ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 660/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: …………., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣΑ ………), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου: …………..,ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Δίγκα (ΑΜ/ΔΣΠ ……..), μέλος της ΔΕ «Δευκαλίων Ρεδιάδης Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΠ ……..), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Ο ενάγων- ήδη εκκαλών άσκησε κατά του εναγόμενου-ήδη εφεσίβλητου την από 31-01-2020 (αριθμ.εκθ.καταθ. …………./18-12-2020) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε ερήμην του ενάγοντος (για το λόγο ότι αυτός δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις), με την τακτική διαδικασία την ως άνω αγωγή, με την 1882/2021 οριστική απόφασή του την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ουσίαν.
Ο ενάγων, στη συνέχεια, άσκησε την από 19-10-2021 (αρ.εκθ.καταθ…………./2021) έφεσή του κατά της ανωτέρω αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 747/2025 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω μη κατάθεσης του προβλεπόμενου στο άρθρο 495 παρ.3 περ.Α΄ του ΚΠολΔ παράβολου. Ακολούθως, ο ενάγων-εκκαλών με την από 22-01-2026 (αρ.εκθ.καταθ. …………../23-01-2026) δεύτερη έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο, προσέβαλε την 1882/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και
συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Ο εκκαλών και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσαν ότι συμφωνούν να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθούν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠολΔ, “Δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται”. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η αποφυγή κατακερματισμού της δίκης και της επιβράδυνσης της τελεσίδικης κρίσης επί της διαφοράς προς βλάβη του νικήσαντος διαδίκου (ΑΠ 199/1960). Ο σκοπός όμως αυτός δεν συντρέχει, όχι μόνο όταν χώρισε νόμιμη παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης έφεσης, αφού τότε θεωρείται ότι αυτή δεν ασκήθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 295, 299 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1779/2008), ή όταν η πρώτη έφεση είναι ανυπόστατη ως διαδικαστική πράξη (ΑΠ 156/2013), αλλά και όταν η πρώτη έφεση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως στη περίπτωση που στρεφόταν κατά εν μέρει οριστικής απόφασης (Ολ.ΑΠ 1138/1974), ή στην περίπτωση που δεν είχε απευθυνθεί κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων κατ` άρθρο 517 εδ.β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 579/1996). Εφόσον η πρώτη έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, είτε διότι δεν τηρήθηκε κάποια δικονομική προϋπόθεση για την άσκησή της, είτε εξαιτίας έλλειψης τυπικών στοιχείων του δικογράφου της, δεν είναι ανεπίτρεπτη “δεύτερη έφεση” αυτή που ασκείται ακολούθως, ενόσω διαρκεί η προθεσμία της έφεσης. Ως απαράδεκτη δε απορρίπτεται η έφεση αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 532 του ΚΠολΔ, αλλά και όταν δεν κατατεθεί το προβλεπόμενο για την άσκησή της παράβολο, όπως ρητά ορίζεται στην ειδική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1911/2024). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του Ν. 5221/28-07-25 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ.3 του ίδιου νόμου από 01-01-2026, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης ορίστηκε σε [1] έτος, ενώ σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 126 παρ.4 του ίδιου νόμου, ως προς τις δημοσιευόμενες έως τις 31.12.2025 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η διετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 § 2 του ΚΠολΔ, όταν ασκείται έφεση κατ’ ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως η συζήτηση είναι προφορική και για το λόγο αυτό δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση της εφέσεως με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή με μονομερή δήλωση κάποιου ή όλων από αυτούς ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση (ΑΠ 476/2017, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1040/2013). Η ως άνω απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ισχύει όχι μόνο για το διάδικο που στον πρώτο βαθμό δικάστηκε ερήμην αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, αφού διαφορετικά δε νοείται προφορική συζήτηση (ΑΠ 93/2013, ΑΠ 652/2011, ΑΠ 251/2009 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τούτο άλλωστε επιβάλλεται από την αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για την ισότητα των όπλων (ΑΠ 1858/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 280/2012, ΝοΒ 2013/132, ΑΠ 866/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η υποβολή τέτοιας δήλωσης από πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκου, που έχει μεν καταθέσει προτάσεις, δεν παρίσταται όμως στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, για την οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, συνιστά μη προσήκουσα παράσταση, συνεπαγόμενη την ερημοδικία του διαδίκου (ΕφΠειρ 504/2024, ΕφΠειρ 27/2016, ΕφΑθ 220/2022, ΕφΠειρ 45/2020 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου, οι προτάσεις του, οι περιεχόμενοι σ’ αυτές ισχυρισμοί και τα υποβαλλόμενα δι’ αυτών αιτήματά του, όπως και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 2150/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εάν δε ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι’ αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 § 3 εδαφ. α΄ του ΚΠολΔ, που ορίζει ως συνέπεια της ερημοδικίας του εκκαλούντος την κατ’ ουσίαν απόρριψη της έφεσής του, εφόσον αυτή είναι παραδεκτή (ΑΠ 78/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 504/2024, ΕφΑθ 2219/2007 ΕλλΔ/νη 2008.872, Κ. Παναγόπουλος, ο.π., άρθρο 524, αρ. 11, σελ. 223). Αν στην περίπτωση αυτή παρίστανται μη προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο εφετείο τόσο ο εκκαλών, όσο και ο εφεσίβλητος με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, θεωρούνται αμφότεροι δικονομικώς απόντες και τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 260 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και στην κατ’ έφεση δίκη κατ’ άρθρο 524 παρ.1 ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο «αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται». Τούτο δε ανεξάρτητα, αν με τη νέα τακτική διαδικασία και δη με το νέο άρθρο 237 παρ.6 του ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015) στον πρώτο βαθμό ουσιαστικά έχει καταργηθεί η προφορική συζήτηση της υπόθεσης και η συζήτηση διεξάγεται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, καθώς στο εφετείο προβλέπεται υποχρεωτική τέτοια προφορική συζήτηση της υπόθεσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ.2 και 528 του ΚΠολΔ σε περίπτωση που κάποιος διάδικος δικάσθηκε ερήμην πρωτοδίκως και έχει ασκήσει έφεση κατά της εκδοθείσας οριστικής απόφασης (βλ. σχετικά Στ. Πανταζόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Δ. Κονδύλης/Στ. Πανταζόπουλος, άρθρο 495-590, άρθρο 528, σελ. 174, 175, παρ. 3, Αθ. Πανταζόπουλο σε Κυριάκου Οικονόμου, Η έφεση, άρθρο 528, σελ. 304 επ.).
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση η από 22-01-2026 (αρ.εκθ.καταθ. ………../23-01-2026) έφεση, κατά της 1882/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε με την τακτική διαδικασία, ερήμην του ενάγοντος (για το λόγο ότι αυτός δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις), την από 31-01-2020 (αριθμ.εκθ.καταθ…………../18-12-2020) αγωγή, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ουσίαν. Ο ενάγων- ήδη εκκαλών αρχικά είχε ασκήσει την από 19-10-2021 (αρ.εκθ.καταθ. …………/2021) έφεσή του κατά της ανωτέρω αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 747/2025 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω μη κατάθεσης του προβλεπόμενου στο άρθρο 495 παρ.3 περ.Α΄ του ΚΠολΔ παράβολου. Όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, δεν είναι ανεπίτρεπτη η άσκηση δεύτερης έφεσης, όταν η πρώτη έφεση απορρίφθηκε για οποιονδήποτε τυπικό λόγο, όπως όταν δεν έχει κατατεθεί, όπως εν προκειμένω, το προβλεπόμενο για την άσκησή της (έφεσης) παράβολο, απορριπτόμενου ως νομικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού που πρόβαλε ο εφεσίβλητος. Πλην όμως, η ένδικη έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 10-09-2021 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 23-01-2026, ήτοι μετά πάροδο πλέον των τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, και όχι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών που προέβλεπε το άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του Άρθρου 1 του ν.4335/23-7-2015 που εφαρμόζεται λόγω του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 4 του Ν. 5221/28-07-25. Ας σημειωθεί ότι αφού η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντος, η συζήτηση στο εφετείο είναι υποχρεωτικά προφορική, ώστε οι παραπάνω δηλώσεις του εκκαλούντος-δικηγόρου και του πληρεξουσίου δικηγόρου του εφεσίβλητου κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ότι θα συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την παρουσία τους στο ακροατήριο καθιστά τις παραστάσεις τους μη προσήκουσες, με συνέπεια οι διάδικοι να τυγχάνουν δικονομικώς απόντες και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 260 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 524 παρ.1 του ΚΠολΔ, εφόσον επομένως η υπό κρίση έφεση θα ήταν τυχόν παραδεκτή θα είχε κηρυχθεί η συζήτησή της ματαιωμένη. Πρέπει, επομένως, η έφεση, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσης ηλεκτρονικού παράβολου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στον εκκαλούντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη.
Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ………….. /2026 e παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε, στον Πειραιά στις 7 Οκτωβρίου 2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία του εκκαλούντος-δικηγόρου, του εφεσίβλητου και του πληρεξούσιου αυτού δικηγόρου, παρουσία και της γραμματέως στις 15 Οκτωβρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ