Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 657/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης  657/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) ………., η οποία δεν παραστάθηκε, 2) ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Ρούσσου.

Του εφεσίβλητου: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικαστικού πληρεξουσίου ΝΣΚ, Ευάγγελου Σαλαμάρα, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Οι ενάγοντες με την από την από 4/2/2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2019) αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησαν τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 2916/2020 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να συμπληρωθεί η πληρεξουσιότητα της δικηγόρου των εναγόντων και κατόπιν επαναφοράς της υπόθεσης, με κλήση προς συζήτηση, η υπ’ αριθμ. 775/2022 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες με την υπό κρίση από 23/10/2023 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………/2023 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ………/2023 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η 5/12/2024 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξουσία δικηγόρος του δεύτερου εκκαλούντος, δήλωσε τη βιαία διακοπή της δίκης ως προς την πρώτη εκκαλούσα και τη συνέχιση της δίκης από τον δεύτερο εκκαλούντα και  αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις της, ο δε ο δικαστικός πληρεξούσιος ΝΣΚ, κατόπιν δήλωσής του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκε  στο  ακροατήριο του  Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’, 287 και 290 KΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης της έφεσης, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μετά την άσκηση της υπό κρίση έφεσης (στις 15/11/2023) απεβίωσε στις 4/12/2023 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Νίκαιας), χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, η πρώτη εκκαλούσα, ………………. Το γεγονός του θανάτου της γνωστοποίησε, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του και με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, ο νόμιμος κληρονόμος της, ήτοι ο δεύτερος εκκαλών και έτσι επήλθε νομότυπη βίαιη διακοπή της δίκης. Παράλληλα με τις προτάσεις του δηλώνεται από τον ανωτέρω η εκούσια επανάληψη της κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσας δίκης, η οποία, εφόσον δεν αμφισβητείται η ιδιότητά του ως κληρονόμου της αρχικής διαδίκου από το αντίδικό του,  Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως επαναλαμβάνεται από αυτόν (βλ. και τα υπ’ αριθμ. ../2026, …/2026, …./2026 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Πειραιά).

Η από 23/10/2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2023 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ’ αριθμ. 775/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθώς οι εκκαλούντες άσκησαν την κατ’ αυτής έφεση με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά, κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, πριν παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ άρθρο 518 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί το παράβολο που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. …………/2023 e-παράβολο). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι ενάγοντες-εκκαλούντες με την από 4/2/2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2019) αγωγή τους, εκθέτουν ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν επικαρπώτρια και ο δεύτερος ενάγων ψιλός κύριος του περιγραφόμενου στην αγωγή οικοπέδου, κατά θέση, έκταση και όρια, εκτάσεως 167,80 τ.μ. κείμενου στο …. Αττικής. Ότι απέκτησαν το ανωτέρω ακίνητο ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου, ……….., αποβιώσαντος την 16/3/1991 και ότι αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την αναφερόμενη στην αγωγή συμβολαιογραφική πράξη. Ότι ο δικαιοπάροχος τους απέκτησε το επίδικο ακίνητο με το υπ’ αριθμ. …../1968 παραχωρητήριο του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, νομίμως μεταγεγραμμένο, σε συνδυασμό με άτυπη δωρεά που έκανε προς αυτόν ο . ……. το 1969 και ότι έκτοτε το νεμόταν, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στην φύση του ακινήτου πράξεις νομής που περιγράφονται στην αγωγή, και μέχρι το θάνατο του, αποκτώντας την κυριότητα του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι το επίδικο ακίνητο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Περάματος με ΚΑΕΚ ……………. ως «αγνώστου ιδιοκτήτη». Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, εκθέτοντας ότι το επίδικο ακίνητο έχει αξία ύψους 37.391,04 ευρώ, οι ενάγοντες ζήτησαν: α) να αναγνωριστούν η πρώτη ενάγουσα επικαρπώτρια και ο δεύτερος ενάγων ψιλός κύριος του επίδικου ακινήτου, β) να διορθωθεί η εσφαλμένη αρχική κτηματολογική εγγραφή ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρησης «αγνώστου ιδιοκτήτη», να καταχωρηθεί στο οικείο κτηματολογικά φύλλο ότι η πρώτη ενάγουσα είναι επικαρπώτρια και ο δεύτερος ενάγων ψιλός κύριος, γ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων αρχικά η υπ’ αριθμ. 2916/2020 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να συμπληρωθεί η πληρεξουσιότητα της δικηγόρου των εναγόντων και κατόπιν επαναφοράς της υπόθεσης, με κλήση προς συζήτηση, η υπ’ αριθμ. 775/2022 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Οι εκκαλούντες με την ένδικη έφεσή τους προσέβαλαν την ως άνω απόφαση, με την οποία παραπονούνται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή καθ’ ολοκληρία και να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στα δικαστικά τους έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 KΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος, προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 341/2024, 651/2024 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 613/2023, ΑΠ 852/2021, ΑΠ 894/2020 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 148/2016 ΤΝΠ Nomos). Όπως προκύπτει από το άρθρο 340 παρ. 2 KΠολΔ, ο δικαστής θεωρεί ως αποδεδειγμένους τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν σχηματίζει πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με την αλήθειά τους. Αν δεν επιτευχθεί πλήρης απόδειξη, δηλαδή αν ο διάδικος αφήσει τον δικαστή να αμφιβάλλει ως προς ορισμένα πραγματικά περιστατικά, τότε οι ισχυρισμοί θεωρούνται μη αποδειχθέντες. Έτσι, επί διεκδικητικής  ή αναγνωριστικής αγωγής, ο ενάγων οφείλει να αποδείξει το δικαίωμα κυριότητάς του επί του ακινήτου, καθώς και τη νομή ή κατοχή εκ μέρους του εναγόμενου, διαφορετικά απορρίπτεται η αγωγή του (βλ. ΑΠ 1103/2014 και 713/2014, ΕφΠειρ 118/2025 ΤΝΠ Nomos, Π. Χριστοδούλου, Απαλαγάκη-Σταματόπουλου, Ο νέος KΠολΔ, τόμος Ι, έκδοση 2022, άρθρο 338, σελ. 1241). ΄Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), διαφορετικά, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1378/2019, 106/2011).

Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι (δεν προσκομίσθηκαν ένορκες βεβαιώσεις ούτε στον πρώτο βαθμό, ούτε στην παρούσα δίκη από κανέναν διάδικο) και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων …………., σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου των εναγόντων και ο ……………, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/1968 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (Γενική Δ/νσις Κοινωνικής Πρόνοιας-Διεύθυνσις Λαϊκής Στέγης, το οποίο μεταγράφηκε στο οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (τ. .., α.α. …..), απέκτησαν, κατά πλήρη κυριότητα, ένα οικόπεδο, εκτάσεως 167,80 τμ, κείμενο στο υπ αρ. … Ο.Τ., με τον αριθμό …., συνορευόμενο ανατολικά με οδό επί προσώπου 11,64 μέτρα, δυτικά με το υπ’ αριθμ. … οικόπεδο επί πλευράς 6,92 μέτρα, νότια με οδό επί προσώπου 19,38 μέτρα και βόρεια με το υπ’ αριθμ. ….. οικόπεδο επί πλευράς 17,28 μέτρων, έναντι τιμήματος 11.186 δραχμών. Στο ανωτέρω παραχωρητήριο αναφέρεται ότι «Παραχωρούμεν και μεταβιβάζομεν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής εις τους κεκτημένους τα νόμιμα προσόντα 1…………. και 2) . ……… κατά συνιδιοκτησίαν το υπ’ αριθμ. ….. εν τετραγώνω 200 οικόπεδον κείμενον εν τη περιφερεία του Δήμου ….. του Νομού Πειραιώς συνολικού εμβαδού μέτρων τετραγωνικών εκατόν εξήκοντα επτά και 80% (167.80)…..», από τη διατύπωση του οποίου συνάγεται ότι με το ανωτέρω παραχωρητήριο μεταβιβάσθηκε κατ’ ισομοιρία το πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί τους ανωτέρω ακινήτου στο δικαιοπάροχο των εναγόντων και στο ……….., ήτοι κατά ποσοστό ½ σε έκαστο εξ αυτών. Επισημαίνεται δε, ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 3370/2005, το επίδικο χρέος από την παραχώρηση του ανωτέρω ακινήτου στους προαναφερόμενους δικαιούχους έχει διαγράφει ολοσχερώς. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους ότι το 1969 έλαβε χώρα άτυπη δωρεά εκ μέρους του ……… προς τον δικαιοπάροχο των εναγόντων του μεριδίου του επί του επίδικου ακινήτου και ότι έκτοτε και μέχρι το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, ο οποίος έλαβε χώρα το 1991, αυτός νεμόταν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα άτυπη δωρεά εκ μέρους του ………… προς τον δικαιοπάροχο των εναγόντων (πέραν δε του ότι άτυπη δωρεά ιδανικού μεριδίου επί ακινήτου δεν αποτελεί έγκυρη αιτία κτήσης κυριότητας), συνεπώς οι πράξεις νομής που ασκούσε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο αφορούν μόνο το δικό του ποσοστό συγκυριότητας και όχι ολόκληρο το ακίνητο, ήτοι το ποσοστό της νομής που αντιστοιχεί στο ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του επί του ακινήτου. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί  ότι η νομή, σύμφωνα με το άρθρο 974 ΑΚ, είναι πραγματική κατάσταση και προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου. Επομένως, η άσκηση ενός δικονομικού ή διοικητικού δικαιώματος (όπως η υποβολή ένστασης ή η φορολογική δήλωση ενός ακινήτου στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου) δεν υποκαθιστά την άσκηση πραγματικών πράξεων εξουσίασης επί του ακινήτου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 976 του ΑΚ, η νομή αποκτάται με παράδοση ή με συμφωνία υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, γεγονός που επίσης καταδεικνύει ότι πρόκειται για πραγματική και όχι απλώς διαδικαστική σχέση με το ακίνητο. Συνεπώς, η νομή θεμελιώνεται με συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις εξουσίασης του ακινήτου (ενδεικτικά καλλιέργεια, περίφραξη, επίβλεψη, οριοθέτηση, ανοικοδόμηση, παραχώρηση σε τρίτο, φύλαξη), ενώ η φορολογική δήλωση ενός ακινήτου στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου αποτελεί διαδικαστική ενέργεια και όχι υλική πράξη άσκησης νομής και δεν αρκεί δεν αρκεί για τη θεμελίωση νομής ή έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δεν αποτελεί αυτή καθαυτή πράξη νομής, ούτε αναπληρώνει την έλλειψη πραγματικής εξουσίασης του ακινήτου. Στην προκειμένη δε περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη ο εκκαλών (που συνεχίζει τη δίκη στο όνομα της αποβιώσασας μητέρας του, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, αλλά και ως ενάγων-εκκαλών ο ίδιος) ούτε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε στην παρούσα δίκη κατ’ άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ προσκόμισαν κάποιο σχετικό έγγραφο, ούτε ένορκες βεβαιώσεις μάρτυρα ή μαρτύρων, από τα οποία να αποδεικνύεται η άτυπη παραχώρηση της νομής του ½ εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου από τον ………… προς τον ………… το έτος 1969 (όπως εκτιμάται εν προκειμένω ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός, καθώς άτυπη δωρεά επί ακινήτου δεν μπορεί να λάβει χώρα, δεδομένου ότι απαιτείται προς τούτο συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή) και η μετά την παραχώρηση αυτή άσκηση πράξεων νομής από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων από το 1969, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί η επικαλούμενη από αυτόν απόκτηση αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ η  φορολογική δήλωση του επίδικου ακινήτου στην περιουσιακή κατάσταση τους δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει τούτο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω. Επιπλέον και όσον αφορά την ανέγερση οικίας επί του επίδικου οικοπέδου λεκτέα της εξής: Η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα υπ’ αριθμ. ……………/1956 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών-Προαστείων είναι χρονικά προγενέστερη τόσο του παραχωρητηρίου του 1968, όσο και της ισχυριζόμενης κατά το έτος 1969 παραχώρησης του μεριδίου από τον έτερο συγκύριο προς τον δικαιοπάροχο τους και συνεπώς, δεν αποδεικνύεται εξ αυτής η  μεταγενέστερη παραχώρηση, ούτε ότι ο ενάγων ασκούσε νομή επί του μεριδίου του άλλου συγκυρίου κατά τον χρόνο έκδοσής της. Σημειωτέον ότι επί της ανωτέρω άδειας αναγράφεται ότι το μέγιστο ποσοστό καλύψεως ανέρχεται σε 50%, ενώ το σκαρίφημα επί της άδειας εμφανίζει το υπό ανέγερση κτίσμα να μη βρίσκεται στο μέσον του όλου οικοπέδου, ενώ οι ενάγοντες, ούτε πρωτόδικα, ούτε ο εκκαλών στην παρούσα δίκη προσκόμισαν φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου με το επ’ αυτού κτίσμα. Το δε αναφερόμενο στην άδεια ποσοστό κάλυψης εκφράζει το ανώτατο μέρος της επιφάνειας του οικοπέδου που επιτρέπεται να καταλαμβάνει η προβολή του κτιρίου στο έδαφος και συνεπώς «κάλυψη 50%» σημαίνει ότι η επιφάνεια που καταλαμβάνει το κτίσμα στο έδαφος δεν επιτρεπόταν να υπερβαίνει το μισό της συνολικής επιφάνειας του οικοπέδου. Η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη  από τον εκκαλούντα μεταγενέστερη υπ’ αριθμ. ……/1981 άδεια της Νομαρχίας Αττικής/Διαμέρισμα Πειραιώς, εκδόθηκε στο όνομα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και αφορά ανέγερση ισογείου και α’ ορόφου στο επίδικο οικόπεδο και  ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ……./20-5-1981 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά με την οποία εγκρίθηκε η εξαίρεση κατεδάφισης της αυθαίρετης κατασκευής του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στο επίδικο οικόπεδο, η οποία αποτελείται από ημιυπόγειο 47,13 τμ, όπως αυτή εμφανίζεται στο αναφερόμενο στην ανωτέρω απόφαση σχέδιο και η υπ’ αρ. ……/1993 πράξη της Ε’ Οικονομικής Εφορίας Πειραιά, με την οποία επιβλήθηκε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων εισφορά του Α.Ν. 410/1968 ύψους 3.770 δραχμών, για την αυθαίρετη κατασκευή του στο επίδικο οικόπεδο. Ωστόσο, η οικοδομική άδεια αποτελεί διοικητικό έγγραφο που επιτρέπει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και η έκδοσή της στο όνομα ενός προσώπου δεν αρκεί, χωρίς άλλα περιστατικά, για να καταδειχθεί ότι ο άλλος συγκύριος έλαβε γνώση πως αμφισβητείται το δικαίωμά του, καθώς στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε α) η παραχώρηση της νομής του ½ εξ αδιαιρέτου εκ μέρους του Γεωργίου Σάντα προς τον δικαιοπάροχο των εναγόντων και η άσκηση πράξεων νομής επ’ αυτού, β) ούτε ο ισχυρισμός τους ότι ο ανωτέρω ………… γνώριζε και αποδεχόταν την άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους του δικαιοπαρόχου τους επί του όλου ακινήτου. Συνεπώς η αγωγή είναι απορριπτέα ως προς τη βάση της περί κτήσης κυριότητας ποσοστού ½ εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν αποδείχθηκαν τα ανωτέρω από τους ενάγοντες και στην παρούσα δίκη από τον εκκαλούντα, ως όφειλε σύμφωνα όσα εκτίθενται στην νομική σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς και ενστάσεις του εναγομένου-εφεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ότι α) ο δικαιοπάροχος των εναγόντων απεβίωσε το 1991 και κατέλιπε την από 2/12/1990 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στο Ειρηνοδικείο Πειραιά δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/2017 πρακτικού δημοσίευσης και κηρύχθηκε κυρία δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../2017 πράξης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, σύμφωνα με την οποία εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους στο επίδικο οικόπεδο την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του, ως επικαρπώτρια και το δεύτερο ενάγοντα, γιο του, ως ψιλό κύριο, β) σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν είχε δημοσιευτεί άλλη διαθήκη από το Ειρηνοδικείο Πειραιά με διαθέτη τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, ούτε είχε δημοσιευτεί άλλη διαθήκη με διαθέτη τον δικαιοπάροχο των εναγόντων εκτός από την επίδικη, γ) την ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονομιά αποδέχθηκαν οι ενάγοντες δυνάμει της υπ’ αριθ. …../29-12-2017 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας …….., δ) σύμφωνα με την ανωτέρω αποδοχή κληρονομιάς, το οικόπεδο έχει έκταση 167,80 τμ, βρίσκεται στο ….. Αττικής, με προσόψεις επί των οδών …. και ……., βρίσκεται στο Ο.Τ. …., έχει εντός αυτού παλαιό κτίσμα, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο και α’ όροφο και προσόψεις επί των οδών ….. και …….., εμφαινόμενο περιμετρικά με τα γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Οκτωβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού …………., συνορευόμενο βόρεια με πλευρά Δ-Γ τμ 17,60, με το υπ αρ. … οικόπεδο ιδιοκτησίας …………, ανατολικά με πλευρά Γ-Β τμ 11,64 με οδό ……., νότια με πλευρά Β-Α τμ 18,85 με οδό ….. πλάτους 8,00 μέτρων και δυτικά με πλευρά Α-Δ τμ 7,10 με το υπ αρ. ….. οικόπεδο και έχει λάβει ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου ……………., ε) από την επισκόπηση του κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου με το ανωτέρω ΚΑΕΚ προκύπτει ότι η αποτύπωση του σε αυτό δεν αποκλίνει με την περιγραφή του τόσο στο προαναφερόμενο παραχωρητήριο όσο και στο από Οκτωβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού …………. και ότι η κτηματική περιοχή, στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995, η δε διαδικασία περαιώθηκε ήδη και ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου ορίστηκε η 29-8-2005 (υπ’ αριθμ. 321/2/23-8-2005 απόφαση του ΔΣ του ΟΚΧΕ, ΦΕΚ 1192/Β/29-8-2005), στ) κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου, που έλαβε ΚΑΕΚ ……….. με έκταση 168 τμ, αυτό καταχωρήθηκε ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» και για το λόγο αυτό η εν λόγω πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων, ήτοι της πρώτης ενάγουσας ως επικαρπώτριας του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και του δεύτερου ενάγοντος ως ψιλού κύριου του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατά τον χρόνο των πρώτων εγγραφών. Οι ανωτέρω κρίσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν πλήττονται με σχετικό λόγο έφεσης, δεδομένου ότι οι εκκαλούντες δεν θα είχαν και έννομο συμφέρον προς τούτο.

Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.1 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν. 3693/1957, όπως ισχύει μετά τη με αριθμό 134423/8.12.1992/20.1.1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που προκαταβλήθηκε κατά την κατάθεσή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 15.10.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ