ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 513/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τμήμα Ναυτικών Διαφορών)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Εεωργία Παναγιωτοπούλου Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλουσών: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία …………… που εδρεύει στη ……….., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία στερείται ΑΦΜ και 2) Της εταιρείας με την επωνυμία «……..», η οποία εδρεύει στο ……………….. και έχει εγκαταστήσει γραφείο στη …… Αττικής (……..), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ ………, οι οποίες παραστάθηκαν στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευγενία Μοσχανδρέου (AM ΔΣΠ …….., ΔΕ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ – ΜΑΥΡΟΧΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ AM ΔΣΠ ….).
Των εφεσίβλητων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στο ……………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία στερείται ΑΦΜ και 2) Της εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στη …….. Αττικής (………..), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ ………., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ψυχάρη (AM ΔΣΑ …., ΔΕ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ – ΠΑΓΙΑΓΓΕΛΗΣ – ΤΑΤΑΓΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ AM ΔΣΑ ….).
Οι εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 30.12.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../4.1.2022 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο δικάζοντας ερήμην των εναγουσών εξέδωσε την υπ’αριθ. 2756/2023 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγουσες, ως εν όλω ηττηθείσες, με την από 4.3.2024 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …/6.3.2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …../6.3.2024 και στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./6.3.2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …../6.3.2024) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 20.2.2025 και μετά από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’αριθ. 2756/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 6.3.2024, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της στις 25.8.2023. Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚπολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από τις εκκαλούσες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό 2439/156/6.3.2024, έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου. Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 528 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 § 2 ν. 3994/13-7-2011 [ΦΕΚ Α’ 165/25-7-2011], προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, επιφέρει χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (ΑΠ 639/2015, ΑΠ 829/2008, ΑΠ 866/2008, ΑΠ 884/2007, ΑΠ 446/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005.1100), ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως (ΕφΔυτΜακεδ 28/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της εφέσεως κατά της αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, η έκταση της εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης και η αναδίκαση της υπόθεσης οριοθετείται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς έρευνα της βασιμότητάς τους. Εξαφανίζεται, δηλαδή, η εκκαλουμένη σε τόση έκταση, όσο απαιτείται για να θεωρηθούν παραδεκτοί οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που ερημοδικάστηκε στον πρώτο βαθμό. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία αναδικάζεται η υπόθεση και ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (βλ. σχ. ΑΠ 907/2014, ΑΠ 93/2013, Α.Π. 280/2012, ΜονΕφΑνΚρ 21/2024 δημοσιευμένες όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το εφετείο κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1075/2013 Τ.Ν.Π. «Νόμος», Α.Π. 394/2011 Χρ.Ι.Δ. 2012.55, Εφ. Δυτ. Μακ. 28/2016 και 39/2015, Εφ. Πειρ. 332/2015, Εφ. Θρ. 64/2015, Εφ. Πατρ. 91/2015, Εφ. Αθ. 3706/2015 δημοσιευμένες όλες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, και Μαργαρίτη Μιχ. Ερμηνεία ΚΠολΔ τόμος I, υπό άρθρο 528 σελ. 954). Και με τη διάταξη αυτή εφαρμόζεται η καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, την οποία αρχή ρυθμίζει ειδικά η διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ. Έτσι, στην περίπτωση που ο διάδικος ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ’ ουσίαν, κάποιος λόγος της έφεσης. Όμως, η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος, ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που ο τελευταίος προβάλλει, ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (πρβλ ΑΠ 579/2018, ΑΠ 6/2017, ΑΠ 343/2013 διαθέσιμες στην ιστοσελίδα www.areiospagos.gr).
Με την από 30.12.2021 αγωγή οι ενάγουσες, ήδη εκκαλούσες εκθέτουν ότι η πρώτη από αυτές ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο έγερσης της ένδικης απαίτησης, πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Λιβερίας φορτηγού πλοίου μεταφοράς χύδην φορτίων με το όνομα «S», νηολογημένου στη …………… Ότι κατά το έτος 2019, το πλοίο τελούσε συνεχώς υπό ναύλωση, καταρτισθέντος μεταξύ άλλων και του από 17.9.2019 χρονοναυλοσυμφώνου ταξιδιού μέσω Ινδονησίας προς Ταϊλάνδη, που συνήψε η πρώτη ενάγουσα (δια της δεύτερης ενάγουσας, διαχειρίστριας του πλοίου) με τη μη διάδικο εταιρεία ……………., για τη μεταφορά χύδην φορτίου άνθρακα. Ότι προκειμένου το πλοίο να βρίσκεται σε ετοιμότητα ενόψει πιθανής επικείμενης ναύλωσης, η δεύτερη ενάγουσα, μέσω του αρμοδίου υπαλλήλου της …………………, ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εκπρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης, ………… και παρήγγειλε προφορικά, για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας, την αγορά καυσίμων με συγκεκριμένες συμβατές για τις μηχανές του πλοίου προδιαγραφές και χημικές ιδιότητες, ήτοι α) 1000 μετρικών τόνων καυσίμου πετρελαίου τύπου RMG 380, το οποίο έπρεπε να έχει τις συνομολογημένες ιδιότητες ISO 8217: 2005 RMG 380 με 3,5% S (περιεκτικότητα σε θείο) και β) 120 μετρικών τόνων πετρελαίου ντίζελ, τύπου LSMGO, το οποίο έπρεπε να έχει τις συνομολογημένες ιδιότητες ISO 8217:2005 DMA/S με 0,10% (περιεκτικότητα σε θείο). Ότι η δεύτερη ενάγουσα, πεισθείσα πεπλανημένα, λόγω των ψευδών παραστάσεων των προστηθέντων της δεύτερης εναγόμενης, θεωρούσε ότι συμβάλλεται με αυτήν, ήτοι την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με έδρα στην Ελλάδα και όχι με την πρώτη εναγόμενη, εταιρεία εδρεύουσα στο Ντουμπάι και ότι αγνοούσε ότι ο εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης λειτουργούσε ως πράκτορας, άλλως ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης στην Ελλάδα, γεγονός που αντιλήφθηκε όταν απεστάλη σε αυτήν η επιβεβαίωση της παραγγελίας της στις 19.8.2019, η οποία περιείχε τα ήδη συμφωνημένα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης, που είναι η συμφωνία για το πράγμα και το τίμημα. Ότι η πρώτη εναγόμενη, στις 23.8.2019 πώλησε και παρέδωσε στο πλοίο «S», πετρέλαιο τύπου DMA/S 0,10% (IS08217:2005) 112,400 μετρικών τόνων αντί τιμήματος 576 δολαρίων ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο και συνολικού τιμήματος 64.742,40 δολαρίων ΗΠΑ και πετρέλαιο τύπου RMG380 3,5%S (IS08217:2005) 995,150 μετρικών τόνων αντί τιμήματος 329 δολαρίων ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο αντί συνολικού τιμήματος 327.404,35 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον ενός εφάπαξ ποσού χρέωσης για ναύλο της φορτηγίδας πετρελαίου, 500 δολαρίων ΗΠΑ και συνολικά δολαρίων ΗΠΑ 392.646,75. Ότι τη διαδικασία εφοδιασμού ανέλαβε και πραγματοποίησε η φυσική προμηθεύτρια που διόρισαν οι εναγόμενες, εταιρεία ………………, στις 23.8.2019 (από ώρες 10.00 τοπική ώρα μέχρι 12.00 προμήθευσε το φερόμενο πετρέλαιο LSMGO τύπου DMA/S 0,10% και από ώρες 16.00 τοπική ώρα μέχρι 21.00 προμήθευσε το φερόμενο πετρέλαιο MFO τύπου RMG380/S 3,50%) εκτός ορίων λιμένα (off port limits) του λιμένος Pasir Gudang Μαλαισίας, όπου ναυλοχούσε το πλοίο σε άμεση ετοιμότητα πληρώματος, μηχανής κλπ. Ότι τα καύσιμα που πώλησαν και παρέδωσαν οι εναγόμενες στην πρώτη ενάγουσα (δια της δεύτερης), δεν είχαν τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και χημικές ιδιότητες και ήταν ακατάλληλα και επικίνδυνα για το πλοίο, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εναγόμενες, άλλως από βαριά αμέλεια παρέλειψαν να ελέγξουν την ποιότητα και τις προδιαγραφές του πωλούμενου καυσίμου, άλλως ότι προσέφεραν προς την πρώτη ενάγουσα, δια της δεύτερης ενάγουσας, ακατάλληλα καύσιμα κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.2251/1994, περί προστασίας του καταναλωτή. Ότι λόγω της κακής ποιότητας καυσίμων μαζούτ, το πλοίο εμφάνισε τις αναλυτικά εκτιθέμενες στην αγωγή βλάβες στην κύρια μηχανή του, γεγονός για το οποίο οι ενάγουσες διαμαρτυρήθηκαν εγγράφως στις εναγόμενες ζητώντας την άμεση αντικατάσταση των καυσίμων καθώς και να αναλάβουν οι εναγόμενες την εκφόρτωση των κακής ποιότητας καυσίμων. Ότι οι εναγόμενες ενέχονται κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις από τη σύμβαση πώλησης λόγω της μη εκπλήρωσης των, έναντι της πρώτης ενάγουσας, συμβατικών υποχρεώσεών τους από την πώληση των επίδικων καυσίμων, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στην μηχανή του πλοίου, καθιστώντας αυτό αναξιόπλοο και ακατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων. Ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής άλλως αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, η πρώτη ενάγουσα υπέστη ζημία ποσού 212.507,31 δολ.ΗΠΑ για πετρελεύσεις μικρών ποσοτήτων καυσίμων (λόγω μη απομάκρυνσης των ελαττωματικών καυσίμων που καταλάμβαναν μεγάλο χώρο των δεξαμενών του πλοίου) σε υψηλές (μη ανταγωνιστικές) τιμές, ποσού 76.217 δολ.ΗΠΑ για καθαρισμό των δεξαμενών από τα κατάλοιπα των ελαττωματικών καυσίμων, ποσού 5.653,14 δολ.ΗΠΑ για έξοδα αποστολής ανταλλακτικών (την αξία των οποίων ήδη ζητούσαν με την από 3.12.2019 αγωγή τους), ποσού 19.563,00 δολ. ΗΠΑ για αγορά πρόσθετων ανταλλακτικών για την κύρια μηχανή του πλοίου, ποσού 24.787,40 δολ.ΗΠΑ για υπηρεσίες αγοράς πρόσθετων ανταλλακτικών κύριας μηχανής, ποσού 12.275,13 δολ. ΗΠΑ για υπηρεσίες αγοράς ανταλλακτικών εφεδρικής μηχανής, ποσού 2.960,00 ευρώ και 890,00 ευρώ για αεροπορικά εισιτήρια μετάβασης και επιστροφής των τεχνικών της στην Κίνα και ποσού 2.200,00 δολ.ΗΠΑ για υπηρεσίες χημικής ανάλυσης δείγματος καυσίμων, ήτοι συνολικά ζημιώθηκε το ποσό των 278.967,38 δολ.ΗΠΑ και 3.850,00 ευρώ, επίσης υπέστη ζημία λόγω διαφυγόντων κερδών από απώλεια ναύλων, συνολικού ποσού 968.750,00 δολ.ΗΠΑ, λόγω αδυναμίας ναύλωσης του πλοίου, εξαιτίας της μηχανικής βλάβης του, για το χρονικό διάστημα από 30.9.2019 έως 17.11.2019, ήτοι για 49 ημέρες αντί 12.750 δολ.ΗΠΑ ημερήσιο ναύλο και από 18.11.2019 έως 30.12.2019, ήτοι για 43 ημέρες αντί 8.000,00 δολ.ΗΠΑ ημερήσιο ναύλο, υπολογιζόμενου του ημερήσιου ναύλου βάσει του ναυλοσυμφώνου του τελευταίου ταξιδιού του πλοίου, που είχε συναφθεί μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της ναυλώτριας εταιρείας ………….., ενώ και η νυν πλοιοκτήτρια του πλοίου S, εταιρεία ……….., διατηρεί σε βάρος της αξιώσεις αποζημίωσης συνολικού ποσού 499.590,00 δολ.ΗΠΑ, διότι εξαιτίας δικαστικών ενεργειών που ανέλαβε η πρώτη εναγόμενη σε βάρος της (νέας πλοιοκτήτριας), προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης του πλοίου, για την εξασφάλιση απαίτησής της ποσού 393.904 δολ. ΗΠΑ από την επίδικη πώληση των 995 μ.τ ναυτιλιακού καυσίμου, η τελευταία αναγκάστηκε να καταθέσει εγγυητική επιστολή ποσού 410.000 δολ.ΗΠΑ για την άρση του μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης και επιπλέον απώλεσε τον χρονοναύλο ύψους 66.600 δολ.ΗΠΑ και τη δαπάνη των καταναλωθέντων καυσίμων ύψους 22.900,00 δολ. ΗΠΑ, ποσά τα οποία βαρύνουν την χρονοναυλώτρια του πλοίου και δεν εισπράχθηκαν από την πλοιοκτήτρια ……………, για το χρονικό διάστημα που το πλοίο ευρέθη εκτός χρονοναύλωσης (off hire) λόγω της συντηρητικής κατάσχεσης, η δε δεύτερη ενάγουσα υπέστη ζημία ποσού 18.850 δολ.ΗΠΑ το οποίο κατέβαλε για την παρουσία του …… . στο πλοίο S για το χρονικό διάστημα από 30.12.2019 έως 27.1.2010, ποσού 8.750,00 δολ. ΗΠΑ το οποίο κατέβαλε για τις επισκευές που πραγματοποίησε στη μηχανή του πλοίου ο τεχνικός ………… για το χρονικό διάστημα από 30.12.2019 έως 23.1.2020 και ποσού ομοίως 8.750,00 δολ. ΗΠΑ που κατέβαλε για τις επισκευές που πραγματοποίησε στη μηχανή του πλοίου ο τεχνικός ……… για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα. Επίσης εκθέτουν ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστησαν αμφότερες οι ενάγουσες, ηθική βλάβη στην φήμη και την αξιοπιστία τους ως νομικών προσώπων δραστηριοποιούμενων στο χώρο της ναυτιλίας, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματικής αποζημίωσης ποσού 100.000 ευρώ έκαστη. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτής, με τις προτάσεις τους μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (άρθρ. 223 εδ.β’, 295 παρ.ίεδ.β’ και 297 ΚΠολΔ), ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων από κοινού και εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.747.307,38 δολ.ΗΠΑ και 3.850,00 ευρώ, άλλως το ποσό των ευρώ (συνολικά) 1.437.307,00 (1.434.147,00 + 3.850,00) και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 36.350 δολ.ΗΠΑ άλλως το ποσό των ευρώ 29.835,20, τα ανωτέρω δε ποσά με την ισοτιμία ευρώ – δολαρίων ΗΠΑ κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής, νομιμότοκα από το χρόνο επέλευσης της ζημίας (23.8.2019) άλλως από το χρόνο επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, επίσης να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε εκάστη των εναγουσών το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.
Η υπαγωγή διαφορών σε διαιτησία από μία σύμβαση, που καταρτίσθηκε με έγγραφο, έγκυρα συνομολογείται αν ρήτρα της συμβάσεως αυτής παραπέμπει σε διαιτητική συμφωνία, που περιλαμβάνεται σε άλλη σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως και οι διαφορές της οποίας υπάγονται σε διαιτησία, προϋποτιθέμενου όμως, ότι η άλλη συμφωνία, προς την οποία γίνεται η παραπομπή και η οποία περιλαμβάνει τη συμφωνία περί διαιτησίας, καταρτίζεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, όπως και η παραπέμπουσα συμφωνία, οι διαφορές της οποίας υπάγονται με την παραπομπή σε διαιτησία. Η παραπομπή σε ρήτρα διαιτησίας, που περιλαμβάνεται σε άλλη συμφωνία, πρέπει να είναι ειδική και ευκρινής, για τον λόγο ότι με την διαιτητική συμφωνία, χωρίς να είναι επαχθής, επέρχεται η οπωσδήποτε σοβαρή συνέπεια του αποκλεισμού της κρατικής δικαιοδοσίας, πλην -όμως- με δεδομένη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας και κυρίως τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής, πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας διαιτησίας και είναι αναγκαίο η βούληση των μερών για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία μελλοντικών διαφορών που ήθελε προκόψουν από την κύρια σύμβαση, να εκδηλώνεται με τρόπο αναμφισβήτητο (ΑΠ 953/2025, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ).
Οι εναγόμενες, ήδη εφεσίβλητες, με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επαναφέρουν την και πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί υπαγωγής σε διαιτησία της ένδικης διαφοράς, επικαλούμενες εφαρμογή των Πρότυπων Όρων και Προϋποθέσεων Πώλησης που ενσωματώθηκαν στην ένδικη σύμβαση πώλησης και τέθηκαν σε γνώση των εναγουσών, ειδικά στον όρο 21.2 στον οποίο ορίζεται ότι «Κάθε διαφορά που απορρέει από ή σε σχέση με τη Συμφωνία, συμπεριλαμβανομένης και οποιοσδήποτε αμφισβήτησης σχετικά με την ύπαρξή της, την εγκυρότητα ή την καταγγελία της, θα υπόκειται και θα επιλύεται οριστικά σε διαιτησία….»
Ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον οι εναγόμενες επικαλούνται προφορική συμφωνία πώλησης καυσίμων με παραπομπή στους γενικούς όρους συναλλαγών που περιλαμβάνονταν στην από 19.8.2019 έγγραφη επιβεβαίωση της πώλησης, στην οποία περιλαμβάνονταν διαιτητική ρήτρα και περιήλθε σε γνώση των εναγουσών, χωρίς ωστόσο να ιστορούν εάν υπήρξε ρητή συναίνεση των τελευταίων σε αυτήν (ρήτρα διαιτησίας), δοθέντος ότι η βούληση των μερών για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία των τυχόν διαφορών που ήθελε προκόψουν από τη μεταξύ τους σύμβαση πρέπει να εκδηλώνεται με τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο.
Περαιτέρω με το άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρ. 18, 19, 22, 33, 35 ΚΠολΔ και 51 του Ν.2172/1993 λόγω της ναυτικής φύσης της διαφοράς) και επομένως έχει διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 3 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου. Στη συνέχεια ενόψει του ότι η ένδικη διαφορά έχει στοιχεία αλλοδαπότητας, τίθεται ζήτημα εφαρμοστέου δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές» (Ρώμη I), που ορίζει ότι η σύμβαση πώλησης αγαθών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πωλητής έχει τη συνήθη διαμονή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ.2 του ιδίου Κανονισμού που ορίζει ότι εάν η σύμβαση συνάπτεται στο πλαίσιο αντιπροσωπείας, ως τόπος συνήθους διαμονής θεωρείται ο τόπος όπου ευρίσκεται η αντιπροσωπεία, εφαρμοστέο δίκαιο ως προς την ερειδόμενη στη σύμβαση πώλησης (επικουρική) βάση της αγωγής είναι το ελληνικό, δεδομένου ότι αμφότερες οι διάδικες πλευρές συνομολογούν ότι η ένδικη σύμβαση πώλησης καταρτίστηκε με τη μεσολάβηση της δεύτερης εναγόμενης, ως αντιπροσώπου στην Ελλάδα της πρώτης εναγόμενης. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί εφαρμογής του αγγλικού δικαίου, ως το δίκαιο που επιλέχθηκε από τους διαδίκους, τυγχάνει απορριπτέος διότι εκτός από την έγγραφη από 19.8.2019 επιβεβαίωση παραγγελίας, στην οποία περιέχεται παραπομπή στους γενικούς όρους συναλλαγής της πωλήτριας, όπου υφίσταται όρος περί επιλογής του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου, δεν προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα ή η αντιπρόσωπος αυτής, δεύτερη ενάγουσα, κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης συμφώνησαν στην εφαρμογή του αγγλικού δικαίου ή ότι συναίνεσαν ρητώς στους παραπάνω όρους, δοθέντος ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού 593/2008 (Ρώμη 1), για τις συμβατικές ενοχές, που έχει οικουμενική εφαρμογή, για την επιλογή δικαίου ως εφαρμοστέου απαιτείται ρητή συναίνεση των μερών ή σαφώς συναγόμενη από τα δεδομένα της υπόθεσης, ενώ και στο άρθρο 14παρ.1 του Κανονισμού 864/2007 (Ρώμη II) για τις εξωσυμβατικές ενοχές, που επίσης έχει οικουμενική εφαρμογή, η επιλογή δικαίου από τα μέρη πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τα δεδομένα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες δεν επικαλούνται ρητή συναίνεση των εναγουσών ως προς την εφαρμογή του αγγλικού δικαίου, ούτε συνάγεται, άμεσα ή έμμεσα, τέτοια συναίνεση από τα δεδομένα της υπόθεσης. Ειδική μνεία περί του εφαρμοστέου δικαίου πρέπει να γίνει ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, αντιπροσώπου της πρώτης εναγόμενης κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, οπότε καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στις διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του ΑΚ, δοθέντος ότι το ζήτημα εάν ο αντιπρόσωπος δεσμεύει έναντι των τρίτων τον αντιπροσωπευόμενο, αποκλείεται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 593/2008 (άρθρ. 1 παρ.2 περ.ζ’) και της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 19.6.1980 (άρθρ. 1 παρ.2 αυτής) και ρυθμίζεται, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτή σχετική γενική αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, από το δίκαιο στην περιοχή της οποίας επιχείρησε ο αντιπρόσωπος τη δικαιοπραξία, για την οποία του δόθηκε η πληρεξουσιότητα (ΑΠ 777/2015, ΑΠ 1187/2000). Επομένως και το ζήτημα αυτό θα κριθεί κατά το ελληνικό δίκαιο, ως το δίκαιο του τόπου, στον οποίο η αντιπρόσωπος (δεύτερη ενάγουσα) ενήργησε, ήτοι απέστειλε την πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης και ελήφθη η αποδοχή της καθώς και της πραγματικής έδρας των αντιπροσώπων πωλητή (δεύτερης εναγόμενης) και αγοραστή (δεύτερης ενάγουσας). Επίσης από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο τόπος επέλευσης της ζημίας των εναγόντων είναι η Ελλάδα, στην οποία εδρεύουν πραγματικά η δεύτερη ενάγουσα και η δεύτερη εναγόμενη, ενώ είναι και ο τόπος στον οποίο έλαβε χώρα η αποδιδόμενη στην δεύτερη εναγόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά, σύμφωνα με το άρθρο 4παρ.1 του Κανονισμού 864/2007 (Ρώμη II). Σε κάθε δε περίπτωση, η ένδικη αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο σύνδεσμο με το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.2 του ανωτέρω Κανονισμού που εφαρμόζεται εν προκειμένω. Περαιτέρω, η αγωγή κατά την κύρια βάση της περί αδικοπραξίας, ως προς το αποζημιωτικό αίτημα είναι ορισμένη ως προς αμφότερες τις ενάγουσες, πλην του κονδυλίου περί απώλειας ναύλων που αιτείται η πρώτη ενάγουσα, καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο δεν εκτίθενται σαφώς τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους, με βάση τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει η ενάγουσα και δη η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992 και 22/1995, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 849/2002, ΑΠ 390/2004), εν προκειμένω τη σύναψη συγκεκριμένου ναυλοσυμφώνου, το χρονικό διάστημα της ναύλωσης, τον ναυλωτή και το ύψος του συμφωνηθέντος ναύλου, χωρίς να αρκεί για το προσδοκώμενο κέρδος η αναφορά των δημοσιευμένων διεθνών δεικτών της ναυλαγοράς ξηρού φορτίου, ούτε το ύψος του ναύλου που είχε συμφωνήσει με προηγούμενη ναυλώτρια. Επομένως κατά το μέρος αυτό η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ωσαύτως απορριπτέο είναι το αίτημα της πρώτης ενάγουσας για την καταβολή του ποσού των 499.590 δολ. ΗΠΑ, το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην νυν πλοιοκτήτρια του πλοίου, εφόσον η τελευταία εγείρει σε βάρος της (πρώτης ενάγουσας) αντίστοιχες αξιώσεις καθώς η εν λόγω αξίωση σε βάρος της πρώτης ενάγουσας δεν έχει ακόμη γεννηθεί, ούτε είναι βέβαιο ότι η νυν πλοιοκτήτρια του πλοίου θα στραφεί τελικώς δικαστικά εναντίον της. Περαιτέρω, η αγωγή ως προς αμφότερες τις ενάγουσες, ως προς το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο δεν προσδιορίζεται η υλική υπόσταση της επικαλούμενης βλάβης και δη η έκταση και το ύψος αυτής, προκειμένου να εκτιμηθεί η ηθική βλάβη των εναγουσών, δοθέντος ότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 15/2021, 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008). Κατά τα λοιπά η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη ως προς την κύρια βάση αυτής, είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 71, 147 — 149, 298, 922, 330, 480επ ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 386 ΠΚ ως προς αμφόχερες τις εναγόμενες [διότι ο προστηθείς αντιπρόσωπος υπέχει αυτοτελώς ευθύνη μαζί με τον κύριο της υπόθεσης, ενεχόμενων αμφοτέρων εις ολόκληρον (ΑΠ 291/2011, Εφ.Λαρ. 148/2018 δημ. ΝΟΜΟΣ)] και το άρθρο 297εδ.α’ ΑΚ σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.2842/2000 «Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 974/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ» (ΦΕΚ A 207/27.9.2000), με το οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή ως εθνικό νόμισμα (άρθρ. 2 Α.Ν. 362/1945). Συγκεκριμένα για τον υπολογισμό της ζημίας του παθόντος εξ αδικοπραξίας, ήτοι για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης κατά την κύρια βάση της αγωγής θα ληφθεί υπόψη η αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της δαπάνης ή της απώλειας των κερδών (ΟλΑΠ 14/1997, ΑΠ 343/2019 δημ. ΝΟΜΟΣ), άλλως της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε περίπτωση μη αποκατάστασης της ζημίας μέχρι τότε (βλ. ΑΠ 271/2025 δημ. ΝΟΜΟΣ), Επίσης το κονδύλιο ποσού 2.200 δολ.ΗΠΑ, που αφορά δαπάνη της πρώτης ενάγουσας για υπηρεσίες ανάλυσης δείγματος του καυσίμου που αγοράστηκε σε αντικατάσταση του αναφερόμενου ως ελαττωματικού, δεν αποτελεί δαπάνη για την απόκτηση αποδεικτικού μέσου που αποδίδεται με τις προϋποθέσεις του άρθρου 189παρ.1 περ.ε’ ΚΠολΔ (Εφ.ΑΟ. 3910/1984 ΕλλΔνη 25.1583) αλλά εντάσσεται στην θετική ζημία της πρώτης ενάγουσας, αφού δαπανήθηκε αναγκαίως για τον ποιοτικό έλεγχο των νέων καυσίμων. Περαιτέρω, το αίτημα περί επιδίκασης τόκων, κατά τη βάση περί αδικοπραξίας, είναι νόμιμο ως προς αμφότερες τις εναγόμενες μόνο από την επίδοση της αγωγής κατά τα άρθρα 345, 340 ΑΚ, οπότε οι εναγόμενες οχλήθηκαν το πρώτον για την αξίωση των εναγουσών και το ύψος αυτής. Αντίθετα, το αίτημα περί καταβολής τόκων από την παράδοση των ακατάλληλων καυσίμων (23.8.2019) δεν είναι νόμιμο διότι δεν υφίσταται υπερημερία των εναγομένων την άνω ημερομηνία. Περαιτέρω η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της (πώληση) είναι νόμιμη μόνο ως προς την πρώτη εναγόμενη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 περ.β’, 7παρ.2, 11, 53, 54, 57παρ.1περ.β’, 58παρ. Ιεδ.β’, 59, 60, 61παρ.1εδ.β’, 74 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμφάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων» καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 334, 340, 341εδ.α’, 345 εδ.ά, 346 ΑΚ, ενώ τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, για την οποία ιστορείται στην αγωγή ότι η μοναδική συμμετοχή της στην ένδικη σύμβαση πώλησης είναι αυτή της αντιπροσώπου. Για δε τον υπολογισμό της αποζημίωσης κατά την επικουρική αυτή βάση, της σύμβαση πώλησης, θα ληφθεί υπόψη η ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος προς το ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής (άρθρο 291 ΑΚ). Στη συνέχεια κατά την έτι επικουρικότερη βάση της αγωγής, ερειδόμενη στις διατάξεις του Ν.2251/1994, τυγχάνει μη νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο Ια παρ.1 του Ν.2251/1994 [όπως προστέθηκε στον ανωτέρω νόμο με το άρθρο 100 παρ.5 του Ν.4512/2018, που τέθηκε σε ισχύ από την 18.3.2018 (βλ. μεταβατικές διατάξεις άρθρων 126 και 111 του νόμου) και αναπτύσσει ισχύ στην προκειμένη σύμβαση που καταρτίστηκε στις 15.8.2019], κατά την οποία ορίζεται ότι καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 περ. α της Σύμβασης της Βιέννης (CISG) που ορίζει ότι η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε πωλήσεις κινητών πραγμάτων που αγοράζονται για προσωπική, οικογενειακή η οικιακή χρήση, δοθέντος ότι στην προκειμένη περίπτωση, η προμήθεια των ένδικων καυσίμων που προορίζονταν αποκλειστικά για την κίνηση του πλοίου που εκτελεί ναύλους, συνιστά εμπορική πράξη με σκοπό άρρηκτα συνδεδεμένο με τη λειτουργία και την επιχειρηματική εκμετάλλευση του πλοίου. Αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής, το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής ως προς το καταψηφιστικό αίτημα είναι νόμιμο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 907, 908 δ’, στ’ ΚΠολΔ), ενώ το αίτημα των εναγουσών περί καταδίκης των εναγόμενων στη δικαστική τους δαπάνη είναι νόμιμο σύμφωνα με το άρθρο 176 ΚΠολΔ. Επομένως, η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Οι εναγόμενες, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους αρνούνται την αγωγή και επικουρικά προβάλλουν ένσταση περί συνυπαιτιότητας των εναγουσών σε ποσοστό 95% στην πρόκληση της ζημίας τους, καθόσον οι ίδιες, δια των προστηθέντων τους, όφειλαν και μπορούσαν να διενεργήσουν προσηκόντως τη διαδικασία της δειγματοληψίας, εξασφαλίζοντας τη λήψη αντιπροσωπευτικού δείγματος, επιπλέον δεν μερίμνησαν για την ενημέρωση των εναγόμενων για την παροχή του ακατάλληλου καυσίμου, ενώ συνέχισαν να καταναλώνουν αυτό επί 22 ημέρες, παρά το γεγονός ότι τα μηχανικά μέρη του πλοίου εμφάνιζαν συνεχόμενες βλάβες, καίτοι είχαν στη διάθεσή τους κατάλληλο καύσιμο άλλου τύπου (diesel κίνησης). Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300, 922 ΑΚ και των άρθρων 77 και 80 της Σύμβασης της Βιέννης (CISG) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Επίσης προβάλλουν ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησης που διατηρεί η πρώτη εναγόμενη από τη μη εξόφληση του υπ’ αριθ. S1904797 τιμολογίου πώλησης της 23.8.2019 και δη του ισάξιου σε ευρώ ποσού των δολ. ΗΠΑ 327.404,35, που αντιστοιχεί στην πωληθείσα ποσότητα καυσίμου, που οι ενάγουσες αρνούνται, χωρίς νόμιμη αιτία, να εξοφλήσουν. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 440, 441 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.
Από την εκτίμηση όλων των μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, σε μερικά των οποίων θα γίνει ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, της υπ’αριθ. ……/15.7.2022 ένορκης βέβαίωσης του ……., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, της υπ’αριθ. ……/15.7.2022 ένορκης βεβαίωσης του …….., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, της υπ’αριθ. …./18.7.2022 ένορκης βεβαίωσης του …….., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, που λήφθηκαν κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ. υπ’αριθ. ……/12.7.2022 και ………../12.7.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …….), των υπ’αριθ. …./15.1.2020, …./15.1.2020 και …./15.1.2020 ένορκων βεβαιώσεων των …………. αντίστοιχα, όλων ενώπιον του Προξένου της Ελλάδας στη Σαγκάη, που ελήφθησαν κατόπιν προηγούμενης νομίμου κλητεύσεως των εναγομένων (βλ. σχετ. υπ’αριθ. ……/10.1.2020, …………./10.1.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……), στο πλαίσιο άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, λαμβάνοντας υπόψη τις άτυπες καταθέσεις (statements) προς τον πλοιοκτήτη, του πλοιάρχου και τριών μηχανικών του πλοίου, διότι δεν ελήφθησαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη συγκεκριμένη δίκη και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, της υπ’αριθ. ……./11.6.2020 ένορκης βεβαίωσης του ………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, της υπ’αριθ. ……../11.6.2020 ένορκης βεβαίωσης του …….., ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων (για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων) και λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα δίκη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 294/2024, ΑΠ 467/2022, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα www.areiospagos.gr), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υπ’αριθ. …./11.6.2020 ένορκη βεβαίωση του …………. ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, καθώς πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης ενάγουσας, η οποία είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1686/2025, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου), της υπ’αριθ. …./30.12.2025 ένορκης βεβαίωσης του ………., που λήφθηκε κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης των εναγόμενων (βλ. υπ’αριθ. ………^/22.12.2025 και ….^/22.12.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……..), της υπ’αριθ. …../2020 ένορκης βεβαίωσης του ………., της υπ’αριθ. …./2020 ένορκης βεβαίωσης του …….., της υπ’αριθ. …./2020 ένορκης βεβαίωσης του ……… και της υπ’αριθ. …../2020 ένορκης βεβαίωσης του ……., που προσκομίστηκαν κατά την ποινική) προδικασία επί της με ΑΒΜ ….. εγκλήσεως της δεύτερης ενάγουσας, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 288/1971, ΝοΒ, 1971, 876, Τέντες σε Κεραμεύς/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 339, αριθμ. 11), της υπ’αριθ. ……/2020 ένορκης βεβαίωσης της ……. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς …….., που λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγουσών (βλ. υπ’αριθ. …………./28.7.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………..), της υπ’αριθ. …/2020 ένορκης βεβαίωσης του ……….. ενώπιον του ιδίου συμβολαιογράφου, που λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγουσών (βλ. προηγούμενες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή . …….), της υπ’αριθ. …./15.6.2020 ένορκης βεβαίωσης του ……… ενώπιον του Προξένου της Ελλάδας στη Σιγκαπούρη, που λήφθηκε κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης των εναγουσών (βλ. υπ’αριθ. …, …./10.6.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………), της υπ’αριθ. ……./27.5.2021 ένορκης βεβαίωσης του ……… ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., που λήφθηκε κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης των εναγουσών (βλ. υπ’αριθ. ………./24.5.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ………..), την από 17.6.2020 τεχνική έκθεση — πραγματογνωμοσύνη του επιθεωρητή του αλληλασφαλιστικού οργανισμού ………, την από 18.6.2020 τεχνική έκθεση – πραγματογνωμοσύνη του ναυτιλιακού πραγματογνώμονα – ναυπηγού μηχανολόγου ………., την από 14.9.2020, την από 2.11.2020 και την από 14.7.2022 συμπληρωματική έκθεση του ιδίου πραγματογνώμονα, την από 25.9.2019 έκθεση ποιότητας καυσίμων της ………, την από 12.10.2019 έκθεση ποιότητας καυσίμων της ………. την από 31.5.2021 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χημικού μηχανικού ΕΜΠ ………. ., την από 2.6.2021 έκθεση του χημικού μηχανικού ……….., την από 28.4.2022 τεχνική έκθεση του …………, εκτιμώμενες όλες ως ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα έγγραφα που προσκομίστηκαν εντός ενσφράγιστου φακέλου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλουσών, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, την πάροδο των σχετικών προθεσμιών και το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας και από τις φωτογραφίες (που περιέχονται στις τεχνικές εκθέσεις), των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη ενάγουσα, εταιρεία συσταθείσα κατά το δίκαιο της …., ήταν πλοιοκτήτρια, έως την 17.1.2020, του υπό σημαία ……………. φορτηγού πλοίου μεταφοράς χύδην φορτίων με το όνομα S., νηολογημένου στη …………., με αριθμό ΙΜΟ …. και αριθμό νηολογίου 19098, μεταφορικής ικανότητας σε βάρος 53604 τόνων, ολικού μήκους 189,99 μέτρων, κ.ο.χ 31.144, κ.κ.χ. 18.357 κόρων, ενώ η δεύτερη ενάγουσα, εταιρεία συσταθείσα κατά το δίκαιο των ……………., η οποία έχει εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα κατά το άρθρο 25παρ.1 Ν.27/1975, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.4150/2013, δυνάμει της υπ’αριθ. 3122.1/4730/01/2013 απόφασης του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου (βλ. 3381/31.12.2013 ΦΕΚ Β’ και από 8.7.2020 βεβαίωση Τμήματος Ναυτιλιακών Εταιρειών του Υπουργείου Ναυτιλίας), έχει ως αντικείμενο τη διαχείριση και εκμετάλλευση πλοίων, μεταξύ αυτών και του ανωτέρω πλοίου, κατά το έτος 2019. Ειδικότερα, η δεύτερη ενάγουσα ήταν διαχειρίστρια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της πρώτης από την 2.1.2019, σύμφωνα με την από 1.1.2019 βεβαίωση της πρώτης ενάγουσας προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και τη σχετική από 11.1.2019 υπεύθυνη δήλωση, έως την 20.1.2020, οπότε το ανωτέρω πλοίο μεταβιβάστηκε λόγω πώλησης στην εταιρεία με την επωνυμία «…………..», δυνάμει του από 17.1.2020 συμφωνητικού πώλησης (bill of sale), όπως προκύπτει από το από 20.1.2020 προσωρινό πιστοποιητικό εγγραφής της …………. στη μερίδα της νέας πλοιοκτήτριας και μετονομάσθηκε σε «L». Η δεύτερη ενάγουσα γνωστοποίησε την παύση της διαχείρισης του πλοίου υπό την προηγούμενη πλοιοκτησία (βλ. σχετ. από 28.1.2020 βεβαίωση της διαχειρίστριας προς τη Διεύθυνση Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Ναυτιλίας) και την εκ νέου ανάληψη της διαχείρισης αυτού υπό τη νέα πλοιοκτήτρια, σύμφωνα με την από 28.1.2020 βεβαίωση της νέας πλοιοκτήτριας σε συνδυασμό με τη γνωστοποίηση της νέας διαχείρισης προς τη Διεύθυνση Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Ναυτιλίας και τη σχετική υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986. Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη είναι εταιρεία, εδρεύουσα στο Ντουμπάι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δραστηριοποιούμενη στον τομέα της διεθνούς εμπορίας πετρελαιοειδών και καυσίμων σε ποντοπόρα πλοία και λιμένες ανά την υφήλιο, διαθέτοντας ευρύ δίκτυο συνεργαζόμενών φυσικών προμηθευτών, ενώ η δεύτερη εναγόμενη, μονοπρόσωπη ΙΚΕ, λειτουργεί ως αντιπρόσωπος της πρώτης στην Ελλάδα, αμφότερες δε αποτελούν μέλη του ομίλου εταιρειών με την επωνυμία «……..». Η πρώτη ενάγουσα, πλοιοκτήτρια του ένδικου πλοίου κατά τον κρίσιμο χρόνο, δυνάμει του από 17.9.2019 χρονοναυλοσυμφώνου ταξιδιού που συνήψε με την εταιρεία «………….», συμφώνησε την παράδοση του πλοίου στην ως άνω χρονοναυλώτρια την 17.9.2019 και περί ώρα 06:15πμ τοπική στο λιμάνι Koh Sichang Ταϋλάνδης για τη μεταφορά φορτίου χύδην άνθρακα με ημερήσιο ναύλο 12.750 δολ. ΗΠΑ και με υποχρέωση επαναπαράδοσης του πλοίου σε οποιοδήποτε ασφαλές λιμάνι υποδείξει η ναυλώτρια, η οποία υποχρεούνταν να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα, ως πρώτο ναύλο, την αξία 15 ημερών ναύλου μαζί με την αξία που αντιστοιχούσε σε αγορά 380 μετρικών τόνων καυσίμου HFO, που είχε υπολογισθεί ως η ποσότητα που απαιτούνταν για την εκτέλεση του χρονοταξιδίου, καταβλητέων εντός τριών ημερών από την παράδοση του πλοίου, ενώ στη συνέχεια ο ναύλος θα καταβάλονταν ανά 10 ημέρες προκαταβολικώς. Την 15.8.2019, η δεύτερη ενάγουσα, ενεργώντας ως άμεση αντιπρόσωπος της πρώτης ενάγουσας και για λογαριασμό αυτής, απευθύνθηκε, μέσω του υπαλλήλου της ……., στην δεύτερη εναγόμενη, δια του προστηθέντος της, ………, ο οποίος αντικαθιστούσε την (επίσης προστηθείσα αυτής) ……., δίδοντας προφορικά παραγγελία για την προμήθεια καυσίμων ναυτιλίας, με σκοπό τον ανεφοδιασμό του πλοίου «S», ενόψει της επικείμενης ναύλωσής του, με συγκεκριμένες προδιαγραφές και χημικές ιδιότητες και ειδικότερα: 1) 1000 μετρικών τόνων καυσίμου πετρελαίου τύπου RMG 380 με τις κάτωθι συνομολογημένες ιδιότητες, ήτοι ISO 8217:2005 RMG 380 με 3,50% S (περιεκτικότητα σε θείο) και 2) 120 μετρικών τόνων πετρελαίου ντίζελ τύπου LSMGO με τις ακόλουθες ιδιότητες, ήτοι ISO 8217: 2005 DMA/S με 0,10% (περιεκτικότητα σε θείο). Σημειώνεται ότι η δεύτερη ενάγουσα, διαχειρίστρια πλοίων κοινών συμφερόντων με το πλοίο της πρώτης ενάγουσας, είχε και κατά το παρελθόν προμηθευτεί ποσότητες καυσίμων από την πρώτη εναγόμενη, δια της αντιπροσώπου της, δεύτερης εναγόμενης. Συγκεκριμένα α) στις 23 Αυγούστου 2017 αγόρασε 250 μ.τ καυσίμου τύπου HFO RMG 380, το οποίο παραδόθηκε επί του πλοίου «ST» (ΙΜΟ …..) στη Σιγκαπούρη, από τη φυσική προμηθεύτρια εταιρεία με την επωνυμία «………..», β) στις 18 Δεκεμβρίου 2017 αγόρασε 600 μτ καυσίμου ιδίου τύπου, το οποίο παραδόθηκε επί του πλοίου «ES» (ΙΜΟ ……) στο Hong Kong από τη φυσική προμηθεύτρια εταιρεία με την επωνυμία «……….», γ) στις 23 Μαρτίου 2018, αγόρασε 500 μτ καυσίμου ιδίου τύπου, το οποίο παραδόθηκε επί του πλοίου «ES» (ΙΜΟ ………) στο λιμένα Zhenjiang της Κίνας από τη φυσική προμηθεύτρια εταιρεία με την επωνυμία «………….», δ) στις 8 Μαρτίου 2019 αγόρασε 300 μτ καυσίμου ιδίου τύπου, το οποίο παραδόθηκε επί του πλοίου «ST» στη Fortaleza της Βραζιλίας, από τη φυσική προμηθεύτρια εταιρεία με την επωνυμία «……………», ε) στις 19 Ιουνίου 2019 αγόρασε 50 μτ λιπαντικών ελαίων, τα οποία παραδόθηκαν επί του πλοίου «S» στη Nantong της Κίνας από τη φυσική προμηθεύτρια εταιρεία με την επωνυμία «……….» και στ) στις 17 Ιουλίου 2019 αγόρασε 30 μτ λιπαντικών ελαίων, τα οποία παραδόθηκαν επί του πλοίου «S» στο λιμένα Vung Tau του Βιετνάμ από τη φυσική προμηθεύτρια εταιρεία με την επωνυμία «. . ……..». Οι ανωτέρω πωλήσεις καταρτίζονταν τηλεφωνικά, ενώ ακολουθούσε η επιβεβαίωση της παραγγελίας της δεύτερης εναγόμενης, κατά την οποία η τελευταία δήλωνε ρητά ότι ενεργούσε ως πράκτορας / αντιπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης (as agent/broker for ……………..), ενώ στα παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια) και τις ως άνω επιβεβαιώσεις παραγγελίας, στη θέση της πωλήτριας αναγράφονταν η πρώτη εναγόμενη. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα σαφώς προκύπτει ότι οι ενάγουσες, κατά το χρόνο της παραγγελίας, γνώριζαν ότι πωλήτρια των καυσίμων και αντισυμβαλλόμενη της πρώτης ενάγουσας στην ένδικη πώληση, ήταν η πρώτη εναγόμενη, ενώ η δεύτερη εναγόμενη ενεργούσε ως πράκτορας και άμεσος αντιπρόσωπος της πρώτης. Κατά συνέπεια, οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι λόγω των απατηλών και ψευδών παραστάσεων της δεύτερης εναγόμενης, θεώρησαν ότι αντισυμβαλλόμενη της πρώτης ενάγουσας στη σύμβαση πώλησης ήταν η ίδια (δεύτερη εναγόμενη) καθώς και ότι εάν γνώριζαν οι ενάγουσες ότι συμβάλλονται με αλλοδαπή, εδρεύουσα στο …………, εταιρεία δεν θα προέβαιναν στη σύναψη της επίδικης σύμβασης, τυγχάνουν αβάσιμοι, ως εκ τούτου η αγωγή κατά το σκέλος που εδράζεται σε αδικοπραξία με απατηλή συμπεριφορά, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της επίδικης παραγγελίας, έλαβαν χώρα επιμέρους συνεννοήσεις των μερών με ηλεκτρονική αλληλογραφία. Ειδικότερα, στις 16.8.2019, ο προστηθείς της δεύτερης ενάγουσας, αφού ενημερώθηκε για την δυνατότητα πώλησης των καυσίμων και την παράδοσή τους στο πλοίο από τον προμηθευτή της πωλήτριας καθώς και ότι στις 19.8.2019 θα διευκρινίζονταν οι τελικές ποσότητες που θα παραδίδονταν, έδωσε τα στοιχεία του πλοιάρχου και τις προτεινόμενες συντεταγμένες ανεφοδιασμού του πλοίου, ενημερώνοντας ότι η δεύτερη ενάγουσα θα προσλάβει επιθεωρητή από τον οργανισμό ………. Επίσης την ίδια ως άνω ημερομηνία, ο προστηθείς της δεύτερης εναγομένης ………….., υπέβαλε προς την δεύτερη ενάγουσα προσφορά, που συνιστά πρόσκληση για κατάρτιση σύμβασης, στην οποία αναφέρονται ως πωλήτρια η πρώτη εναγόμενη, ως προμηθεύτρια η εταιρεία «………..», το πλοίο που θα προμηθευτεί το πετρέλαιο, ο εκτιμώμενος χρόνος άφιξης (20 Αυγούστου 2019-21 Αυγούστου 2019), ο τόπος πετρέλευσης (εκτός λιμένος Pasir Gudang, Malysia), οι ποσότητες, η τιμή και ο τύπος καυσίμων [1.000 μετρικοί τόνοι καυσίμου πετρελαίου τύπου RMG 380 ISO 8217: 2005, με 3,50% (περιεκτικότητα σε θείο), τιμή 329 δολ. ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο και RMG 380 και 120 μετρικοί τόνοι πετρελαίου ντίζελ τύπου LSMGO ISO 8217:2005 DMA/S με 0,10% (περιεκτικότητα σε θείο) και τιμή 576 δολ. ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο, πλέον χρέωσης 500 δολ. ΗΠΑ κατ’αποκοπή για ναύλο φορτηγίδων], η προθεσμία πληρωμής (30 ημέρες) και ο τόκος (2% μηνιαίως) επί καθυστερήσεως. Στην παραπάνω επιβεβαίωση παραγγελίας, γινόταν αναφορά στους ΓΟΣ της πρώτης εναγόμενης, που είχαν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της, με την επισήμανση ότι αποδοχή της συγκεκριμένης συναλλαγής συνεπάγεται και αποδοχή των όρων αυτών (by acknowledging your agreement to this transaction you confirm and represent that you have read and agree that such terms are icorporated into the contract…). Μεταξύ των όρων περιλαμβάνεται η ρήτρα 13.5.8 που τροποποιεί την προθεσμία παραγραφής δεκαπέντε ημέρες από την παράδοση των καυσίμων και τη συναφή ρήτρα 13.5.9 που προβλέπει ότι «σε περίπτωση ύπαρξης απαίτησης λόγω ελαττωματικού καυσίμου, η αγοράστρια οφείλει να προσκομίσει στην πωλήτρια λεπτομερή έγγραφη περιγραφή της απαίτησης μαζί με όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που την αποδεικνύουν εντός αποκλειστικής προθεσμίας 45 ημερών, αλλιώς η απαίτηση θεωρείται παραγεγραμμένη». Ωστόσο ελλείψει ρητής αποδοχής του συγκεκριμένου όρου (δοθέντος ότι η ένδικη σύμβαση πώλησης καταρτίστηκε προφορικά), αυτός δεν παράγει τις ως άνω αυστηρές συνέπειες ως προς το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων της αγοράστριας. Περαιτέρω, στις 23.8.2019, σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης πώλησης, παραδόθηκαν στο πλοίο S, από την εταιρεία με την επωνυμία «………….» (φυσική προμηθεύτρια) που ενεργούσε ως βοηθός εκπλήρωσης, άλλως ως προστηθείσα της πωλήτριας (πρώτη εναγομένης), εκτός των ορίων του λιμένα Pasir Gudang Μαλαισίας (στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Μαλαισίας και Σιγκαπούρης), όπου ναυλοχούσε το πλοίο, 112,400 μετρικοί τόνοι πετρελαίου τύπου LSMGO ISO 8217:2005 DMA/S με 0,10% περιεκτικότητα σε θείο, με τη χρήση της φορτηγίδας «SP» (βλ. σχετ. υπ’αριθ. …………. δελτίο παράδοσης – Bunker Delivery Note), αντί τιμήματος 576 δολ. ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο και συνολικού τιμήματος 64.742,40 δολ.ΗΠΑ και 995,150 μετρικοί τόνοι πετρελαίου τύπου RMG 380, με 3,50% περιεκτικότητα σε θείο, με τη χρήση της φορτηγίδας «Straits Pride» (βλ. σχετ. υπ’αριθ. …./2380 δελτίο παράδοσης – Bunker Delivery Note), αντί τιμήματος 329 δολ.ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο και συνολικού τιμήματος 327.404,35 δολ.ΗΠΑ, πλέον ποσού 500 δολ.ΗΠΑ για ναύλο φορτηγίδων, για το οποίο εκδόθηκε το υπ’ αριθ. …./1.9.2019 τιμολόγιο της πρώτης εναγόμενης. Έναντι του ανωτέρω οφειλόμενου ποσού, η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη εναγόμενη, το ποσό των 64.742,40 δολ. ΗΠΑ που αντιστοιχεί στην αξία της παραδοθείσας ποσότητας των 112,400 μετρικών τόνων πετρελαίου. Σύμφωνα με την Έκθεση Μελέτης Ποσότητας Καυσίμων της ……….., που υπογράφεται από τον επιθεωρητή της ………., …………., που προσλήφθηκε από την πρώτη ενάγουσα και από τον πρώτο μηχανικό του πλοίου, …….., πριν από την πετρέλευση υπήρχαν επί του πλοίου 267,800 μετρικοί τόνοι ποσότητας HFO και 2,861 μετρικοί τόνοι ποσότητας LMSGO. Από τη συνολική ποσότητα των πωληθέντων καυσίμων 995,150 μετρικών τόνων πετρελαίου τύπου RMG380 3,5% τοποθετήθηκαν στη δεξαμενή του πλοίου 1Ρ (αριστερά) 322,674 μετρικοί τόνοι με υπόλοιπα καυσίμων από προηγούμενες πετρελεύσεις 5,967 μετρικοί τόνοι, στη δεξαμενή του πλοίου 1S (δεξιά) 330,376 μετρικοί τόνοι με υπόλοιπα καυσίμων από προηγούμενες πετρελεύσεις 1,945 μετρικοί τόνοι και στη δεξαμενή του πλοίου 2S (δεξιά) 317,786 μετρικοί τόνοι με υπόλοιπα καυσίμων από προηγούμενες πετρελεύσεις 3,518 μετρικοί τόνοι, ήτοι τα υπολειπόμενα, πριν από την ένδικη πετρέλευση, καύσιμα αντιπροσώπευαν για τη δεξαμενή 1Ρ (αριστερά) το 1,8% της συνολικής ποσότητας καυσίμων, για τη δεξαμενή 1S (δεξιά) το 0,59% της συνολικής ποσότητας καυσίμων και για τη δεξαμενή 2S (δεξιά) το 1,1% της συνολικής ποσότητας καυσίμων. Αναφορικά με την δεξαμενή 3Ρ (αριστερά), η οποία περιείχε 23,396 μετρικούς τόνους από προηγούμενες πετρελεύσεις, τοποθετήθηκαν 34,305 μετρικοί τόνοι με ποσοστό ανάμειξης καυσίμων 40,546% χωρίς να προηγηθεί έλεγχος συμβατότητας των καυσίμων που προϋπήρχαν με αυτά που προστέθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της πετρέλευσης, η πρώτη ενάγουσα προέβη σε δειγματοληψία για τη χημική ανάλυση των παραδοτέων καυσίμων, στην οποία παραστάθηκε, για λογαριασμό της, ο επιθεωρητής ….. της εταιρείας «………..». Στη διάρκεια αυτής, λήφθηκαν δείγματα καυσίμων, οι αριθμοί πετρέλευσης σφραγίδων των οποίων καταχωρήθηκαν στα Δελτία Παράδοσης Καυσίμων (Bunker Delivery Notes) τα οποία υπέγραψε για το πλοίο S ο Α’ Μηχανικός και για τη φορτηγίδα ανεφοδιασμού ο υπεύθυνος φορτίου. Ειδικότερα, αναφορικά με το καύσιμο HFO (μαζούτ) τύπου RMG380, κατά την πετρέλευση λήφθηκαν τα ακόλουθα δείγματα: α) το δείγμα με αριθμούς …. και ……….. που έλαβε το πλοίο, β) το δείγμα με αριθμούς … και … που έλαβε το πλοίο (δείγμα MARPOL), γ) το δείγμα με αριθμούς …. και …. που έλαβε η φυσική προμηθεύτρια, δ) το δείγμα με αριθμούς …. και …. που έλαβε ο επιθεωρητής της Lloyd’s και ε) το δείγμα με αριθμούς … και …. που έλαβε ο επιθεωρητής της Lloyd’s για να αποσταλεί στο εργαστήριο της …… Η ως άνω διαδικασία δειγματοληψίας αποτυπώθηκε στο ………./23.8.2019 Δελτίο Παράδοσης Καυσίμων (Bunker Delivery Note), όπου αναφέρεται ότι τα δείγματα λήφθηκαν από κοινού με δειγματοληπτική συσκευή διαρκούς επίσταξης από το σωλήνα πετρέλευσης του πλοίου, υπογράφηκε δε από τον υπεύθυνο φορτίου της φορτηγίδας «SPR» ………… και από τον Α’ Μηχανικό του πλοίου S, ……….. του πλοίου υπέγραψε όλα τα απαιτούμενα έγγραφα που συνοδεύουν τη διαδικασία πετρέλευσης (Bunker Requisition Form, Non Cargo Declaration Form, Bunker Predelivery Safety Checklist, Tank Measurement Form) και την από 23.8.2019 δήλωση (Statement of Fact), στην οποία αναφέρει ότι «…δεν σημειώθηκε καμία παρατυπία καθ’ολη τη διαδικασία της πετρέλευσης» και ότι ο ίδιος «..έμεινε ικανοποιημένος από τη διαδικασία πετρέλευσης και δεν επιθυμεί να εγείρει οιαδήποτε επιστολή διαμαρτυρίας ούτε να διατυπώσει οποιοσδήποτε παρατηρήσεις σχετικά με τη διαδικασία πετρέλευσης, τους εκπροσώπους του σκάφους εφοδιασμού και/ή τον επιθεωρητή», ενώ συμπλήρωσε το έντυπο Αξιολόγησης Επίδοσης του ……., βαθμολογώντας την απόδοση του επιθεωρητή με 4/Καλός (με ανώτερο το 5/Αριστος) σε όλους του επιμέρους τομείς. Η ανωτέρω δήλωση του Α’ Μηχανικού, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος για την προσήκουσα παραλαβή και έλεγχο των καυσίμων στο πλοίο εκ μέρους της πλοιοκτήτριας, πρώτης ενάγουσας ως προστηθείς αυτής, δεν έχει αναιρεθεί με μεταγενέστερη δήλωση ή ένορκη βεβαίωση. Εξάλλου, το γεγονός ότι η διαδικασία της δειγματοληψίας των παραδοτέων καυσίμων έγινε καθ’ όλη τη διάρκεια της πετρέλευσης με τη μέθοδο της συνεχούς επίσταξης (continuous dripping), μέσω συσκευής δειγματοληψίας επίσταξης (drip sampling device), που είχε εγκατασταθεί στη σωλήνα πετρέλευσης του πλοίου από το πλήρωμά του και υπό την επίβλεψη του επιθεωρητή της ….., επιβεβαιώνεται και από τον υπεύθυνο φορτίου της φορτηγίδας «SPr» ………, στην υπ’αριθ. …../15.6.2020 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Διευθύνοντος το Προξενικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδας στη Σιγκαπούρη. Σημειώνεται δε ότι κατά τη διάρκεια της πετρέλευσης (από 10.00 έως 12.00 τοπική ώρα για το καύσιμο LMAGO τύπου DMA/S 0,10% και από 16.00 έως 21.00 τοπική ώρα για το καύσιμο RMFO G380/S 3.50% MFO) στο κατάστρωμα του πλοίου S, βρίσκονταν οι μηχανικοί του πλοίου (ήτοι ο Α’ Μηχανικός ………….., ο 2ος Μηχανικός ……….., ο 3ος Μηχανικός ……….. και ο 4ος Μηχανικός ……..), όπως προκύπτει από τις υπ’αριθ. …/15.1.2020 και …../15.1.2020 ένορκες βεβαιώσεις του 3ου και 4ου Μηχανικού αντίστοιχα, ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Σαγκάη, ενώ δεν παρίστατο ο Πλοίαρχος, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού των εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζουν το αντίθετο. Περαιτέρω, από τη χημική ανάλυση του δείγματος υπό στοιχεία ………….., που έλαβε χώρα στις 27.8.2019 από τη …… και κοινοποιήθηκε στην δεύτερη ενάγουσα με το από 28.8.2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, διαπιστώθηκε ότι το καύσιμο στο βαθμό που δοκιμάστηκε αντιστοιχεί σε πρότυπο ISO-F-RMG380, ήτοι στις προδιαγραφές του καυσίμου που παραγγέλθηκε. Επίσης κατά τη χημική ανάλυση του δείγματος υπό στοιχεία …………. που έλαβε χώρα στις 25.9.2019 και κοινοποιήθηκε στη δεύτερη ενάγουσα από την ………., διαπιστώθηκε ότι το καύσιμο στο βαθμό που δοκιμάστηκε αντιστοιχεί σε πρότυπο ISO-F-RMG380 και είναι συμβατό με το αναθεωρημένο MARPOL Annex. Επομένως όλοι οι συμμετέχοντες στη διαδικασία της πετρέλευσης (φυσική προμηθεύτρια, επιθεωρητής, παραλήπτης φορτίου), επιβεβαιώνουν την αλήθεια των αναγραφόμενων στα προαναφερθέντα έγγραφα παραλαβής και ελέγχου του ένδικου καυσίμου. Περαιτέρω, το πετρέλαιο (μαζούτ) προκειμένου να μεταφερθεί από τις δεξαμενές αποθήκευσης ώστε να τροφοδοτήσει την κύρια ή τις βοηθητικές μηχανές (ηλεκτρογεννήτριες), αφού αποθηκευτεί στις δεξαμενές αποθήκευσης στα διπύθμενα του πλοίου (Double Bottom HFO Storage Tank), θερμαίνεται με ειδικές σωληνώσεις θέρμανσης (heating coils) για την καλύτερη κυκλοφορία του πετρελαίου, όταν αυτή απαιτηθεί και στη συνέχεια μεταφέρεται με αντλία πετρελαίου στη δεξαμενή κατακαθίσεων (FO Setting Tank), όπου εκεί, νερό και άλλες προσμίξεις κατακάθονται και με τη μέθοδο της εξυδάτωσης μπορούν να αποστραγγιστούν από τη δεξαμενή (μέσω της βαλβίδας που βρίσκεται στον πυθμένα). Ακολούθως το πετρέλαιο μεταφέρεται με σχετική αντλία στον διαχωριστήρα πετρελαίου (FO separator) για διύλιση και καθαρισμό από προσμίξεις/ιζήματα και νερό και στη συνέχεια προωθείται καθαρό στις δεξαμενές ημερήσιας κατανάλωσης (FO Service Tanks). Από εκεί αντλείται από τη δεξαμενή ημερήσιας κατανάλωσης και αφού περάσει μέσα από τα σχετικά φίλτρα πετρελαίου, καταλήγει στην κύρια (ή βοηθητική) μηχανή προς καύση (βλ. σχετ. από 18.6.2020 έκθεση του πραγματογνώμονα της εταιρείας ………., …………). Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η κατανάλωση του ένδικου καυσίμου ξεκίνησε στις 17.9.2019, με τον απόπλου του πλοίου από το λιμένα Koh Sichang Ταϋλάνδης, που άρχισε να τροφοδοτείται από τη δεξαμενή 2S (καθώς έως τότε το πλοίο τροφοδοτείτο από τη δεξαμενή 2Ρ η οποία περιείχε παλαιότερα καύσιμα), μετά την εξάντληση της οποίας το πλοίο άρχισε να τροφοδοτείται από τις δεξαμενές 3Ρ, 1Ρ και 1S, οπότε παρατηρήθηκαν σοβαρές βλάβες στην κύρια μηχανή του πλοίου καθώς και στη βαλβίδα εξαγωγής αερίων, στα χιτώνια του κυλίνδρου και στα δακτυλίδια εμβόλου και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 4.10.2019 έως 5.10.2019, κατά τη φόρτωση του πλοίου στο λιμάνι Samarinda της Ινδονησίας, με τη βοήθεια δύο τεχνικών, η πρώτη ενάγουσα αντικατέστησε τους κυλίνδρους Ν6 και Ν2, ενώ χρησιμοποιήθηκαν δύο νέες σειρές δακτυλιδίων εμβόλων, σύμφωνα με την επικαλούμενη από 12.10.2019 έκθεση του πλοιάρχου ………….. και το νέο Αρχιμηχανικό του πλοίου, οι οποίοι ενημερώνουν ότι δεν έχουν λάβει φωτογραφίες από τις επισκευές που διενήργησαν στο λιμένα Samarinda. Ωστόσο, με βάση τις ημερήσιες αναφορές του πλοιάρχου του πλοίου, στις 5.9.2019 καταναλώθηκαν 23,93μτ, με υπόλοιπο στις δεξαμενές του επίδικου πετρελαίου μαζούτ (HFO) 1116,72μτ, στις 6.9.2019 καταναλώθηκαν 26,76μτ, με υπόλοιπο στις δεξαμενές 1089,96μτ, στις 7.9.2019 καταναλώθηκαν 26,81 μτ, με υπόλοιπο στις δεξαμενές 1063,15μτ και στις 8.9.2019 καταναλώθηκαν 27,93μτ με υπόλοιπο στις δεξαμενές 1035,22μτ, ενώ η ποσότητα του ιδίου καυσίμου στις δεξαμενές στις 9.9.2019 ήταν 1008,37μτ και στις 10.9.2019 ήταν 981,44μτ (βλ. από 9.9.2019, 10.9.2019 και 17.9.2019 ηλεκτρονικές επιστολές του πλοιάρχου προς τη δεύτερη ενάγουσα – διαχειρίστρια και τους προστηθέντες αυτής ……….. και ……………), συνέχισε δε να καταναλώνει τα καύσιμα από τις 17.9.2019 με υπόλοιπο στις δεξαμενές του πλοίου 897,67 μετρικούς τόνους, γεγονός που, σε συνδυασμό με τις μικρές ποσότητες υπόλοιπου πετρελαίου που υπήρχαν στις δεξαμενές 1 Ρ, 1S και 2S, κατά το χρόνο της ένδικης πετρέλευσης που καταναλώθηκαν πρώτα, οδηγεί, κατά λογική αναγκαιότητα, στο συμπέρασμα ότι το πλοίο, πριν από την άφιξή του στον λιμένα Koh Sichang και συγκεκριμένα από την 8.9.2019 είχε ήδη ξεκινήσει να καταναλώνει το ένδικο καύσιμο. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι όπως προναφέρθηκε, το πλοίο μετά την εξάντληση του καυσίμου από τη δεξαμενή 2S, άρχισε να τροφοδοτείται από τις δεξαμενές 3Ρ, 1Ρ και 1S. Εξ’αυτών η δεξαμενή 3Ρ, κατά την πετρέλευση της 23.8.2019 περιείχε 23,396 μετρικούς τόνους παλαιού καυσίμου στους οποίους προστέθηκαν 34,305 μετρικοί τόνοι που παραδόθηκαν από τη φορτηγίδα, με αποτέλεσμα την ανάμειξη των καυσίμων σε ποσοστό περίπου 40,546%, χωρίς να προηγηθεί έλεγχος συμβατότητας των παλαιών με τα νέα καύσιμα, γεγονός που καθιστά σφόδρα πιθανή την πρόκληση βλάβης στην μηχανή που τροφοδοτήθηκε από το μείγμα των αναμειχθέντων καυσίμων. Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν, ο αγωγικός ισχυρισμός ότι το πλοίο ξεκίνησε την κατανάλωση του ένδικου καυσίμου από την 17.9.2019 τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, από την ηλεκτρονική αλληλογραφία του πλοιάρχου με τη δεύτερη εναγόμενη, διαχειρίστρια του πλοίου, προκύπτει ότι το πλοίο συνεχίζοντας να καταναλώνει τα επίδικα καύσιμα και μετά την 17.9.2019, εμφάνισε μηχανολογικό πρόβλημα και σταμάτησε την πορεία του στις 22.9.2019 και στις 27.9.2019, κατά δε τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στο ανωτέρω χρονικό διάστημα παρουσίαζε καθημερινά διαδοχικές βλάβες και δη στις 17.9 ο πλοίαρχος παρατήρησε μαύρο καπνό να εξέρχεται από το φουγάρο του πλοίου, στις 20.9 έσπασε η βαλβίδα εξαγωγής αερίων του κυλίνδρου της κύριας μηχανής, στις 22.9 εμφανίστηκαν ρωγμές στα χιτώνια του κυλίνδρου Ν4 και σπασμένα δακτυλίδια εμβόλου, τα οποία αντικαταστάθηκαν, στις 24.9 τα δακτυλίδια εμβόλου του κυλίνδρου αρ.3 κόλλησαν στις αυλακώσεις και έσπασαν, ενώ προκλήθηκε διαρροή καυσαερίων από το χώρο σάρωσης και ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός φωτιάς κάτω από το έμβολο, στις 26.9 αντίστοιχο πρόβλημα εμφανίστηκε στα δακτυλίδια εμβόλου του κυλίνδρου αρ.5, όπως και στο διάστημα από 28.9 έως 29.9 στα δακτυλίδια εμβόλου του κυλίνδρου αρ.1. Στις 27.9.2019 ο πλοίαρχος Rene Υ. Yeong, ενημέρωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα τη διαχειρίστρια εταιρεία ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις του 3ου και του 4ου μηχανικού, δεν λήφθηκαν δείγματα καυσίμων δεξαμενής από το σωλήνα του πλοίου αλλά από εκείνον της φορτηγίδας και ότι μετά την πλήρωση των δεξαμενών, όλα τα δείγματα μεταφέρθηκαν στο κατάστρωμα του πλοίου για φόρτωση. Κατόπιν εξηγήσεων που ζητήθηκαν από τον επιθεωρητή της πετρέλευσης, η ………….. απέστειλε την από 30.9.2019 ηλεκτρονική επιστολή, με την οποία ενημέρωσε την διαχειρίστρια εταιρεία ότι ο επιθεωρητής διαβεβαιώνει ότι δεν υπήρξαν παρατυπίες στη δειγματοληψία και ότι κάθε διαδικασία έλαβε χώρα παρουσία του πληρώματος του πλοίου και της φορτηγίδας, ενώ όλα τα δείγματα ελήφθησαν από το δειγματοληπτικό σταθμό του πλοίου σε καθαρό δοχείο και το πλήρωμα των σκαφών έκανε την διανομή υπό την επίβλεψη του επιθεωρητή. Επίσης, με την από 4.10.2019 έκθεση περαιτέρω ελέγχου ποιότητας του δείγματος καυσίμου …….. που διενεργήθηκε από την …………., μετά την αναφορά του πλοίου για εμφάνιση φθοράς σε επιμέρους μηχανολογικό στοιχεία (κυλίνδρους, δακτυλίους πιστονιού, βαλβίδες εκτόνωσης), διαπιστώθηκε ότι το παραδοθέν καύσιμο, με βάση το δείγμα που λήφθηκε και εξετάστηκε με τις τεχνικές ανάλυσης FT-IR και GC/MS, ήταν κατάλληλο προς χρήση καθώς περιείχε στοιχεία οξυγονωμένων υλικών. Στις 29.9.2019, ο πλοίαρχος του πλοίου S προμηθεύτηκε νέα καύσιμα, τα οποία τοποθετήθηκαν στις δεξαμενές 2Ρ και 3Ρ και χρησιμοποιήθηκαν για την τροφοδοσία του πλοίου από την 3.10.2019, χωρίς έκτοτε να ανακύψει μηχανικό πρόβλημα. Περαιτέρω, οι ενάγουσες διαμαρτυρήθηκαν για πρώτη φορά εγγράφως την 4.10.2019, ζητώντας από τις εναγόμενες την άμεση αντικατάσταση των καυσίμων που παρέδωσαν στο πλοίο, ενώ την 15.10.2019 τους γνωστοποίησαν την αξίωση της πρώτης ενάγουσας να μεριμνήσουν για την εκφόρτωση των επίδικων καυσίμων. Ωστόσο από το χρονικό σημείο πετρέλευσης του πλοίου (23.8.2019) έως την έγγραφη διαμαρτυρία των εναγουσών (4.10.2019) μεσολάβησε ικανό χρονικό διάστημα πλέον των 40 ημερών, γεγονός που δεν επιτρέπει την ασφαλή εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με την επίδραση του πωληθέντος καυσίμου στις μηχανές του πλοίου, όταν παρουσίασαν τις προαναφερόμενες βλάβες. Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα ανέθεσε σε νέο επιθεωρητή τη διαδικασία δειγματοληψίας η οποία διενεργήθηκε την 3.10.2019, από τον Επιθεωρητή της ασφάλειας ………. (…………….) και τον μηχανικό της δεύτερης ενάγουσας ……………….., ο οποίος μετέβη στο λιμάνι «Samarinda» Ινδονησίας και συνέλεξαν δείγματα από τις δεξαμενές καυσίμου πετρελαίου 1Ρ και 1S χρησιμοποιώντας την αντλία μεταφοράς πετρελαίου μετά από 20 λεπτά μεταφοράς του καυσίμου για να το αναμείξουν και να καταλήξουν σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα. Τα δείγματα αυτά εστάλησαν προς ανάλυση στο εργαστήριο της «……….» Ινδονησίας και βρέθηκαν ακατάλληλα καθώς στο ληφθέν δείγμα από τη δεξαμενή 1S, το ιξώδες ήταν 160,7 cSt στους 50ο C και όχι 380 cSt ανά spec), σημείο ανάφλεξης 38 βαθμοί Κελσίου αντί άνω των 60 βαθμών), περιεκτικότητα νερού άνω του 10% (με μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό 0,5%), περιεκτικότητα τέφρας 1,58 (μέγιστο επιτρεπόμενο 0,15 και ολικό ίζημα 1,22 (μέγιστο επιτρεπόμενο 0,1), ενώ από τη δεξαμενή 1Ρ το ιξώδες ήταν 136,6 cSt, το σημείο ανάφλεξης 38 βαθμοί Κελσίου, η περιεκτικότητα σε νερό άνω του 10%, η τέφρα 1,31 και το ολικό ίζημα 0,80. Επίσης πραγματοποιήθηκε νέα ανάλυση από τον επιθεωρητή της εταιρείας «……………» Ταϊλάνδης, με δείγματα που λήφθηκαν από τις δύο ημερήσιες δεξαμενές κατανάλωσης υπό τον κρουνό αποστράγγισης και από τις δεξαμενές πετρελαίου 1Ρ και 1S, με όμοια αποτελέσματα και δη στο δείγμα από τη δεξαμενή ημερήσιας κατανάλωσης Ν2 το σημείο ανάφλεξης ήταν 34 βαθμοί Κελσίου, το νερό 4.20% και το ιξώδες 67,33 cSt, στη δεξαμενή ημερήσιας κατανάλωσης Ν1, το νερό ήταν 25%, η τέφρα 0,40%, το αλουμίνιο συν τη σιλικόνη 247mg/Kg έναντι ορίου 80 mg/Kg, ενώ ανιχνεύθηκε ρύπανση με λιπαντικό, στη δεξαμενή 1 Ρ, το σημείο ανάφλεξης ήταν 34 βαθμοί Κελσίου, το νερό 17.80%, η τέφρα 0,152%, το ιξώδες 64,91 cSt, ενώ από τη δεξαμενή 1S το σημείο ανάφλεξης ήταν 34 βαθμοί Κελσίου, το ολικό ίζημα 0,47%, το νερό 6,40% και το ιξώδες 43,51 cSt. Κατά τη συμπληρωματική δειγματοληψία που πραγματοποιήθηκε, ο επιθεωρητής της εταιρείας «………….» έλαβε τρία δείγματα από κάθε δεξαμενή, από την κορυφή, το μέσο και το κάτω μέρος κάθε δεξαμενής, τα αποτελέσματα από την εξέταση των οποίων κατέδειξαν υψηλή περιεκτικότητα νερού (60%) στο κάτω μέρος της δεξαμενής πετρελαίου 1S, που καθιστούσε αδύνατη την ανάλυση, στη μέση της δεξαμενής το σημείο ανάφλεξης ήταν κάτω από 30 βαθμούς Κελσίου, το ολικό ίζημα ήταν αδιάλυτο, υπήρχε νερό σε ποσοστό 1,8%, αλουμίνιο πλέον σιλικόνης 134, μόλυνση από χρησιμοποιημένα λιπαντικά έλαια και το ιξώδες ήταν 19,63 cSt, ενώ στην κορυφή της ίδιας δεξαμενής το ολικό ίζημα ήταν τόσο υψηλό που θεωρείται αδιάλυτο, το ποσοστό νερού ήταν 24,25%, το σημείο ανάφλεξης ήταν κάτω από 30 βαθμούς Κελσίου και το ιξώδες ήταν 41,45 cSt. Όσον αφορά την δεξαμενή 1Ρ, στο κάτω μέρος αυτής το σύνολο ιζημάτων ήταν τόσο υψηλό που θεωρείται αδιάλυτο, το σημείο ανάφλεξης ήταν κάτω από 30 βαθμούς Κελσίου, το νερό ήταν σε ποσοστό 7%, το αλουμίνιο πλέον σιλικόνης ήταν 51, μη συμβατό με το ιξώδες 97,93 cSt. Στο μέσο της δεξαμενής 1Ρ, ομοίως το σύνολο των ιζημάτων βρέθηκε τόσο υψηλό που θεωρείται αδιάλυτο, στο σημείο ανάφλεξης ήταν κάτω από 30 βαθμούς Κελσίου, το νερό ανέρχονταν σε ποσοστό 3%, μη συμβατό με το ιξώδες 79,99 cSt, ενώ στην κορυφή της ίδιας δεξαμενής, το αλουμίνιο πλέον της σιλικόνης ήταν 84, το σύνολο ιζημάτων υψηλό ώστε θεωρούνταν αδιάλυτο, το σημείο ανάφλεξης κάτω από 30 βαθμούς Κελσίου και το νερό ανέρχονταν σε ποσοστό 3,55%, μη συμβατό με το ιξώδες 78,95 cSt. Ωστόσο η ανάλυση των ανωτέρω δειγμάτων και οι μετρήσεις που καταδείχθηκαν, δεν παράγουν άνευ άλλου ασφαλή συμπεράσματα για την ποιότητα των πωληθέντων καυσίμων, λόγω της χρονικής απόστασης από την ένδικη πετρέλευση και ενώ έχει μεσολαβήσει άλλη πετρέλευση του πλοίου. Επίσης οι ανωτέρω αναλύσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν έγκυρες, καθώς η δειγματοληψία από δεξαμενή αποθήκευσης δεν συνιστά ενδεικνυόμενο τρόπο για τον ποιοτικό έλεγχο των παραλαμβανόμενων καυσίμων, αφού στις δεξαμενές υπάρχει εναπομείνασα ποσότητα άλλου πετρελαίου ή άλλα στοιχεία (νερό, ιζήματα κλπ) που επηρεάζουν το αποτέλεσμα της δειγματοληψίας. Προσέτι, αν και αναφέρεται ότι η δειγματοληψία έγινε από το σωλήνα βυθομέτρησης, δεν είναι γνωστοί συντρέχοντες παράγοντες, όπως η καθαρότητα και οι κατακαθίσεις της δεξαμενής, η ποιότητα του εναπομείναντος πετρελαίου, η ανάδευση πριν τη δειγματοληψία, το μέσο δειγματοληψίας κλπ. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η φορτηγίδα «SPr» που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τη μεταφορά μαζούτ, μετέφερε κατά το χρόνο της ένδικης πετρέλευσης άλλα χημικά στοιχεία, τα οποία ενδεχομένως επηρέασαν την ποιότητα του πωληθέντος καυσίμου. Ειδικότερα, η εταιρεία «……………… η οποία είναι η φυσική προμηθεύτρια του καυσίμου, διαθέτει τέσσερις φορτηγίδες εφοδιασμού, οι τρεις εκ των οποίων χρησιμοποιούνται για την προμήθεια μαζούτ HFO και η μία για την προμήθεια ναυτιλιακού ντίζελ (MGO). Στην προκειμένη περίπτωση η φορτηγίδα «SPr» παρέδωσε το μαζούτ, ενώ η πετρέλευση του πλοίου με 120 μετρικούς τόνους τύπου ντίζελ έγινε από τη φορτηγίδα «SP» (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. …………/2020 ένορκη βεβαίωση του υπεύθυνου φορτίου της φορτηγίδας «SPr», ,,,,,,,,,,,,). Περαιτέρω, ο αγωγικός ισχυρισμός περί λήψεως του δείγματος, όχι από το σωλήνα πετρέλευσης που βρισκόταν επί του πλοίου αλλά από το σωλήνα της φορτηγίδας, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στην κατάθεση των δύο μηχανικών του πλοίου (3ου και 4ου) στις υπ’αριθ. …………/15.1.2020 ένορκες βεβαιώσεις τους, αντικρούεται από τη σχετική δήλωση του Α’ μηχανικού, που ήταν ο κυρίως υπεύθυνος για την παραλαβή του καυσίμου, του επιθεωρητή και του υπεύθυνου φορτίου της φορτηγίδας, ενώ ο πλοίαρχος δεν ήταν παρών κατά την πετρέλευση ούτε υπέβαλε κάποια παρατήρηση αμέσως μετά τη διαδικασία. Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, ο Α’ μηχανικός του πλοίου αξιολόγησε την επίδοση του επιθεωρητή της ….. με 4/5 (χαρακτηρισμός Καλά). Εξάλλου ακόμη και υπό την εκδοχή ότι η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε από το σωλήνα της φορτηγίδας, δεν δικαιολογείται τόσο μεγάλη απόκλιση στα στοιχεία του καυσίμου που αναλύθηκαν (θερμοκρασία ανάφλεξης, ιξώδες, περιεκτικότητα σε νερό, τέφρα, ολικό ίζημα) από την …. σε σχέση με την ανάλυση του δείγματος που έγινε από την Intertek, το οποίο αναφέρει αναλογία νερού/καυσίμου 60/40, που σε κάθε περίπτωση θα είχε προκαλέσει άμεσα σοβαρές βλάβες στις μηχανές του πλοίου. Σημειώνεται δε ότι παρά την τροφοδοσία του πλοίου με καύσιμο ακατάλληλο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν εμφανίστηκε αντίστοιχο πρόβλημα λειτουργίας στις ηλεκτρομηχανές του πλοίου. Επίσης οι εναγόμενες δεν ενημερώθηκαν από τις ενάγουσες για τις ζημίες στις μηχανές του πλοίου, όταν αυτές εμφανίστηκαν, ούτε κλήθηκαν να ελέγξουν τεχνικά το είδος και την έκταση της βλάβης, ώστε να διακριβωθούν οι πιθανές αιτίες πρόκλησης αυτής. Εξάλλου η πρόκληση των συγκεκριμένων ζημιών στην κύρια μηχανή του πλοίου δεν μπορεί να αποδοθεί στο ελαττωματικό καύσιμο, καθώς είναι αδύνατο να προκληθούν βλάβες στο εσωτερικό των κυλίνδρων χωρίς να υποστεί βλάβη το σύστημα άντλησης και τροφοδότησης του κινητήρα, τέτοιος όμως αγωγικός ισχυρισμός δεν προβάλλεται. Πιθανές αιτίες πρόκλησης βλαβών τέτοιου είδους είναι η ελαττωματικότητα των ανταλλακτικών της μηχανής, η ελλιπής λίπανση, η φυσιολογική φθορά των εξαρτημάτων ως και η καύση ακατάλληλου καυσίμου μετά από πρόσμιξη μη συμβατών καυσίμων, όπως συνέβη εν προκειμένω με την πετρέλευση της δεξαμενής 3Ρ, η οποία περιείχε σημαντικό υπόλοιπο καυσίμων, χωρίς να λάβει χώρα έλεγχος συμβατότητας αυτών με τα ένδικα καύσιμα. Εξάλλου, το γεγονός ότι το πλοίο, μετά τον έλεγχο του Ιαπωνικού Νηογνώμονα τον Ιανουάριο 2020, κρίθηκε αξιόπλοο, δεν αναιρεί την περίπτωση να προέκυψε βλάβη σε κάποια από τα ανωτέρω συστήματα, η οποία επιδιορθώθηκε μεταγενέστερα. Τέλος δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ακόμη και μετά την επέλευση της μηχανολογικής βλάβης, την οποία οι ενάγουσες αποδίδουν στα ακατάλληλα καύσιμα που προμηθεύτηκαν από τις εναγόμενες, προέβησαν σε νέες παραγγελίες λιπαντικών ελαίων για το ένδικο πλοίο, από τη δεύτερη εναγόμενη, οι οποίες διεκπεραιώθηκαν από την προστηθείσα αυτής …………. (βλ. σχετ. από 23.9.2019, 25.9.2019, 30.9.2019 και 2.10.2019 ηλεκτρονική αλληλογραφία του προστηθέντος της δεύτερης ενάγουσας ………. με την ανωτέρω υπάλληλο σε συνδυασμό με το υπ’αριθ. ……………./16.10.19 τιμολόγιο πώλησης που εξέδωσε η πρώτη ενάγουσα). Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί αδικοπραξίας και δη ότι οι εναγόμενες από βαριά αμέλεια παρέλειψαν να ελέγξουν την ποιότητα και τις προδιαγραφές του πωληθέντος καυσίμου, άλλως ότι προσέφεραν προς την πρώτη ενάγουσα, πλοιοκτήτρια του πλοίου «S» δια της δεύτερης ενάγουσας διαχειρίστριας του πλοίου, ακατάλληλα καύσιμα, ούτε οι όμοιοι κατά περιεχόμενο ισχυρισμοί περί αθέτησης των συμβατικών τους υποχρεώσεων ως πωλητή (της δεύτερης ως αντιπροσώπου) που απορρέουν από τη σύμβαση της Βιέννης, με την απόδειξη των οποίων βαρύνεται ο διάδικος που τις επικαλείται κατά τη γενική αρχή που συνάγεται από το πνεύμα της Σύμβαση. Εξ όσων προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε απατηλή και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος των εναγουσών, ούτε αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης προς την πρώτη ενάγουσα και επομένως δεν δημιουργείται υποχρέωση των εναγομένων να αποζημιώσουν τις ενάγουσες. Ήδη για όλες τις άνω παραδοχές προκύπτει δεδικασμένο από την υπ’ 507/2026 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση της ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, της ένστασης συνυπαιτιότητας και της ένστασης συμψηφισμού που προβάλουν οι εφεσίβλητες με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ αίτημα παροχής εγγυοδοσίας εκ μέρους των εκκαλουσών, για τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης δίκης, που υποβλήθηκε από τις εφεσίβλητες με τις προτάσεις τους, καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται προφανής κίνδυνος αδυναμίας εκτέλεσης της διάταξης της απόφασης επί της έφεσης ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, λόγω της ερημοδικίας των εναγουσών στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και ακολούθως αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, δεδομένου ότι η ένδικη έφεση γίνεται δεκτή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου της έφεσης στις εκκαλούσες – εναγόμενες (ΑΠ 532/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 299/2024 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 190παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 2756/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στις εκκαλούσες.
Εξαφανίζει την υπ’αριθ. 2756/2023 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 30.12.2021 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/……………/2022 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλει σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των 30.700 ευρώ για την πρώτη εκκαλούσα και στο ποσό των 4.800 ευρώ για τη δεύτερη εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά, στις 21 Μαϊου 2026 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 29 Ιουλίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ