους του κυβερνήτη του σκάφους. Στη συνέχεια, ισχυριζόταν ότι η προσάραξη του σκάφους της οφειλόταν σε απώλεια του σήματος gps, χωρίς να συντρέχει περίπτωση δυσλειτουργίας της συσκευής gps του πλοίου, ούτε μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον κυβερνήτη, με αποτέλεσμα το σύστημα πλοήγησης να δείχνει ότι το σκάφος βρισκόταν 1,5 μίλι μακριά από την ακτή, ενώ αυτό έπλεε πλησίον της ακτής, σε βραχώδεις σχηματισμούς της οποίας προσάραξε και ως εκ τούτου η ως άνω προσάραξη του επίδικου σκάφους συνιστά θαλάσσιο κίνδυνο, καλυπτόμενο ασφαλιστικά από τον όρο 9.1.1. των Institute Yacht Clauses 1.11.1985, που ενσωματώθηκαν στην ασφαλιστική σύμβαση. Ειδικότερα, επεξηγούσε ότι με την επενέργεια του ανέμου και των αλλεπάλληλων κυματισμών, κατά την προσάραξη αυτή, το σκάφος χτυπιόταν στο βραχώδη βυθό, και λόγω της δύναμης των κυμάτων και της σφοδρότητας των χτυπημάτων επήλθαν σε αυτό ρήγματα, εισήλθε θαλασσινό νερό, που κατέκλυσε το μηχανοστάσιό του και κατέστησε αδύνατη την αποκόλλησή του από το σημείο προσάραξης και συνακόλουθα, επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση κι ενόψει του ότι υφίσταται πραγματική ολική απώλεια του σκάφους, καθόσον αυτό καταστράφηκε κατά τρόπο που προδήλως η ενάγουσα το στερείται ανεπανόρθωτα, άλλως ενόψει του ότι υφίσταται τεκμαρτή ολική απώλεια, αφού το κόστος επισκευής των ζημιών υπερβαίνει κατά πολύ την εμπορική και αγοραστική αξία του σκάφους, καθώς κι ενόψει του ότι η ενάγουσα έχει ήδη προβεί σε δήλωση εγκατάλειψης του σκάφους στην εναγόμενη, υποχρεούται η τελευταία εκ της συναφθείσας ασφαλιστικής σύμβασης να της καταβάλει το ποσό του ασφαλίσματος, που ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ, άλλως επικουρικώς, ακόμη κι αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η απώλεια επήλθε λόγω έλλειψης επαρκούς επιμέλειας του κυβερνήτη του σκάφους, η φερόμενη αμέλεια του κυβερνήτη συνιστάμενη κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης στην πλεύση αυτού σε εσφαλμένη πορεία, συνιστά καλυπτόμενο κίνδυνο υπό τον όρο 9.2.2.2. των ενσωματωμένων στο ασφαλιστήριο Institute Yacht Clauses 1.11.1985 κι ως εκ τούτου η εναγόμενη οφείλει να αποζημιώσει την απώλεια του σκάφους της ενάγουσας και υπό αυτή την εκδοχή. Τέλος, επικαλούμενη ότι προέβη σε έξοδα για τον περιορισμό της ζημίας του σκάφους της, όπως και για την αποτροπή πρόκλησης θαλάσσιας ρύπανσης, ζήτησε με βάση το άρθρο 78 του Μ.Ι.Α. του 1906, άλλως με βάση τους όρους 15.1 και 15.2 των ενσωματωμένων στο ασφαλιστήριο Institute Yacht Clauses 1.11.1985, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, πέραν του ποσού του ασφαλίσματος : α) το ποσό των 5.500 ευρώ, που δαπάνησε για την αμοιβή του επαγγελματία δύτη και δη για την πρόχειρη επισκευή του σκάφους, β) το ποσό των 3.000 ευρώ, που δαπάνησε για την αμοιβή του κυβερνήτη του Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφους «Χ» και δη για την απάντληση των υδάτων και τη ρυμούλκηση του επίδικου σκάφους, γ) το ποσό των 500 ευρώ, που δαπάνησε για την αγορά πετρελαίου και αντιδιαβρωτικών – αντισκωριακών προϊόντων για την προστασία της μηχανής και των εξαρτημάτων της λόγω της βύθισής τους στη θάλασσα και δ) το ποσό των 11.821,60 ευρώ, που δαπάνησε για την ανύψωση του ναυαγίου στην ξηρά (μετά την ανέλκυσή του από τη θάλασσα) και τη μεταφορά αυτού από τη Σχοινούσα προς το χώρο απόθεσης σκαφών της εταιρίας «……………..», που εδρεύει ………… Αττικής. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής και δη με την παραίτηση της ενάγουσας από το επιμέρους αγωγικό κονδύλιο για έξοδα τελικής διάθεσης του ναυαγίου του σκάφους της εκ ποσού 55.800 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 120.821,60 ευρώ (100.000 + 5.500 + 3.000 + 500 + 11.821,60), με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την 28-6-2023, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ζήτησε να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (206/2025), αφού δέχθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη, και αφού έκρινε ότι έχει υλική και τοπική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς δυνάμει έγκυρης ρήτρας παρέκτασης περιεχόμενης στην ασφαλιστική σύμβαση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 25 παρ. 2, 42 ΚΠολΔ, καθώς και του άρθρου 51 παρ. 1 στοιχ. α, παρ. 2 και παρ. 3 Β περ. θ του Ν. 2172/1993, λόγω και του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, κι επιπλέον ότι εφαρμοστέο είναι το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο ως προς την ασφαλιστική κάλυψη ιδίων ζημιών και το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο ως προς την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης ως το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη, λόγω των υφιστάμενων σχετικών ρητρών περί εφαρμοστέου δικαίου αντιστοίχως στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και ως προς την επικουρική βάση της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, συμψηφίζοντας τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους. Κατά της απόφασης αυτής (206/2025) παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή της.

ΙΙΙ. Το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά διεθνή συναλλακτική συνήθεια, επιλέγεται από τα συμβαλλόμενα μέρη στις ναυτασφαλιστικές συναλλαγές με σχετική ρήτρα των όρων της ασφάλισης, ανεξάρτητα μάλιστα του ουσιώδους ή μη συνδέσμου με αυτές, περιέχεται δε κωδικοποιημένο στον αγγλικό νόμο «περί θαλάσσιας ναυτικής ασφάλισης του 1906», γνωστό με την ονομασία «Marine Insurance Act 1906» (στο εξής: Μ.I.A. 1906), καθώς και στο κοινό δίκαιο (common law), εφόσον οι διατάξεις του δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του ανωτέρω νόμου και στην αγγλική πρακτική (English practice) και ερμηνεύεται από τα αγγλικά δικαστήρια και τους Άγγλους νομικούς συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου σε συνάρτηση και με τις ρήτρες ασφάλισης σκαφών αναψυχής «Institute yacht clauses 1.11.1985» (βλ. σχετ. με τις πηγές του αγγλικού ναυτασφαλιστικού δικαίου το νομικό σύγγραμμα «Templeman on marine insurance, its Principles and Practice», 6th ed, p. 190-191). Επίσης σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα συναλλακτικά ήθη, τα οποία ρυθμίζουν πολλά θέματα για τα οποία δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο νόμο, σε βαθμό μάλιστα τέτοιο ώστε αυτά να επικρατούν και όταν ακόμα υπάρχει έμμεση ρύθμιση από το νόμο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Μ.Ι.Α. 1906 που ρυθμίζει τις θαλάσσιες ασφαλίσεις: «Η σύμβαση ναυτικής ασφάλισης αποτελεί σύμβαση με την οποία ο ασφαλιστής αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, κατά τρόπο και σε έκταση που συμφωνείται με αυτήν, κατά θαλασσίων κινδύνων, δηλαδή των κινδύνων που είναι συναφείς με τη ναυτική περιπέτεια», στο δε άρθρο 5 του ίδιου νόμου δίνεται ο ορισμός του ασφαλιστικού συμφέροντος: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, ασφαλιστικό συμφέρον έχει κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον στη ναυτική περιπέτεια. 2. Ειδικά ένα πρόσωπο έχει συμφέρον στη ναυτική περιπέτεια όταν τελεί σε οποιαδήποτε έννομη ή πραγματική σχέση με την περιπέτεια ή με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο που εκτίθεται σε κίνδυνο κατ’ αυτή και από το γεγονός αυτό μπορεί το εν λόγω πρόσωπο να ωφεληθεί από την ασφάλεια ή προσήκουσα άφιξη του ασφαλισμένου περιουσιακού στοιχείου, ή μπορεί να ζημιωθεί από την απώλεια, ζημία ή δέσμευσή του, ή μπορεί να γεννηθεί στο πρόσωπό του ευθύνη σε σχέση με αυτό.». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο νόμος αυτός (Μ.Ι.Α. 1906) δεν προβλέπει τους επιμέρους προς ασφάλιση κινδύνους, ούτε αναφέρεται στο περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης (ιδίως σε περιορισμούς, αιρέσεις, εξαιρέσεις, κ.λ.π.) αλλά καταλείπει τη διαμόρφωσή του (περιεχομένου) στην ελεύθερη βούληση των μερών. Στην πράξη το έργο αυτό έχει αναλάβει το Ινστιτούτο των Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters) το οποίο, ως επαγγελματικό όργανο έρευνας και προώθησης των ναυτασφαλιστικών ζητημάτων στην αγγλική αγορά, έχει προβεί στην τυποποίηση των όρων κάλυψης των θαλάσσιων κινδύνων για κάθε κατηγορία ναυτασφάλισης. Ειδικότερα για την ασφάλιση των θαλαμηγών οι διεθνώς χρησιμοποιούμενοι όροι είναι οι έντυποι του Ινστιτούτου για θαλαμηγά σκάφη αναψυχής, υπό την κωδική ονομασία Institute Yacht Clauses 1/11/1985. Η παρεχόμενη με τους όρους αυτούς ασφαλιστική κάλυψη δεν είναι κατά παντός κινδύνου (all risks) αλλά κατά συγκεκριμένων μόνο κατηγοριών κινδύνου, που απαριθμούνται αυτοτελώς και περιοριστικά (named risks). Μεταξύ των ασφαλιζόμενων κινδύνων περιλαμβάνονται και οι θαλάσσιοι κίνδυνοι (Perils of the sea – ρήτρα 9.1.1), ήτοι οι κίνδυνοι οι οποίοι έχουν σχέση με την πλεύση του ασφαλισμένου πλοίου στη θάλασσα. Ωστόσο ο όρος «Perils of the sea» δεν καλύπτει κάθε ατύχημα ή συμβάν το οποίο είναι δυνατό να συμβεί στη θάλασσα, αλλά αφορά κίνδυνο εξαιτίας της θάλασσας και αναφέρεται μόνο σε τυχαία (απρόοπτα) περιστατικά (συμβάντα, ατυχήματα) εξαιτίας της θάλασσας και δεν περιλαμβάνει την κανονική ενέργεια των ανέμων και των κυμάτων. Πρέπει, με άλλα λόγια, να είναι ένας κίνδυνος απρόβλεπτος και ένα αποτρέψιμο ατύχημα, όχι ένα προβλέψιμο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα και πρέπει να είναι εξαιτίας της θάλασσας, όχι απλώς επί της θάλασσας [«but it is clear that there must be a peril, an unforseen and inevitable result, and it must be of the seas, not merely on the seas», From the judgement of Lord Herschell in the Xantho (12 APP Cas Ρ 509), Templeman on MARINE Insurance, 6th edit, p. 134]. Ειδικότερα, η γενική έκφραση «εναντίον κινδύνων θάλασσας» δεν περιλαμβάνει έναν απλό κίνδυνο, ούτε κάθε απώλεια ή ζημία που από τη φύση της πρέπει να θεωρηθεί αναπόφευκτη, αλλά μια κατηγορία κινδύνων ακαθόριστης έκτασης, η οποία περικλείει κάθε είδους ναυτικά ατυχήματα πλοίων (ναυάγιο, βύθιση, προσάραξη, κ.λ.π.), όπως και κάθε είδους ζημία που προκλήθηκε στο πλοίο από επιζήμια ενέργεια της θάλασσας, πλην της συνήθους φθοράς από το ταξίδι ή από ενέργεια ή αμέλεια του ασφαλισμένου ως άμεσου αίτιου (Lord Chorley & Giles, Ναυτικό Δίκαιον, μετάφρ. Ιασ. Κρεμεζή, Αθήνα 1978, σ. 302). Αφορά περιστατικά που συμβαίνουν στο ασφαλισμένο αντικείμενο (πλοίο) προερχόμενα από εξωτερικούς παράγοντες και όχι από την ίδια τη φύση του ασφαλισμένου αντικειμένου, αποκλειόμενης κάθε ευθύνης για απώλεια ή ζημία ή δαπάνη η οποία είναι αναπόφευκτη, όπως συνήθη φθορά και ξέφτισμα, συνήθη διαρροή και θραύση και πολύ περισσότερο προερχόμενη από πράξεις του ίδιου του ασφαλισμένου (Templeman on Marine Insurance, 6th edition, 168-169). Αυτό διότι κάθε πλοίο κατά τη διάρκεια της ναυσιπλοΐας ή ακόμα και αν είναι παροπλισμένο, είναι φυσικό να εκτίθεται σε κάποια αναπόφευκτη, αν και σταδιακή, διαδικασία αποσύνθεσης – φθοράς, κυρίως λόγω της δράσης των κυμάτων και του ανέμου, δηλαδή σε μια προοδευτική χειροτέρευση από τη συνήθη καταπόνησή του από τους εν λόγω παράγοντες, η οποία κοινώς ορίζεται ως φθορά και ξέφτισμα, φυσικό αποτέλεσμα των άνω παραγόντων, για τα οποία δεν υπάρχει ευθύνη του ασφαλιστή ακόμα και αν η χειροτέρευση από φθορά και ξέφτισμα (συνήθη χρήση και φθορά) καταστεί τόσο σοβαρή ώστε να προκαλέσει τη διαρροή και βύθιση του πλοίου (Templeman on Marine Insurance, 6th edition, σ. 164). Η ζημιά επομένως που προκαλείται από διαρροή θαλασσινού νερού στο εσωτερικό του πλοίου και οδηγεί στην βύθισή του, δεν αποτελεί βάρος του ασφαλιστή, παρά μόνο στην περίπτωση που οφείλεται άμεσα σε απρόβλεπτο και τυχερό γεγονός ή σε ασύνηθες συμβάν, οφειλόμενο στην ασυνήθιστη δράση του ανέμου και των κυμάτων (Arnould’s Law of Marine Insurance and Average, vol 1, par. 798, p. 661). Περαιτέρω προκειμένου να γεννηθεί αξίωση αποζημίωσης από την ασφαλιστική σύμβαση για ζημία ή απώλεια του ασφαλισθέντος πράγματος (πλοίου) και να θεμελιωθεί ευθύνη του ασφαλιστή, πρέπει να αποδειχθεί ότι η ζημία προκλήθηκε ως έγγιστα από ασφαλισθέντα κίνδυνο, σύμφωνα με την αρχή που εκφράζεται στο γνωστό νομικό απόφθεγμα «causa proxima non remota spectatur» (πρέπει ν’ αναζητείται η εγγύτερη αιτία και όχι η απώτερη) και αποτυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 55 (1) του Μ.Ι.Α. 1906, με τον τίτλο «Καλυπτόμενες και Εξαιρούμενες Ζημίες» (ΕφΠειρ 815/2000 ΕΝΔ 2001. 157). Πρέπει ειδικότερα να υφίσταται μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος, του επελθόντος κινδύνου – ο οποίος πρέπει να αποτελεί ασφαλισμένο δια του ασφαλιστηρίου κίνδυνο – και της επελθούσας απώλειας ή προξενηθείσας ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος, αιτιώδης σύνδεσμος, ήτοι η ζημία να είναι άμεσο αποτέλεσμα της εγγύτερης προς αυτήν αιτίας. Ως εγγύτερη δε αιτία θεωρείται, όχι η χρονικώς τελευταία, αλλά εκείνη που είναι πρόσφορος και επικρατέστερη για την επέλευση του αποτελέσματος (Predominant in efficiency). Γενικώς, όπου ο κίνδυνος περιγράφει μία αιτία, ως επί θαλασσίων κινδύνων (Perils of the sea), εναπόκειται στον ασφαλισμένο να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία, η αξιούμενη βάσει ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οφείλετο σε ένα ασφαλισμένο κίνδυνο (ΤρΕφΠειρ 204/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εάν ο ασφαλισμένος προβάλλει επαρκή αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία πιθανόν προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο, αλλά ο ασφαλιστής διατυπώνει μια εναλλακτική θεωρία ως προς την αιτία, το ζήτημα θα αποφασισθεί βάσει των πιθανοτήτων και για να επιτύχει ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει μία υπερέχουσα πιθανότητα (Preponderance of propability), η οποία στηρίζει την υπόθεσή του [εν προκειμένω ο ασφαλιζόμενος φέρει το βάρος απόδειξης ότι η ζημία προκλήθηκε από τον πλησιέστερο προς αυτήν κίνδυνο (σχετ. J. Kenneth Goodacre, A.C.I.I, Marine Insurance Claimas, 3rd edition, p. 86, Τempleman on Marine Insurance, p. 200), Lord Brandon σε House of Lords, Rhesa Shipping Co. S.A. v. Herbert David Edmunds v. Fenton Insurance Co. Ltd. (The Popi M), [1985] 2 Lloyd’ s Rep, 1]. Αυτός δεν οφείλει να αποκλείσει όλες τις πιθανότητες των ισχυρισμών της άλλης πλευράς, απλώς πρέπει να αποδείξει ότι η δική του περίπτωση στηρίζεται σε μία υπερέχουσα πιθανότητα (Templeman on MARINE Insurance, ο.α, p. 201, 202, βλ. επίσης Rhesa Shipping S.A ν Edmunds (The “Popi Μ”) H.L. (1985) 2 Lloyd’s Rep. 1 , Lloyd Instruments Ltd ν Northern Star Insurance Co Ltd (The “Miss Jay Jay”) (1985) 1 Lloyd s Rep. 264 και Glowrange Ltd V C6U Insurance Pic (2001) English High Court: QBD Commercial Court) [ΜονΕφΠειρ 343/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 604/2019, ΕφΠειρ 518/2017, ΕφΠειρ 727/2014, ΕφΠειρ 358/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. δ, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 117-118 ΚΠολΔ : α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγόμενου, δηλαδή πρέπει να γίνεται σαφής έκθεση στο δικόγραφό της όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε η αγωγή να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτίμησης και να καθίσταται εφικτή η απάντηση σ’ αυτή και γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, θα πρέπει να είναι τόσα, όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης, και να αναφέρονται αυτά με τέτοια σαφήνεια, ώστε, όχι μόνο να μην αφήνεται αμφιβολία για την αξίωση του ενάγοντος, που απορρέει από αυτά, για την οποία αναφέρεται το αίτημα της αγωγής, αλλά ακόμη και κατά τρόπο ώστε ο εναγόμενος να έχει τη δυνατότητα άμυνας με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντος και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγηση της αγωγής και να διεξάγει τις σχετικές αποδείξεις. Η έλλειψη των ως άνω στοιχείων, περίπτωση της οποίας αποτελεί και η μη εξειδίκευση με πληρότητα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών (ποσοτική αοριστία), καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, επιφέρει δε το απαράδεκτο αυτού, στην απαγγελία του οποίου προβαίνει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως. Επίσης, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή την παραπομπή στα διαλαμβανόμενα σε άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1728/2014, ΑΠ 250/2011, ΑΠ 49/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, όταν πρόκειται για αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω επέλευσης ασφαλιζόμενου θαλάσσιου κινδύνου με βάση σύμβαση ασφάλισης σκάφους αναψυχής, που είχε συμφωνηθεί να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και πρακτική και τις τυποποιημένες ρήτρες ασφάλισης θαλαμηγών σκαφών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου («Institute Yacht Clauses 1.11.1985»), αναγκαίο στοιχείο της βάσης της, το οποίο ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει, είναι, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναλυθείσες διατάξεις του άρθρου 55 (1 & 2c) Μ.Ι.Α. 1906 και της ρήτρας 9.1.1. «Institute Yacht Clauses 1.11.1985», η επέλευση ασφαλιζόμενου κινδύνου εξαιτίας της θάλασσας, δηλαδή συγκεκριμένου τυχαίου και απρόβλεπτου κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θαλάσσιου συμβεβηκότος, οφειλόμενου στην ασυνήθιστη δράση του ανέμου και των κυμάτων (peril of the sea – ρήτρα 9.1.1.), που ως εγγύτερη αιτία (proximate cause) και κατά υπερέχουσα πιθανότητα (preponderance of propability) επέφερε την ασφαλιστική περίπτωση (π.ρ.β.λ. ΕφΠειρ 204/2015, ΕφΠειρ 358/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Αθ. Μαρκάκη, σημείωση στην ΕφΠειρ 815/2000 ΕΝΔ 29. 164, 165) [ΜονΕφΠειρ 343/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή τυγχάνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς την κύρια βάση της, στο μέτρο που επιχειρείται να στηριχθεί στο άρθρο 55 παρ. 1 του Μ.Ι.Α. 1906 και στη ρήτρα 9.1.1. των ενσωματωμένων στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση όρων «Institute Yacht Clauses 1.11.1985», απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, καθότι και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά, που ιστορεί η ενάγουσα προς θεμελίωσή της, δεν συνιστούν θαλάσσιο κίνδυνο, υπό την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, ήτοι δεν συνιστούν τον ασφαλισμένο κίνδυνο, που εμπίπτει στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης, ώστε να πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και να επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση και η εξ αυτής αιτιωδώς προκληθείσα απώλεια του ασφαλισμένου σκάφους της ενάγουσας κατά τους όρους του μεταξύ τους καταρτισθέντος ασφαλιστηρίου να δημιουργεί υποχρέωση της εναγόμενης προς καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, που συμφώνησαν μεταξύ τους τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΚ 361), λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, κατ’ εφαρμογή του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου (ΑΚ 25). Τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η εγγύτερη αιτία, που κατά υπερέχουσα πιθανότητα επέφερε την ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή την προσάραξη του επαγγελματικού τουριστικού σκάφους αναψυχής «ΒΜ» σε βραχώδες τμήμα κοντά στην ακτή δυτικά της νήσου Σχοινούσας, με αποτέλεσμα αυτό ακολούθως να υποστεί ρήγματα στα ύφαλά του και να εισέλθει θαλασσινό νερό στο εσωτερικό του, ήταν η απώλεια του δορυφορικού σήματος πλοήγησης του σκάφους (gps). Ωστόσο, η εν λόγω απώλεια του σήματος gps δεν συνιστά τυχαίο και απρόβλεπτο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων συμβάν, που προέκυψε εξαιτίας της θάλασσας, δηλαδή εξαιτίας της επιζήμιας επενέργειας των θαλάσσιων δυνάμεων επί του ασφαλισμένου σκάφους, ούτε άλλωστε οφείλεται στην ασυνήθιστη δράση του ανέμου και των κυμάτων, αλλά αντίθετα συνιστά ένα προβλέψιμο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα και δη έναν κίνδυνο που εκδηλώθηκε απλώς επί της θάλασσας και ουχί εξαιτίας της θάλασσας, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη (βλ. ΕφΠειρ 518/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, που εκτιμά ως περιπτώσεις θαλάσσιου κινδύνου την προηγηθείσα κακοκαιρία και το χτύπημα του σκάφους σε σταθερό σημείο λόγω της μεγαλύτερης της συνήθους επενέργειας των κυμάτων ή του ανέμου). Ομοίως ο επικαλούμενος κυματισμός, που προκάλεσαν τα πλοία της γραμμής, τα οποία διήλθαν από το σημείο της προσάραξης, προκαλώντας πρόσθετες ταλαντώσεις στο επίδικο σκάφος, δεν περιγράφεται, ούτε χαρακτηρίζεται με σαφήνεια ως ασυνήθης και απρόβλεπτος, ώστε να δύναται να υπαχθεί με ασφάλεια στην έννοια του θαλάσσιου συμβεβηκότος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (206/2025) απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από την ασφαλιστική σύμβαση του ίδιου του σκάφους ως νομικά αβάσιμη, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα – ενάγουσα με το συναφή πρώτο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.

V. Η ένδικη αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της, που επιχειρείται να στηριχθεί στο άρθρο 55 παρ. 2 α του Μ.Ι.Α. 1906 και στη ρήτρα 9.2.2.2. των ενσωματωμένων στην ασφαλιστική σύμβαση όρων «Institute Yacht Clauses 1.11.1985», τυγχάνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην υπό στοιχείο IIΙ νομική σκέψη, η ενάγουσα δεν εκθέτει στο δικόγραφο αυτής, ως όφειλε, τα ειδικά δικαιοπαραγωγικά πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την υπαγωγή τους από το Δικαστήριο στους παραπάνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, δηλαδή δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την ασφαλιστική περίπτωση. Ειδικότερα, η ενάγουσα αρκείται σε μία παντελώς αόριστη και γενικόλογη μνεία περί «φερόμενης αμέλειας του κυβερνήτη συνισταμένης κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης στην πλεύση αυτού σε εσφαλμένη πορεία», χωρίς να εκθέτει ποια ακριβώς πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αμελή συμπεριφορά του κυβερνήτη του σκάφους είχαν λάβει χώρα, τον επικαλούμενο χρόνο αυτών και πώς συνδέονται (την αιτιώδη σύνδεσή τους κατά τον κανόνα “causa proxima non remota spectatur ”) με την προκληθείσα μεταγενέστερα απώλεια του επίδικου σκάφους. Επίσης, δεν αναφέρει εάν είχαν προηγηθεί και άλλα περιστατικά, που αιτιωδώς συνδέονται με την πρόκληση του επίδικου συμβάντος και δη εάν υπήρχαν ενδείξεις έστω και απλές δυσλειτουργίες του συστήματος πλοήγησης του σκάφους για ορισμένο προηγηθέν χρονικό διάστημα, τα οποία ως κυβερνήτης όφειλε να γνώριζε και δεν τα αξιολόγησε δεόντως, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο εάν επέδειξε αμέλεια και παρέλειψε να πράξει τα προσήκοντα σχετικά με τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων για τη διάγνωση, την πρόληψη και την αποτροπή της ζημίας του σκάφους. Περαιτέρω, οι ανωτέρω ασάφειες και ελλείψεις προκαλούν τουλάχιστον σύγχυση, άγνοια και αμφιβολία για την αιτία, αλλά κυρίως καθιστούν αδύνατο να ελεγχθεί εάν πράγματι επήλθε ο ασφαλισμένος κίνδυνος (περίπτωση που, σημειωτέον, δεν συντρέχει εάν η ζημία ή απώλεια οφείλεται σε έλλειψη επαρκούς επιμέλειας από τους ασφαλισμένους πλοιοκτήτες ή διαχειριστές) και σε καταφατική περίπτωση εάν υπήρχε και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του επελθόντος αυτού κινδύνου και της προκληθείσας απώλειας του ασφαλισμένου σκάφους. Η ως άνω πρόδηλη αοριστία της αγωγής είναι αθεράπευτη με τις προτάσεις της ενάγουσας και με την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και καθιστά την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης τήρησης της νόμιμης προδικασίας (άρθρα 111, 118, 216 ΚΠολΔ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (206/2025) απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της από την ασφαλιστική σύμβαση του ίδιου του σκάφους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα – ενάγουσα με το συναφή δεύτερο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.

VI. Από τις με αριθμό …../11-1-2024 και …../11-1-2024 ένορκες βεβαιώσεις του ………. και του …….. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, αντιστοίχως, ληφθείσες με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό …… /5-1-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …….. . με συνημμένη σε αυτή την από 5-1-2024 κλήση, που μετ’ επιικλήσεως προσκομίζει η ενάγουσα, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα εταιρία είναι πλοιοκτήτρια του επαγγελματικού τουριστικού σκάφους αναψυχής – ταχύπλοου «Β», με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …………., μήκους 12,89 μέτρων, κ.ο.χ. 24,38, που κατασκευάστηκε το έτος 1999 από ενισχυμένο πλαστικό και φέρει δύο κινητήρες τύπου …………. έκαστος. Η ενάγουσα συνήψε με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία τη με αριθμό …………./0002 σύμβαση ασφάλισης, με ισχύ από 27-4-2022 έως 27-4-2023, δυνάμει της οποίας ασφάλισε το παραπάνω σκάφος αφενός για ίδιες ζημίες ή απώλεια αυτού (hull & machinery) μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ κι αφετέρου για την αστική της ευθύνη έναντι τρίτων, περιλαμβανομένης και της πρόκλησης θαλάσσιας ρύπανσης, με ανώτατο όριο κάλυψης το ποσό των 150.000 ευρώ, το δε πρώτο σκέλος της ασφάλισης, ήτοι αυτό της κάλυψης των ίδιων ζημιών συμφωνήθηκε να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και πρακτική, καθώς και από τους ενσωματωμένους στη σύμβαση όρους του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute Yacht Clauses 1.11.1985), ενώ το σκέλος της αστικής ευθύνης και της ευθύνης από θαλάσσια ρύπανση ορίστηκε να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τις απογευματινές ώρες της Κυριακής 23-10-2022 το παραπάνω σκάφος, στο πλαίσιο ναύλωσης, απέπλευσε από τη Βλυχάδα Σαντορίνης με προορισμό το λιμάνι της Σχοινούσας, με συνολικό αριθμό επιβαινόντων τρία άτομα και συγκεκριμένα τον κυβερνήτη του σκάφους ……., τον ……….., ναυλωτή του σκάφους και τον έτερο επιβαίνοντα, ……… Ειδικότερα, αρχικά κατέπλευσε στο νότιο τμήμα της Ηρακλειάς και μετά το σκότος συνέχισε το ταξίδι του προς Σχοινούσα με τη χρήση των ναυτιλιακών του οργάνων, πλην όμως, πλησιάζοντας στη Σχοινούσα έγινε αισθητός ένας έντονος κλυδωνισμός και το σκάφος προσάραξε σε βραχώδες τμήμα κοντά στην ακτή δυτικά της νήσου Σχοινούσας. Κατά την προσάραξη του σκάφους άνοιξαν ρήγματα στα ύφαλά του, με αποτέλεσμα την εισροή υδάτων σε αυτό και αμέσως οι επιβαίνοντες ειδοποίησαν τηλεφωνικώς το Λιμεναρχείο Νάξου περί της κατάστασης και απέστειλαν μέσω κινητού τηλεφώνου τη θέση τους, καθώς το δορυφορικό σήμα του gps του σκάφους είχε χαθεί. Το Λιμεναρχείο επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α/Κ σκάφος «ΑΝ» με κυβερνήτη το ……… και το Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφος «Χ» με κυβερνήτη το …………, τα οποία απέπλευσαν άμεσα από τους λιμένες Σχοινούσας και Κουφονησίου, αντίστοιχα, ενώ περί ώρα 00.05 της 24ης-10-2022 απέπλευσε και το Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφος «Κ» από το λιμένα Νάξου με επιβαίνοντα τον Υποπλοίαρχο ΛΣ ……….. για τη θαλάσσια περιοχή του συμβάντος. Ο δε κυβερνήτης του Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφους «Χ» με τη βοήθεια μίας αντλίας, που είχε στο σκάφος του, πραγματοποίησε μερική απάντληση των υδάτων, που είχαν εισχωρήσει στο επίδικο σκάφος, ενώ κατόπιν αρνητικής εντολής του στελέχους του Λιμενικού και του Λιμεναρχείου Νάξου δεν επιχειρήθηκε η αποκόλλησή του από τα βράχια λόγω της περιορισμένης ορατότητας και του περασμένου της ώρας, ενώ τέθηκε ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση η προηγούμενη επιθεώρηση του σκάφους από δύτη, ώστε να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Κατόπιν περί ώρα 02.30 πρωινή διήλθε πλησίον του σκάφους ένα πλοίο της γραμμής με προορισμό το λιμένα Σχοινούσας, το οποίο, λόγω του κυματισμού του, προκάλεσε ταλαντώσεις στο επίδικο σκάφος, που με τη σειρά τους επέτειναν τις βλάβες στα υποθαλάσσια μέρη του, ενώ το πρωί της 24ης-10-2022 πραγματοποιήθηκε επιθεώρηση του σκάφους από το δύτη ……., ο οποίος διαπίστωσε ότι υπήρχαν διατρήσεις διαφόρων σημείων του σκάφους στην πρύμνη, την πλώρη, αλλά και στο κύτος αυτού, εξαιτίας των οποίων παρουσιαζόταν συνεχής εισροή υδάτων. Στη συνέχεια και ενώ ο δύτης ετοιμαζόταν να επισκευάσει πρόχειρα το σκάφος για να μπορέσει να ρυμουλκηθεί ως το λιμένα της Σχοινούσας, διήλθε ξανά πλοίο της γραμμής με προορισμό τη Σχοινούσα και προκάλεσε υψηλούς κυματισμούς, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα τη σφοδρή ταλάντωση του επίδικου σκάφους και την πρόκληση περαιτέρω ζημιών, η δε δεύτερη επιθεώρηση, που πραγματοποιήθηκε από τον παραπάνω δύτη, κατέδειξε ότι είχε προκληθεί μεγαλύτερη ζημιά στο σκάφος, γιατί το δεξί μπρακέτο, που στηρίζεται ο άξονας, υποχώρησε μέσα στον πολυεστέρα ανοίγοντας μια μεγάλη τρύπα μέσω της οποίας εντοπιζόταν υψηλή εισροή υδάτων σε αυτό. Τελικά και αφού μετά από πολύωρες προσπάθειες του δύτη κατέστη δυνατή η πρόχειρη κάλυψη των ρηγμάτων στα ύφαλά του, με σκοπό την προσωρινή στεγανοποίηση του σκάφους, έλαβε χώρα η ασφαλής αποκόλλησή του από τα βράχια και το επίδικο σκάφος απομακρύνθηκε από την επικίνδυνη περιοχή και ρυμουλκήθηκε από το Ε/Γ- Τ/Ρ σκάφος «Χ» μέχρι το λιμένα Σχοινούσας. Για τον περιορισμό και την αποτροπή της θαλάσσιας ρύπανσης εξαιτίας της προσάραξης του σκάφους της, έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, απάντληση των υδάτων από αυτό με χρήση αντλίας και ρυμούλκησή του στο λιμένα Σχοινούσας, αφού είχε προηγηθεί της τελευταίας (ρυμούλκησης) προσωρινή κάλυψη των σημείων ρηγμάτωσης από τον ως άνω δύτη. Σημειωτέον ότι κατά το χρόνο της προσάραξης το επίδικο σκάφος μετέφερε 700 λίτρα καυσίμου, τα οποία είχε παραλάβει την 22-10-2022, μόλις μία ημέρα πριν από το επίδικο ναυτικό ατύχημα, από πρατήριο υγρών καυσίμων στη Σαντορίνη (σχετ. το με αριθμό …………./22-10-2022 τιμολόγιο πώλησης του πρατηρίου υγρών καυσίμων της εταιρίας «…………» με έδρα τον ………), πλέον των λιπαντικών ελαίων των μηχανών του. Επομένως, ήταν προφανής ο κίνδυνος πρόκλησης θαλάσσιας ρύπανσης τόσο σε περίπτωση διάτρησης των δεξαμενών καυσίμων εξαιτίας της επανειλημμένης ταλάντωσής του λόγω του κυματισμού της θάλασσας, που επιδεινωνόταν κάθε φορά που προσέγγιζε πλοίο της γραμμής, αλλά και λόγω και της επαφής του με το βραχώδη βυθό, όσο και σε περίπτωση ολοκληρωτικής βύθισής του, οπότε το πετρέλαιο, που το σκάφος έφερε στις δεξαμενές του, αλλά και τα λιπαντικά έλαια των μηχανών του θα διέρρεαν στη θάλασσα προκαλώντας σημαντική θαλάσσια ρύπανση, και εκ τούτων παρέπεται ότι ήταν αναγκαίες προς αποτροπή του παραπάνω άμεσου και επικείμενου κινδύνου οι παραπάνω ενέργειες, ήτοι της αποκόλλησής του από τα βράχια και της ρυμούλκησής του στον πλησιέστερο λιμένα, οι οποίες αποφασίστηκαν και εκτελέστηκαν κατ’ εντολή Αξιωματικού της Λιμενικής Αρχής, ο οποίος ήταν παρών καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησης, επιβλέποντας την εξέλιξή της, μεταξύ άλλων και για λόγους αποφυγής πρόκλησης θαλάσσιας ρύπανσης (σχετ. το απόσπασμα ημερολογίου συμβάντων του Λιμεναρχείου Νάξου, που διενήργησε και προανάκριση, για τις κρίσιμες ημέρες της 23ης Οκτωβρίου και 24ης Οκτωβρίου 2022 και οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των δύο επιβαινόντων του σκάφους). Για τις πιο πάνω ενέργειες, στις οποίες προέβη προς το σκοπό περιορισμού και αποτροπής της θαλάσσιας ρύπανσης, η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.821,60 ευρώ, επικαλούμενη ότι η επίδικη αυτή υποχρέωση της εναγόμενης στηρίζεται στην ένδικη ασφάλιση για θαλάσσια ρύπανση. Συγκεκριμένα, ζητά το ποσό των 5.500,00 ευρώ ως αμοιβή του δύτη για την προσωρινή επισκευή του σκάφους, την οποία του κατέβαλε, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή της. Αν και οι υπηρεσίες του δύτη για την προσωρινή στεγανοποίηση του σκάφους ήταν απαραίτητες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ώστε να καταστεί εφικτή η ρυμούλκησή του από έτερο σκάφος, και κατά τον τρόπο αυτό η δαπάνη αυτή εξυπηρετούσε τον καλυπτόμενο ασφαλιστικό κίνδυνο (ρύπανση), εντούτοις δεν αποδείχθηκε η καταβολή του αιτούμενου ποσού των 5.500 ευρώ από την ενάγουσα, καθότι δεν προσκομίστηκε σχετική απόδειξη παροχής υπηρεσιών του επαγγελματία δύτη και συνεπώς, το σχετικό κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, χωρίς η κρίση αυτή του Δικαστηρίου να αναιρείται από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως αλληλογραφία με τον επικαλούμενο δικηγόρο του δύτη για την επιδιωκόμενη καταβολή της αμοιβής του. Επιπλέον, η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ ως αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών της απάντλησης των υδάτων και της ρυμούλκησης του επίδικου σκάφους μέχρι τον πλησιέστερο λιμένα από το Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφος «Χ». Παρομοίως, αν και οι πιο πάνω υπηρεσίες ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφευχθεί η ολοκληρωτική βύθιση του επίδικου σκάφους και εντεύθεν η θαλάσσια ρύπανση, εντούτοις δεν αποδείχθηκε η καταβολή του αιτούμενου ποσού των 3.000,00 ευρώ από την ενάγουσα, καθότι ουδέν φορολογικό έγγραφο στοιχείο προσκομίστηκε και άρα, το σχετικό κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Αναφορικά με το εν λόγω κονδύλιο, η ενάγουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της (σελ. 5) ισχυρίζεται το πρώτον ότι το πετρέλαιο κίνησης, αξίας 2.498,70 ευρώ, που μετέφερε κατά το χρόνο του ναυτικού ατυχήματος το επίδικο σκάφος, μεταγγίστηκε με εντολή του Αξιωματικού του Λιμενικού Σώματος στο Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφος «Χ» και τα καύσιμα αυτά του παραχωρήθηκαν, αντί άλλης αμοιβής, για τις υπηρεσίες απάντλησης υδάτων, καυσίμων και ρυμούλκησης. Πλην όμως, ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός της ενάγουσας συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής ως προς το ως άνω κονδύλιο και το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο (άρθρο 224 ΚΠολΔ). Επίσης, με τις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας (σελ. 5) γίνεται επίκληση τιμολογίου παροχής υπηρεσιών του ……………., ποσού 2.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, για μετάβασή του από τη Νάξο στη Σχοινούσα με γερανό και ανέλκυση του επίδικου σκάφους στο λιμάνι της Σχοινούσας, ωστόσο, στην αγωγή δεν γίνεται αναφορά σε παροχή υπηρεσιών ανέλκυσης του σκάφους από τον …………… ή οποιονδήποτε άλλο και ως εκ τούτου το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης προδικασίας (άρθρο 111 ΚΠολΔ). Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι ήταν αναγκαία η απομάκρυνση του επίδικου σκάφους από το λιμένα της Σχοινούσας, προς αποφυγή ρύπανσης αυτού από το ναυάγιο του επίδικου σκάφους, όπου μετά την ανέλκυσή του από τη θάλασσα είχε τοποθετηθεί προσωρινά, εξαιτίας και της κακής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει. Άλλωστε, την άμεση απομάκρυνση του επίδικου σκάφους από την περιοχή του λιμένα Σχοινούσας είχε επανειλημμένως ζητήσει με τα από 27-3-2023 και 4-5-2023 έγγραφά του, προς τον κυβερνήτη του σκάφους ……….., το Λιμεναρχείο Νάξου (σχετ. τα έγγραφα αυτά). Συμμορφούμενη με τις ως άνω εντολές του Λιμενικού Σώματος η ενάγουσα ανέθεσε στο ……….. (αυτοκινητιστή, με έδρα το Μαρκόπουλο Αττικής) την ανύψωση του ναυαγίου και τη μεταφορά αυτού σε χώρο απόθεσης σκαφών της εταιρίας «………….» στη …………. Αττικής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υποβλήθηκε στα ακόλουθα έξοδα: α) για τη μεταφορά του φορτηγού αυτοκινήτου μεταφοράς σκαφών του ……….. από Πειραιά προς Σχοινούσα κατέβαλε στην ακτοπλοϊκή εταιρία «…………» 1.182,50 ευρώ, όπως προκύπτει από τη με αριθμό #………/14.5.2023 απόδειξη μεταφοράς οχήματος της εταιρίας αυτής, β) για τη μεταφορά του ναυαγίου επί του φορτηγού του ………. με την ίδια ακτοπλοϊκή εταιρία από Σχοινούσα προς Πειραιά κατέβαλε 2.654 ευρώ, όπως προκύπτει από τη με αριθμό #……………/17.5.2023 απόδειξη μεταφοράς οχήματος της εταιρίας αυτής, γ) για τις υπηρεσίες του ταξιδιωτικού πρακτορείου του ……… με το διακριτικό τίτλο «……….» με έδρα στη …., προς διευκόλυνση της άνω μεταφοράς και της μεταφοράς του προσωπικού του ……., κατέβαλε 545,10 ευρώ, όπως προκύπτει από το με αριθμό  Ε15/18.5.2023 τιμολόγιο του παροχής υπηρεσιών, η επωνυμία του οποίου αναγράφεται στη δεύτερη ως άνω απόδειξη μεταφοράς οχήματος εκδοθείσα από την ακτοπλοϊκή εταιρία (από Σχοινούσα προς Πειραιά), καθώς και δ) για την ανύψωση του ναυαγίου, φόρτωση αυτού επί γερανοφόρου οχήματος του …….. και μεταφορά αυτού από τη Σχοινούσα προς το χώρο απόθεσης σκαφών της εταιρίας «……………» στη ………….. Αττικής κατέβαλε στο ……….. 7.440 ευρώ (6.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1.440 ευρώ), όπως προκύπτει από το με αριθμό ……./18.5.2023 τιμολόγιό του για παροχή υπηρεσιών μεταφοράς και συνολικώς, για την αιτία αυτή το ποσό των 11.821,60 ευρώ. Αφού δε, αποδείχθηκε ότι το συνολικό αυτό ποσό καταβλήθηκε προς εξυπηρέτηση του καλυπτόμενου ασφαλιστικού κινδύνου (ρύπανση), οφείλεται με βάση την ασφαλιστική σύμβαση του επίδικου σκάφους, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη, διότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση για θαλάσσια ρύπανση καλύπτει τις υποχρεώσεις και τις ζημίες, που απορρέουν από το Ν. 743/1977 περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το ΠΔ 55/1998, η εφαρμογή του οποίου εκτείνεται και στους λιμένες και τις ακτές της χώρας (άρθρα 2, 11, 12). Αντίθετα, το επίδικο κονδύλιο ποσού 500 ευρώ για αγορά πετρελαίου και αντιδιαβρωτικών προϊόντων δεν εξυπηρετεί τον παραπάνω ασφαλιστικό κίνδυνο (ρύπανση), διότι συνιστά αποκλειστικά δαπάνη συντήρησης και προστασίας της μηχανής και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Κατόπιν των προεκτεθέντων και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η αγωγή, κατά την αντικειμενικά σωρευόμενη κύρια βάση της από την ασφάλιση της αστικής ευθύνης για θαλάσσια ρύπανση, που είναι νόμιμη (άρθρα 11, 12 του Ν. 743/1977, 14 παρ. 4 του Ν. 4256/2014, 17 του Ν. 4926/2022, σε συνδυασμό με άρθρα 7 παρ. 3 και 26 του Ν. 2496/1997), να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, για την παραπάνω αιτία, το συνολικό ποσό των 11.821,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δοθέντος ότι δεν προέκυψε σχετική όχληση της εναγόμενης σε τυχόν προγενέστερο χρόνο. Κατ’ ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (206/2025) απέρριψε την αγωγή εν όλω, συμπεριλαμβανομένης και της αντικειμενικά σωρευόμενης κύριας βάσης της από την ασφάλιση της αστικής ευθύνης για θαλάσσια ρύπανση με αιτούμενο το συνολικό ποσό των 20.821,60 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με το συναφή τρίτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα – ενάγουσα. Γενομένου δε δεκτού του ως άνω λόγου έφεσης, που ευδοκίμησε, ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της εκκαλούσας – ενάγουσας ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (206/2025) εν μέρει, δηλαδή κατά το επίδικο κονδύλιο των 20.821,60 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της διάταξής της περί δικαστικής δαπάνης που θα καθοριστεί εξαρχής (ΜονΕφΠειρ 544/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος αυτό, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, για την παραπάνω αιτία, το συνολικό ποσό των 11.821,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, μετά τον καταμερισμό της δικαστικής δαπάνης ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός από τους διαδίκους, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας – ενάγουσας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά μερική παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος της τελευταίας, να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 26-2-2025 έφεση κατά της με αριθμό 206/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 206/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ εν μέρει την από 19-9-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2023 αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των έντεκα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι ενός ευρώ και εξήντα λεπτών (11.821,60 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας – ενάγουσας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την  7 Οκτωβρίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ