Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 656/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης   656 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ……………, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του  πληρεξούσιου δικηγόρου της, Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Της εφεσίβλητης: …….., ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του  πληρεξούσιου δικηγόρου του, Χαράλαμπου Μανωλιού, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων με την από την από 23/5/2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2021) αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 3668/2022 μη οριστική απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και κατόπιν επαναφοράς της υπόθεσης, με κλήση προς συζήτηση, η υπ’ αριθμ. 1944/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 17/7/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ………/2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. …………./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατόπιν δήλωσής τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκαν στο  ακροατήριο του  Δικαστηρίου,  αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 17/7/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2025 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ’ αριθμ. 1944/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 18/7/2025 και εμπρόθεσμα, εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ από την επίδοση στην εκκαλούσα της εκκαλουμένης απόφασης, στις 20/6/2025 (όπως προκύπτει από τη σημείωση του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Δεδούση επί του επιδοθέντος αντιγράφου της εκκαλουμένης), ενώ έχει κατατεθεί το παράβολο, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ………………/2025 e-παράβολο). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από 23/5/2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2021) αγωγή του, εκθέτει ότι ο ίδιος και η εναγομένη τυγχάνουν αδέλφια και συγκύριοι κατ’ ισομοιρία ενός οικοπέδου, εμβαδού 234 τ.μ., κειμένου στη θέση «……….» του Δήμου Σαλαμίνας, όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο ένδικο δικόγραφο, κατά θέση, έκταση και όρια, μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, το οποίο περιήλθε σε αυτούς, κατά πλήρη συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή, δυνάμει της, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών, με αριθμό …../1987 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., κατόπιν γονικής παροχής που έγινε προς αυτούς από την δικαιοπάροχο μητέρα τους ……………… Ότι, από την κατάρτιση της τελευταίας (1987), ο ίδιος και η εναγομένη συμφώνησαν να κάνουν χρήση χωριστά ο καθένας, με την οικογένειά του έκαστος, μίας από τις δύο ήδη ανεγερθείσες κατοικίες, που περιγράφονται ως Κτίσμα I και Κτίσμα II και ανεγέρθησαν χωρίς νόμιμη άδεια, πλην όμως στη συνέχεια νομιμοποιήθηκαν, και δη ο ίδιος να κάνει χρήση της κατοικίας προς ανατολάς (Κτίσμα II), η δε εναγομένη της κατοικίας προς δυσμάς (Κτίσμα I). Ότι, ως εκ των ανωτέρω, υφίσταται μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, στη διατήρηση της οποίας ο ίδιος δεν συναινεί, η δε εναγομένη δεν συναινεί στη λύση της και τη διανομή του επικοίνου, αξίας 60.000 ευρώ, του οποίου η αυτούσια διανομή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, είναι εφικτή. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητά να λυθεί η κοινωνία και να διαταχθεί, με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η διανομή του επικοίνου με αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, με τον ειδικότερα αναφερόμενο-προτεινόμενο τρόπο διανομής, ήτοι με σύσταση των περιγραφόμενων δύο καθέτων ιδιοκτησιών, εκ των οποίων την υπό στοιχεία Ι θα λάβει η εναγομένη και την υπό στοιχεία II θα λάβει ο ίδιος, άλλως και όλως επικουρικώς να διαταχθεί η διανομή του επίκοινου οικοπέδου με την πώληση δια πλειστηριασμού, καθώς και να επιβληθούν τα δικαστικά του έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 3668/2022 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και κατόπιν επαναφοράς της υπόθεσης, με κλήση προς συζήτηση, εξεδόθη η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1944/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της προσβάλλει την ως άνω οριστική απόφαση και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800, 801 ΑΚ και 480, 480Α, 481, 484 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι, δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολ. Δικονομίας. Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επ’ αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή το αν η λύση θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου (ΑΠ 446/2025, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 555/2017, ΑΠ 1309/2005, ΑΠ 83/2003, ΑΠ 572/2002 ΤΝΠ Nomos). Ο τρόπος λύσης (με αυτούσια διανομή ή με πώληση σε πλειστηριασμό) εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου και η κρίση για το αδύνατο ή ασύμφορο της αυτούσιας διανομής (ή αντίθετα για τη δυνατότητα τέτοιας διανομής) είναι κρίση περί τα πράγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 619/2026 ΤΝΠ Nomos). Επίσης, κατά το άρθρο 480 παρ. 1 KΠολΔ το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του, δηλαδή ο νόμος απαιτεί για την αυτούσια διανομή τα μέρη να είναι ίσα μεταξύ τους με βάση την αξία του διανεμητέου αντικειμένου κατά τον χρόνο του σχηματισμού των μερίδων, διότι ο νομοθέτης ευνοεί την αυτούσια διανομή προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων όλων των κοινωνών, έναντι των οποίων επιδιώκεται να μην είναι ασύμφορη η διανομή του κοινού πράγματος. Προϋποθέσεις της αυτούσιας διανομής είναι σωρευτικά: α) το εφικτό της διανομής, δηλαδή της φυσικής διαίρεσης του πράγματος σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς μείωση της αξίας του, και β) η διανομή να είναι συμφέρουσα, δηλαδή να μην επέρχεται με αυτή μείωση της αξίας των μερίδων (ΕφΔωδ 177/2017 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 480 παρ. 2 KΠολΔ αυτούσια διανομή είναι δυνατή και με κατανομή των κοινών πραγμάτων σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, οπότε κατά το άρθρο 481 KΠολΔ το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση των άνισων μερών ν’ αποφασίσει ότι εκείνοι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς συγκεκριμένο χρηματικό ποσό (δηλαδή και στην περίπτωση αυτήν η αξία του κοινού είναι πρωταρχικό στοιχείο). Εξάλλου, αν η διανομή με τους παραπάνω τρόπους είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάζει την πώληση του διανεμητέου κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό και δεν είναι υποχρεωμένο να τάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη. Τα κριτήρια με βάση τα οποία κρίνεται το εφικτό της διανομής είναι οι μερίδες των κοινωνών, οι διαστάσεις και το εμβαδόν του διανεμητέου, ενώ η αξία του καθεαυτή δεν ασκεί επιρροή για την εν λόγω κρίση του δικαστηρίου (ΕφΘεσ 3501/1991 Αρμ. 1992, 1115), το οποίο μπορεί να διατάξει την πώληση με πλειστηριασμό του επίκοινου ακινήτου, χωρίς να τάξει αποδείξεις, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του σε περισσότερα -ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών- μέρη είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη, λαμβάνοντας υπόψη του, εκτός από τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις και το εμβαδόν του διανεμητέου (ΑΠ 1254/2020, ΑΠ 303/2013 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 519/1994 ΕλλΔνη 1995,149, ΑΠ 765/1993 ΕλλΔνη 1995, 149). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή αν η λύση θα γίνει με αυτούσια διανομή, με σύσταση κάθετων ή οριζόντιων ιδιοκτησιών ή με πώληση με πλειστηριασμό, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου, στην οποία εναπόκειται και η κρίση για το αν θα διαταχθεί ή όχι πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τη δυνατότητα αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου (ΑΠ 555/2017, ΑΠ 1309/2005 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εμποδίζεται, όταν κατά την κρίση του για την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς θεωρεί αναγκαίο, να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 KΠολΔ (ΕφΙωανν 49/2026, ΕφΛαμ 139/2011 ΤΝΠ Nomos).

Ακολούθως, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 60 του α.ν. 86/1969, απαγορεύεται η κατάτμηση της δασικής ιδιοκτησίας, είτε με διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε με πώληση είτε με οποιαδήποτε άλλη πράξη, χωρίς την προηγουμένη αδεία του Υπουργού Γεωργίας, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της σχετικής δικαιοπραξίας. Η άδεια του Υπουργού προσαρτάται στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη, στην οποία και γίνεται αυτής. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 60 του α.ν. 86/1969, που προστέθηκε με το άρθρο 4 § 2 του ν. 3208/2003, προβλέπεται πως η μεταβίβαση αυτοτελών ιδιωτικών δασοτεμαχίων, που δεν συνορεύουν μεταξύ τους, καθώς και η μεταβίβαση ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης δεν συνιστά κατάτμηση. Διευκρινίζεται επίσης πως δρόμοι, αντιπυρικές ζώνες και άλλα τεχνικά έργα που κατασκευάζονται εντός δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων, καθώς και νομίμως κηρυσσόμενες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν συνιστούν κατάτμηση αυτών. H θεσπιζόμενη απαγόρευση αφορά στην κατάτμηση της δασικής ιδιοκτησίας που επέρχεται με δικαιοπραξία και δεν εκτείνεται και στην κτήση της κυριότητας επί τμήματος δάσους με έκτακτη χρησικτησία, αφού, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ αναγκαίος για την έκτακτη χρησικτησία όρος είναι η επί εικοσαετία με διάνοια κυρίου νομή του πράγματος, αδιαφόρως αν ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή δυνάμει δικαιοπραξίας (έγκυρης ή άκυρης) ή και χωρίς δικαιοπραξία. Εν όψει όμως των διατάξεων των άρθρων 24 § 1 και 117 §§ 3 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του αμετάβλητου της μορφής και του χαρακτήρα των δασών και των δασικών εκτάσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών, ανατίθενται στους μεταγραφοφύλακες (όπως και στους συμβολαιογράφους) πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις για να μην επέρχονται κατά τις μεταβιβάσεις ανεπίτρεπτες και ποινικά αξιόλογες καταπατήσεις δημοσίων δασών δασικών εκτάσεων με εικονικές ή απατηλές μεταβιβάσεις ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες δεν συμμετείχε το δημόσιο (άρθρο 280 § 1 του ν.δ. 86/1969, όπως ισχύει εν προκειμένω μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του ν.δ. 996/1971) ή ανεπίτρεπτες κατατμήσεις ιδιωτικών δασικών εκτάσεων ερήμην του Δημοσίου. Οι υποχρεώσεις αυτές καθιερώνονται με τις διατάξεις των άρθρων 60 § 1 και 280 § 3 του δασικού κώδικα (ν.δ. 86/1969) και 72 §§ 1-6 του ν. 998/1979 και έχουν ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδιότητα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ως δάσους ή δασικής έκτασης, όπως αυτή οριοθετείται εν προκειμένω από τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ν. 998/1978, όπως ίσχυε προ της τροποποίησης της με το άρθρο 1 του ν. 3208/2003 που ισχύει από 24/12/2003 (Φ.Ε.Κ Α’ αριθ. 303/24-12-2003). Ειδικότερα, με το άρθρο 60 § 1 του δασικού Κώδικα (ν.δ 86/1969), όπως προεκτέθηκε, απαγορεύεται η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας, είτε με διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε με πώληση, είτε με οποιαδήποτε άλλη πράξη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, κάθε πράξη από την οποία επέρχεται κατάτμηση δασικής έκτασης. Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 20 § 4 του ν. 3889/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. Η του άρθρου 153 του ν. 4389/2016, μετά την κύρωση του δασικού χάρτη κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση και γενικά κάθε μεταβολή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων στις δασικές εν γένει εκτάσεις της παραγράφου 1 άρθρου 13 του ν. 3889/2010, που περιλαμβάνονται σε αυτόν, είναι άκυρη και ανίσχυρη, αν δεν συνοδεύεται από σχετικό πιστοποιητικό του οικείου κτηματολογικού γραφείου ή, αν η περιοχή δεν έχει κτηματογραφηθεί, της αρμόδιας υπηρεσίας της οικείας Διεύθυνσης Δασών, με το οποίο βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της έκτασης. Στην επόμενη παράγραφο προβλέπεται πως στις πράξεις που συντάσσουν οι συμβολαιογράφοι, που συντάσσουν οι συμβολαιογράφοι, που αφορούν στις δασικές εν γένει εκτάσεις που περιλαμβάνονται στον κυρωμένο δασικό χάρτη, υποχρεούνται όχι μόνο να επισυνάπτουν το προαναφερθέν πιστοποιητικό αλλά και να μνημονεύουν το περιεχόμενό τους. Δεν επιτρέπεται η εγγραφή ή η μετεγγραφή των πράξεων αυτών στα οικεία υποθηκοφυλακεία και κτηματολογικά γραφεία, αν δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση αυτή (Ι. Κόνσουλας, Η κτήση εμπράγματων δικαιωμάτων σε δάσος/δασική έκταση και το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, σε: ΠΜΣ ΑΠΘ Κτηματολόγιο: Νομικές, Τεχνικές και Περιβ/κές Διαστάσεις, Δάση, δασικοί χάρτες, δασολόγιο και κτηματολόγιο, 2017, σ. 68 = sakkoulas-online). Συνεπώς, από την διάταξη του αρ. 60 παρ. 1 εδ. α ν.δ. 86/1969 προκύπτει ότι, ελλείψει προηγούμενης άδειας του Υπουργού Γεωργίας, κάθε δικαιοπραξία που αποβλέπει σε κατάτμηση δασικής έκτασης είναι άκυρη ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, με την οποία θεσπίζεται κανόνας δημόσιας τάξης (ΑΚ 174). Η ευρεία διατύπωση της διάταξης επιτρέπει την διατύπωση της γνώμης ότι την κύρωση της απόλυτης ακυρότητας επισύρει, εκτός από την μεταξύ των συγκυρίων διανομή, όχι μόνον η κατάρτιση εκποιητικής δικαιοπραξίας με αντικείμενο δασική έκταση (λ.χ. μεταβίβαση κυριότητας, σύσταση πραγματικής ή πλήρους προσωπικής ή περιορισμένης προσωπικής δουλείας, υποθήκης ή επιφάνειας), αλλά και η κατάρτιση υποσχετικής δικαιοπραξίας που αποτελεί και την αιτία της πρώτης, όπως η πώληση ή η  δωρεά (Γ.-Α. Γεωργιάδης, Δικαιοπραξίες με αντικείμενο την κατάτμηση ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης, σε: Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος, Η προστασία των δασών υπό το πρίσμα του Κτηματολογικού Δικαίου, 2017, σ. 107 = sakkoulas-online).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εφεσίβλητη επαναφέρει τον ισχυρισμό που προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που διετάχθη με την υπ’ αριθμ. 3668/2022 απόφαση αυτού, περί του δασικού χαρακτήρα του υπό διανομή ακινήτου. Ειδικότερα, μετά τη διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, ο διορισθείς τεχνικός σύμβουλος της εκκαλούσας, ………… (βλ. την υπ’ αριθμ. ………../2023 έκθεση όρκισης πραγματογνώμονα του Πρωτοδικείου Πειραιά, όπου περιλαμβάνεται και ο διορισμός των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων), συνέταξε την από 9/9/2024 τεχνική του έκθεση, την οποία η εναγομένη επικαλέστηκε και προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία α) κατά την πρώτη ανάρτηση του δασικού χάρτη για την Σαλαμίνα το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ./…… χαρακτηρίσθηκε ως δασικό, β) στις 29/1/2021 ακολούθησε η δεύτερη φάση της ανάρτησης των δασικών χαρτών, επετράπη η υποβολή αντιρρήσεων με καταληκτική ημερομηνία υποβολής στις 31/8/2022 και στις 21/12/2022 έγινε η κύρωση των δασικών χαρτών, γ) έχει υποβληθεί ένσταση κατά του περιεχομένου του δασικού χάρτη για την επίδικη ιδιοκτησία, η οποία δεν είχε εκδικασθεί κατά το χρόνο σύνταξης της ανωτέρω τεχνικής έκθεσης. Σε αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού ο ενάγων-εφεσίβλητος προσκομίζει αντίγραφο της υπ’ αριθμ. …………../2003 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Εκδίκασης Ενστάσεων/Προσφυγών του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με την οποία, εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στη διαλυμένη Μονή ……………., μπορούσε να γίνει αντικείμενο ιδιωτικών δικαιωμάτων και έκανε δεκτή την ένσταση αυτή, διέγραψε το Δημόσιο από δικαιούχο του ακινήτου και ενέγραψε τον ενάγοντα δικαιούχο αυτού. Πλην όμως η ανωτέρω απόφαση ελήφθη πριν τις προαναφερόμενες αναρτήσεις των δασικών χαρτών, ενώ η αναφερομένη στη νομική σκέψη της παρούσας θεσπιζόμενη απαγόρευση του άρθρου 60 του α.ν. 86/1969 (περί απαγόρευσης κατάτμησης δασικής ιδιοκτησίας) δεν εκτείνεται μεν στην κτήση της κυριότητας επί τμήματος δάσους με έκτακτη χρησικτησία, η προκειμένη όμως περίπτωση όμως αφορά τη διανομή του επίδικου ακινήτου και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις παραπάνω νομικές σκέψεις, με το άρθρο 60 § 1 του δασικού Κώδικα (ν.δ 86/1969), απαγορεύεται η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας, όπως είναι η διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων. Με δεδομένο τα ανωτέρω και επιπλέον ότι α) ο ενάγων προσκομίζει κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου με ημερομηνία 13/10/2021, που απέχει πέντε (5) έτη από την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με συνέπεια να μην αποτυπώνονται σε αυτό με ασφάλεια τυχόν εμπράγματες μεταβολές επί του ακινήτου, ούτε και η υποβολή της ένστασης που αναφέρθηκε ανωτέρω (καθώς το εν λόγω φύλλο είναι προγενέστερο χρονικά της τελικής κύρωσης, που κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω και κατά την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση έλαβε χώρα στις 21/12/2022), β) ο δασικός ή μη χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου ή ακόμη και μέρους αυτού, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομιμότητα της διανομής αυτού, πρέπει να αναβληθεί η περαιτέρω έρευνα της ένδικης υπόθεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο (χωρίς προηγουμένως το Δικαστήριο να προβεί στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, εξουσία την οποία έχει, κατά τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου της εφέσεως, ούτως ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή κρίση), προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων α) κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ …………….., β) οι αναρτήσεις των δασικών χαρτών για τη Σαλαμίνα, όπου περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο των διαδίκων με ΚΑΕΚ ………….., το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης-εκκαλούσας έχει χαρακτηριστεί δασικό, β) η ένσταση που έχει ασκηθεί κατά της ανάρτησης αυτής ή σχετική βεβαίωση από την αρμόδια υπηρεσία ότι δεν έχει ασκηθεί τέτοια ένσταση, γ) σε καταφατική περίπτωση, την εκδοθείσα απόφαση επί της ένστασης αυτής. Σημειώνεται ότι, η επανάληψη της συζήτησης διατάσσεται για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων της έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας, αλλά και των ισχυρισμών του ενάγοντος-εφεσίβλητου, οι οποίοι συνέχονται με την ουσία της υπόθεσης και με τα ανωτέρω υπό εξέταση ζητήματα, τα δε αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, όπως και οι λοιποί ισχυρισμοί τους, μεταξύ των οποίων αίτημα για τη διεξαγωγή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, θα επανεκτιμηθούν στη μετ’ επανάληψη συζήτηση, εφόσον προσκομιστούν εκ νέου (δεδομένου ότι πρωτίστως πρέπει να ερευνηθεί ο δασικός ή μη, εν όλω ή εν μέρει, χαρακτήρας του επίδικου) και τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων θα καθορισθούν κατά την τελειωτική κρίση αυτού του Δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Αναβάλλει κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής απόφασής του.

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων: α) κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ ……………, β) οι αναρτήσεις των δασικών χαρτών για τη Σαλαμίνα, όπου περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο των διαδίκων με ΚΑΕΚ …………….., β) η ένσταση που έχει ασκηθεί κατά της ανάρτησης αυτής ή σχετική βεβαίωση από την αρμόδια υπηρεσία ότι δεν έχει ασκηθεί τέτοια ένσταση, γ) σε καταφατική περίπτωση, η εκδοθείσα απόφαση επί της ένστασης αυτής.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 15.10.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ