ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 653/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Διονυσία Ρέππα, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: «……………» και το διακριτικό τίτλο ««………..» και πρώην με την επωνυμία «…………» (………….), η οποία εδρεύει στο …….. Αττικής, οδός ……………. με ΑΦΜ …….. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στο ………., με αριθμό μητρώου ………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα δυνάμει της από 13.05.2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν στη δικαιούχο της απαίτησης από την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στο ……… με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 13-4-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα με την από 18-6-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η ένδικη που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, ενώ αρχικά η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων είχε ανατεθεί αρχικά στην ίδια την εκκαλούσα με την από 18-6-2019 σύμβαση διαχείρισης, η οποία παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ζωή Κωστογιάννη (ΑΜ Δ.Σ.Πειραιώς ………..).
Του εφεσίβλητου: ……….., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Καλτσά (Α.Μ Δ.Σ.Πειραιώς ……).
Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος της καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμης εταιρείας, την από 27-5-2025 και με γενικό αριθμό κατάθεσης …./2025 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης …../2025 ανακοπή, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. …/2025 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 3140/2026 οριστική απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η εκκαλούσα-καθ’ ης η ανακοπή, άσκησε την από 7-4-2026 έφεση της που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../8-4-2026 και ειδικό …./8-4-2026 και προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωσαν ότι συμφωνούν να συζητηθούν οι υποθέσεις χωρίς να παρασταθούν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3140/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και με την οποία έγινε δεκτή η από 27-5-2025 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2025 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης …./2025 ανακοπή του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 42 του Ν. 5221/2025, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή την 16-3-2026 (βλ. την σχετική επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή ………….. της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών επί του αντιγράφου της εκκαλουμένης απόφασης), η δε κρινόμενη από 7-4-2026 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (518 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../8-4-2026 και ειδικό ……/8-4-2026 της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή το υπ’ αριθ. κωδικού …… …../2026 e-παράβολο, ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).
Ο εφεσίβλητος – ανακόπτων με την από 27-5-2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2025 και ειδικό ………../2025 ανακοπή του, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2025 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε βάσει της υπ’ αριθ. …../27-2-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου, μετά του με την ίδια ημερομηνία προσαρτήματος αυτής που καταρτίσθηκε μεταξύ των ………. και …….. ως συνοφειλετών, υπέρ των οποίων εγγυήθηκε ο ανακόπτων και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………» ως δανείστριας, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στους οφειλέτες δάνειο συναλλάγματος σε ελβετικό φράγκο και δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλλει το ποσό των εκατόν τριάντα οκτώ χιλιάδων ελβετικών φράγκων (138.797) ελβετικών φράγκων, βάσει της επίσης ισοτιμίας του ευρώ με το ελβετικό φράγκο κατά το χρόνο εξόφλησης, το οποίο αντιστοιχούσε σε εκατόν πενήντα μία χιλιάδες τετρακόσια εξήντα εννέα (151.469,84) ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, στην καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………» και το διακριτικό τίτλο ««…………..» και πρώην με την επωνυμία «………….» και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα δυνάμει της από 13.05.2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν στη δικαιούχο της απαίτησης από την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει πωλήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 13-4-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «…………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα με την από 18-6-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3140/2026 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 632 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού έκρινε ότι η ανακοπή, κατά της διαταγής πληρωμής ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 632 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, διότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 12-5-2023 (βλ. την υπ’ αριθ. ……/12-5-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……..), η δε ανακοπή επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή την 30-5-2025 (βλ. την υπ’ αριθ. …./30-…………/25.01.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …….), στη συνέχεια έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η καταγγελία της συμβάσεως δανείου ώστε να οφείλεται όλο το υπόλοιπο του στεγαστικού δανείου και όχι οι δόσεις αυτού, και άρα το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν ήταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, διότι αποδείχθηκε μόνο η επίδοση της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης προς αυτόν ως εγγυητή, χωρίς να προσκομίζεται έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η επίδοση της καταγγελίας στους οφειλέτες, και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ………/2025 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ καταδίκασε την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή, και ήδη εκκαλούσα, για τους λόγους που αναφέρονται στην κρινόμενη έφεσή της και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ “Κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη”, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα “Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της”. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων ή από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022). Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε n έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων, που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για τον λόγο αυτό, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021, AΠ 665/2006) και, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΑΠ 914/2018 δημοσίευσηΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ ΟλΑΠ 10/97).
ΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, είναι σύμβαση κοινού δανεισμού, με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο δάνειο, καταβάλλοντας το δάνεισμα εφάπαξ ή τμηματικά και ο τελευταίος, για την κάλυψη αυτού του δανείου προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό. Το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου καλείται χρεώλυτρο, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Το δάνειο χορηγείται υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Εάν η αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως, οπότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Στην περίπτωση που λόγω της καταγγελίας του δανείου υπάρξει εξ αυτού οφειλή και ο δανειολήπτης δεν την πληρώνει, η τράπεζα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής για την απαίτησή της, υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ. Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης. (ΑΠ 364/2025 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 119/2026 efeteio-peir.gr, ΕφΑθ 5645/2025 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης, απέναντι στον δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (ΑΠ 1047/2010, ΑΠ 1261/2004, ΑΠ 238/1977). Ειδικότερα, η εγγύηση διαπλάστηκε ως θεσμός με χαρακτήρα αλτρουιστικό υπέρ του πρωτοφειλέτη και, σύμφωνα με αυτόν, ο εγγυητής αναλαμβάνει την εξασφάλιση και ενίσχυση μιας ξένης οφειλής χωρίς αντάλλαγμα. Το γεγονός αυτό επιβάλλει στο νομοθέτη τη φροντίδα για αυξημένη προστασία του εγγυητή, η οποία συνίσταται στη διαμόρφωση της ενοχής του ως ενοχής με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα απέναντι στον πρωτοφειλέτη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 1500/2008). Ο παρεπόμενος χαρακτήρας, που αποτελεί θεμελιώδες διακριτικό στοιχείο της έννοιας της εγγύησης και εκδηλώνεται κατά τη σύσταση, τη λειτουργία και την απόσβεση της σύμβασης, συνίσταται στο ότι η υποχρέωση του εγγυητή εξαρτάται από τη γένεση, το κύρος, την έκταση, τη δυνατότητα πραγμάτωσης και την απόσβεση της κύριας οφειλής. Ο εγγυητής ευθύνεται εάν, εφόσον και καθόσον ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης. Δεν νοείται παραίτηση από τον παρεπόμενο χαρακτήρα της εγγύησης ούτε μπορεί ο χαρακτήρας αυτός να παρακαμφθεί με σύμβαση, (εκτός κι αν τα μέρη συμφωνήσουν ρητά ότι ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής θα ευθύνονται εις ολόκληρον, οπότε όμως τότε δεν θα υφίσταται εγγύηση αλλά άλλου είδους ενοχική σχέση). Εξάλλου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850 παρ. 1 και 851 ΑΚ, η σύμβαση εγγύησης προϋποθέτει, λόγω του παρεπόμενου του χαρακτήρα της, την ύπαρξη οφειλής από κύρια σύμβαση, μετά της οποίας, προκειμένου να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγγυητή, αποτελεί ενιαία βάση της σχετικής αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, γεγονός που σημαίνει, ότι όχι μόνο η σύμβαση της εγγύησης, αλλά και η κύρια σύμβαση οφειλής πρέπει να συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη δυνατότητα έκδοσης της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 102/2004, ΑΠ 1667/1995). Μία από τις προϋποθέσεις, αυτές είναι και η προαναφερόμενη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού αυτής με τα επικαλούμενα από το δανειστή έγγραφα. (ΑΠ 1432/2022 sakkoulas on line).
IV. Περαιτέρω, η καταγγελία, επιδιδόμενη με εξώδικη δήλωση περιέχει δήλωση βούλησης (διαπλαστικού χαρακτήρα μονομερή δικαιοπραξία έχουσα ορισμένο λήπτη), όταν προβλέπεται δικαίωμα καταγγελίας εκ του νόμου ή από τη σύμβαση, πρέπει δε αυτή να απευθύνεται και να επιδίδεται σε όλα τα πρόσωπα στα οποία αφορά (ΜΕφΠειρ 231/2016 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης είναι το διαπλαστικό δικαίωμα του δικαιούχου, που ασκείται με μονομερή πράξη/δήλωσή του που απευθύνεται προς τον αντισυμβαλλόμενο, έχει δε ως σκοπό τη λύση μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης για κάποιο νόμιμο λόγο. Περαιτέρω, η καταγγελία ενεργεί ex nunc (για το μέλλον) και όσο υφίσταται και λειτουργεί μια σύμβαση, παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να καταγγελθεί. Επομένως, το εν λόγω δικαίωμα προς καταγγελία είναι διαπλαστικό, αφού χορηγείται η εξουσία, με μονομερή δήλωση, η οποία αποκτά νομική ενέργεια μόλις περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο (ΑΚ 167), να προκαλέσει την άρση (λύση) της σύμβασης για το μέλλον, δηλαδή την κατάργησή της, δημιουργεί δε εφεξής μια νέα έννομη κατάσταση (ΕφΑθ 2768/2022, ΕφΑθ 1318/2020 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ ορίζει ότι γενικά τα λοιπά γεγονότα, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 483-485 ΑΚ ενεργούν υποκειμενικά, δηλαδή έναντι του συνοφειλέτη, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεξαν, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση. Ο νόμος ενδεικτικά αναφέρει γεγονότα που ενεργούν υποκειμενικά υπέρ ή σε βάρος του συνοφειλέτη και ότι τα μέρη μπορούν να ορίσουν διαφορετικά, δηλαδή η διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου (ΕφΑθ 8097/2005 ΕλλΔνη 2007,196). Υποκειμενικά ενεργούν μεταξύ άλλων η όχληση και η καταγγελία. Όσον φορά την καταγγελία, επισημαίνεται ότι στη διάταξη αυτή ο όρος «καταγγελία» χρησιμοποιείται με την έννοια της δήλωσης που καθιστά το χρέος ληξιπρόθεσμο (όχλησης, ειδοποίησης κλπ.) και όχι με την έννοια του διαπλαστικού δικαιώματος που ασκείται με σκοπό τη λύση της υφιστάμενης διαρκούς σύμβασης. Η καταγγελία ως διαπλαστικό δικαίωμα ασκείται όπως και η υπαναχώρηση κατά τη διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και για την περίπτωση της άσκησης δικαιώματος καταγγελίας (ΕφΠατρ 19/2004 ΑχΝομ 2005,430), ήτοι ασκείται από όλους και κατά όλων (βλ. Γιαννόπουλο σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ (2010), άρθρο 486 αριθμ. 4, σελ. 979, Μ. Μαργαρίτη -Α. Μαργαρίτη, Επίτομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα και ΕισΝΑΚ, άρθρο 486 αριθμ. 3, σελ. 425, Απ. Γεωργιάδη, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, παρ. 39 αριθμ. 27 σελ. 386-387).
Με τον ένα και μοναδικό λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή παραπονείται ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο εφεσίβλητος – ανακόπτων με την ιδιότητα του εγγυητή προέβαλε την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, διότι δεν έλαβε χώρα επίδοση της καταγγελίας της σύμβασης δανείου στους οφειλέτες ………. και ………. Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος της ανακοπής, που βάλλει κατά της εγκυρότητας της καταγγελίας ως διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι δεν επιδόθηκε στους οφειλέτες της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου είναι ορισμένος και νόμιμος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 626 παρ. 3 ΚΠολΔ, 806, 807 και 361, 847, 851, 167, 481, 486 ΑΚ, και επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της, με τον οποίο προβάλει ισχυρισμό ότι ο λόγος αυτός τύγχανε μη νόμιμος, διότι λόγω της ύπαρξης απλής ομοδικίας μεταξύ εγγυητή ανακόπτοντος και των οφειλετών και συνεπώς το παραδεκτό εκδόσεως της διαταγής πληρωμής εξετάζεται χωριστά για κάθε ομόδικο και ο οποίος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Από την εκτίμηση των εγγράφων, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (βλ. ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004. 723), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ……………/27-2-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου, μετά του με την ίδια ημερομηνία προσαρτήματος αυτής που καταρτίσθηκε μεταξύ των ………. και ………… ως οφειλετών, υπέρ των οποίων εγγυήθηκε ο ανακόπτων και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» ως δανείστριας, χορηγήθηκε στους οφειλέτες στεγαστικό δάνειο συναλλάγματος σε ελβετικό φράγκο ποσού 163.941,60 ελβετικά φράγκα, εξοφλητέο σε 180 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας από το Μάιο 2007, με κυμαινόμενο επιτόκιο. Στον όρο 8 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι: «Κάθε μια από τις αναφερόμενες στο προσάρτημα αυτό ημερομηνίες καταβολής αποτελεί δήλη ημέρα κατά την έννοια του νόμου για την εξόφληση της αντίστοιχης δόσης, ώστε σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής αυτή (η δόση) καθίσταται άμεσα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Τράπεζα, αυτοδίκαια και χωρίς επιταγή προς πληρωμή ή άλλη όχληση και ειδοποίηηση του οφειλέτη λογίζει επ’ αυτής τόκο υπερημερίας από την επομένη της ημερομηνίας καταβολής μέχρις εξοφλήσεως. Στην περίπτωση αυτή επίσης συμφωνείται, ότι η Τράπεζα δικαιούται, κατά την απόλυτη κρίση της, να καταγγείλει άμεσα την παρούσα σύμβαση και να κηρύξει ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά το άληκτο κεφάλαιο του δανείου, τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτού, τους τόκους και τα έξοδα…». Στον όρο 11 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι: «Συμφωνείται ότι η Τράπεζα δικαιούται κατά την ελεύθερη κρίση της με απλή έγγραφη δήλωσή της προς τους Οφειλέτες να κηρύξει αμέσως ολόκληρο το Δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, και να επιδιώξει πάραυτα την είσπραξή του, αν συντρέξει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο άρθρο 8 της παρούσας σύμβασης….». Στον όρο 16 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι: «Ο εγγυητής δηλώνει ότι εγγυάται ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, εισφορά Ν. 128/75 όπως εκάστοτε ισχύει, προμήθειες, έξοδα κλπ εξόφληση κάθε απαίτησής της από το Δάνειο και εν γένει την εκπλήρωση από τους Οφειλέτες όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα σύμβαση και ενέχονται εις ολόκληρον μαζί τους οφειλέτες ως αυτοφειλέτης παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα της δίζησης, καθώς και από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 852, 853, 854, 858, 862, 863, 866, 867, 868 του Αστικού Κώδικα.». Περαιτέρω η εκκαλούσα-καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία επειδή οι ανωτέρω δανειολήπτες δεν υπήρξαν συνεπείς στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και συγκεκριμένα δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ενεργούσα με την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», δυνάμει της από 13.05.2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν στη δικαιούχο της απαίτησης από την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», δυνάμει της από 13-4-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας, ήτοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………», με την από 18-6-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η ένδικη που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, κατέθεσε αίτηση προς ικανοποίηση της παρακάτω απαίτησής της, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ` αριθ. …../2025 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων-εγγυητής (καθ` ου η διαταγή πληρωμής) υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ` ης η ανακοπή (αιτούσα την διαταγή πληρωμής), το ποσό των εκατόν τριάντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα επτά (138.797,88) ελβετικών φράγκων και ογδόντα οκτώ σεντίμ, βάσει της επίσημης ισοτιμίας του ευρώ με το ελβετικό φράγκο κατά το χρόνο εξόφλησης, το οποίο αντιστοιχούσε σε ποσό εκατόν πενήντα μία χιλιάδων τετρακόσιων εξήντα εννέα ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (151.469,84), πλέον τόκων και εξόδων, κατά τα σε αυτή οριζόμενα. Κατά το περιεχόμενο της άνω διαταγής πληρωμής επειδή ο καθ’ ου η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα στη μη αποπληρωμή των οφειλομένων από τη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσών, η αιτούσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης και στο οριστικό κλείσιμο του τηρούμενου για την εξυπηρέτηση του λογαριασμού και μετέφερε το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόμενο σε 138.797,88 CHF σε οριστική καθυστέρηση. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ειδικώς προς απόδειξη της ως άνω καταγγελίας, από και δια της οποίας καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο της οφειλής από τη δανειακή σύμβαση (καθυστερημένες δόσεις και άληκτο κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων) σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρου 8 της σύμβασης, η καθ` ης η ανακοπή προσκόμισε (ακριβής αντιγραφή από το κείμενο της διαταγής πληρωμής) «το νόμιμα επικυρωμένο αντίγραφο της από 22-11-2018 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης δανείου την με αριθμό ……./4-12-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………..» προς τον ανακόπτοντα εγγυητή. Η ως άνω προσκομισθείσα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής έκθεση επίδοσης φέρει, συνημμένη την από 22.11.2018 «Εξώδικη Πρόσκληση» της καθ` ης η ανακοπή τράπεζας προς τους συνοφειλέτες ………… και …………. και προς τον ανακόπτοντα εγγυητή. Με την τελευταία (από 22.11.2018 εξώδικη πρόσκληση) η δανείστρια τράπεζα, αναφερόμενη στην άνω σύμβαση δανείου και το εξ αυτής χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των οφειλετών, γνωστοποιεί στους ανωτέρω ότι καταγγέλλει τη σύμβαση δανείου, συνεπεία της οποίας καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το συνολικά οφειλόμενο ποσό που ανέρχεται την 21.11.2018 σε 138.797,88 CHF και τους καλεί ενεχόμενους εις ολόκληρον στην άμεση εξόφληση του ανωτέρω αναφερόμενου ποσού. Πλην όμως, δεν αποδεικνύεται ότι προσκομίσθηκαν ούτε έγινε επίκληση στην αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής και στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής οι εκθέσεις επίδοσης της ανωτέρω αναφερόμενης καταγγελίας της σύμβασης δανείου προς τους πρωτοφειλέτες με συνέπεια να μην αποδεικνύεται από τα ως άνω προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα ότι έλαβε χώρα καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης ως προς τους πρωτοφειλέτες, καθώς σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπ’ αριθμ. IV μείζονα σκέψη η καταγγελία, επιδιδόμενη με εξώδικη δήλωση περιέχει δήλωση βούλησης, η οποία αποκτά νομική ενέργεια μόλις περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο (ΑΚ 167), να προκαλέσει την άρση (λύση) της σύμβασης για το μέλλον, δηλαδή την κατάργησή της. Συνεπώς, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και με βάση τα προσαχθέντα ενώπιον της εκδώσασας αυτή Δικαστή έγγραφα από την καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, που αποδείκνυαν την ενεργητική της νομιμοποίηση και τα στοιχεία της απαίτησής της σε βάρος του ανακόπτοντος, δεν προσκομίσθηκε κανένα έγγραφο ούτε μνημονεύθηκε έστω στην αίτηση ή στον προσβαλλόμενο εκτελεστό τίτλο ότι η επίδικη σύμβαση καταγγέλθηκε και σε βάρος των πρωτοφειλετών, ούτε προσκομίστηκε η έκθεση επίδοσης της ως άνω καταγγελίας προς αυτούς. Και είναι αληθές ότι στις 04.12.2018, όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθμ. …../4-12-2018 και ……/4-12-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ………., η προαναφερθείσα από 22-11-2018 εξώδικη πρόσκληση-καταγγελία επιδόθηκε στους ως άνω συνοφειλέτες, πλην όμως το ως άνω πραγματικό γεγονός και το έγγραφο της επίδοσης της ως άνω καταγγελίας στους συνοφειλέτες δεν μνημονεύτηκε, ούτε προσκομίστηκε και δεν τέθηκε υπόψιν της εκδώσασας την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αλλά προσκομίστηκε το πρώτον με τις προτάσεις της εκκαλούσας-καθ’ ης, κατά την συζήτηση της ένδικης έφεσης. Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω υπ’ αριθμ. Ι μείζονα σκέψη, το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή, καθώς το Δικαστήριο, ελέγχοντας τις διαδικαστικές προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής πληρωμής, κρίνει με βάση τα έγγραφα που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και την δυνατότητα απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Κατόπιν των ανωτέρω εφόσον δεν αποδείχθηκε η καταγγελία της δανειακής σύμβασης προς τους δανειολήπτες-πρωτοφειλέτες δεν μπορούσε η εκκαλούσα να κηρύξει ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (άρθρο 8 της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου), καθώς σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπ’ αριθμ. ΙΙ μείζονα σκέψη με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπ’ αριθμ. ΙΙΙ μείζονα σκέψη ο εγγυητής ευθύνεται εάν, εφόσον και καθόσον ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, καθώς η σύμβαση εγγύησης του ανακόπτοντος προϋποθέτει, λόγω του παρεπόμενου του χαρακτήρα της, την ύπαρξη οφειλής από κύρια σύμβαση, μετά της οποίας, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγγυητή και αποτελεί ενιαία βάση της σχετικής αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, γεγονός που σημαίνει, ότι όχι μόνο η σύμβαση της εγγύησης, αλλά και η κύρια σύμβαση οφειλής πρέπει να συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη δυνατότητα έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή ότι το παραδεκτό εκδόσεως της διαταγής πληρωμής εξετάζεται χωριστά για κάθε ομόδικο λόγω της ύπαρξης απλής ομοδικίας μεταξύ εγγυητή και των οφειλετών, η εγγύηση λόγω του παρακολουθηματικού της χαρακτήρα δεν μπορούσε, να στηρίξει μόνη της αίτηση για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, καθώς η έκδοση της διαταγής πληρωμής σε βάρος των πρωτοφειλετών από την Τράπεζα δεν ήταν παραδεκτή, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα καταγγελία της δανειακής σύμβασης ως προς τους οφειλέτες, ήτοι δεν αποδεικνύονταν με έγγραφα η σε βάρος τους απαίτηση. Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται εγγράφως, δηλαδή από τα ως άνω προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, ότι έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου προς τους πρωτοφειλέτες ……. και ……………., γεγονός παραγωγικό της επιδικασθείσας απαίτησης, κατά τους άνω συμβατικούς όρους 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 16, και συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται εγγράφως ούτε το ληξιπρόθεσμο της οφειλής, το οποίο δημιουργείται από και δια της καταγγελίας, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Επομένως, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, συνιστάμενου στην έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησης και του ληξιπρόθεσμου αυτής (σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ και τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. Ι νομική σκέψη). Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, και στη συνέχεια έκανε δεκτό ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, ούτε σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά αντιθέτως έκρινε ορθά, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον η εσφαλμένη αιτιολογία δεν περιέχει στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργεί δεδικασμένο (βλ. ΕφΑθ 8662/2007 ΝΟΜΟΣ), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον λόγο της κρινόμενης έφεσης, κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 07.04.2026 έφεση κατ’ ουσίαν. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του εφεσίβλητου, σε βάρος της εκκαλούσας, ως ηττηθείσας διαδίκου, αφού αυτός δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που κατέθεσε κατά την άσκηση της εφέσεως η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 7-4-2026 έφεση (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης γενικό ……./8-4-2026 και ειδικό …/8-4-2026 της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς) κατά της υπ’ αριθ. 3140/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του υπ’ αριθ. κωδικού …………../2026 e-παραβόλου, ποσού εκατό (100,00) ευρώ που η εκκαλούσα κατέθεσε κατά την άσκηση της εφέσεως.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 15-10-2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ