ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗ 659/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τμήμα Ναυτικών Διαφορών)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Γεωργία Παναγιωτοπούλου Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – ασκούσας πρόσθετο λόγο έφεσης: Της εδρεύουσας στις …………… εταιρείας, με την επωνυμία «…………», νομίμως εκπροσωπουμένης στην Ελλάδα από την εταιρεία «…………..», νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα και διατηρούσας γραφεία στην οδό ………….. Αττικής, νομίμως και αυτής εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σιούφα (ΑΜ ΔΣΠ …) μέλος της ΔΕ ΑΦΟΙ ΣΙΟΥΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΑΜ ……..), που κατέθεσε την από 20.5.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Της εφεσίβλητης – καθ’ης ο πρόσθετος λόγος έφεσης: Της εδρεύουσας στο …. Αττικής (οδός …………) εταιρείας με την επωνυμία «…………….» (……………), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Φούτση (ΑΜ ΔΣΑ ….) και Παυλίνα Γαλάτη (ΑΜ ΔΣΑ …..), μέλη της ΔΕ ΦΟΥΤΣΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΑΜ …..), που κατέθεσαν την από 20.5.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Η εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της εφεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 12.9.2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2022 αγωγή, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθ. 776/2024 μη οριστική απόφαση, με την οποία αναβλήθηκε η πρόοδος της δίκης προκειμένου να συμπληρωθεί η έλλειψη πληρεξουσιότητας του δικηγόρου της ενάγουσας. Με την από 13.5.2024 κλήση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου με αριθ.καταθ. …………../14.5.2024, η ενάγουσα επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 24.9.2024, κατά την οποία το Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ’αριθ. 1093/2025 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή και επέβαλε στην ενάγουσα τη δικαστική δαπάνη της εναγόμενης.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εν όλω ηττηθείσα ενάγουσα, με την από 25.4.2025 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …../2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2025 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. ……/2026 και ειδ.αριθ.καταθ. …./2026) έφεση και τον από 1.4.2026 (με γεν. αριθ. καταθ. …./2026 και ειδ. αριθ. καταθ. …./2026) πρόσθετο λόγο αυτής, που προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1093/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 1 και 520 § 1 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 25.4.2025, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης [άρθρα 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 518 ισχύει, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015], δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, η εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη επέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση στην ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, στις 3.4.2025 (βλ. υπ’ αριθ. …………/3.4.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Αθανασίας …………., προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την εφεσίβλητη). Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …../2025, έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου. Επίσης η εκκαλούσα άσκησε τον από 1.4.2026 (με γεν. αριθ. καταθ. …./2026 και ειδ. αριθ. καταθ. …../2026) πρόσθετο λόγο έφεσης, ακριβές αντίγραφο του οποίου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα στην εφεσίβλητη – καθ’ ης ο πρόσθετος λόγος έφεσης κατ’ άρθρ. 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα (30) και πλέον ημέρες πριν τη σημερινή δικάσιμο (βλ. υπ’ αριθμ. …………./16.4.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……….., που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα – ασκούσα τον πρόσθετο λόγο έφεσης) και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων του, συνεκδικαζόμενος με την έφεση.
Με την από 12.9.2022 αγωγή, η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, εξέθετε ότι δυνάμει σύμβασης έργου που καταρτίστηκε στο Κερατσίνι Αττικής, την 9.2.2022, μεταξύ αφενός της μη διαδίκου αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», διαχειρίστριας της ενάγουσας και ενεργούσας ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό αυτής, ως εργοδότριας και αφετέρου της εναγόμενης, ως εργολάβου, η οποία σύμβαση καταρτίστηκε δια περιελεύσεως στην προτείνουσα εναγόμενη, της δήλωσης περί αποδοχής της πρότασής της από την αντιπρόσωπο της ενάγουσας, συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενη θα πραγματοποιούσε εργασίες επισκευής στον βοηθητικό λέβητα του πλοίου «OP», με ΙΜΟ …., ΔΔΣ ….., νηολογίου ………….., πλοιοκτησίας της ενάγουσας. Ειδικότερα συμφωνήθηκε η αντικατάσταση των αναφερόμενων στην αγωγή πωμάτων σωλήνων (τάπες) στο βοηθητικό λέβητα, έναντι του ειδικότερα διαλαμβανόμενου στην αγωγή τιμήματος, καταβληθέντος κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, ενώ η παράδοση του έργου συμφωνήθηκε να γίνει, κατόπιν τροποποιήσεων της αρχικής συμφωνίας, στις 7.3.2022. Ότι την ανωτέρω ημερομηνία το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί από υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγόμενης, με αποτέλεσμα αυτή έκτοτε να καταστεί υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, καθώς το έργο ολοκληρώθηκε τελικά στις 23.3.2022, με καθυστέρηση 16 ημερών. Ότι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και την παράδοση του πλοίου, η ενάγουσα αναζήτησε, μέσω ναυλομεσίτη, προσφορά για τη ναύλωση του πλοίου της, την οποία εξασφάλισε στις 24.3.2022, έναντι 24.000 δολ. ΗΠΑ ανά ημέρα, με λιμένα φόρτωσης στην Αργεντινή και 23.500 δολ. ΗΠΑ με λιμένα φόρτωσης στη Βραζιλία, αφαιρουμένου ποσοστού 5% για την αμοιβή (προμήθεια) του ναυλομεσίτη. Ότι εξαιτίας της ως άνω υπερημερίας της εναγόμενης, η ενάγουσα απώλεσε ναύλους 16 ημερών, από τους οποίους θα αποκόμιζε το ποσό των 364.800 δολ. ΗΠΑ [(24.000 δολ. ΗΠΑ αφαιρουμένου του ποσοστού 5%=) 22.800 δολ. ΗΠΑ/ημέρα χ 16 ημέρες=] και εκ του λόγου αυτού υπέστη ισόποση ζημία. Ότι το ανωτέρω ποσό του ναύλου ήταν εύλογο και σύμφωνο με τα κρατούντα στη ναυλαγορά των ημερών εκείνων και ήταν προσδοκώμενο στην αγορά ναυλώσεων και στις 7.3.2022, οπότε η εναγόμενη όφειλε να παραδώσει έτοιμο το αναληφθέν έργο κατά τη συμφωνία τους και ότι η τελευταία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της (ενάγουσας), αρνείται μέχρι σήμερα να της καταβάλει. Με βάση τα ανωτέρω ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, το σε ευρώ ισάξιο κατά την ημέρα πληρωμής ποσό των 364.800 δολ. ΗΠΑ, άλλως επικουρικώς το ποσό των 359.692,36 ευρώ (με την επίσημη ισοτιμία ευρώ/δολ. ΗΠΑ στις 12.9.2022), με το νόμιμο τόκο από 9.3.2022, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ’αριθ. 776/2024 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης προκειμένου να συμπληρωθεί η έλλειψη πληρεξουσιότητας του παριστάμενου δικηγόρου της ενάγουσας. Ακολούθως, μετά την επαναφορά της υπόθεσης με κλήση προς συζήτηση, εκδόθηκε η υπ’αριθ. 1093/2025 οριστική απόφαση, με την οποία το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε ότι είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο και ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς, έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη την αγωγή α) ως προς το επικουρικό αίτημα αυτής, περί καταβολής του ποσού των 359.692,36 ευρώ, διότι το αίτημα περί επιδίκασης του αλλοδαπού νομίσματος σε ευρώ με την κατά το χρόνο της οφειλής συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων δεν είναι «μείζον» και δε νοείται ότι συμπεριλαμβάνεται σε αυτό ως «έλασσον», το αίτημα περί επιδίκασης του αλλοδαπού νομίσματος με βάση την ισοτιμία του με το ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής και β) το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα περί καταβολής του αιτούμενου ποσού εντόκως από 9.3.2022, διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται όχληση της εναγόμενης κατά το χρόνο καταβολής του ως άνω ποσού για την ανωτέρω αιτία, μετά δε την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης, παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεση και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η από 12.9.2022 αγωγή της καθώς και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στη δικαστική της δαπάνη.
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, πέραν των αναφερομένων στα άρθρα 117 και 118 αναγκαίων για κάθε δικόγραφο στοιχείων, πρέπει επιπλέον να διαλαμβάνει: α) σαφή έκθεση των θεμελιούντων κατά νόμο αυτή στοιχείων, τα οποία δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Σκοπός της επιβολής της υποχρεώσεως αυτής στον ενάγοντα είναι αφ` ενός μεν η παροχή στον εναγόμενο της δυνατότητας να αμυνθεί κατά της αγωγής με ανταπόδειξη ή ένσταση, αφ` ετέρου δε η παροχή δυνατότητας στο Δικαστήριο να προβεί στη νομική αξιολόγηση της αγωγής, να διεξαγάγει τις αποδείξεις και να σχηματίσει από αυτές ορθή δικανική κρίση. Ειδικότερα, στο αγωγικό δικόγραφο πρέπει να διαλαμβάνονται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται από τον εφαρμοστέο στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου, ώστε, να παραχθεί η επικαλουμένη από τον ενάγοντα έννομη συνέπεια, ενώ δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών κάθε νομικής έννοιας, αλλά αρκεί η παράθεση εκείνων των βασικών περιστατικών, τα οποία επιτρέπουν στο μεν Δικαστήριο να ελέγξει εάν πληρούται το πραγματικό του κανόνα, στο δε εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικώς (AΠ 1966/2008 ΕΠολΔ 2009 625). Η αοριστία της αγωγής δεν θεραπεύεται με τις προτάσεις ή την προσθήκη των προτάσεων ή με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφου ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι η κατ΄ αυτόν τον τρόπο θεραπεία της αοριστίας αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 111 περί προδικασίας, η τήρηση της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (AΠ 399/2020, AΠ 219/2020, AΠ 1149/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 94/2018 ΧρΙδΔ 2019 99, Β. Βαθρακοκοίλης,, Ερμηνευτική -Νομολογιακή Ανάλυση. Τ. Α`, 1996, υπό το άρθρο 216, αρ. 15). Ειδικώς όσον αφορά στη ζημία, ως γενική προϋπόθεση θεμελιώσεως της αξιώσεως αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 (τόσο στο πλαίσιο εκπληρώσεως της συμβάσεως, όσο και επί εξωσυμβατικών ενοχών, όπως ιδίως η αδικοπραξία), αυτή ορίζεται ως η δυσμενής μεταβολή (βλάβη) στα υλικά ή άυλα αγαθά του προσώπου και περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), συνισταμένη είτε σε μείωση του ενεργητικού είτε σε αύξηση του παθητικού της περιουσίας του ζημιωθέντος, όσο και τη ματαίωση της αυξήσεως του ενεργητικού (λ.χ. της επιτεύξεως εμπορικού κέρδους) ή της μειώσεως του παθητικού (λ.χ. δια της εξοφλήσεως χρεών) της περιουσίας αυτού (διαφυγόν κέρδος), η οποία θα επερχόταν, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός. Ως προς το διαφυγόν κέρδος, το οποίο αποτελεί, σε αντίθεση με την θετική ζημία, υποθετικό μέγεθος, από τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 112 παρ. 2. 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 συνάγεται ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά, μέτρα, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια στην αγωγή, άλλως αυτή τυγχάνει αόριστη, μη αρκούσης της απλής επαναλήψεως των εκφράσεων του άρθρου 298 ή της απλής αναφοράς του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους. Δηλαδή, απαιτείται εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, τα οποία καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να διαταχθεί απόδειξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην αγωγή ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας και ελέγχονται κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/1995 ΕλΔ 36 1538, ΟλΑΠ 20/1992 ΝοΒ 41 85, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 752/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 1303/2017, ΑΠ 1678/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 220/2012 ΕλΔ 53 957, ΕΑ 2709/2021, ΕΑ 1494/2017, ΕΠειρ 700/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της έφεσης το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονιέται διότι η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη. Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, της αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη, και μάλιστα χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 356/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1951/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕΦΠειρ 760/2025, ΕφΘεσ 162/2013 ΕλλΔνη 2013. 168, ΕφΑθ 1531/2011 ΔΕΕ 2011. 936, ΕφΑθ 3289/2009 ΝΟΜΟΣ).
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατά πλημμελή και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, συγχρόνως δε κατά κακή, πλημμελή και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η ενάγουσα θα εισέπραττε από την εμπορική εκμετάλλευση του πλοίου της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 364.800 δολ. ΗΠΑ, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει, διότι δεν προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα ότι η ενάγουσα διέθετε εν ισχύ κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, τα απαραίτητα για την εμπορική εκμετάλλευση και εκναύλωση του πλοίου έγγραφα και πιστοποιητικά και δη α) ασφαλιστήριο του πλοίου (P&I Insurance) εκδοθέν από τον αλληλασφαλιστικό οργανισμό προστασίας και αποζημίωσης (P&I Club), β) έγγραφο συμμόρφωσης (DOC) της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας, γ) πιστοποιητικό ασφαλούς διαχείρισης (ISM Code), δ) Διεθνές Πιστοποιητικό ασφάλειας του πλοίου (ISSC), ε) Διεθνές Πιστοποιητικό Χωρητικότητας (ITC) κατ’άρθρο 7παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης του 1969 και στ) ασφαλιστήριο συμβόλαιο κύτους και μηχανημάτων του πλοίου (Η&Μ insurance), ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ωστόσο από την εκτίμηση του εισαγωγικού δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αυτή τυγχάνει αόριστη όσον αφορά το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών. Τούτο διότι η ενάγουσα – εκκαλούσα δεν επικαλείται τις συγκεκριμένες ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει, ώστε αφενός να πιθανολογείται η προσδοκία του κέρδους, αφετέρου τα αναμενόμενα και πιθανά απολεσθέντα κέρδη της να μπορούν να καταστούν αντικείμενο απόδειξης εκ μέρους του δικαστηρίου και άμυνας εκ μέρους της εναγόμενης. Εν προκειμένω δεν αρκεί η αφηρημένη αναφορά του (συμφωνηθέντος ή) προσδοκώμενου ναύλου, όπως μνημονεύεται στην αγωγή, αλλά απαιτείται η εξειδίκευση των όρων της σκοπούμενης ναύλωσης, ήτοι αν πρόκειται για ναύλωση κατά ταξίδι ή χρονοναύλωση, το είδος του φορτίου, το ταξίδι, οι λιμένες φόρτωσης και εκφόρτωσης, στοιχεία απαραίτητα προκειμένου να κριθεί αν το συγκεκριμένο πλοίο είχε την ικανότητα να πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη ναύλωση. Επίσης η ενάγουσα δεν αναφέρει τις ειδικότερες συνθήκες της ναυλαγοράς κατά τον επίδικο χρόνο, που να δικαιολογούν ότι η συγκεκριμένη προσφορά ανταποκρίνεται στην τρέχουσα τιμή, αλλά επικαλείται αορίστως ότι το αιτούμενο ποσό ήταν εύλογο και σύμφωνα με τα κρατούντα στη ναυλαγορά των ημερών εκείνων για ένα πλοίο σαν το «OP». Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν απέρριψε το ένδικο κeφάλαιο περί διαφυγόντων κερδών ως αόριστο αλλά, ερευνώντας κατ’ ουσίαν την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε στην κρίση του και πρέπει να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού το Δικαστήριο κρατήσει την από 12.9.2022 αγωγή προς εκδίκαση, να απορρίψει αυτήν, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, ως αόριστη, όπως δύναται να κρίνει ακόμη και χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο της εκκαλούσας, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για αυτήν από την εκκληθείσα, μη επιτρεπόμενης της αντικατάστασης ων αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, καθόσον αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό (σχετ. ΑΠ 356/2013, ΑΠ 1951/2007, 1493/2007, δημ. στην ιστοσελίδα του ανωτέρω Δικαστηρίου). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα, του παράβολου ποσού εκατό πενήντα (150) ευρώ που κατέθεσε, λόγω της κατ` ουσίαν παραδοχής του ενδίκου μέσου που άσκησε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας – εκκαλούσας που ηττήθηκε (αρθρ. 176 παρ.1, 186 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής.
Δέχεται την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής τυπικά και ως προς την ουσία τους.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 1093/2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα, του παραβόλου έφεσης που αυτή κατέθεσε και μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ………………../25.4.2025 έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλλει σε βάρος της ενάγουσας – εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη της εναγόμενης – εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά, στις 17 Σεπτεμβρίου 2026 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 15 Οκτωβρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ