Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 655/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης   655 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «,,,,,,,,,,,,,,,,» που εδρεύει στον Πειραιά, οδός ,,,,,,,,,,,,,,, όπως νόμιμα εκπροσωπείται (ΑΦΜ …….) και 2) …………., υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία «………», οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Χιωτέλη (ΑΜ ΔΣΠ ……), που κατέθεσε την από 22.4.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Του εφεσίβλητου: …………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μαχαιριώτη (ΑΜ ΔΣΑ …….) εταίρο της ΔΕ ΜΑΧΑΙΡΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΜΑΧΑΙΡΙΩΤΗΣ (ΑΜ ……….) που κατέθεσε την από 22.4.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 3.4.2023 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/…../ΕΑΚ/…………/12.4.2023 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ’αριθ. 140/2025 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εν όλω ηττηθέντες ενάγοντες με την από 7.2.2025, στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …./10.2.2025 και ειδ. αριθ.καταθ. …../10.2.2025 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./12.3.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …./12.3.2025 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 8.1.2026 και μετά από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’αριθ. 140/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 10.2.2025, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την δημοσίευσή της στις 10.1.2025 (άρθρ. 518παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης). Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚπολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………../10.2.2025 έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου.

Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 953/2020). Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 9/2023, 1127/2022, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 953/2020), η σύμβαση δε ανεξαρτήτων υπηρεσιών μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία (αρθ.669, 672 ΑΚ), και δεν εφαρμόζονται επ`αυτής οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 1127/2022). Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 133/2014). Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 573/2018). Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού», απαγορεύεται, κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε γενομένη προς το σκοπό ανταγωνισμού πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και προς ανόρθωση της ζημίας, που έχει προξενηθεί. Το άρθρο αυτό παρέχει αστική προστασία κατά πράξεων αθεμίτου ανταγωνισμού, ήτοι κατά πράξεων, που διενεργούνται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές με σκοπό ανταγωνισμού και οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, ιδρύοντας με τον τρόπο αυτό ένα αστικό αδίκημα με ειδικές ρυθμίσεις (Λιακόπουλο, Βιομηχανική ιδιοκτησία, τ. 1 ,1995, σελ. 105 και τ. II , 1995, σελ. 195 επ.). Η σχέση των διατάξεων του αθεμίτου ανταγωνισμού προς τη γενική αδικοπρακτική διάταξη είναι σχέση ειδικής προς γενική διάταξη και ως εκ τούτου, κατά την εκτίμηση της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς , οι διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό έχουν το προβάδισμα. Για τη στοιχειοθέτηση του ειδικού αυτού αδικήματος, που καθιερώνεται με την εν λόγω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος προσώπου εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού ανάμεσα σε δύο πρόσωπα φυσικά ή νομικά, που δρουν στο ίδιο πεδίο οικονομικής δραστηριότητας· πρέπει δηλαδή, να συντρέχει το στοιχείο της ταυτότητας αγοράς σε συνδυασμό με το επιδιωκόμενο οικονομικό αποτέλεσμα, που ομοίως, πρέπει να είναι το ίδιο ή συναφές, με την έννοια ότι οι δύο έμποροι απευθύνονται στον ίδιο κύκλο προσώπων (ταυτότητα πελατείας) σε συνάρτηση με την ταυτότητα της εδαφικής περιοχής, ήτοι η αγορά πρέπει, πέραν του στοιχείου της πελατείας, να προσδιορίζεται και από γεωγραφικά συντεταγμένα χωρικά πλαίσια που συμπίπτουν μεταξύ τους και εντός των οποίων λαμβάνει χώρα η φερόμενη ως αθέμιτη ενέργεια, προκειμένου να εκληφθεί μία ενέργεια ως ανταγωνιστική, κατατείνουσα στο να πλήξει ένα φορέα οικονομικής δραστηριότητας από μία αθέμιτη ενέργεια άλλου ανταγωνιστή, β) η πράξη αυτή πρέπει να γίνεται με πρόθεση ανταγωνισμού, δηλαδή, με υποκειμενική πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων της επιχείρησης σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς, αναγκαία, να υφίσταται σκοπός πρόκλησης ζημίας στους τελευταίους, γ) η πράξη αυτή πρέπει να αντίκειται στα χρηστά ήθη, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών, αλλά επαφίεται στην κρίση του Δικαστή να μορφώσει την πεποίθησή του μετά από επιμελή εκτίμηση κάθε περίπτωσης με τα δικά της ατομικά γνωρίσματα, ανάλογα με το αίσθημα και τις ιδέες κάθε ορθά, λογικά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο επιχειρείται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μέσων και μεθόδων αντίθετων με την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, ακόμη και αν η πράξη από μόνη της, αντιμετωπιζόμενη επιφανειακά ή μεμονωμένα, φαίνεται θεμιτή ή και νομικά ανεπίληπτη (βλ. ΟλΑΠ 398/1975, ΑΠ 339/2010, ΑΠ 79/2001 ΕλλΔνη 42.904, ΑΠ 1780/1999 ΕλλΔνη 41.980, ΕφΑθ 4304/2012 ΔΕΕ 2013.128, ΕφΑθ 676/2009 ΔΕΕ 2010.204, ΕφΑΘ 6012/2005 ΔΕΕ 2006.278, ΕφΑθ 7936/2002 ΔΕΕ 2002.706, Λ. Κοτσίρης, Δίκαιο ανταγωνισμού, έκδοση 1982, σελ. 27 επ.). Προς αξιολόγηση της αντίθεσης της πράξης ανταγωνισμού στην αόριστη νομική έννοια των χρηστών ηθών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο όλος χαρακτήρας της πράξεως αυτής κατόπιν εκτιμήσεως όλων των περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Επίσης, τα χρηστά ήθη, όπως και η καλή πίστη, επιβάλλουν να ληφθεί υπόψη το στοιχείο των δικαιολογημένων συμφερόντων και να σταθμίζονται και εκτιμώνται τα εκάστοτε διακυβευόμενα συμφέροντα, τα οποία βέβαια δεν αντικαθιστούν το ως άνω κριτήριο. Συνεπώς, πράξη ανταγωνισμού, που προσβάλλει άξια προστασίας συμφέροντα, μπορεί να μην είναι αθέμιτη, όταν δικαιολογείται από υπέρτερο συμφέρον. Ο ως άνω νόμος 146/1914 είναι σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, οι οποίοι απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού. Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ’ ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση (με άλλα λόγια η συστηματική ταξινόμηση) των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές : 1) πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, 2) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, 3) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης, 4) πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής, 5) παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και 6) διακινδύνευσης της αγοράς (Κοτσίρη, Δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού, έκδ. 1986 , Μέρος πρώτο, Κεφ. 20 , σελ. 68επ. , Ν. Ρόκα, «Αθέμιτος Ανταγωνισμός» Εκδ. 1981, παρ. 6 III, σελ. 34- βλ. διαφορετική κατηγοριοποίηση στον Λιακόπουλο, ό.π., τ. I, Μέρος πρώτο, σελ. 123 και τ. II, Μέρος δεύτερο, σελ. 200). Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης (οι οποίες συνθέτουν τον αποκαλούμενο “παρασιτικό ανταγωνισμό”, Κοτσίρης, ό.π., σελ. 97, Λιακόπουλος, ό.π., τ. II, σελ. 267 – 8), υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις (α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και (β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας (ΤριμΕφΑθ 3069/2020 αδημ., ΕφΑθ 4530/2002 ΔΕΕ 2002.1248, Ν. Ρόκα, ό.π., παρ. 10 III, σελ. 67, Σουφλερό, στο συλλογικό έργο “Αθέμιτος ανταγωνισμός”, έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 1996, υπό το άρθρο 1, αριθμ. 204). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 652 του ΑΚ και 16 του Ν. 146/1914 προκύπτει ότι ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση πίστης προς τον εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση εχεμύθειας και μη διενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότη του. Τέτοιες πράξεις, πλην άλλων, είναι η άσκηση για δικό του λογαριασμό, με άγνοια του εργοδότη, εμπορικών εργασιών, ομοίων προς τις πράξεις του τελευταίου, ως και η εξυπηρέτηση πελατών του εργοδότη απ’ ευθείας από τον μισθωτό (ΟλΑΠ 1/2017, ΑΠ 856/2024, ΑΠ 928/2023, ΑΠ 1285/1984). Ακόμη οι προϋποθέσεις της αξιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας, που αναγνωρίζεται μεταξύ άλλων, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 1 Ν. 146/1914 καθορίζονται από τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ και είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως, που θεμελιώνεται στις παραπάνω αθέμιτες πράξεις, η υπαιτιότητα του προσβολέα, η επέλευση της ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της αθέμιτης πράξεως. Εξάλλου, αθέμιτη ανταγωνιστική ενέργεια δύναται να είναι παράλληλα και αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (σχετ. ΑΠ 419/2018, ΑΠ 852/2015), από δε τη διάταξη του τελευταίου άρθρου (919 Α.Κ.), στην οποία ορίζεται ότι “όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει” προκύπτει ότι, κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Ειδικότερα η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων και εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, υπάρχει όταν η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του (τυχόν) αντισυμβαλλομένου- «θύματος», για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 119/2013, ΑΠ 900/2011, ΑΠ 1652/2006). Με τη γενική ρήτρα της προστασίας του βλαβέντος από πράξεις τρίτου εναντίον των χρηστών ηθών καλύπτονται περιπτώσεις, οι οποίες κείνται πέραν του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 914 και συνεπώς, παρέχεται στον εφαρμοστή του δικαίου η δυνατότητα να προσαρμόζει το δίκαιο της αδικοπρακτικής ευθύνης στις εμφανιζόμενες με την πάροδο του χρόνου νέες ανάγκες, απότοκες της μεταβολής των αντιλήψεων (Απ. Γεωργιάδης στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, αρ. 919, αριθμ. 1, 4 και 5, Δεληγιάννη – Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τόμος III, έκδοση 1992, παρ. 348 β, σελ. 144 επ.). Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ προκύπτει ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ως πράξη παράνομη δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση. Όμως, ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, τότε μόνο μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημίωσης βάσει του άρθρου 919 ΑΚ όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη θα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Μόνο η από τον έναν των συμβαλλομένων αθέτηση κάποιας υποχρέωσης από τη σύμβαση, την οποία ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης κατά το προαναφερόμενο άρθρο του Α.Κ.. Περαιτέρω, εξαίρεση είναι δυνατόν να υπάρξει σε περιπτώσεις μη ανεκτές κατά το αίσθημα του δικαίου, οπότε η αξίωση ενδέχεται να στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ. Επειδή, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ μπορεί όμως μία ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, το οποίο επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην ζημιώνει κάποιος άλλον υπαίτια (ΟλΑΠ 967/1973 ΝοΒ 22. 505, ΑΠ 506/2010, ΑΠ 87/2000 ΕλλΔνη 41. 967, ΑΠ 25/1998 ΝοΒ 47. 390, ΕφΑθ 1873/2008 Αρμ 2008.1840, ΕφΑθ 302/2006 ΔΕΕ 2006. 513). Τέλος, εφόσον η συμπεριφορά του τρίτου είναι αθέμιτη δεν αποκλείεται και επιπλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 689/2010, ΑΠ 339/2010, ΕφΑθ 3594/2008 ΔΕΕ 2009.50, ΕφΑθ 8221/2000 ΔΕΕ 2001. 280, ΕφΘεσ 1628/2004 ΕΕμπΔ 2004. 512, ΔΕΕ 2004.1177, ΕφΑθ 8221/2000 ΔΕΕ 2001.280). Εξάλλου χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους και επομένως τις περιπτώσεις αυτές με τ’ αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 111 και 216§1 ΚΠολΔ, αόριστη (ΑΠ 382/2011, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 του ΠΔ 62/2025, (Κώδικας Εργατικού Δικαίου ΦΕΚ 121/11.7.2025), ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε. Ο βαθμός της επιμέλειας του εργαζομένου κρίνεται με βάση τη σύμβαση, ενόψει του είδους της ανατεθείσας εργασίας, της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, καθώς και των ικανοτήτων και των ιδιοτήτων του εργαζομένου που ο εργοδότης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Ο εργαζόμενος ευθύνεται για τη ζημία που προξενείται στον εργοδότη από δόλο. Σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας στον εργοδότη από αμέλεια του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον εργαζόμενο από την ευθύνη, ιδίως σε περίπτωση ελαφριάς αμέλειας, ή να κατανείμει τη ζημία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καταλογίζοντας στον εργοδότη τη ζημία που αναλογεί στον επιχειρηματικό του κίνδυνο ή που παρίσταται δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια του εργαζομένου από τη σύμβαση. ΠΔ 62/2025, (ΦΕΚ 121/11.7.2025)

ΙV. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Επομένως, όταν η αγωγή ασκείται με μόνη βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επομ. Α.Κ, πρέπει για την κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α’ Κ.Πολ.Δ. πληρότητα του περιεχομένου της να γίνεται στο δικόγραφό της μνεία των περιστατικών που συνεπάγονται την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας της περιουσιακής μετακίνησης. Και όταν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής (λ.χ. από σύμβαση), είναι απαραίτητη η επίκληση της ανυπαρξίας ή της ακυρότητας της συμβάσεως, έστω και χωρίς αναφορά των λόγων που την προκάλεσαν, αφού, λόγω του επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση (ή αδικοπραξία), είναι νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ’ αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Για το λόγο αυτό στην ίδια περίπτωση είναι αναγκαία η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, καθώς η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ’ ένσταση του εναγόμενου και, τότε, αν δηλαδή η κύρια αγωγική βάση απορριφθεί επειδή η κατάρτιση σύμβασης ή η τέλεση αδικοπραξίας έμεινε αναπόδεικτη, η επικουρική βάση θα ερευνηθεί, για να διαπιστωθεί αν η περιουσιακή μετακίνηση έγινε αχρεωστήτως ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη ή για αιτία που είτε έληξε είτε δεν επακολούθησε (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 23/2003, Ολ.ΑΠ. 22/2003, Α.Π. 61/2022, Α.Π. 1325/2019, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 170/2016, Α.Π. 449/2014, Α.Π. 1319/2013, Α.Π. 680/2011, Εφ.Πειρ. 5/2023, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Μ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2018, παρ. 16, αριθ. 24, σ. 1060 επομ, Στ. Ματθία, Η έννοια της «επικουρικότητας» των απαιτήσεων αδικαιολογήτου πλουτισμού και η επικουρική άσκησή τους, σε ΕλλΔνη 1990, 497, Π. Αρβανιτάκη, Η επικουρικότητα στην πολιτική δίκη, 1989, παρ. 7, σ. 163 επομ.).

Με την ένδικη, από 3.4.2023 αγωγή, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών έχει εξουσιοδοτηθεί από το Ελληνικό κράτος, δυνάμει σχετικών υπουργικών αποφάσεων, να ενεργεί ως Οργανισμός αρμόδιος για τη διενέργεια των απαιτούμενων από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας επιθεωρήσεων και την έκδοση και θεώρηση των προβλεπόμενων στις ως άνω αποφάσεις πιστοποιητικών για πλοία που φέρουν την ελληνική σημαία, ο δε δεύτερος εξ αυτών είναι διευθύνων σύμβουλος και τεχνικός διευθυντής της πρώτης. Οτι η πρώτη ενάγουσα επιτελεί το ανατεθέν κατά τα ανωτέρω έργο της δια των απασχολούμενων από αυτήν επιθεωρητών, οι οποίοι διαθέτουν τα απαιτούμενα προς τούτο επιστημονικά προσόντα και έχουν εκπαιδευτεί από την ίδια με την παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας και κανονισμών, τους οποίους οφείλουν, κατά τη διενέργεια των επιθεωρήσεων και τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων να εφαρμόζουν. Οτι με βάση τις εκθέσεις επιθεώρησης που συντάσσουν οι επιθεωρητές, κρίνεται από την πρώτη ενάγουσα εάν θα εκδοθεί ή όχι το σχετικό πιστοποιητικό. Οτι δυνάμει του από 8.2.2018 Συμφωνητικού Διορισμού Αποκλειστικού Επιθεωρητή, που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας, νομίμως εκπροσωπούμενης και του εναγόμενου, ο τελευταίος διορίστηκε ως αποκλειστικός Επιθεωρητής/Ελεγκτής της για την περιοχή της …….. και των όμορων περιοχών που εύλογα καλύπτονται από τη ……………. και δεσμεύτηκε να εκτελεί επιθεωρήσεις με βάση τους θεσπισμένους από την ίδια κανονισμούς και την εθνική νομοθεσία, να εφαρμόζει το σύστημα διασφάλισης ποιότητας που εφαρμόζει η πρώτη ενάγουσα και καθίσταται διαθέσιμο σε αυτόν σε ηλεκτρονική μορφή καθώς και να δεχθεί και να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις και ευθύνες που προβλέπονται στον Κώδικα Δεοντολογίας της και να αναφέρεται στην ίδια μετά την ολοκλήρωση της κάθε επιθεώρησης για περαιτέρω επεξεργασία της υπόθεσης και έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών από την ίδια, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στην αγωγή. Οτι ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο της παρ.14 του Κεφαλαίου Δ υπό τον τίτλο «Συνθήκες Συνεργασίας» του ως άνω Συμφωνητικού, το οποίο ανεπιφύλακτα αποδέχθηκε και υπέγραψε ο εναγόμενος, συμφωνήθηκε ότι «ο Αντιπρόσωπος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε κακή διαγωγή ή αμέλεια που θα μπορούσε να εγείρει αποζημίωση κατά του εντολέα καθώς και για οποιοδήποτε πρόστιμο επιβληθεί στον εντολέα ως συνέχεια οποιασδήποτε ανάρμοστης πράξης κατά των διεθνών ή εθνικών κανονισμών κάτω από το θεσμικό πλαίσιο αυτού του Συμφωνητικού». Οτι επιπλέον, στο πλαίσιο διευκρινιστικού σημειώματος σχετικής τεχνικής εγκυκλίου, η πρώτη ενάγουσα προέβη, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απευθύνονταν σε όλους τους επιθεωρητές της, μεταξύ αυτών και στον εναγόμενο, σε παρόμοια επισήμανση σχετικά με τον καταλογισμό ποινικών και αστικών ευθυνών καθώς και των πιθανών χρηματικών προστίμων σε βάρος τους, σε περίπτωση απαγόρευσης απόπλου πλοίων που έχουν επιθεωρήσει. Οτι η διενέργεια επιθεωρήσεων και η σύνταξη των σχετικών εκθέσεων και βεβαιώσεων από τον εναγόμενο, συμφωνήθηκε να γίνεται με αμοιβή, η οποία συνίστατο σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης στην ίδια (πρώτη ενάγουσα), από τους πλοιοκτήτες, αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών επιθεώρησης και πιστοποίησης. Οτι ενώ αρχικά η συνεργασία τους εξελισσόταν ομαλά, τον Οκτώβριο του έτους 2019 έλαβαν χώρα έκτακτοι έλεγχοι από το αρμόδιο κλιμάκιο ελεγκτών του Κλάδου Ελέγχου Πλοίων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής σε επιβατηγά πλοία που δραστηριοποιούνταν στη ….., κατά τους οποίους διαπιστώθηκε σημαντικός αριθμός ελλείψεων και παρατηρήσεων σε πλοία που είχε επιθεωρήσει ο εναγόμενος και πιστοποιήσει η πρώτη ενάγουσα, στηριζόμενη στις αντίστοιχες εκθέσεις επιθεώρησης που αυτός είχε υποβάλλει. Οτι συνεπεία των παρατηρήσεων και ευρημάτων του κλιμακίου ελεγκτών που αφορούσαν την πραγματική κατάσταση των ελεγχόμενων πλοίων, την οποία η πρώτη ενάγουσα γνώριζε στο μέτρο και κατά τον τρόπο που είχε αποτυπωθεί στις συνταχθείσες από τον εναγόμενο εκθέσεις επιθεώρησης, διατάχθηκε στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων το μέτρο της απαγόρευσης απόπλου ενώ επιβλήθηκε και σωρεία προστίμων σε βάρος της πρώτης ενάγουσας. Οτι ο εναγόμενος, ανεξαρτήτως των συμβατικών του δεσμεύσεων και των διδαγμάτων της επιστήμης του περί της ορθής άσκησης των καθηκόντων επιθεώρησης γνώριζε, κατόπιν προσωπικής ενημέρωσης από τον δεύτερο ενάγοντα, ότι επίκειται η πραγματοποίηση ελέγχων από τα αρμόδια κλιμάκια του Υπουργείου, καθώς είχαν λάβει χώρα πολλαπλές καταγγελίες από ανταγωνιστές πλοιοκτήτες, πλην όμως ο ίδιος επέλεξε να αγνοήσει την οδηγία του δεύτερου ενάγοντα να επενελέγξει τα πλοία, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος εντοπισμού ελλείψεων ενόψει των επικείμενων ελέγχων. Οτι ειδικότερα, ενόψει των παρατιθέμενων στην αγωγή αποφάσεων του Διευθυντή του Κ.Ε.Π./Α.Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, επιβλήθηκαν στην πρώτη ενάγουσα τα αναφερόμενα στην αγωγή πρόστιμα, για τις αναλυτικά εκτιθέμενες παραβάσεις που διαπιστώθηκαν από τους ανωτέρω αρμοδίους κατά τη διενέργεια των εκτάκτων ελέγχων που διενεργήθηκαν στα πλοία Ε/Γ-Τ/Ρ «ΑΚ» νηολογίου Σαρωνικού …., Ε/Γ-Τ/Ρ «Α» νηολογίου Ρόδου …., Ε/Γ-Τ/Ρ «Σ» ΝΠ ….., Ε/Γ-Τ/Ρ «ΖΔ» Ν.Θεσσαλονίκης ……, Ε/Γ-Τ/Ρ «ΚΜ» Ν.Ρόδου ….. και Ε/Γ-Τ/Ρ «ΚΚ» Ν.Ρόδου …….. Οτι τα ανωτέρω επιβληθέντα πρόστιμα ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 55.900,00 ευρώ, για την καταβολή των οποίων είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεοι αμφότεροι οι ενάγοντες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν.δ. 187/73. Οτι ο εναγόμενος υποχρεούται, δυνάμει του ανωτέρω από 8.2.2018 Συμφωνητικού Διορισμού Αποκλειστικού Επιθεωρητή, να αποζημιώσει την πρώτη ενάγουσα, για την προκληθείσα κατά τα ανωτέρω σε αυτήν περιουσιακή ζημία ύψους 55.900,00 ευρώ, διότι εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του, επιδεικνύοντας αντισυμβατική και αμελή συμπεριφορά, παραβιάζοντας τους όρους του ανωτέρω συμφωνητικού, τους οποίους αποδέχθηκε και υπέγραψε ανεπιφύλακτα, συντάσσοντας εκθέσεις επιθεώρησης, στις οποίες η πρώτη ενάγουσα βασίστηκε για την έκδοση πιστοποιητικών που δεν απέδιδαν την πραγματική κατάσταση των πλοίων. Οτι η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά του εναγόμενου συνιστά και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914επ ΑΚ. Οτι εκτός από την προαναφερθείσα υλική ζημία, η πρώτη ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, διότι ετρώθη το όνομα και η φήμη της ενώ κλονίστηκε και η εικόνα αξιοπιστίας της έναντι του Υπουργείου και των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών, επιπλέον ο δεύτερος ενάγων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, αναγκάστηκε να υπερασπιστεί αυτήν, παρέχοντας εξηγήσεις ακόμη και ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης όπου κλήθηκε να απολογηθεί για το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης κατόπιν μήνυσης που υποβλήθηκε σχετικά με τα πιστοποιητικά που εξέδωσε η πρώτη ενάγουσα για το πλοίο «Σ». Οτι κατόπιν των ανωτέρω, η συνεργασία τους με τον εναγόμενο κλονίστηκε σοβαρά με αποτέλεσμα να λήξει την 6.4.2022. Οτι από την 5.4.2022 έως και τον Ιανουάριο 2023, οι ενάγοντες έλαβαν συνολικά 25 αιτήματα από τον Οργανισμό με την επωνυμία «International Naval Surveys Bureau», δυνάμει των οποίων τους γνωστοποιήθηκε η πρόθεση αλλαγής φορέα πιστοποίησης εκ μέρους 25 πλοιοκτητών με τους οποίους διατηρούσαν μακροχρόνια συνεργασία και τους ζητήθηκε να διαβιβάσουν τους σχετικούς φακέλους. Οτι ο ανωτέρω Οργανισμός, «International Naval Surveys Bureau», παρέχει ομοίως με την πρώτη ενάγουσα υπηρεσίες επιθεώρησης και πιστοποίησης πλοίων και αποτελεί βασικό ανταγωνιστή της στη σχετική αγορά. Οτι κατόπιν επικοινωνίας των εκπροσώπων των εναγόντων με τους αποχωρήσαντες πλοιοκτήτες, έλαβαν ως απάντηση για την αιτία της αποχώρησής τους, ότι διατηρούν άριστη σχέση και συνεργασία με τον εναγόμενο, τον οποίο και ακολουθούν, καθώς τον γνωρίζουν και τον εμπιστεύονται για την αλλαγή φορέα πιστοποίησης. Οτι επιπλέον με τον ως άνω ανταγωνιστικό Οργανισμό, συνεργάζεται ως επιθεωρητής στην περιοχή της ………., ο κουμπάρος του εναγόμενου, με τον οποίο εργάζονται από κοινού σε γραφείο παροχής υπηρεσιών μελέτης κτιρίων. Οτι ο εναγόμενος διοχέτευσε στον ανωτέρω Οργανισμό. πελάτες των εναγόντων, πλοιοκτήτες που δραστηριοποιούνταν στη ….., παραβιάζοντας τη μεταξύ τους σύμβαση, στην οποία προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι όφειλε να μη συντηρεί εργασιακή σχέση με πλοιοκτήτες ή διαχειρίστριες εταιρείες που θα μπορούσαν να συνιστούν σύγκρουση συμφερόντων ή ότι δεν θα έπρεπε να έχει οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλου τύπου συμφέρον, άμεσο ή έμμεσο σε οποιαδήποτε επιχείρηση, που θα μπορούσε να επηρεάσει την ζητούμενη αμεροληψία και ακεραιότητά του. Οτι από τις ως άνω ενέργειες του εναγόμενου, η πρώτη ενάγουσα απώλεσε έσοδα συνολικού ύψους 9.105,00 ευρώ, που θα κέρδιζε μετά βεβαιότητας από τη διαδικασία έκδοσης των πιστοποιητικών των πλοιοκτητών που αποχώρησαν, δεδομένου ότι επίκειτο η λήξη τους και θα ζητούνταν η ανανέωσή τους, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τη μέχρι πρότινος σταθερή και άριστη συνεργασία τους. Οτι η παραπάνω συμπεριφορά του εναγόμενου παραβιάζει την απαγορευτική διάταξη του Ν.146/1914, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κατά τις εμπορικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, ενώ προσκρούει και στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν, κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, τις διατάξεις του Ν.146/1914 και του άρθρου 919 ΑΚ, επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας των άρθρων 914 επ. και όλως επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 135.000,00 ευρώ, ήτοι ποσό 55.900,00 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά του, ποσό 70.000,00 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη και ποσό 9.105,00 ευρώ το οποίο μετά βεβαιότητας θα αποκόμιζε εάν ο εναγόμενος δεν διοχέτευε τους πελάτες της στον ανταγωνιστή της Οργανισμό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 70.000,00 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Ζητούσαν επίσης να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 140/2025 οριστική απόφαση, αφού δέχθηκε ότι έχει αρμοδιότητα για την εκδίκαση της αγωγής, λόγω της ναυτικής φύσης της διαφοράς (συντρέχουσα αρμοδιότητα) και επιπλέον δυνάμει σχετικής ρήτρας παρέκτασης υπέρ των δικαστηρίων του Πειραιά, που περιλαμβάνεται στο μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικό, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την θεμελιούμενη στις διατάξεις του Ν.146/1914 βάση της και ως μη νόμιμη ως προς τη βάση της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξίας (συνακόλουθα απέρριψε καθ’ολοκληρίαν την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, ως προς τον οποίο η αγωγή επιχειρείται να θεμελιωθεί μόνο στις διατάξεις αυτές) καθώς και σε αυτές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της που ερείδεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγόμενου και δη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 346, 361 και 681επ ΑΚ, κατόπιν δε εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επέβαλε σε βάρος των εναγόντων τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονούνται οι εν όλω ηττηθέντες ενάγοντες με την κρινόμενη έφεση και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται, σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, ώστε, αναδικαζόμενης της υπόθεσης, να γίνει δεκτή η αγωγή τους και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στη δικαστική τους δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή ως προς τη βάση αυτής που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του Ν.146/1914, τυγχάνει απορριπτέα λόγω αοριστίας καθώς δεν εκτίθενται στο δικόγραφο οι ειδικότερες πράξεις ή μέθοδοι τις οποίες μετήλθε ο εναγόμενος προκειμένου να αποσπάσει τους συνεργαζόμενους με την πρώτη ενάγουσα πλοιοκτήτες και να τους διοχετεύσει στον ανταγωνιστή Οργανισμό. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο ο εναγόμενος προσέγγισε τους πελάτες της πρώτης ενάγουσας, ούτε οι αθέμιτες πράξεις στις οποίες προέβη για να αποσπάσει την πελατεία της (π.χ. ελκυστική οικονομική προσφορά εκ μέρους του ανταγωνιστή, υποτίμηση των υπηρεσιών της ενάγουσας κλπ), ούτε άλλη γενομένη προς το σκοπό ανταγωνισμού πράξη. Μόνο η αναφορά στην αγωγή ότι οι ενάγοντες, σε ερώτηση προς τους πελάτες τους σχετικά με την αιτία λύσης της συνεργασίας τους, έλαβαν ως απάντηση για την αιτία της αποχώρησης ότι διατηρούν άριστη σχέση και συνεργασία με τον εναγόμενο, τον οποίο και ακολουθούν, καθώς τον γνωρίζουν και τον εμπιστεύονται για την αλλαγή φορέα πιστοποίησης, δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, ούτε και το γεγονός ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος είναι κουμπάρος με τον ………….., με τον οποίο εργάζονται από κοινού σε γραφείο παροχής υπηρεσιών μελέτης κτιρίων και ο οποίος συνεργάζεται με ανταγωνιστικό οργανισμό, εφόσον δεν συνδυάζεται με άλλες ενέργειες που κατατείνουν στην αθέμιτη απόσπαση πελατείας από την ενάγουσα με πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων του εναγόμενου και του ανωτέρω συνεργάτη του σε βάρος της ενάγουσας. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή, ως προς την βάση της που θεμελιώνεται στις διατάξεις του Ν.146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, ως αόριστη, καθώς και το κονδύλιο των 9.105,00 ευρώ που συνέχεται προς αυτήν, δεν έσφαλε στην κρίση του αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και, κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες – εκκαλούντες με τον πέμπτο λόγο της έφεσης κρίνονται απορριπτέα στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμα. Επίσης η αγωγή, ως προς τη βάση της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξίας διατάξεις (άρθρ. 914 ΑΚ) είναι μη νόμιμη, διότι τα περιγραφόμενα πραγματικά γεγονότα και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους του εναγόμενου, εφόσον εάν έλειπε η προϋπάρχουσα ενοχική σχέση μεταξύ των διαδίκων, οι προαναφερόμενες ενέργειες του εναγόμενου δεν θα ήταν παράνομες ως αντίθετες προς το γενικό καθήκον, το οποίο επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην ζημιώνει κάποιος άλλον υπαίτια. Συνεπώς το κονδύλιο περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για αμφότερους τους ενάγοντες τυχγάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο όπως και η αγωγή στο σύνολό της ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, ως προς τον οποίο θεμελιούται μόνο στις ανωτέρω περί αδικοπραξίας διατάξεις. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και, κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες – εκκαλούντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης κρίνονται απορριπτέα στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, η αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη και ως προς την θεμελιούμενη στην διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ βάση, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν συνιστούν συμπεριφορά, η οποία κατ’αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου, αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, ούτε παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την πρόθεση του εναγόμενου να ζημιώσει τους ενάγοντες, ούτε αναφέρονται τα κίνητρα και ο σκοπός του, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού αυτού, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 1298/2006, ΑΠ 488/2010, ΑΠ 864/2014). Μόνη δε η αθέτηση, από τον συμβαλλόμενο, των συμβατικών του υποχρεώσεων, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης κατά το προαναφερόμενο άρθρο του Α.Κ. Επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η βάση της αγωγής που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση αφού, λόγω του επιβοηθητικού χαρακτήρα της, είναι απαραίτητη η επίκληση της ανυπαρξίας ή της ακυρότητας της συμβάσεως, έστω και χωρίς αναφορά των λόγων που την προκάλεσαν. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και, κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες – εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο της έφεσης κρίνονται απορριπτέα στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Από την επανεκτίμηση της υπ’αριθ. .……/19.9.2023 ένορκης βεβαίωσης του …….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……… και της υπ’αριθ. ……../18.9.2023 ένορκης βεβαίωσης του ……….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου …….., που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου (βλ. υπ’αριθ. ……./11.9.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου ……….), της υπ’αριθ. ……./11.9.2023 ένορκης βεβαίωσης του …….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρόδου ………. και της υπ’αριθ. ……../11.9.2023 ένορκης βεβαίωσης του ……., ενώπιον του συμβολαιογράφου Λέρου ………, που λήφθηκαν με επιμέλεια του εναγόμενου, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. υπ’αριθ. ……./ και ……./6.9.2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….) καθώς και όλων των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά των οποίων θα γίνει ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, καθώς και με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφα τους και από όλη εν γένει την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα έχει εξουσιοδοτηθεί από το Ελληνικό κράτος δυνάμει της από 20.8.2015 Συμφωνίας μεταξύ αυτής και του Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, βάσει της ΥΑ 4113.297/01/2012 ΦΕΚ Β’ 334 (14.2.2012) να ενεργεί ως Οργανισμός αρμόδιος για τη διενέργεια των απαιτούμενων από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας επιθεωρήσεων, έκδοση και θεώρηση πιστοποιητικών και παρακολούθησή τους, εκτός εκείνων που εμπίπτουν σε αρμοδιότητα αναγνωρισμένου οργανισμού του ΕΚ 391/2009 και των συναφών αυτού διατάξεων, για πλοία που φέρουν την ελληνική σημαία. Το έργο αυτό επιτελεί η ενάγουσα δια των επιθεωρητών που απασχολεί, οι οποίοι έχουν τα απαιτούμενα επιστημονικά προσόντα, ως Ναυπηγοί – Μηχανολόγοι Μηχανικοί και έχουν εκπαιδευτεί από τον Οργανισμό με την παρακολούθηση προγραμμάτων της ισχύουσας νομοθεσίας και των κανονισμών, τους οποίους οφείλουν να εφαρμόζουν κατά τη διενέργεια επιθεωρήσεων των πλοίων και τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων που υποβάλουν στην ενάγουσα, η οποία ακολούθως κρίνει εάν θα εκδοθεί/θεωρηθεί ή όχι το σχετικό πιστοποιητικό. Στο πλαίσιο αυτό, δυνάμει του από 8.2.2018 Συμφωνητικού Διορισμού Αποκλειστικού Επιθεωρητή, η ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής …………, διόρισε τον εναγόμενο, ο οποίος είναι Ναυπηγός – Μηχανολόγος Μηχανικός, ως αποκλειστικό επιθεωρητή / ελεγκτή της για την περιοχή της …… και των όμορων περιοχών που εύλογα καλύπτονται από τη ….. Οι όροι εργασίας του εναγόμενου προβλέφθηκαν στο ανωτέρω Συμφωνητικό. Ειδικότερα, στον υπό στοιχ Γ όρο υπό τον τίτλο «Πεδίο Εργασίας» ορίστηκε ότι «1. Ο Αντιπρόσωπος (εναγόμενος) δεσμεύεται να εκτελεί σχετικές επιθεωρήσεις, όπως απαιτείται από τον Εντολέα με βάση του κανονισμούς του Φ.Ν, Συμβάσεις/Κώδικες ΙΜΟ, Εθνική και Διεθνή Νομοθεσία και Κανονισμούς ILO, να συλλέγει όλο το απαιτούμενο υλικό τεκμηρίωσης, όπως προβλέπεται στις γραπτές οδηγίες εργασίας του Εντολέα και γενικά να λαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο ώστε να εκφέρει ολοκληρωμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη επαγγελματική και επιστημονική αξιολόγηση σχετικά με την αξιοπλοϊα, την καλή συντήρηση και ασφάλεια του πλοίου και των επιβαινόντων του. 2. Ο Αντιπρόσωπος οφείλει να γνωρίζει και να εφαρμόζει το σύστημα διασφάλισης ποιότητας που εφαρμόζει ο Εντολέας και το οποίο θα είναι διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή στον Αντιπρόσωπο μέσω της δικτυακής πύλης του Εντολέα. 3. Ολα τα στάδια της συνεργασίας μεταξύ Εντολέα και Αντιπροσώπου καταγράφονται μέσω του Συστήματος Διαχείρισης Πληροφοριών που εφαρμόζει ο Εντολέας διασφαλίζοντας την πλήρη ιχνηλασιμότητα της εκάστοτε εργασίας». Στον υπό στοιχ Δ όρο υπό τον τίτλο «Συνθήκες Συνεργασίας» ορίστηκε ότι «1. Ο Αντιπρόσωπος προσφέροντας τις υπηρεσίες του οφείλει να δεχθεί και να συμμορφωθεί με τις ακόλουθες ευθύνες: Α) τον κώδικα δεοντολογίας του Φ.Ν (Φοίνικα Νηογνώμονα) στην επικαιροποιημένη του έκδοση, Β) τους κανόνες και κανονισμούς του Φ.Ν στην επικαιροποιημένη τους έκδοση, Γ) το σύστημα διασφάλισης ποιότητας του Φ.Ν στην επικαιροποιημένη του έκδοση, Δ) το εγχειρίδιο περιγραφής εργασίας αναφορικά με τις ευθύνες και τις εξουσίες του αποκλειστικού επιθεωρητή, Ε) τις συμβάσεις/κώδικες και τους κανονισμούς ILO στην επικαιροποιημένη τους έκδοση, ΣΤ) τους εφαρμοζόμενους εθνικούς κανόνες και την εθνική νομοθεσία στην επικαιροποιημένη τους μορφή, ΙΑ) τις γραπτές οδηγίες του Φ.Ν στην επικαιροποιημένη τους μορφή. 2. Ο Αντιπρόσωπος θα ενεργεί αποκλειστικά με βάση τις γραπτές οδηγίες του Εντολέα βάσει των υφιστάμενων διαδικασιών ποιότητας και των τεχνικών οδηγιών. 3. Ο Αντιπρόσωπος μετά την ολοκλήρωση της επιθεώρησης θα αναφέρεται στον Εντολέα για περαιτέρω επεξεργασία της υπόθεσης και έκδοση των πιστοποιητικών από τον Εντολέα……..14. Ο Αντιπρόσωπος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε κακή διαγωγή ή αμέλεια που θα μπορούσε να εγείρει αποζημίωση κατά του Εντολέα, καθώς και για οποιοδήποτε πρόστιμο επιβληθεί στον Εντολέα ως συνέχεια οποιασδήποτε ανάρμοστης πράξης κατά των διεθνών ή εθνικών κανονισμών κάτω από το θεσμικό πλαίσιο αυτού του συμφωνητικού». Η αμοιβή του εναγόμενου για τις επιθεωρήσεις που θα διενεργούσε προβλέφθηκε στο προσαρτώμενο στο Συμφωνητικό Παράρτημα Ι, με επιμερισμό ποσοστού επί του καταβληθέντος από τον εκάστοτε πλοιοκτήτη καθαρού ποσού, που εξαρτάτο κάθε φορά από ειδικότερους όρους (πχ. εάν ο επιθεωρητής πρότεινε ο ίδιος το προς επιθεώρηση πλοίο, εάν ακολούθως πραγματοποιούσε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο την επιθεώρηση, εάν ζητούνταν από τον επιθεωρητή να προβεί σε επιθεώρηση λόγω αδυναμίας του κεντρικού γραφείου να αποστείλει άλλον επιθεωρητή κλπ). Μεταξύ των πλοίων που ανατέθηκαν προς επιθεώρηση στον εναγόμενο, περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: 1) το Ε/Γ-Τ/Ρ «ΑΚ», Ν.Σαρωνικού ……, για το οποίο ο εναγόμενος συνέταξε την από 8.8.2019 και με αριθμό ………. Εκθεση Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου (Πλόες Περιορισμένης Εκτασης) με βάση την οποία η ενάγουσα εξέδωσε το από 20.8.2019, υπ’αριθ. ………….. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης, ισχύος μέχρι 4.5.2020, 2) το Ε/Γ-Τ/Ρ «Α» Ν.Ρόδου ……, για το οποίο ο εναγόμενος συνέταξε την από 6.6.2019 και με αριθμό ……….. Εκθεση Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου (Πλόες Περιορισμένης Εκτασης) και την υπό την αυτή ημερομηνία Εκθεση Επιθεώρησης Συστήματος Τηλεχειρισμού και Παρακολούθησης της Λειτουργίας των Προωστηρίων Μηχανών και των Ηλεκτροπαραγωγών Ζεύγων από τη Γέφυρα, με βάση τις οποίες η ενάγουσα εξέδωσε το από 19.6.2019, υπ’αριθ. …………….. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης, ισχύος μέχρι 4.5.2020 και την υπ’αριθ. ………….. Βεβαίωση τηλεχειρισμού και παρακολούθησης της λειτουργίας των προωστηρίων μηχανών, 3) το Ε/Γ-Τ/Ρ «Σ» Ν.Π ……., για το οποίο ο εναγόμενος συνέταξε την από 5.4.2020 και με αριθμό ……… Εκθεση Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου, με βάση την οποία η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’αριθ. …………. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης, 4) το Ε/Γ-Τ/Ρ «ΖΔ.» Ν.Θεσσαλονίκης ……, για το οποίο ο εναγόμενος συνέταξε την από 2.6.2019 και με αριθμό ……. Εκθεση Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου (Πλόες Περιορισμένης Εκτασης) με βάση την οποία η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’αριθ. ……….. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης και το υπ’αριθ. ………. Π.Χ.Γ.Φ, 5) το Ε/Γ-Τ/Ρ «ΚΜ» Ν.Ρόδου ……, για το οποίο ο εναγόμενος συνέταξε την από 6.6.2019 και με αριθμό ……. Εκθεση Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου (Πλόες Περιορισμένης Εκτασης), με βάση την οποία η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’αριθ. ./…….. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης και 6) το Ε/Γ-Τ/Ρ «ΚΚ» Ν.Ρόδου ……, για το οποίο ο εναγόμενος συνέταξε την από 10.6.2019 και με αριθμό …….. Εκθεση Επιθεώρησης Τουριστικών και Μικρών Επαγγελματικών Πλοίων, με βάση την οποία η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’αριθ. ………….. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβριο του έτους 2019 έλαβαν χώρα έκτακτοι έλεγχοι, από το αρμόδιο κλιμάκιο ελεγκτών του Κλάδου Ελέγχου Πλοίων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, μεταξύ άλλων και στα ανωτέρω πλοία που είχε επιθωρήσει ο εναγόμενος, κατά τους οποίους διαπιστώθηκε σημαντικός αριθμός ελλείψεων και παρατηρήσεων, σε αρκετές δε περιπτώσεις διατάχθηκε η απαγόρευση απόπλου των πλοίων, ενώ δυνάμει σχετικών αποφάσεων του Διευθυντή του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ επιβλήθηκαν σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμα, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 55.900,00 ευρώ, τα οποία η τελευταία κατέβαλε, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις πληρωμής. Η ενάγουσα, επικαλούμενη τον υπό στοιχ Δ14 όρο του από 8.2.2018 Συμφωνητικού Διορισμού Αποκλειστικού Επιθεωρητή, που ορίζει ότι ο Αντιπρόσωπος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε κακή διαγωγή ή αμέλεια που θα μπορούσε να εγείρει αποζημίωση κατά του Εντολέα, καθώς και για οποιοδήποτε πρόστιμο επιβληθεί στον Εντολέα ως συνέχεια οποιασδήποτε ανάρμοστης πράξης κατά των διεθνών ή εθνικών κανονισμών κάτω από το θεσμικό πλαίσιο αυτού του συμφωνητικού, διατείνεται ότι ο εναγόμενος ενέχεται για την αποπληρωμή των ανωτέρω προστίμων. Υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες ο εναγόμενος παρείχε τις υπηρεσίες του, προκύπτει ότι η έννομη σχέση που τον συνδέει με την ενάγουσα είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε ενταχθεί στην οργανωτική δομή της ενάγουσας αφού προσέφερε τις υπηρεσίες του αποκλειστικά για τον Οργανισμό (Νιογνώμονα) και μόνο κατ’εξαίρεση μπορούσε να αναλάβει άλλη παρεμφερή εργασία, κατόπιν συναίνεσης του Νηογνώμονα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων (στοιχ Δ.10 του Συμφωνητικού), διενεργούσε επιθεωρήσεις πλοίων στην περιοχή της αρμοδιότητάς του, αλλά και πέραν της δικαιοδοσίας του, εφόσον ήταν απαραίτητο, κατόπιν συνεννόησης και σε εύλογο χρονικό διάστημα (στοιχ Β του Συμφωνητικού), όφειλε να συμμορφώνεται με τους κανόνες και τους κανονισμούς και εν γένει τις ευθύνες του Νηογνώμονα (στοιχ Δ1 του Συμφωνητικού) έστω και σε χαλαρότερη μορφή στο πλαίσιο της οποίας ανέπτυσσε πρωτοβουλίες κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών του γνώσεων (σχετ. ΑΠ 542/2014, δημ.ιστοσελίδα του ΑΠ), ενεργούσε αποκλειστικά με βάση τις γραπτές οδηγίες του Νηογνώμονα, βάσει των υφιστάμενων διαδικασιών ποιότητας και των τεχνικών οδηγιών που είχε ορίσει (στοιχ Δ2 του Συμφωνητικού), είχε την υποχρέωση, μετά την ολοκλήρωση της επιθεώρησης, να αναφέρεται στην ενάγουσα για περαιτέρω επεξεργασία της υπόθεσης και έκδοση των πιστοποιητικών (στοιχ Δ3 του Συμφωνητικού) και υπόκειτο σε έλεγχο δια της καταγραφής όλων των σταδίων της συνεργασίας τους μέσω του Συστήματος Διαχείρισης Πληροφοριών της ενάγουσας, με σκοπό την διασφάλιση της πλήρους ιχνηλασιμότητας της εκάστοτε εργασίας του (στοιχ Γ3 του Συμφωνητικού), ενώ η διαφοροποίηση της αμοιβής του, ήτοι κατά ποσοστό ανάλογα με τους ειδικότερους όρους του Παραρτήματος Ι του Συμφωνητικού, δεν μεταβάλλει, αφ’ εαυτής, τον νομικό χαρακτήρα της σχέσης, αλλά δύναται να θεωρηθεί ως αμοιβή συνδεδεμένη με την παραγωγικότητα ή με τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης εργασίας. Περαιτέρω στο πλαίσιο των εκτάκτων ελέγχων που διενεργήθηκαν στο λιμένα της ……. τον Οκτώβριο του έτους 2019, διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες παραβάσεις: Το σκάφος Ε/Γ-Τ/Ρ «Α» Ν.Ρόδου …….., διαπιστώθηκε ότι δεν διέθετε α) μηχανισμό εκκίνησης – διακοπής της λειτουργίας των προωστηρίων μηχανών από τη γέφυρα, β) μηχανισμό διακοπής παροχής καυσίμου στις προωστήριες μηχανές και στα Η/Ζ από τη γέφυρα και γ) στροφόμετρο στη μία (1) εκ των τριών (3) προωστηρίων μηχανών, κατά παράβαση του άρθρου 39 και της παρ.1 (β) του άρθρου 40 του ν.δ. 187/73 (ως ισχύει) και των σχετικών εγκυκλίων του Υ.ΝΑ.Ν.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ/Κ.Ε.Π/ΔΕΠ/ΜΕΜΣ-ΔΜΚ/ΜΕ. Ωστόσο στην από 6.6.2019 και με αριθμό ……. έκθεση επιθεώρησης συστήματος τηλεχειρισμού που συνέταξε ο εναγόμενος βεβαιώνεται η ύπαρξη του ανωτέρω μηχανολογικού εξοπλισμού όπως και στην υπ’αριθ. ……../19.06.2019 βεβαίωση τηλεχειρισμού και παρακολούθησης της λειτουργίας των προωστηρίων μηχανών, που εξέδωσε η ενάγουσα βασιζόμενη στην ανωτέρω έκθεση επιθεώρησης. Η ανωτέρω παράβαση βεβαιώθηκε από τον αρμόδιο ελεγκτή και βεβαιώθηκε σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμο ποσού 3.000,00 ευρώ, δυνάμει της υπ’αριθ. 82/2022 απόφασης του Διευθυντή του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ. Επίσης διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα, εξέδωσε το από 19.6.2019 …………… Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης, χωρίς να έχει διαπιστώσει τη στεγανότητα της πρωραίας φρακτής του πλοίου, η οποία έφερε θύρα (άνοιγμα), μη στεγανή, βασιζόμενη στην από 6.6.2019 και με αριθμό ……… Εκθεση Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου που συνέταξε ο εναγόμενος στην οποία (σελ.2 αρ.1) βεβαιωνόταν ότι κατά την επιθεώρηση ξηράς, οι στεγανές φρακτές βρίσκονταν σε καλή κατάσταση και μία πρωραία φέρει στεγανό άνοιγμα. Η ανωτέρω παράβαση βεβαιώθηκε από τον αρμόδιο ελεγκτή και βεβαιώθηκε σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμο ποσού 7.000,00 ευρώ, δυνάμει της υπ’αριθ. 83/2022 απόφασης του Διευθυντή του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ. Για το σκάφος Ε/Γ-Δ/Ρ «Σ» Ν.Π. ……, η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’αριθ. ……….. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης, κατόπιν της από 5.4.2020 και με αριθμό …….. Εκθεσης Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου του εναγόμενου, χωρίς να έχει διαπιστώσει α) ι) την καιροστεγανότητα και την ικανοποιητική αντοχή της θύρας του μηχανοστασίου, την καιροστεγανότητα της πρωραίας θύρας (νομέας 47) της πρώτης υπερκατασκευής επί του κυρίου καταστρώματος καθώς και την σφράγιση των διατιθέμενων μέσων κλεισίματος των προαναφερόμενων θυρών, ιι) την ύπαρξη μέσων ασφάλισης στα καλύμματα των ανοιγμάτων των στομίων καθόδων και των συσκευών κλεισίματος στους αεραγωγούς και τους εξαεριστήρες και ιιι) την ύπαρξη συσκευών κλεισίματος στους αεραγωγούς και τους εξαεριστήρες του πλοίου, συνεπεία δε των ανωτέρω παραλείψεων απαγορεύτηκε ο απόπλους του πλοίου και βεβαιώθηκε σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμο ποσού 5.000,00 ευρώ, δυνάμει της υπ’αριθ. 15/2022 απόφασης του Διευθυντή α.α του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ, β) την ύπαρξη του δίσκου γραμμής φόρτωσης και της γραμμής καταστρώματος σε αμφότερες τις πλευρές του πλοίου, συνεπεία δε της ανωτέρω παράλειψης απαγορεύτηκε ο απόπλους του πλοίου και βεβαιώθηκε σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμο ποσού 5.000,00 ευρώ, δυνάμει της υπ’αριθ. 14/2022 απόφασης του Διευθυντή α.α του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ, γ) δεν μερίμνησε ώστε η διάταξη μετάγγισης καυσίμου από τις δεξαμενές αποθήκευσης, προς τις δεξαμενές ημερήσιας κατανάλωσης, να διαθέτει μέσο διακοπής της λειτουργίας της, τοποθετημένο εκτός του χώρου όπου ευρίσκετο (χώρος μηχανοστασίου), συνεπεία δε της ανωτέρω παράλειψης και της σημασίας της στην άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση ενδεχόμενης πυρκαϊάς στο πλοίο, απαγορεύτηκε ο απόπλους και βεβαιώθηκε σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμο ποσού 1.500,00 ευρώ, δυνάμει της υπ’αριθ. 14/2022 απόφασης του Διευθυντή α.α του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ και δ) δεν μερίμνησε ώστε, τα επιστόμια των δεξαμενών αποθήκευσης πετρελαίου (storage tanks) να είναι εφοδιασμένα με διάταξη που να επιτρέπει εύκολα το κλείσιμό τους, από προσιτή και ασφαλή θέση εκτός του χώρου όπου βρίσκονται οι δεξαμενές, συνεπεία δε της ανωτέρω παράλειψης και της σημασίας της στην άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση ενδεχόμενης πυρκαϊάς στο πλοίο, απαγορεύτηκε ο απόπλους και βεβαιώθηκε σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμο ποσού 2.500,00 ευρώ, δυνάμει της υπ’αριθ. 7/2022 απόφασης του Διευθυντή του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ. Για το σκάφος Ε/Γ-Τ/Ρ «ΖΔ» Ν.Θεσσαλονίκης ….., η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’αριθ. ………. Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης και το υπ’αριθ. ………… Π.Χ.Γ.Φ, κατόπιν της από 2.6.2019 και με αριθμό ……… Εκθεσης Γενικής Επιθεώρησης Επιβατηγού Πλοίου του εναγόμενου, χωρίς να έχει διαπιστώσει ότι το από 12.6.2014 εγκεκριμένο σχέδιο χωρητικοτήτων, με το οποίο ήταν εφοδιασμένο το πλοίο, ανταποκρινόταν στην πραγματική του κατάσταση, καθόσον διαπιστώθηκε αναντιστοιχία αφού στο προαναφερθέν σχέδιο είχε αποτυπωθεί η πρωραία δεξαμενή ζυγοστάθμισης Νο2 (Fore paek tank No 2) χωρίς αυτή να υφίσταται στο πλοίο, συνεπεία δε της ανωτέρω παράλειψης απαγορεύτηκε ο απόπλους του πλοίου και βεβαιώθηκε σε βάρος της ενάγουσας πρόστιμο ποσού 300,00 ευρώ, δυνάμει της υπ’αριθ. 253/2022 απόφασης του Διευθυντή του Κ.Ε.Π/Α.Λ.Σ – ΕΛ.ΑΚΤ. Ο εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του ως επιθεωρητή και ενόψει των ειδικών γνώσεων που διέθετε, όφειλε να διενεργήσει τον προβλεπόμενο τεχνικό έλεγχο με την απαιτούμενη επιμέλεια και να συντάξει ακριβή, πλήρη και σύμφωνη με τα πραγματικά δεδομένα έκθεση επιθεώρησης. Εντούτοις, στις προαναφερθείσες περιπτώσεις παρέλειψε να διαπιστώσει και να καταγράψει τις ανωτέρω ουσιώδεις παραλείψεις, τις οποίες ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει κατά την επιθεώρηση. Οι ανωτέρω παραλείψεις δεν συνιστούν απλή αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά σοβαρή απόκλιση από την επιμέλεια που επιβάλλουν η επαγγελματική του εμπειρία και η συμμόρφωσή του με τις τεχνικές προδιαγραφές και τις γραπτές οδηγίες της ενάγουσας, τις οποίες είχε δεσμευθεί να ακολουθεί και φέρουν χαρακτηριστικά βαριάς αμέλειας. Εφόσον δε η σύνταξη των ως άνω πλημμελών εκθέσεων επιθεώρησης, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά, οφείλεται σε βαριά αμέλεια του εναγομένου, συνδέεται αιτιωδώς με την επιβολή του προστίμου σε βάρος της ενάγουσας, κατά το μέρος που το πρόστιμο αποδίδεται στις συγκεκριμένες πλημμέλειες. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ενάγουσα διαθέτει οργανωμένο τμήμα ελέγχου, θεώρησης και αξιολόγησης σχεδίων πλοίων δεν αποκλείει, τη βαριά αμέλεια του εναγομένου, καθώς η ύπαρξη εσωτερικών δικλίδων ελέγχου δεν υποκαθιστά την αυτοτελή υποχρέωση του εναγομένου, ως αρμόδιου επιθεωρητή, να διενεργεί με την προσήκουσα επιμέλεια τον ανατεθειμένο έλεγχο και να συντάσσει πλήρη και ακριβή έκθεση επιθεώρησης. Ως προς τις λοιπές πλημμέλειες των εκθέσεων επιθεώρησης του εναγόμενου που συνδέονταν είτε με ελαττωματική κατασκευή του πλοίου (πχ πλάτος ανοίγματος διαφυγής προς τα σωστικά μέσα, ύπαρξη μόνιμων πάγκων για την παραμονή των επιβατών σε σημεία που δεν καλύπτονταν οι προϋποθέσεις ασφαλείας για το σκοπό αυτό κλπ) είτε με ελλείψεις που διαπιστώθηκαν κατά το χρόνο του ελέγχου (πχ. μη επαρκής αριθμός σωστικών μέσων, παράλειψη τοποθέτησης των πλευρικών φανών ναυσιπλοϊας εντός πλαισίου χρώματος θαμπού σκούρου, παράλειψη θεώρησης του πίνακα συναγερμού κλπ), δεν συνιστούν σημαντική απόκλιση από την επιμέλεια που απαιτούν τα καθήκοντά του και η συμπεριφορά του δεν υπερβαίνει τα όρια της ελαφράς αμέλειας. Συνολικά το ποσό του προστίμου, από τις ανωτέρω ουσιώδεις, όπως κρίθηκαν, πλημμέλειες, που επιβλήθηκε στην ενάγουσα ανέρχεται σε 24.300,00 (3.000,00 + 7.000,00 + 5.000,00 + 5.000,00 + 1.500,00 + 2.500,00 + 300,00) ευρώ. Ωστόσο μέρος της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από την καταβολή του ποσού αυτού, συνδέεται με τον επιχειρηματικό της κίνδυνο, ο δε πλήρης καταλογισμός του ανωτέρω ποσού στον εναγόμενο θα ήταν δυσανάλογος προς την αμοιβή και την ωφέλειά του από το συμφωνητικό εργασίας του. Το Δικαστήριο συνεκτιμώντας τη βαρύτητα της αμέλειας του εναγόμενου και την αιτιώδη συμβολή αυτής στην επιβολή των προστίμων, την υποχρέωση της ενάγουσας να ελέγχει και να αξιολογεί, μέσω των αρμοδίων τμημάτων της, τις εκθέσεις των επιθεώρησης πριν από την έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών, την οικονομική ωφέλεια του εναγόμενου από το Συμφωνητικό και τη δυσαναλογία της προς το συνολικό πρόστιμο, καθώς και τις περιστάσεις που εντάσσονται στον επιχειρηματικό κίνδυνο της ενάγουσας, κρίνει ότι η ζημία πρέπει να κατανεμηθεί κατά ποσοστό 30% στον εναγόμενο και κατά ποσοστό 70% στην ενάγουσα, ήτοι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.290,00 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 17.010,00 ευρώ βαρύνει την ενάγουσα. Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή του σχετικού (πρώτου) λόγου της έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η από 3.4.2023 αγωγή, (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη ενάγουσα, ενώ πρέπει να απορριφθεί ως προς το δεύτερο ενάγοντα. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες, του παράβολου ποσού εκατό (100,00) ευρώ που κατέθεσαν, λόγω της κατ` ουσίαν παραδοχής του ενδίκου μέσου που άσκησαν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ως προς μεν την πρώτη ενάγουσα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ αυτής και του εναγομένου ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ ο δεύτερος ενάγων, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 7.2.2025 (με αριθ.καταθ. ……………/2025) έφεση.

Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ’ουσίαν.

Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες του καταβληθέντος για την κατάθεση της έφεσης παραβόλου ποσού εκατό (100) ευρώ.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 140/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Τακτική Διαδικασία).

Κρατεί και δικάζει την από 3.4.2023 (με αριθ.καταθ. …………../2023) αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ευρώ (7.290,00) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις πλήρους εξοφλήσεως.

Συμψηφίζει εν μέρει τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και του εναγόμενου και

Καταδικάζει τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της πρώτης ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ.

Καταδικάζει τον δεύτερο ενάγοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει το ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους στις 15 Οκτωβρίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ