Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 652/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης     652/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα )

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε  η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………,  για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ :

Α΄ ΕΦΕΣΗ [αριθμός πινακίου …..]

Του εκκαλούντος: ………., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Παναγιώτη Πάσχου (ΔΣΑ …….) και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Της εφεσίβλητης: ………….. για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της …………., η οποία  παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Γεωργιάδου (ΔΣΠ ………..) και κατέθεσε  έγγραφες προτάσεις.

Β΄ ΕΦΕΣΗ [αριθμός πινακίου …..]

Της εκκαλούσας: ……….. για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της …………., η οποία  παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Γεωργιάδου (ΔΣΠ ……….) και κατέθεσε  έγγραφες προτάσεις.

Του εφεσίβλητου: ………., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Παναγιώτη Πάσχου (ΔΣΑ ……….) και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Η ενάγουσα …………, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 19/12/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./20.12.2023) αγωγή τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της κατά του εναγόμενου ……….   και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Ο ενάγων-εναγόμενος στην ανωτέρω αγωγή ………….άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 20/2/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./26.2.2024) αγωγή και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 4087/13.12.2024 εν μέρει οριστική του απόφαση, συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση τις ανωτέρω αγωγές, ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς την από  20/2/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./26.2.2024) αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή την  από 19/12/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../20.12.2023) αγωγή.Η ενάγουσα και ο εναγόμενος της ως άνω από 19/12/2023 αγωγής προσβάλλουν την απόφαση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα: α) ο εναγόμενος-εκκαλών με την από 21/10/2025 και  με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../22.10.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./22.10.2025) έφεση (αριθμός πινακίου …..)  και β) η ενάγουσα-εκκαλούσα με την από 30/10/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../3.11.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/3.11.2025)  έφεση (αριθμός πινακίου ……). Δικάσιμος για τη συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος.

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν προσηκόντως από τη σειρά τους εκ του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν. Οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η από 21/10/2025 και  με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/22.10.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/22.10.2025) έφεση και β) η από 30/10/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/3.11.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./3.11.2025) αντίθετη έφεση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι, πρόκειται για απολύτως συναφείς υποθέσεις και με τη συνεκδίκασή τους, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διαδικασία (άρθρο 246 και 524παρ.1 του ΚΠολΔ).

Οι υπό κρίση εφέσεις κατά της με αριθμό 4087/2024 οριστικής όσον αφορά την από  19/12/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/20.12.2023) αγωγή απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθρα 592 επ. του ΚΠολΔ), έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση και δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις  13.12.2024 έως την κατάθεση του δικογράφου τόσο της από 21/10/2025 έφεσης όσο και της από 30/10/2025 έφεσης ενώπιον του Γραμματέα του αρμοδίου Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 22.10.2025 και 3.11.2025 αντίστοιχα (άρθρα 495 παρ. 1, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517 και 518 παρ. 2 ΚπολΔ). Πρέπει επομένως αμφότερες οι εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω διαδικασία ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με τις ανωτέρω εφέσεις στο δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι  οι εκκαλούντες έχουν καταθέσει αντίστοιχα τα υπ’ αρ. ………. και ……………. παράβολα ποσού 100 ευρώ έκαστο, μολονότι κατ’ άρθρα 495 § 3 τελ. εδάφιο ΚΠολΔ και 592 παρ.3 ΚΠολΔ δεν είχαν αυτή την υποχρέωση. Συνεπώς πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβολών στους εκκαλούντες.

Στην από 19/12/2023 αγωγή της η ενάγουσα εξέθετε ότι με τον εναγόμενο τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 22/2/1984 από τον οποίο απέκτησαν κατόπιν υιοθεσίας ένα τέκνο την ……., που γεννήθηκε στις 3.7.2010. Ότι η έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο έχει διασπασθεί και οι διάδικοι ζουν πλέον χωριστά, την επιμέλεια δε της ανήλικης ασκεί προσωρινά η ίδια δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2134/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε α) να ανατεθεί αποκλειστικά στην ίδια η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει μηνιαίως την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματός της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το ποσό των 650 ευρώ για διατροφή της ίδιας ατομικά και το ποσό των 1.150 ευρώ, ως συνεισφορά του στην αποτιμώμενη σε χρήμα μηνιαία διατροφή της ανήλικης, η οποία αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό της, στερούμενη εισοδημάτων και περιουσίας για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής εκάστης δόσης μέχρι την εξόφληση. Επί της ανωτέρω αγωγής καθώς επί και της από 20/2/2024 αγωγής που άσκησε ο εναγόμενος της ανωτέρω αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας με το ως άνω ανήλικο τέκνο τους εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.4087/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία όσον αφορά την από 20/2/2024 αγωγή περί ρύθμισης επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, ενώ αναφορικά με την από 19/12/2023 αγωγή της ενάγουσας, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή, ανέθεσε την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων αποκλειστικά στην ενάγουσα μητέρα του και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει  στην ενάγουσα εν διαστάσει σύζυγό του μηνιαία σε χρήμα διατροφή στην ίδια ατομικά το ποσό των 500 ευρώ και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, όχι όμως πέραν της τριετίας  και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους το ποσό των 600 ευρώ για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, άπαντα δε τα ποσά προκαταβολικά εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μήνα νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής εκάστης δόσης μέχρι την εξόφληση.        Κατά της απόφασης αυτής, κατά το μέρος που έκρινε οριστικά την από 19/12/2023 αγωγή και μόνο κατά τα κεφάλαια της επιδικαζόμενης διατροφής τόσο ατομικά στην ενάγουσα όσο και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους,  στρέφονται οι εκκαλούντες  με τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις τους, για τους λόγους που εκθέτουν σε αυτές, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή  εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν ο μεν εκκαλών της από  21/10/2025 έφεσης την εξαφάνιση  άλλως τη μεταρρύθμισή της εκκαλουμένης  ώστε να απορριφθεί κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης του η αγωγή της αντιδίκου του ως προς τα σχετικά με την καταβολή διατροφής αιτήματά της, η δε εκκαλούσα της  από 30/10/2025 έφεσης τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης ώστε να γίνει δεκτή εν όλω η αγωγή της, όπως αυτή περιορίστηκε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 του ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγόμενου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης, να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι, ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγόμενου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγόμενου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι` αυτόν αφόρητη. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δυο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται, ανεξαρτήτως από τον ποιο από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 του ΑΚ. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 του ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 του ΑΚ. Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου (ΑΠ 428/2016, 1314/2015 1228/2015, 599/2015, 1060/2014, ΕφΠειρ 39/2014. βλ. Απ. Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ, τόμ. II, έκδ. 2013, άρθρο 1439, αρ. 31, σελ. 700).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών με τις προτάσεις του προβάλλει αίτημα για αναστολή της δίκης κατ’ άρθρο 249ΚΠολΔ μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας από την εφεσίβλητη έφεσης κατά της υπ’ αριθμ. 960/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί αγωγής διαζυγίου που άσκησε αυτός εναντίον της, για το λόγο ότι με την ανωτέρω απόφαση έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτια στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης ήταν η αντίδικός του καθώς επίσης ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ίδιο στη λύση του γάμου και στη διάσταση. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο καθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου.  Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (άρθρα 322, 324 ΚΠολΔ), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου, τα δε ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής (ΑΠ 1077/2017).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 του ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 του ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. του ΑΚ διατροφή (ΟλΑΠ 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ. του ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε ακόμη και όταν ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για το λόγο ότι με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση. Ωστόσο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ` αυτόν από τον υπόχρεο της διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή), εφόσον προβληθεί σχετική ένσταση από τον εναγόμενο (ΑΠ 540/2023, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 528/2018), για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ` αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 1470/2021). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση που η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε, ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή του άλλου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή, μόνον όταν η διάσταση επήλθε για λόγους που ανάγονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του δικαιούχου, ο οποίος διακόπτει τη συμβίωση από ίδια πρωτοβουλία και υπαιτιότητα και παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου, ο οποίος επιθυμεί την εξακολούθησή της. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 του ΑΚ προκύπτει ότι το μέτρο της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως οφειλόμενης στο δικαιούχο διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία. Δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή λόγω διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, η αποτίμηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων που προσδιορίζουν την αναλογία συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους στη διατροφή του δικαιούχου ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 528/2018, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1028/2013), με την οποία οφείλει να προβάλλει και τις ανάγκες των λοιπών μελών της οικογένειας, στα οποία πρέπει να επιμεριστεί το άθροισμα των οικονομικών πόρων τους και ειδικότερα οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη τέκνων και τις ανάγκες τους, των οποίων η διατροφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1486 παρ.2, 1489 παρ.2 του ΑΚ, βαρύνει και τους δύο συζύγους και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1492 εδ. γ’ του ΑΚ, συμπορεύονται με τη διατροφή του συζύγου (ΑΠ 206/2016, ΑΠ 1382/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 του ΑΚ, η αγωγή διατροφής του ενός συζύγου κατά του άλλου, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, για να είναι ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει, εκτός από την ύπαρξη νόμιμου γάμου μεταξύ των διαδίκων, τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους, την εύλογη, για τον ενάγοντα, αιτία της διακοπής της συμβίωσης, καθώς και τις ανάγκες του ενάγοντος, που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής που πρέπει να του καταβάλλει ο εναγόμενος και οι οποίες, στην περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, μπορεί να είναι διαφορετικές (αυξημένες ή μειωμένες) από εκείνες που υπήρχαν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. Δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται με ακρίβεια το απαιτούμενο για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης ποσό. Επίσης δεν είναι αναγκαίο, για να είναι ορισμένη η αγωγή, να διαλαμβάνεται σ` αυτήν η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτήν υπάρχει όσο διαρκεί η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από την σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων (βλ ΑΠ 804/1994 Δνη 27/97). Περαιτέρω, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή ότι ο ενάγων σύζυγος είναι άπορος και αδυνατεί να διατρέφεται από τα δικά του εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία (βλ. ΑΠ 272/2004 ό.π., ΑΠ 132/2003 ΕλλΔ/νη 2003.1302, ΑΠ 782/2003 ΑρχΝομ2004.717, ΑΠ 987/2001 ΕλλΔ/νη44.138, ΑΠ 296/2002 ΕλλΔ/νη 44 σελ.1390, ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔ/νη42.688, ΕφΔωδ221/2006 α’δημ.ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 105/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1723/2003 ΕλλΔ/νη2004. 850, ΕφΠειρ399/2005 ό.π., ΕφΘεσ 2546/2004   Αρμ 2005.543, ΕφΑΘ 27/2001 Αρμ.2001.1492). Ενόψει δε του ότι η έλλειψη περιουσίας του ενάγοντος δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση της διατροφικής αξίωσής του βάσει του άρθρου 1391 του ΑΚ, η απορία ή ευπορία του υπόχρεου, κατ’ απόκλιση από όσα ισχύουν στη διατροφή μεταξύ ανιόντων και κατιόντων, δεν αποτελούν στοιχεία οριοθετικά της αγωγικής βάσης. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1391 του ΑΚ, η υποχρέωση διατροφής της παρ.1 του άρθρου αυτού, παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Τέτοια περίσταση είναι και η ύπαρξη περιουσίας που μπορεί να προβληθεί με ένσταση όταν ασκηθεί αγωγή διατροφής από το δικαιούχο (ΟλΑΠ 9/1991 ΕλλΔ/νη33.1429, ΑΠ 272/2004 ΕλλΔ/νη 2005.419,ΑΠ 987/01 ΕλλΔ/νη 44.138, ΑΠ613/1999 ΕλλΔ/νη 200.71, ΕφΠειρ 399/2005 ΠειρΝομ2005.278, ΕφΑΘ 5840/1999 ΕλλΔ/νη 2000.478). Αν η περιουσία είναι απρόσοδη, απόκειται στο Δικαστήριο της ουσίας να κρίνει, αφού συνεκτιμήσει τα λοιπά στοιχεία, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται η ρευστοποίηση της απρόσοδης περιουσίας του δικαιούχου για την ικανοποίηση της αξιώσεώς του διατροφής (ΟλΑΠ 9/1991 ό.π., ΑΠ 272/2004 ΕλλΔ/νη 2005.419, ΑΠ 1638/2002 ΕλλΔ/νη 44.728, ΑΠ161/2002 ΕλλΔ/νη43.1377, ΕφΔωδ 221/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν η περιουσία συνίσταται σε χρήματα, όπως τραπεζικές καταθέσεις, η συνεισφορά γίνεται με το συνυπολογισμό και της περιουσίας αυτής, χωρίς όμως να είναι απαραίτητη η ανάλωσή της (βλ. ΑΠ 987/2001 ΕλλΔ/νη44.138). Άλλα γεγονότα, που δεν επηρεάζουν το συσχετισμό δυνάμεων και αναγκών των συζύγων, δεν συνιστούν περίσταση κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 1280/2000 ΕλλΔ/νη 2002.113). Ακόμη, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε αναιρείται σε μεγάλο βαθμό η συγκλήρωση του βίου των συζύγων και συνεκλείπει το στοιχείο της «από κοινού» συμβολής τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, έτσι ώστε δικαιούχος της χρηματικής διατροφής του άρθρου 1391 παρ.1 του ΑΚ είναι ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης, όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά, οπότε αν διέκοψε τη συμβίωση για εύλογη αιτία, του οφείλεται σε χρήμα ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (ΑΠ 132/2003 ό.π., ΑΠ 613/1999 ΕλλΔ/νη 41.71, ΑΠ 804/1992 ΕλλΔ/νη35.108, ΕφΘεσ 791/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2276/2003 ΕλλΔ/νη 2003.1405, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ 2002.323). Όμως, δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στη διατροφή όταν ο σύζυγος στερείται παντελώς οικονομικών μέσων, οπότε ο άλλος σύζυγος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει αυτός ολόκληρη τη διατροφή του απόρου, το μέτρο της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 1390 εδ.β’ του ΑΚ, προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, που ασφαλώς περιλαμβάνουν και την οικονομική κατάσταση του υποχρέου (βλ.ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ 2002.323, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομ 2002.23, ΕφΑΘ 4454/1994 αδημ.). Ακόμη, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση διατροφής του διακόψαντος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία συζύγου, παύει αφότου λυθεί ο γάμος και δη καταστεί αμετάκλητη η περί διαζυγίου δικαστική απόφαση, η δε μετά το διαζύγιο αξίωση περί διατροφής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 1442 του ΑΚ, συνιστά νέα διαφορετική αξίωση, η άσκηση της οποίας απαιτεί άλλη αγωγή, γιατί οι προϋποθέσεις, με τις οποίες αυτή παρέχεται (αποσυνδεόμενη από το θέμα της υπαιτιότητας και γεννώμενη πλέον μόνον όταν δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, εφόσον αδυνατεί για σοβαρούς λόγους να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του) είναι σαφώς διαφορετικές από εκείνες, βάσει των οποίων παρέχεται διατροφή στο σύζυγο, σε περίπτωση που αυτός διακόπτει την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία (βλ. ΑΠ 1432/2023, ΑΠ 773/2014, ΑΠ 624/ 2002 ΕλλΔ/νη 43.1635) [ ΜονΕφΑθ 1523/2025 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ].

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1485,1486,1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και αν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του (ΑΠ 688/2025,ΑΠ 1859/2023). Επομένως, για το ορισμένο της αγωγής διατροφής σε χρήμα ανήλικου τέκνου, λόγω διάστασης ή λύσης του γάμου των γονέων του, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, η συγγενική σχέση ενάγοντος – εναγομένου, η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου και η αδυναμία του να εργαστεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής, η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός στο δικόγραφο της αγωγής με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του χρηματικού ποσού, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, καθώς και των εισοδημάτων και της οικονομικής δυνατότητας και του άλλου γονέα και των συγκεκριμένων δαπανών που βαρύνουν καθέναν από τους γονείς (ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 124/2017, ΑΠ 1322/2013, ΑΠ 1388/2009, ΑΠ 416/2007). Επίσης, για το ορισμένο της σχετικής αγωγής, δεν απαιτείται πλέον ν` αναφέρεται ότι ο αιτών την διατροφή γονέας, για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων, έχει την επιμέλειά τους ή ότι διαμένει μαζί τους, αφού μετά την αντικατάσταση της παρ.2 εδ.β` του άρθρου 1516 του ΑΚ, από 16.9.2021, δυνάμει των άρθρων 10 και 30 του Ν.4800/2021, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του άλλου γονέα ή τρίτου, μπορεί ν` ασκήσει καθένας απ` τους γονείς. [ΑΠ 340/2026 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ].

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, εκτίθενται τα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος για παροχή διατροφής στην ενάγουσα τόσο για την ίδια ατομικά όσο και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Συγκεκριμένα αναφορικά με την παροχή διατροφής ατομικά στην ενάγουσα αναφέρεται στην αγωγή  η ύπαρξη νόμιμου γάμου, η διακοπή της συμβίωσης και η εύλογη αιτία αυτής, δηλαδή τα υπαίτια της διασπάσεως γεγονότα που συνδέονται με το πρόσωπο του εναγόμενου- εν διαστάσει συζύγου, οι συνθήκες ζωής της δικαιούχου ενάγουσας και του υπόχρεου εναγόμενου μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και ο προσδιορισμός της διατροφής σε χρήμα με βάση τις ανάγκες της δικαιούχου ενάγουσας, όπως αυτές προκύπτουν από τη χωριστή διαβίωση χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται οι ανάγκες αυτές και η απαιτούμενη για κάθε μία δαπάνη (οι οποίες εν προκειμένω εξειδικεύονται), αρκεί να αναφέρεται το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών. Ακολούθως, όσον αφορά την παροχή διατροφής στο ανήλικο τέκνο των διαδίκων αναφέρεται στην αγωγή η συγγενική σχέση ενάγοντος – εναγομένου, η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου και η αδυναμία του να εργαστεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής, η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός στο δικόγραφο της αγωγής με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του χρηματικού ποσού, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, καθώς και των εισοδημάτων και της οικονομικής δυνατότητας και του άλλου γονέα και των συγκεκριμένων δαπανών που βαρύνουν καθέναν από τους γονείς. Εξάλλου, ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής ως προς το συνολικό ποσό που αιτείται η ενάγουσα για διατροφή τόσο για την ίδια ατομικά από το ποσό των 850 ευρώ στο ποσό των 650 ευρώ  όσο και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της από το ποσό των 1.735 ευρώ στο ποσό των 1.150 ευρώ  έγινε παραδεκτά χωρίς να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, καθώς ο γενόμενος περιορισμός του αιτήματος έγινε ξεχωριστά για κάθε κεφάλαιο της αγωγής ( ΑΠ 652/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ), ήτοι διατροφή για την ίδια ατομικά και διατροφή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, δεδομένου ότι η μηνιαία διατροφή, παρόλο που για να προσδιοριστεί δικαστικά συνεκτιμώνται διάφορες επιμέρους ανάγκες (τροφή, στέγαση, ένδυση, εκπαίδευση), αποτελεί ένα ενιαίο αγωγικό κονδύλιο. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της από 21/10/2025 έφεσης τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.

Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, ……….. και …………,  που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των με αριθμό ……./16.4.2024 και ……../16.4.2024 ενόρκων βεβαιώσεων των ………. και ………. αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια του εναγόμενου κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθμ. ………/11.4.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………), των με αριθμό ……../16.4.2024 και ………./16.4.2024 ενόρκων βεβαιώσεων των ……….. και ……… αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του εναγόμενου (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/10.4.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς . ……..) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται [άρθρ. 444 αρ. 2, 448 παρ. 2,3,  457 παρ. 4  ΚΠολΔ] , τα οποία  νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στον Πειραιά στις 22/2/1984 κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν με υιοθεσία ένα εισέτι ανήλικο τέκνο, την …………, που γεννήθηκε στις 3/7/2010. Μετά την απόκτηση του ανωτέρω τέκνου τους, η ενάγουσα αφοσιώθηκε στην ανατροφή και στην επιμέλειά του και σταμάτησε να συνοδεύει τον εναγόμενο στα ταξίδια που πραγματοποιούσε, λόγω του επαγγέλματος του ως ναυτικού, όπως έπραττε μέχρι τότε αδιαλείπτως από την τέλεση του γάμου τους.  Το γεγονός αυτό και προϊόντος του  χρόνου επέφερε σταδιακά την ψυχική απομάκρυνση των διαδίκων χωρίς ωστόσο να επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, καθώς υφίστατο η βούληση αμφότερων  να έχουν κοινωνία βίου και να διαμένουν στην ίδια κατοικία, όπως τούτο αποδεικνύεται μεταξύ άλλων από τις φωτογραφίες που προσκομίζει η ενάγουσα, οι οποίες απεικονίζουν την ίδια και το σύζυγό της σε κοινωνικές εκδηλώσεις και ταξίδια μέχρι και το έτος 2022, γεγονότα τα οποία δεν θα είχαν λάβει χώρα αν όντως είχε επέλθει ήδη από το έτος 2013 οριστική ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων εξαιτίας της εριστικής και προσβλητικής στο πρόσωπο του εναγόμενου συμπεριφοράς εκ μέρους της ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος, δεδομένου μάλιστα ότι όπως ο ίδιος αναφέρει στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μέχρι και τον Ιούνιο του 2023 είχε τη βούληση να διασώσει και να εξακολουθήσει το γάμο με αυτήν (ενάγουσα). Οι σχέσεις όμως των διαδίκων πράγματι διερράγησαν όταν η ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος σύζυγός της είχε συνάψει εξωσυζυγικό δεσμό με άλλη γυναίκα με το όνομα «……..», γεγονός που πληροφορήθηκε τυχαία όταν έλαβε στο κινητό της τηλέφωνο γραπτό μήνυμα ερωτικού περιεχομένου από το σύζυγό της, προοριζόμενο όχι για την ίδια αλλά για την ανωτέρω γυναίκα και για το οποίο ο εναγόμενος ουδέν συγκεκριμένο αντιτείνει. Σημειωτέον ότι το ανωτέρω γραπτό μήνυμα αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο καθώς προσκομίζεται από την παραλήπτρια αυτού ενάγουσα (ΑΠ 1141/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ). Κατόπιν αυτής της εξέλιξης, ο εναγόμενος διέκοψε με δική του πρωτοβουλία και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας την έγγαμη συμβίωση και αποχώρησε από τη συζυγική οικία τον Ιούνιο του έτους 2023, επιδίδοντας συγχρόνως σε αυτήν την από 30/6/2023 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση και αναγγελία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, στην οποία ουδεμία αναφορά έκανε σε περιστατικά λεκτικής και σωματικής βίας σε βάρος του από την ενάγουσα σύζυγό του. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ’ όλη της διάρκεια του γάμου των διαδίκων δεν εργαζόταν καθώς συνόδευε τον εναγόμενο στα πολύμηνα ταξίδια του ενώ από το έτος 2010 και μετά, οπότε υιοθέτησαν το ανήλικο τέκνο τους, η ανωτέρω  ήταν επιφορτισμένη με τη φροντίδα, την ανατροφή και την περιποίηση αυτού (τέκνου), αλλά και με τις οικιακές εργασίες, συμμετέχοντας  στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών αποκλειστικά µε την προσφορά της προσωπικής της εργασίας.  Επομένως, εφόσον η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων δεν οφείλεται σε γεγονότα για τα οποία είναι υπαίτια η ενάγουσα, αυτή θεωρείται ότι διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο σύζυγό της από εύλογη αιτία και για το λόγο αυτό δικαιούται πλήρους διατροφής σε χρήμα, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες της, όπως είχαν διαμορφωθεί από τις συνθήκες κατά διάρκεια της κοινής οικογενειακής τους ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία, εφόσον, από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων και το συσχετισμό των οφειλόμενων εκατέρωθεν συμβολών, προκύπτει διαφορά υπέρ της ενάγουσας, παρελκομένης της έρευνας  της επικουρικά προβαλλόμενης ένστασης ελαττωμένης διατροφής που προβάλλει ο εναγόμενος . Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και δέκατος  λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εναγόμενος – εκκαλών υποστηρίζει ότι η εκκαλουμένη εκτιμώντας εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διάσπαση έγγαμη συμβίωσης των διαδίκων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητά του, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, θα έπρεπε να κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτια για τη διάσπαση αυτή, είναι η ενάγουσα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος υπηρέτησε ως πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού μέχρι το έτος 2013 κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος (ΟλΑΠ 2/94 ΕλλΔ/νη 35.352), ήταν συνταξιούχος ΝΑΤ λαμβάνοντας μηνιαία σύνταξη (κύρια εκ ποσού 1.100,06€ και επικουρική εκ ποσού 324,31€) συνολικού ποσού  1.424,37 ευρώ. Ωστόσο αυτός και μετά τη συνταξιοδότησή του, όπως και ο ίδιος συνομολογεί για το χρονικό διάστημα μέχρι το Μάιο 2023, αλλά και στη συνέχεια εξακολούθησε να απασχολείται στη ναυσιπλοΐα ως πλοίαρχος παρέχοντας ανασφάλιστη και αδήλωτη στις ελληνικές αρχές εργασία σε πλοία υπό ξένη σημαία, λαμβάνοντας από την απασχόλησή του αυτή συνολικές καθαρές αποδοχές με αναγωγή στους 12 μήνες, κατά μέσο όρο, 5.000 ευρώ μηνιαίως.  Εξάλλου, όπως κατέθεσε  ο μάρτυρας ………….., λογιστής σε ναυτιλιακή εταιρεία, οι αποδοχές των πλοιάρχων σε ανασφάλιστα πλοία δεν εμφανίζονται στις αρμόδιες ελληνικές φορολογικές αρχές αλλά διοχετεύονται μέσω παροχών σε άλλα κράτη, τα ανωτέρω δε ενισχύονται και από το γεγονός ότι από την αναλυτική κίνηση του καταθετικού λογαριασμού υπ’ αριθμ………… του εναγόμενου στην Εθνική Τράπεζα, ουδεμία αμοιβή από την εργασία του στη ναυσιπλοΐα είναι καταχωρημένη σε αυτόν. Σημειωτέον δε ότι η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα βεβαίωση της εταιρείας «………………» στην οποία βεβαιώνεται ότι ο εναγόμενος εισέπραξε ως πλοίαρχος στο υπό διαχείριση Φ/Γ A υπό ελληνική σημαία για το χρονικό διάστημα από 13/4/2009 έως και την 11/6/2010 το ποσό των 113.027,47 ευρώ αναφέρεται σε χρονικό διάστημα που ο τελευταίος δεν είχε συνταξιοδοτηθεί και ως εκ τούτου οι αμοιβές που λάμβανε ήταν αυξημένες.   Εξάλλου, ο εναγόμενος,  παρά το γεγονός ότι είναι ηλικίας 72 ετών και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας συμβατά με την ηλικία του, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις  προσκομιζόμενες από τον ίδιο από 9/4/2024 γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού …….. και από 6/5/2026 ιατρική βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ………….., οι οποίες αναφέρουν υποτροπιάζουσα γοναλγία ιδίως (ΔΕ) και οσφυοϊσχυαλγία με στοιχεία ριζιτιδικής συνδρομής Os(Αρ) και ιδιοπαθή αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ και χρόνια γαστρίτιδα, για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, μπορεί σε κάθε περίπτωση, αξιοποιώντας την πολύ μεγάλη εμπειρία του ως πλοίαρχος ποντοπόρων πλοίων, να εργαστεί σε ναυτιλιακές εταιρείες σε παρεμφερείς συμβουλευτικές εργασίες  αποκομίζοντας κατά μέσο όρο το ίδιο ως άνω ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου α) επί ενός ακινήτου επί της οδού ………………. στη Νίκαια Πειραιώς και β) επί μίας εξοχικής κατοικίας που βρίσκεται στο ……….. Κορινθίας, ενώ το λοιπό ποσοστό εκ 50% της συγκυριότητας επί των ανωτέρω ακινήτων ανήκει στην ενάγουσα, τα οποία αποτελούν το μεν πρώτο την οικογενειακή κατοικία της ενάγουσας και του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και το δεύτερο την εξοχική τους κατοικία και δεν αποφέρουν κάποιο εισόδημα στους διαδίκους.  Σημειωτέον ότι αν και ο εναγόμενος πώλησε στην αδελφή του . ……… το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ………… αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί ο ίδιος για τις μετακινήσεις του, δεδομένου ότι συνεχίζει  να το σταθμεύει στη θέση στάθμευσης της πρώην οικογενειακής στέγης, όπως τούτο αποδεικνύεται μεταξύ άλλων από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα-εκκαλούσα φωτογραφίες. Άλλα περιουσιακά στοιχεία, εισοδήματα ή πόρους από άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ο ενάγων-εκκαλών.  Εξάλλου, ο εναγόμενος βαρύνεται με καταβολή μηνιαίου μισθώματος ύψους 350 ευρώ καθώς και με τις λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας του (δαπάνες ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κ.α.). Επίσης καταβάλλει μηνιαίως ποσό 800 ευρώ ως τοκοχρεωλυτική δόση δανείου για την εξόφληση στεγαστικού δανείου που έλαβε από κοινού με την ενάγουσα, ποσό το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν αφαιρείται από το εισόδημά του, αλλά απλώς συνεκτιμάται ως επιπλέον βιοτική του ανάγκη  (ΑΠ 471/2005, Εφ Πειρ 158/  2008, ΕφΠειρ 399/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 1896/1999 Αρμ 1999-1062, ΕφΑθ 5077/1994 ΕλλΔνη 36.391, ΕφΘεσ. 873/1989 ΕλΔ/νη 1989-1016, Σταθόπουλος – Γεωργιάδης, Αστ. Κωδ., άρθρ. 1487, αριθμ. 40-44). Κατά τα λοιπά έχει τις συνήθεις διατροφικές ανάγκες των προσώπων της ηλικίας του, που ζουν υπό όμοιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και δεν έχει υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων πλην του τέκνου των διαδίκων και της εν διαστάσει συζύγου του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία είναι γεννηθείσα το έτος 1963, δεν έχει ιδιαίτερες γραμματικές ή τεχνικές γνώσεις και δεν εργάστηκε ποτέ από την τέλεση του γάμου τους το έτος 1984 και εφεξής. Λόγω δε και των  δυσχερών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας ακόμα και για άτομα παραγωγικής ηλικίας με αυξημένα τυπικά προσόντα, η ενάγουσα η οποία δεν έχει καμία εργασιακή εμπειρία και επαγγελματική κατάρτιση αδυνατεί να εξεύρει κατάλληλο επάγγελμα ώστε να εξασφαλίσει τη διατροφή της με τις δικές της δαπάνες. Η τελευταία έχει στη συγκυριότητα της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου τα προαναφερόμενα ακίνητα, στα οποία ομοίως έχει δικαίωμα κατά το λοιπό ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος, τα οποία δεν αποφέρουν κάποιο εισόδημα στους διαδίκους. Εξάλλου, από πώληση διαμερίσματος κυριότητας της το έτος 2022 (βλ. το υπ’ αριθμ. …………./2022 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………) η ενάγουσα έλαβε ως τίμημα το ποσό των 45.000 ευρώ, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έχει περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, ούτε ότι έχει αποταμιεύσει χρήματα από αυτά που της έστελνε ο εναγόμενος όταν ταξίδευε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος, δεδομένου μάλιστα ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα εκποιούσε το ανωτέρω ακίνητο της.  Η ενάγουσα διαμένει με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων  στην τέως οικογενειακή στέγη και δεν βαρύνεται με δαπάνη μισθώσεως κατοικίας, βαρύνεται όμως με ανάλογη συμμετοχή στις λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας αυτής. Επίσης αντιμετωπίζει αυξημένες ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, καθώς πάσχει από χρόνια και σοβαρά ορθοπεδικά προβλήματα για τα οποία υποβλήθηκε σε τέσσερις χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες στο μέτρο που δεν καλύπτονται από τον κοινωνικοασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο είναι ασφαλισμένη και το πρόγραμμα ιδιωτικής ασφάλειας υγείας, στο οποίο συμμετέχει ανέρχονται στο ποσό των 50 ευρώ μηνιαίως. Επίσης η ενάγουσα βαρύνεται και εκείνη με την υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου τέκνου της. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος-εκκαλών κατέβαλε έναντι της επιδικασθείσας με την εκκαλουμένη απόφαση διατροφής της ενάγουσας  και του ανήλικου τέκνου τους συνολικού ποσού 1.100 ευρώ/μηνιαίως μόνο το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως, με αποτέλεσμα το προαναφερόμενο ποσό των 45.000 ευρώ που έλαβε η ενάγουσα από την πώληση του ακινήτου της να αναλωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του σε κάλυψη των εξόδων διαβίωσης αλλά και για την κάλυψη των σχετικών δικαστικών δαπανών καθώς η τελευταία εξαναγκάστηκε  να κινείται νομικά εναντίον του προκειμένου να μπορεί να βιοπορίζεται. Με βάση τα ανωτέρω οι αποτιμώμενες σε χρήμα διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας-εκκαλούσας ανέρχονται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό της διατροφής ανταποκρίνεται στις διαμορφωθείσες μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ανάγκες της ενάγουσας και αποτελεί την αναλογία που ο εναγόμενος θα ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει για τη διατροφή της στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης, µε μέτρο τις οικονομικές δυνατότητες καθενός των διαδίκων και τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, δεδομένου ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εναγομένου με τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής ως προς τη διατροφή της ενάγουσας  είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι η ένσταση του υπόχρεου συζύγου περί διακινδύνευσης της δικής του διατροφής αν καταβάλλει διατροφή στον δικαιούχο εν διαστάσει σύζυγό του δεν μπορεί να προβληθεί κατά του άλλου συζύγου, αφού η διάταξη του άρθρου 1487 εδ.α΄του ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή επί διατροφής μεταξύ συζύγων (ΑΠ 1134/2008, ΕφΠατρ (Μον) 27/2019, ΕφΑθ (Μον) 469/2018, ΕφΠειρ (Μον) 454/2016 στην ΤΝΠ Νόμος), παρά μόνο ως ένσταση παραπομ­πής σε άλλον υπόχρεο κατά το άρθρο 1491 του ΑΚ (ΕφΠατρ (Μον) 27/2019, ΕφΠειρ (Μον) 454/2016 ό.π), την οποία δεν επικαλείται εν προκειμένω ο εκκαλών (ΜονΕφΠειρ 391/2022,  ΜονΕφΠειρ 195/2020 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ως άνω ανήλικο τέκνο των διαδίκων …….., αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του, διότι δεν έχει δική του περιουσία, ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ενώ λόγω της ηλικίας του, δεν έχει τη δυνατότητα να εργασθεί. Συνεπώς, υπόχρεοι προς διατροφή είναι οι γονείς του από κοινού, ο καθένας ανάλογα µε τις οικονομικές του δυνάμεις. Ήδη, δε η εναγόμενη συνεισφέρει, όπως προεκτέθηκε, στις ανάγκες διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων με την προσωπική της εργασία για τη φροντίδα και την ανατροφή του, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα. Η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων φοιτά σε δηµόσιο σχολείο («………….» Γυμνάσιο Θηλέων) και συνεπώς δεν καταβάλλονται δίδακτρα, καταβάλλει ωστόσο το ποσό των 60 € μηνιαίως για τη μετακίνηση της από και προς το σχολείο της. Επίσης καταβάλλονται μηνιαίως δίδακτρα 190 ευρώ για φροντιστηριακά ενισχυτικά μαθήματα καθώς και δίδακτρα 80 ευρώ μηνιαίως για την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας σε ιδιωτικό κέντρο ξένων γλωσσών. Επιπροσθέτως, το εν λόγω τέκνο έχει τις συνήθεις ανάγκες διατροφής, ένδυσης, ψυχαχωγίας, μετακίνησης κ.λπ., που έχει ένα τέκνο της ηλικίας του, με βάση και την οικονομική κατάσταση των γονέων του. Εξάλλου, οι δαπάνες για συνεδρίες λογοθεραπείας-εργοθεραπείας που παρακολουθεί η ανήλικη  καλύπτονται από τον κοινωνικοασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο είναι ασφαλισμένη και από το ιδιωτικό πρόγραμμα ασφάλισης υγείας στο οποίο συμμετέχει, για το οποίο καταβάλλονται μηνιαία ασφάλιστρα ύψους 40 ευρώ.  Ο ισχυρισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας ότι οι ανάγκες του ανήλικου τέκνου τους για συνεχή ιατρική και θεραπευτική υποστήριξη και δη για παρακολούθηση από παιδίατρο- αναπτυξιολόγο και παιδοψυχίατρο δεν καλύπτονται από τη δημόσια αλλά και την ιδιωτική ασφάλεια της ανήλικης ουδόλως αποδείχθηκε, δεδομένου ότι αφενός τα προσκομιζόμενα από την ίδια ιατρικά πιστοποιητικά προέρχονται από δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα  αφετέρου ουδεμία  σχετική απόδειξη ιδιώτη ιατρού προσκομίστηκε. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες του εναγόμενου  και της ενάγουσας, τα ως άνω έξοδα του ανήλικου τέκνου και τις εν γένει περιστάσεις, η κατά μήνα διατροφή για το ως άνω ανήλικο τέκνο των διαδίκων, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 700 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι ανάλογο με τις ανάγκες του όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για την εκπαίδευση, διατροφή, ένδυση, ψυχαγωγία και την εν γένει συντήρησή του. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων, ο εναγόμενος πρέπει για το επίδικο χρονικό διάστημα να καταβάλλει ως ανάλογη τακτική σε χρήμα διατροφή για το ανήλικο τέκνο του, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως. Κατά το λοιπό ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως, που απαιτείται για τη διατροφή του ως άνω τέκνου, θα συνεισφέρει η ενάγουσα – μητέρα αυτού, με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την φροντίδα του, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα, γενομένης εν μέρει δεκτής, ως προς το ποσό αυτό και ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης συνεισφοράς (άρθρο 1489 παρ.2 ΑΚ) του εναγόμενου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη, κατέληξε στην ίδια κρίση με το παρόν Δικαστήριο σχετικά με τα προσβαλλόμενα με τις υπό κρίση εφέσεις κεφάλαιά της και έκανε, ως προς αυτά, εν μέρει δεκτή την ως άνω αγωγή της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας- εφεσίβλητης  ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τα ανωτέρω, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο ήδη εκκαλούντα -εφεσίβλητο να καταβάλλει, νομιμοτόκως, στην ενάγουσα ως μηνιαία διατροφή σε χρήμα: α) για την ίδια ατομικά το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, όχι όμως πέραν της τριετίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοση της αγωγής και για μια τριετία, άπαντα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε περιοδικής παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις  απορριπτομένων των σχετικών όγδοου  και ένατου λόγων της από 21/10/2025 έφεσης και των  σχετικών πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της από 30/10/2025 έφεσης.

Ενόψει όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις να απορριφθούν από ουσιαστική άποψη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος (δεύτερου) βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων λόγω της τους σχέσης τους ως συζύγων, που εξακολουθεί μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους και της πρώτου βαθμού εξ αίματος συγγένειας του εναγόμενου με το εκπροσωπούμενο από την ενάγουσα ανήλικο τέκνο του (άρθρο 179 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 21/10/2025 και  με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../22.10.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./22.10.2025) έφεση και την από 30/10/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../3.11.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../3.11.2025) έφεση  κατά της υπ’ αριθμ. 4087/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση)

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στους εκκαλούντες των κατατεθέντων με τις εφέσεις παραβόλων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις  και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές στην ουσία.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ  τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας στο σύνολό τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 14.10.2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ