ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 658/2026
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την ……………, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των Καλούντων-Εκκαλούντων: (1) έως και (70), οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους Γεώργιου Τρανταλίδη (A.M.Δ.Σ.Α. 005287), (βλ. το υπ’ αριθμόν Π ……../ 24-10-2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση, χωρίς ο ίδιος να παραστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των Εφεσίβλητων: (1) Της εταιρίας, με την επωνυμία «………….», εδρεύουσας στη …………… και νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο είχε εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα (………..). (2) Της εταιρίας, με την επωνυμία «………….», εδρεύουσας στη ……………. και εκπροσωπούμενης κατά το νόμο, (3) ……………., και (4) …………………. που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους Φίλιππου Δίγκα (A.M.Δ.Σ.Π. …..), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α ……./15-09-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π.- άρθρο 61 Ν. 4194/ 2013), (Δ.Ε. «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ΡΕΔΙΑΔΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Α.Μ. Δ.Σ. Π. ……), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση, χωρίς ο ίδιος να παραστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Οι καλούντες-εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος των εναγομένων-εφεσίβλητων την από 01/04/2019 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./2019 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α. Κ.Δ.) ……/2019.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 848/2021 (οριστική) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών άρθρα 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ., με την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα σε αυτήν.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 02 Ιουλίου 2021 έφεσή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) ………./2021 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …../2021 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……./2021 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α. Κ.Δ.) …../2021, δικάσιμος δε ορίστηκε αρχικά η 24η Οκτωβρίου 2024, οπότε αναβλήθηκε για τη 18η Σεπτεμβρίου 2025, εκδικασθεί σας αντιμωλία των διαδίκων.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 639/2025 (μη οριστική) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.
Ακολούθως, οι εκκαλούντες άσκησαν την από 10.02.2026 κλήση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……./2026 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……./2026, δικάσιμος δε ορίστηκε αυτή, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων.
Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, που παραστάθηκαν, όπως ανωτέρω, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις, τις οποίες προκατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308,309, 513, 533, 539 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη, με την οποία περατώνεται η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το Δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες, που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Συγκεκριμένα, όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το Δικαστήριο, που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Η οριστική κρίση του Δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και μόνο στο σκεπτικό, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση το Δικαστήριο δεν περιορίζεται να εκφέρει απλά σκέψεις σχετικά με τη βασιμότητα ή μη του εξεταζόμενου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, ως συμπέρασμα νομικής σκέψης, για την παραδοχή ή απόρριψη αυτού (ΑΠ 964/ 2020, ΑΠ 2008/2009, ΑΠ 1821/2008 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). H μη οριστική απόφαση, μέχρι να ανακληθεί κατά τα παραπάνω παράγει ενδο διαδικαστικές συνέπειες με σημαντικότερη εκείνη της δεσμευτικό τητας ως προς τους διαδίκους να συμμορφωθούν στα οριζόμενα με αυτήν (Β. Βαθρακοκοίλης: Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ κατ’ άρθρο , Τόμος 2ος , σελ. 410 και επ., με τις εκεί παραπομπές στη Νομολογία και στην Επιστήμη).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 2α Ιουλίου 2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/(Ε.Α.Κ.Δ.) …../2021 έφεσή των εναγόντων με την από 10.02.2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/ (Ε.Α.Κ.Δ.) …./2026 κλήση τους, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμόν 639/2025 (μη οριστική) απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία είχε επιτραπεί στο Δικηγόρο Γεώργιο Τρανταλίδη να παραστεί προσωρινά στην προκείμενη έκκλητη δίκη και παρασχέθηκε σε αυτόν προθεσμία τριών (3) μηνών από την επίδοση αυτής για τη συμπλήρωση της ελλείψεως της μη προσκόμισης εγγράφων πληρεξουσιότητας των εκκαλούντων. Ωστόσο και παρά το γεγονός ότι είχε διαταχθεί η συμπλήρωση της ελλείψεως αυτής, στο προκείμενο στάδιο δίκης προσκομίζονται με επίκληση πληρεξούσια/ εξουσιοδοτήσεις μόνο είκοσι δύο (22) εκκαλούντων και συγκεκριμένα των: εκκαλούντων: (1) ……… , (2) …………, (33) …………, (37) ……, (38) ………., (39) ……………., (41) ……….., (42) …………., (43) …………, (44) ………, (45) ……….., (46) ……………, (57) …………., (59) ……………, (63) …………., (64) ……………, (65) …………., (66) …………, (67) …………., (69) …………. και (70) ………., οι οποίες (=εξουσιοδοτήσεις) παρασχέθηκαν σε χρόνους προγενέστερους της ταχθείσας με την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προθεσμίας, χωρίς όμως να προσκομίζονται εξουσιοδοτήσεις-πληρεξούσια και για τους υπόλοιπους σαράντα οκτώ (48) εκκαλούντες. Μετά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, υποβλήθηκε το από 21/09/2026 έγγραφο (αίτημα) από το Δικηγόρου Γεωργίου Τρανταλίδη με το οποίο ζητεί να του χορηγηθεί νέα προθεσμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης πληρεξουσίων εγγράφων και για τους υπόλοιπους σαράντα οκτώ (48) εκκαλούντες, αίτημα, όμως, που τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς υποβάλλεται το πρώτον μετά τη συζήτηση της ένδικης υποθέσεως, οπότε δεν υφίσταται στάδιο δίκης για την υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος, προκειμένου και οι εφεσίβλητοι να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση αυτού και α εκφράσουν τις απόψεις τους επ’ αυτού, κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ενώ δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα στο διάδικο, ήτοι χορήγηση και νέας δεύτερης προθεσμίας προς συμπλήρωση των ήδη προυπαρχουσών ελλείψεων, καθώς από το άρθρο 105 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι τάσσεται μία και μόνο φορά προθεσμία για συμπλήρωση των ελλείψεων, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας και τη μη συμπλήρωση των ελλείψεων δεν υφίσταται πλέον τέτοια δικονομική δυνατότητα του Δικαστηρίου, καθώς αυτό θα επέφερε καθυστέρηση της δίκης και συνακόλουθα διάγνωσης της ένδικης διαφοράς. Άλλωστε, υπήρχε η δυνατότητα υποβολής αιτήματος για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης από την πλευρά του Δικηγόρου των εκκαλούντων κατά την εκδίκαση της υποθέσεως θεωρούμενης αυτής ως πρωτοείσακτη, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημα αυτό, κατά τον προσήκοντα τρόπο, χωρίς τους περιορισμούς, που εισάγει η διάταξη του άρθρου 105 Κ.Πολ.Δ. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, αναφορικά με τους σαράντα οκτώ (48) εκκαλούντες δεν αποδεικνύεται η παροχή της αναγκαίας πληρεξουσιότητας από αυτούς στον παραστάντα Δικηγόρο για την άσκηση της ένδικης εφέσεως κατά της υπ’ αριθμόν 848/2021 (οριστικής) αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ακολούθως υποστήριξη αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ως εκ τούτου σύμφωνα με όσα εκτίθενται τη νομική σκέψη της υπ’ αριθμόν 639/2025 (μη οριστικής) απόφασης του Δικαστηρίου τούτου οι προγενέστερες πράξεις, μεταξύ των οποίων και η άσκηση της ένδικης εφέσεως τους τυγχάνουν άκυρες, μη δυνάμενες να παράγουν οποιαδήποτε έννομη συνέπεια, απαγγελλόμενης της ακυρότητας αυτών κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
(ΙΙ) Κατά τα λοιπά η κρινόμενη έφεση των παραπάνω είκοσι δύο (22) εκκαλούντων αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.) έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από το χρόνο έκδοσης αυτής, την 16-04-2021, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄87/23.07.2015) σε συνδυασμό με τη μη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σε οποιονδήποτε διάδικο για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αφού δεν προσκομίζεται είτε έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης είτε αντίγραφο αυτής με επισημείωση Δικαστικού Επιμελητή για επίδοση αυτής, ενώ παρά λληλα δεν προτείνεται ισχυρισμός για εκπρόθεσμη άσκηση τους, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει να διαδράμει η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. Β Κ.Πολ.Δ., ενώ το δικόγραφο της ένδικης εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 02α Ιουλίου 2021, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), καθώς για το παραδεκτό αυτής αφενός δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου λόγω του ότι πρόκειται για (ναυτ=)εργατική διαφορά (άρθρο 495 §4 εδ. τελευταίο και 614 §3 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 – σχ. Κ. Ρίζο σε Ν. Λεοντή, Ειδικές Διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, 2018, σσ. 239), αφετέρου δε έχει κατατεθεί από τον υπόχρεο προς τούτο πληρεξούσιο Δικηγόρο των εκκαλούντων το παράβολο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθ. 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4139/2013), (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμ. Ε …………../29-06-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών). Συνεπώς, πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
(ΙΙΙ) Με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εκθέτουν ότι τυγχάνουν συγγενείς, ναυτικών, οι οποίοι με συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας, που καταρτίσθηκαν στον Πειραιά και στις Φιλιππίνες αντίστοιχα, ναυτολογήθηκαν από τη πρώτη (1η) εναγόμενη διαχειρίστρια εταιρία του υπό σημαία Μάλτας φορτηγού πλοίου με την ονομασία «Π», κ.ο.χ. 16450, που ανήκε στη πλοιοκτησία της δεύτερης (2ης) εναγομένης εταιρίας, εκπροσωπούμενες από τον τρίτο (3ο) και τέταρτο (4ο) των εναγομένων, αντίστοιχα, και ειδικότερα τυγχάνουν η (1η) από αυτούς αδελφή του ………….. ναυτολογημένου ως πλοίαρχου, η (2η) αδελφή των ……………., ναυτολογημένου ως μηχανικού- ηλεκτρολόγου, η (33 η) αδελφή του …………, ναυτολογημένου ως ναυτόπαιδα, η (37η) σύζυγος και οι (38ος) μέχρι και (41η) τέκνα του ……………, ναυτολογημένου ως β ‘μηχανικού, η (42η) σύζυγος και οι (43η)) και (44ος) τέκνα του ………….., ναυτολογημένου ως α’ μηχανικού, η (45η) σύζυγος και ο (46ος) τέκνο του ………….., ναυτολογημένου ως ραδιοτηλεγραφητή, η (57η) σύζυγος και οι (48η) έως και (52η) τέκνα του …., ναυτολογημένου ως εφαρμοστή, οι (61ος) μέχρι και (71ος) τέκνα του …………., ναυτολογημένου ως λιπαντή. Ότι το ως άνω πλοίο, την 14.12.1994, κατέπλευσε και αγκυροβόλησε στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας, αναμένοντας την είσοδό του στο λιμάνι προς φόρτωση. Ότι, την 04.01.1995 και ώρα 13.15, μετά από 20ήμερη αναμονή στο αγκυροβόλιο, το παραπάνω πλοίο έλαβε άδεια από τις αρμόδιες Αρχές να εισέλθει στο λιμάνι προορισμού του, πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό, καθώς παρουσιάσθηκε πρόβλημα στο βίτσι της μίας άγκυρας του πλοίου και έτσι το εν λόγω «Π» παρέμεινε στο ίδιο αγκυροβόλιο. Ότι την ώρα 18.10 μ.μ. της ίδιας ημέρας, οι τοπικές Αρχές ζήτησαν από το πλοίο να εξέλθει στην ανοικτή θάλασσα για λόγους ασφαλείας, καθώς στο σημείο, όπου αυτό βρισκόταν, έπνεαν ισχυροί άνεμοι και υπήρχε μεγάλος θαλάσσιος κυματισμός 8 μέτρων, πλην όμως η απομάκρυνση του πλοίου δεν κατέστη εφικτή, με συνέπεια αυτό να πλησιάσει στην προβλήτα και στη συνέχεια να προσκρούσει στο λιμενοβραχίονα, ακολούθως δε να βυθισθεί αύτανδρο, με συνέπεια να προκληθεί ο θάνατος του συνόλου του μελών του πληρώματος. Ότι ο θάνατος των παραπάνω εργαζομένων στο πλοίο «Π», οφείλεται σε λειτουργικά προβλήματα του επίδικου πλοίου και συγκεκριμένα σε βλάβη της κύριας μηχανής του επίδικου πλοίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή. Επικαλούμενοι ίδιον δικαίωμα προς διατροφή αλλά και ψυχική οδύνη από τον αδόκητο θάνατό τους, ως συγγενείς των παραπάνω ναυτικών και δεδομένου ότι τα χρηματικά ποσά, τα οποία αυτοί έχουν ήδη εισπράξει, ως αποζημίωση για το θάνατο των συγγενών τους, τα έχουν λάβει ένεκα άκυρου συμβιβασμού, αφού αυτός δεν έγινε ενώπιον Ειρηνοδίκη όπως απαιτεί ο Ν. 551/1935, χωρίς να τους δεσμεύει, να τους καταβάλουν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι ο καθένας από αυτούς σε ολόκληρο, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα του ναυαγίου την 04.01.1995, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής την 04-01-2000 των με αριθμό κατάθεσης 17, 35 και 13/2000 αγωγών, διαφορετικά από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: (α) για αποζημίωση, που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 4 του Ν. 551/1915, στη (37η) ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το χρηματικό ποσό των 14.174,61 €, στους (38ο), (39ο) και (41η) το χρηματικό ποσό των 5.315,48 €, στην (42η) ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το χρηματικό ποσό των 14.174,61 €, στους (43η) και (44ο) των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των 10.630,96 € σε καθέναν από αυτούς, στη (45η) ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το χρηματικό ποσό των 14.937,63 €, στον (46ο) το χρηματικό ποσό των 22.582,53 €, στη (47η) ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το χρηματικό ποσό των 14. 174,61 €, στους (48η), (49η), (50ο), (51ο) και (52η) των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των 7.087,30 € σε καθέναν από αυτούς, στη (56η) ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το χρηματικό ποσό των 35.436,53 €, στη (57η) ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το χρηματικό ποσό των 14.174,61 €, στον (59ο) το χρηματικό ποσό των 10.630,96 €, του υπολογισμού γενομένου, σύμφωνα με τα χρηματικά ποσά, που κατά την ένδικη αγωγή φέρονται ότι λάμβαναν οι θανόντες συγγενείς τους, ως μισθό κατά το χρόνο του θανάτου τους (Β) ως χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη των παραπάνω εναγόντων και ήδη εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) € σε καθέναν από αυτούς, απαγγελλόμενης, σε βάρος των τρίτου (2ου) και τέταρτου (4ου) των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων προσωπικής κράτησης χρονικής διάρκειας δύο (2) ετών για τον καθέναν από αυτούς, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων-εκκαλούντων σε βάρος των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 848/2021 εκκαλούμενη (οριστική) απόφαση, με την οποία, αφενός μεν κρίθηκε ως απαράδεκτη ως προς τους 14°, 53°, 54η, 55η, 56η και 60η των εναγόντων, αφετέρου δε κρίθηκε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, μόνον ως προς τη δεύτερη (2η) εναγόμενη- εφεσίβλητη, πλοιοκτήτρια του επίδικου πλοίου, καθώς και των φυσικών προσώπων, που ασκούσαν τη διοίκηση αυτής, κατά την επίδικη χρονική περίοδο ήτοι, τους τρίτο (3ο) και τέταρτο (4ο) των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, αντίστοιχα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/ 25.08.1920, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 εδ. α’ ΕισΝΑΚ) και ισχύει και στις περιπτώσεις ναυτικής εργασίας (άρθρα 2 του άνω νόμου και 66 εδ. β’ του κυρωθέντος με το Ν. 3816/1958 Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου), 299, 330, 361, 481, 648, 652, 653, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 68, 74, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ, 53 επ., 66, 84, 105 και 106 Κ.Ι.Ν.Δ., 1 και 1, 2, 3, 4, 6 και 16 Ν. 551/1915, και απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη (1η) των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων διαχειρίστρια εταιρία του πλοίου και τους τρίτο (3ο) και τέταρτο (4ο) των εναγομένων, με την ιδιότητά αυτών, ως νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας, λόγω αοριστίας αυτής, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες, έχοντες έννομο συμφέρον, ως ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό διάδικοι, λόγω απόρριψης της ένδικης αγωγής τους άσκησαν την ένδικη έφεση τους, παραπονούμενοι για τους λόγους, που ειδικότερα εκτίθενται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους εκτιμώμενες, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διαφορετικά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας την παραδοχή αυτών, ως βάσιμων, και στη συνέχεια την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, έτσι ώστε, αφού κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η ένδικη υπόθεση, να γίνει αυτή καθ’ ολοκληρίαν δεκτή στο σύνολο του αιτητικού της. Πλέον συγκεκριμένα, οι εκκαλούντες διατείνονται μεταξύ άλλων για πλημμέλεια της εκκαλούμενης απόφασης συνιστάμενη αυτή σε παρά το Νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ειδικότερα σε απόρριψη της ένδικης αγωγής ως προς τους πρώτη (1η), τρίτο (3ο) και τέταρτο (4ο) των εναγομένων, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής, ενώ αυτή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και δεκτική δικαστικής αξιολόγησης. Αναφορικά με το σχετικό λόγο της ένδικης εφέσεως πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία, που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: (α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγομένου, (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει ότι η χωρίς πληρότητα αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΑΠ 1611/2008 Δ 2008/1131, ΑΠ 187/2006 Δ 2006/907), δεδομένου ότι σε περίπτωση ελλιπούς ή ασαφούς αγωγής το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εκτίμηση των ισχυρισμών του ενάγοντος από νομική και ουσιαστική άποψη, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδεις ελλείψεις, οι οποίες είναι δυνατόν, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ να συμπληρωθούν, να διευκρινιστούν και να διορθωθούν με τις προτάσεις. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το Δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 803/2019, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 769/2017, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 1097/2013). Εξάλλου, στη ναυτιλιακή επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως είναι ευρέως γνωστό, παρουσιάζουν ιδιαίτερη διάδοση οι συμβάσεις διαχειρίσεως πλοίων άλλων. Ειδικότερα, έχουν εμφανιστεί οι ακόλουθες μορφές τέτοιων συμβάσεων: (α) Οι συμβάσεις τεχνικής διαχειρίσεως πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοιοκτήτη, αναλαμβάνει τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και τη στελέχωση του πλοίου και (β) Οι συμβάσεις τεχνικής και εμπορικής διαχειρίσεως πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοιοκτήτη, έχει επιπλέον την επιμέλεια της εκναυλώσεως, της εισπράξεως των ναύλων, της πληρωμής των εξόδων και της συναγωγής των οικονομικών αποτελεσμάτων τους. Έτσι, έχουν δημιουργηθεί εταιρίες, οι οποίες κύριο, αν όχι αποκλειστικό, σκοπό έχουν να διαχειρίζονται τα πλοία άλλων. Σχετικά το Baltic and International Maritime Council (BIMCO) δημοσίευσε το έτος 1988 τυποποιημένες συμφωνίες για τη διαχείριση πλοίων, όπως ανανεώθηκαν το έτος 2009 και είναι διαθέσιμες σε ηλεκτρονική μορφή. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της καταρτιζό μενης σύμβασης διαχείρισης, ο πλοιοκτήτης αναθέτει για ορισμένο χρόνο τη διαχείριση πλοίου του σε άλλον, το διαχειριστή, ο οποίος έχει ευρύτατες εξουσίες, που αφορούν την τεχνική, είτε τόσο την τεχνική όσο και την εμπορική διαχείριση του πλοίου. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ο διαχειριστής προβαίνει σε εκναύλωση του πλοίου σύμφωνα με τις οδηγίες του πλοιοκτήτη, υποχρεούται όμως να λάβει τη συναίνεση του, όταν πρόκειται να εκναυλώσει το πλοίο για χρόνο μεγαλύτερο από τη διάρκεια της διαχειριστικής του εξουσίας, προσδιορίζει τους ναύλους και τις επισταλίες και επιδιώκει την είσπραξη τους, ενημερώνει τον πλοιοκτήτη για τα ταξίδια του πλοίου, επιμελείται τη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων, που πηγάζουν από την οικονομική διαχείριση του πλοίου και την απόκρουση των αγωγών ή άλλων δικαστικών μέτρων κατά του πλοίου. Η ενοχική σχέση, που συνδέει το διαχειριστή και τον πλοιοκτήτη, είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή. (ΕφΠειρ 19/2019, ΕφΠειρ 740/2018, ΕφΠειρ 269/2016, ΕφΠειρ 195/2015 ΔΕΕ 2015, 718, ΕφΠειρ 110/2014, ΕφΠειρ 63/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 497/2013 ΔΕΕ 2013, 824 – ΕΝΔ 2013, 110 – ΕΕμπΔ 2013, 950, Λ. Αθανασίου, Η σύμβαση διαχείρισης εταιρίας, σε ΕλλΔνη 2004, 973 επ. [979], Στ. Γεωργιάδη, Η σύμβαση διοίκησης και διαχείρισης επιχείρησης [management agreement], σε ΧρΙΔ 2003, 603 επ. [606]).) Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 212, 216 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές σχέσεις, λόγω ελλείψεως ειδικών διατάξεων στον Εμπορικό Νόμο και τον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (Κ.Ι.Ν..Δ), όπως ίσχυε, συνάγεται ότι για την προστασία του συμφέροντος του τρίτου και την ασφάλεια των συναλλαγών πρέπει, προκειμένου η δήλωση βουλήσεως να ενεργήσει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, ο αντιπρόσωπος να αποκαλύπτει κατά τρόπο έκδηλο προς εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, ότι η ενέργεια της δικαιοπραξίας θα επέλθει ευθέως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου. Απαιτείται, δηλαδή, να προκύπτει σαφώς ότι η επιχειρούμενη δικαιοπραξία είναι δικαιοπραξία του αντιπροσωπευόμενου, διότι ο νόμος αποδέχεται για την άμεση αντιπροσώπευση την αρχή του εμφανούς συναλλασσομένου. Η κατά τον τρόπο αυτό φανερή δήλωση στο όνομα άλλου υπάρχει, όχι μόνον όταν ρητώς δηλώνει ο αντιπρόσωπος ότι ενεργεί για τον αντιπροσωπευόμενο, αλλά και όταν από όλες τις περιστάσεις προκύπτει ότι η δήλωση του αντιπροσώπου έγινε στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου (σιωπηρή αντιπροσώπευση), με εξαίρεση βεβαίως την περίπτωση, κατά την οποία η δικαιοπραξία υπόκειται σε έγγραφο συστατικό τύπο. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην περίπτωση αγωγής, με την οποία ο δανειστής αξιώνει την εκπλήρωση συμβατικής απαίτησης του προερχόμενης από σύμβαση, που εξυπηρετεί τη λειτουργία του πλοίου, γίνεται ρητή επίκληση της ιδιότητας του εναγομένου, ως διαχειριστή του πλοίου και επομένως, της συμμετοχής του στη σύμβαση καταρχήν στο όνομα και για λογαριασμό άλλου, ο ενάγων υπέχει καταρχάς το βάρος επικλήσεως των περιστατικών, που δικαιολογούν την άσκηση της προσωπικά εναντίον του (άρθρο 216 § 1 περ. α ΚΠολΔ) και ταυτόχρονα θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του εναγομένου (Φ. Δωρής, Ζητήματα νομιμοποίησης των διαδίκων, ιστορικής βάσης της αγωγής και κατανομής του «βάρους απόδειξης» επί διαφορών από συμβάσεις συναπτόμενες δια πληρεξουσίου, σε Τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή Νικόλαο Κλαμαρή, 2016, σελ. 159 επομ. [160], ο ίδιος, σε Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου Αστικός Κώδικας, 2η έκδοση [2016], τόμος Ι β, Γενικές Αρχές, άρθρο 211, αρ. 118, σελ. 1038, ο ίδιος, Η δι’ αντιπροσώπου συναλλαγές στο ιδιωτικό δίκαιο, 2021, σελ. 189) και μόνον εάν ανταποκριθεί σε αυτό ενεργοποιείται το βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσης της αγωγής του, εφόσον, βεβαίως, αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο. Οφείλει δηλαδή ο στρεφόμενος με αγωγή κατά του διαχειριστή του πλοίου να επικαλεστεί το λόγο, για τον οποίο ο εναγόμενος κατέστη, κατ’ εξαίρεση, ο από τη σύμβαση ατομικά υπόχρεος και κατ’ ουσίαν, να διευκρινίσει ότι ο τελευταίος, αν και διαχειριστής του πλοίου, είτε συμβλήθηκε χωρίς κατά την κατάρτιση της σύμβασης να δηλώσει κατά τρόπο ρητό ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, ούτε τούτο προέκυπτε από τις περιστάσεις, είτε ότι συμβαλλόμενος υπερέβη τα όρια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας. Αν τέτοια αναφορά ελλείπει και το αγωγικό δικόγραφο δεν συμπληρωθεί με τη μνεία των όρων παραγωγής ατομικής ευθύνης του διαχειριστή μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, δημιουργείται ασάφεια ως προς το πρόσωπο του υπόχρεου από τη σύμβαση και, επομένως, περί το υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης και η αγωγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της. Αν πάλι ο ενάγων προσδώσει στον εναγόμενο, που συμβλήθηκε μαζί του, την ιδιότητα του διαχειριστή του πλοίου και συγχρόνως από το περιεχόμενο της αγωγής καθίσταται σαφές είτε ότι ο τελευταίος δήλωσε ρητά ότι ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου, όπως συμβαίνει όταν από τους αγωγικούς ισχυρισμούς προκύπτει η ταυτότητα του τρίτου αυτού είτε ότι η αντιπροσώπευση του τρίτου από τον εναγόμενο συναγόταν από τις διαγνωστές εκ μέρους του ενάγοντος περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν εκτίθεται η, εν γνώσει του ενάγοντος, παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων ή η αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών από ναυτικό, απασχολούμενο στο πλοίο και ενεργούντα για λογαριασμό του εκμεταλλευόμενου αυτό πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, τρίτου σε σχέση με το διαχειριστή του πλοίου, η αγωγή θα απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως παθητικά ανομιμοποίητη, επειδή υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ο εναγόμενος διαχειριστής δεν υπέχει ατομική ευθύνη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης από την επίδικη σύμβαση. Το ίδιο θα συμβεί ακόμα και αν η ίδια αγωγή στραφεί κατ’ αμφοτέρων, δηλαδή του εκμεταλλευόμενου το πλοίο και του διαχειριστή τούτου με αίτημα καταδίκης τους στη σε ολόκληρο εκπλήρωση της συμβατικής παροχής. Και τούτο διότι η εναγωγή του πρώτου αποκλείει την ταυτόχρονη συνεναγωγή του δεύτερου για το ίδιο χρέος, αφού αυτό μπορεί να έχει γεννηθεί μόνο στο πρόσωπο είτε του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή από τη δράση του διαχειριστή, ως αμέσου αντιπροσώπου του, είτε στο πρόσωπο του τελευταίου, εάν αυτός κατά την κατάρτιση της σύμβασης δε δήλωσε ρητά ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, ούτε τούτο προέκυπτε από τις περιστάσεις είτε όταν υπήρξε υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας. Παθητικώς νομιμοποιημένη θα είναι η ίδια αγωγή μόνο στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο ενάγων επικαλεστεί με το δικόγραφο της, ως νόμιμο λόγο παραγωγής παράλληλης ευθύνης διαχειριστή και εκμεταλλευόμενου το πλοίο, την κατάρτιση άλλης συμβάσεως, διαφορετικής από αυτήν, από την οποία απορρέει η επίδικη απαίτηση, με την οποία ο πρώτος είτε κατέστη παρεπομένως υπόχρεος, επειδή εγγυήθηκε το ξένο χρέος ως αυτοφειλέτης είτε αναδέχθηκε σωρευτικά το χρέος του δεύτερου. Από την άλλη, ο εναγόμενος προτείνων, κατ’ ένσταση, προς απόρριψη της κατ’ αυτού αγωγής, στηριζομένης σε δικαιοπραξία, που φέρεται ότι έχει συναφθεί στο δικό του όνομα, ότι ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, ο ίδιος φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει τα αντίστοιχα περιστατικά, τα οποία συνάπτονται με την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου, δηλαδή είτε ότι η δικαιοπρακτική του δήλωση έγινε ρητώς στο όνομα άλλου, είτε τουλάχιστον ότι η ενέργεια του αυτή στο όνομα του άλλου μπορούσε να συναχθεί από τις διαγνωστές στον αντισυμβαλλόμενο του περιστάσεις (ΑΠ 1422/ 2007 ΕλΔνη 2009 103, ΑΠ 929/2004 ΕλΔνη 46 1661, ΕφΠειρ 510/2022 δημ.ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2044/1998 ΕλΔνη 39 606, ΕφΑθ 6693/1997 ΝοΒ 46 650, ΕφΑθ 9826/1989 ΕλΔνη 32 1631). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84, 105 και 106 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (Ν. 3816/1959), όπως αυτός ίσχυε, προκύπτει ότι γίνεται διάκριση των εννοιών πλοιοκτησίας, κυριότητας του πλοίου και εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει σύμπτωση κυριότητας και εφοπλισμού, έτσι ώστε όταν τα δύο αυτά στοιχεία διακρίνονται να υφίσταται αφενός μόνον κυριότητα και αφετέρου μόνον εφοπλισμό. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 105 του ΚΙΝΔ «ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο δι’ εαυτόν ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι’ εαυτόν». Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι η δήλωση του τρίτου περί εφοπλισμού του πλοίου παρ’ αυτού που γίνεται στο λιμάνι νηολογήσεως του πλοίου από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων συναλλασσομένων, αλλά εξυπηρετεί και τα έννομα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του πλοίου, εν ελλείψει της οποίας (δηλώσεως) τίθεται μαχητό τεκμήριο, δηλαδή τεκμαίρεται ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται αυτό για δικό του λογαριασμό είναι δηλαδή πλοιοκτήτης. Το τεκμήριο τούτο είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη, δηλαδή μπορεί να αποδειχθεί ότι ο τρίτος, που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή είναι αυτός, που εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή είναι ο εφοπλιστής. Ειδικότερα, ως εκμετάλλευση, η οποία πάντως δεν ταυτίζεται με τη διαχείριση του πλοίου, νοείται η διενέργεια ναυτιλιακών εργασιών (όπως μεταφορά προσώπων και πραγμάτων, αλιεία, ρυμούλκηση) με σκοπό το κέρδος, ενώ στοιχεία αυτής (εκμεταλλεύσεως) είναι η ναυτική διεύθυνση του πλοίου από τον εφοπλιστή. Ακόμη, βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκήσει και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση του πλοίου και εκτός από την απολαβή των κερδών, επωμίζεται απεριορίστως και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του. Αντιθέτως, ο διαχειριστής συναλλάσσεται σχετικώς με το πλοίο στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη με τους ενδιαφερόμενους τρίτους, ως άμεσος αντιπρόσωπος του, κατά την έννοια του άρθρου 211 του ΑΚ, τα έννομα αποτελέσματα δε κάθε επιχειρούμενης ενέργειας απ’ αυτόν, μέσα στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής εξουσίας του, αφορούν ευθέως τον πλοιοκτήτη, ο οποίος είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη δράση του διαχειριστή και εκείνος (πλοιοκτήτης) ευθύνεται προς τους δανειστές του. Ο διαχειριστής έχει προσωπική ευθύνη μόνον, όταν δεν δηλώνει ρητώς ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη και δεν συνάγεται από τις διαγνωστές στον αντισυμβαλλόμενο περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία στο όνομα και για λογαριασμό εκείνου, καθώς και όταν η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του (ΑΠ 689/2013 ΔΕΕ 2014 65, ΕφΠειρ 762/2013 ΕΝαυτΔ 2013 190, ΕφΠειρ 153/2008 ΕΝαυτΔ 2008 315). Για τις απαιτήσεις από τον εφοπλισμό ευθύνεται απεριόριστα ο εφοπλιστής, ενώ ο κύριος του πλοίου ευθύνεται μόνο δια του συγκεκριμένου πλοίου και μέχρι της αξίας αυτού. Ειδικότερα, κατ’ άρθρο 1 Ν.551/1915, υπόχρεος προς αποζημίωση για εργατικό ατύχημα του παθόντος και των εξ αυτού δικαιουμένων προσώπων είναι «ο κύριος της επιχείρησης». Στο πλαίσιο του ναυτεργατικού δικαίου, κύριος της ναυτικής επιχείρησης είναι ο πλοιοκτήτης, εκτός δε αυτού και ο εφοπλιστής, καθώς και ο απλός κύριος του πλοίου, που δεν έχει τον εφοπλισμό (νόθος παθητική σε ολόκληρο ενοχή). (ΕφΠειρ 59/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011 478, ΕφΠειρ 795/2010 ΕΝαυτΔ 2010 385, ΕφΠειρ 482/2008 ΕΝαυτΔ 2008 401). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α’ ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει, όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό, που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης. Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολ Δ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό αυτής, δηλαδή σε περιστατικό, το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το Δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το Δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (Ολ.ΑΠ 2/1994, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1859/2011). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο “απαράδεκτο” νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Ειδικότερα, μέσω του παρόντος λόγου ελέγχονται και τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της βάσης της αγωγής (ΑΠ 477/2021, ΑΠ 579/2019, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 2078/2009).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, τυγχάνει αόριστη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μη διαλαμβάνουσα τα κατ’ άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο αυτής, καθώς δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, οι λόγοι, που δικαιολογούν την άσκηση της σε βάρος των πρώτης (1ης) εταιρείας, τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) των εναγομένων, ώστε να προκύπτει ο σύνδεσμος των διαδίκων αυτών προς την επίδικη έννομη σχέση και να καταστεί εφικτή η διάγνωση της ύπαρξης της και η ατομική ευθύνη καθενός με βάση αυτήν. Ειδικότερα, οι ενάγοντες, ως υπέχοντες το βάρος επικλήσεως των περιστατικών, που δικαιολογούν την άσκηση της προσωπικά εναντίον κάθε εναγομένου και έτσι θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση τους, όφειλαν να επικαλεστούν με σαφήνεια και πληρότητα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της κατ’ ιδίαν ευθύνης των πρώτης (1ης) τρίτου (3ου) και τέταρτης (4ης) των εναγομένων από τις ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας και δη σε ολόκληρο, πλην όμως ουδόλως εκτίθενται τέτοια, καθόσον δεν αρκεί για την θεμελίωση της ευθύνης τους, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζεται αν η πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία δια των τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) των εναγόμενων, ως προστηθέντων αυτής συμβλήθηκε στο όνομα της πλοιοκτήτριας και για δικό της λογαριασμό, ως αντιπρόσωπος της, ή χωρίς κατά την κατάρτιση της σύμβασης να δηλώσει ρητά ότι ενεργεί για λογαριασμό της δεύτερης (2ης) εναγόμενης πλοιοκτήτριας, ούτε τούτο μπορούσε να διαγνωστεί από τις περιστάσεις, είτε ότι ως συμβαλλόμενη στη σύμβαση των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερέβη τα όρια της αντιπροσωπευτικής της εξουσίας, έτσι ώστε να υπέχει προσωπική ευθύνη. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται στο αγωγικό δικόγραφο με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών η επικαλούμενη σε ολόκληρο ευθύνη της πρώτης (1ης) εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων αυτής, τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) των εναγομένων, αντίστοιχα, έτσι ώστε να ευθύνονται παράλληλα σε ολόκληρο με τη δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία. Ειδικότερα, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ατομικής ευθύνης της πρώτης (1ης ) εναγόμενης εταιρείας όφειλαν να διαλάβουν στην ένδικη αγωγή τους ότι η τελευταία, έχουσα καταστεί διαχειρίστρια του επίδικου πλοίου, συμβλήθηκε με τους Έλληνες θανόντες ναυτικούς χωρίς να δηλώσει κατά τρόπο ρητό ότι ενεργεί για την πλοιοκτήτρια εταιρεία είτε ότι τούτο δεν προέκυπτε από τις περιστάσεις είτε ότι υπερέβη τα όρια της αντιπροσωπευτικής της εξουσίας, διαφορετικά ότι κατά τον επίδικο χρόνο του ναυαγίου η πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία άσκησε τον εφοπλισμό του πλοίου. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με τον τρίτο (3ο) κατά σειρά λόγο της ένδικης εφέσεως τους συνομολογούν ότι η πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία διαχειρίστηκε το πλοίο “P” πλοιοκτησίας της δεύτερης (2ης εναγόμενης εταιρείας και ότι στις συμβάσεις εργασίας Ελλήνων ναυτικών συμβλήθηκε η πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία ως εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας με την επωνυμία ………………. Η κατά τα παραπάνω εκτιθέμενη αοριστία της ένδικης αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις των εναγόντων, άλλωστε δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, καθόσον δεν πρόκειται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά για νομική αοριστία αυτής, αφού δεν περιέχονται στην αγωγή τα αναγκαία περιστατικά, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση των αγωγικών υποχρεώσεων, πολύ δε περισσότερο η εν λόγω αοριστία δεν μπορεί να καλυφθεί με την παραπομπή με την ένδικη έφεση στα επικαλούμενα από τον ενάγοντα έγγραφα, που αποδίδουν στην πρώτη εναγομένη την ιδιότητα της διαχειρίστριας της και ότι έχει λάβει άδεια εγκατάστασης γραφείου στην Ελλάδα με εκπρόσωπους τους τρίτο(3ο) και τέταρτο (4ο) των εναγομένων, καθόσον ανεξαρτήτως της ανεπίτρεπτης θεραπείας της αοριστίας της ένδικης αγωγής με άλλα έγγραφα της δίκης, τα αναφερόμενα σε αυτά περιστατικά δεν αρκούν, για να δικαιολογήσουν την κοινή εναγωγή τους και δεν συνιστούν άνευ άλλου τινός όρους παραγωγής ατομικής ευθύνης ενός εκάστου των εναγομένων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος της ένδικης εφέσεως, που αποδίδει στην εκκαλουμένη την εν λόγω πλημμέλεια, ως αβάσιμος κατ’ ουσία.
Περαιτέρω, οι υπόλοιποι λόγοι της ένδικης εφέσεως, που τυγχάνουν επαρκώς ορισμένοι, δεκτικοί δικαστικής αξιολόγησης και ως εκ τούτου παραδεκτά προβαλλόμενοι, πρέπει να εξεταστούν ως προς τη βασιμότητά τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
(III) Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 551/1915, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το από 247/25-8-1920 β.δ. “περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων” και εξακολουθεί να ισχύει μετά την εφαρμογή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή των επιχειρήσεων των αναφερομένων στο άρθρο 2 του αυτού β.δ. (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της κάτω από τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεώς της (ΑΠ 11169/1999 ΕλλΔνη 41.733, ΕΑ 4957/1998 ΕλλΔνη 41.513). Η διάταξη αυτή, όπως και όλη η ρύθμιση του προαναφερόμενου νόμου, εμπνέεται από την δικαιοπολιτική ιδέα του επαγγελματικού κινδύνου, ως λόγου παραγωγικού αστικής ευθύνης, την οποία ανεξαρτήτως από υπαιτιότητα ή και τη συμπεριφορά του καθεαυτή, πρέπει να επωμίζεται εκείνος που ασκεί επιχείρηση, από την οποία αυτός μεν προσπορίζεται ή αναμένει όφελος, οι δε εργαζόμενοι στην ίδια, ως εκ του είδους της και των τεχνικών μεθόδων και μέσων τα οποία χρησιμοποιεί, είναι εκτεθειμένοι σε κίνδυνο της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας και απώλειας συνακολούθως της ικανότητάς τους για βιοποριστική εργασία (ΑΠ 1149/94 ΕλλΔνη 37.655, ΑΠ 982/93 ΕλλΔνη 36.164). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, που οφείλεται μόνο στις από το νόμο προβλεπόμενες περιπτώσεις για ζημία μη περιουσιακή και έχει γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία, με την έννοια της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης (άρθρο 914 ΑΚ), μπορεί να βρει έρεισμα και στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων των σχετικών με το εργατικό ατύχημα (Ν. 551/1915), αρκεί ότι τούτο οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των υπ’ αυτού προστηθέντων προσώπων που αμέλησαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την προστασία της υγείας ή της ζωής των εργαζομένων (ΟλΑΠ 26/95 ΝοΒ 44.198, ΑΠ 185/98 ΕλλΔνη 39.838, ΑΠ 1185/93 ΕλλΔνη 36.360, ΕΑ 421/2000 ΕλλΔνη 41.798, ΕΘ 2591/95 Αρμ 1995.1187, ΕΘ1415/95 ΕλλΔνη 39.440 ). Η αδικοπραξία του εργοδότη τεκμαίρεται, εφόσον δεν τηρήθηκαν στην επιχείρηση οι όροι ασφαλείας, που προβλέπονται νομοθετικά και όχι οι όροι που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (ΟλΑΠ 26/1995 ΕλλΔνη 1996.38, ΑΠ 1819/ 1999 ΕλλΔνη 2000.1012, ΑΠ 1132/99 ΕλλΔνη 1999.622, ΑΠ 600/96 ΕλλΔνη 1999.18). Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος οφείλεται κατ’ αρχήν η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του ως άνω νόμου αποζημίωση, για την οποία η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων. Όπως προεκτέθηκε, πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο έχει το δικαίωμα κατά το άρθρο 16 § 1 του Ν. 551/1915 να ζητήσει ο παθών από εργατικό ατύχημα, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη με αυτές συνάφεια. Τέτοιες διατάξεις είναι ειδικότερα μόνον εκείνες, που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995). Η υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το κοινό δίκαιο, ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου, που προστατεύονται από το νόμο. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει, όταν υφίσταται από το Νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας, όπως όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου. Τέτοια υποχρέωση προστασίας υπάρχει και για τον εργοδότη τόσο από τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ όσο και κυρίως από τις διατάξεις της ειδικής εργατικής νομοθεσίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις: ι) Των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 β, 11 παρ. 1 β και 12 παρ. 1,2 του π.δ. 17/1996, κατά τις οποίες, ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, ενώ ο ίδιος, επιφυλασσομένων των λοιπών διατάξεων του αυτού διατάγματος, οφείλει, έχοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησής του, να λαμβάνει υπόψη, όταν αναθέτει καθήκοντα σε έναν εργαζόμενο, τις ικανότητες αυτού σε θέματα ασφάλειας και υγείας, ο εργοδότης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους στην επιχείρηση να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και τα μέτρα και τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης που αφορούν είτε την επιχείρηση εν γένει, είτε κάθε είδος θέσης εργασίας ή/και καθηκόντων, ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών. Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων και να επαναλαμβάνεται, αν χρειάζεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα. ιι) Των άρθρων 25 παρ. 1 και 3, 32 παρ. 1 του Ν. 1568/1985 , κατά τις οποίες ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγονται για την υγεία των εργαζομένων παράγοντες που χρησιμοποιούνται ή δημιουργούνται στους τόπους εργασίας (ως παράγοντας, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ίδιου νόμου νοείται κάθε φυσικός, χημικός και βιολογικός παράγοντας, που ενυπάρχει κατά την εργασία και είναι δυνατό να είναι επιβλαβής για την υγεία των εργαζομένων ή επικίνδυνος από άλλη άποψη, ανεξάρτητα από τη φυσική του κατάσταση), ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαµβάνει κάθε µέτρο, που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόµενοι από κάθε κίνδυνο που µπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωµατική τους ακεραιότητα. Απορρέουσα δε υποχρέωση του εργοδότη από το άρθρο 662 ΑΚ είναι και αυτή να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας και το χώρο αυτής, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρ. 288 ΑΚ) και αντίθετα, παράβαση της ως άνω υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σε αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις ούτε από το νόμο ή τη σύμβαση επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο της αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας. Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αυτή, πράγματι, που την επέφερε. Από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 συνάγεται ότι στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 του νόμου αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον παραπάνω νόμο και για το λόγο αυτό εφαρμόζονται μόνον οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ’ αυτόν (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915 (ΑΠ 1293/2013, ΑΠ 1158/2012, ΑΠ 906/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΑΚ “Ο οφειλέτης ενέχεται, εάν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές”. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται κατ’ αρχήν η ευθύνη του οφειλέτη για κάθε πταίσμα, αλλά και μόνο γι’ αυτό. Το πταίσμα, δηλαδή, ανήκει στις υποκειμενικές προϋποθέσεις της ευθύνης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 342 ΑΚ “Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη”. Γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 330, κατά κανόνα ο δόλος και η αμέλεια και γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη το τυχηρό υπό ευρεία έννοια, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται το τυχηρό υπό στενή έννοια και η ανώτερη βία. Είναι ενδεχόμενο το τυχηρό περιστατικό για το δράστη να οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου. Ακριβώς γι’ αυτό το πταίσμα ή τα τυχερά εννοούνται σε σχέση με κάποιο πρόσωπο, στο οποίο και αποδίδονται. Ειδικότερα, η κατηγορία των τυχερών, για την οποία χρησιμοποιείται ο όρος ανώτερη βία (vis major), περιλαμβάνει βασικά τις ακραίες περιπτώσεις εκείνων των περιστατικών, που είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις αδύνατο να αποτραπούν ή τουλάχιστον δυσκολότερα από ό,τι τα λοιπά τυχηρά, δηλαδή τα υπό στενή έννοια, που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αμέλεια. Η υποκειμενική θεωρία περί ανωτέρας βίας, που είναι και η κρατούσα στην Ελλάδα τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, διευρύνει κατ’ αποτέλεσμα τον κύκλο των περιστατικών ανώτερης βίας, περιλαμβάνοντας σ’ αυτά και γεγονότα “εσωτερικά”. Δηλαδή, δεν απαιτεί γι’ αυτά το στοιχείο της “έξωθεν” προελεύσεώς τους, αλλά θεωρεί κρίσιμο μόνο το ότι τα περιστατικά αυτά είναι απρόβλεπτα και αναπότρεπτα ακόμη και “με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως του δράστη” (όχι δηλαδή με μέτρα της συνηθισμένης επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, που αποτελεί το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ της αμέλειας και των τυχηρών γενικά). Α.Π. 513/2016. Στην ευρεία έννοια του τυχηρού γεγονότος εντάσσεται και η ανωτέρα βία (vis major), η οποία περιλαμβάνει βασικά τις ακραίες περιπτώσεις εκείνων των περιστατικών που είναι, για τις ανθρώπινες δυνάμεις, αδύνατο να αποτραπούν ή τουλάχιστον δυσκολότερο απ’ ό,τι τα λοιπά τυχηρά, ήτοι τα υπό στενή εννοία, τα οποία βρίσκονται πλησιέστερα προς την αμέλεια. Άλλοι νόμοι, κυρίως παλαιότεροι, χρησιμοποιούν και τη διατύπωση «ακαταμάχητος δύναμις» (βλ. ΕμπΝ 96, 97, 102, 103) που είναι συνώνυμη με την ανωτέρα βία. Η οριοθέτηση των περιπτώσεων ανωτέρας βίας (επομένως και ο ορισμός της, καθώς και ο προσδιορισμός του χώρου, που απομένει μεταξύ αυτής και της αμέλειας, ήτοι του χώρου που καλύπτεται από τα τυχηρά υπό στενή έννοια) είναι δυσχερής. Σχετικά διδάσκονται δύο θεωρίες, η αντικειμενική και η υποκειμενική. Η αντικειμενική (ή απόλυτη) θεωρία αντιλαμβάνεται στενότερο τον κύκλο των περιστατικών ανωτέρας βίας. Θεωρώντας κρίσιμο για την έννοιά τους το να είναι τα περιστατικά αυτά από την ίδια τους τη φύση αναπότρεπτα, τα αναζητεί τελικά σε μόνα τα «εξωτερικά» σε σχέση με τον οφειλέτη γεγονότα. Έτσι, ως γεγονότα ανωτέρας βίας εννοούνται εκείνα, που αντικειμενικά βρίσκονται έξω από το πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη και, επομένως, δεν μπορούν να αποτραπούν από αυτόν. Αντιθέτως, η υποκειμενική (ή σχετική) θεωρία που είναι η κρατούσα στην Ελλάδα, διευρύνει κατ’ αποτέλεσμα τον κύκλο των περιστατικών ανωτέρας βίας, εντάσσοντας σ’ αυτόν και γεγονότα «εσωτερικά». Τούτο σημαίνει ότι δεν απαιτεί γι’ αυτά το στοιχείο της «έξωθεν» προέλευσής τους, αλλά θεωρεί κρίσιμο μόνο το γεγονός ότι τα περιστατικά αυτά είναι απρόβλεπτα (άρα ασυνήθιστα) και αναπότρεπτα, ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του ζημιώσαντος. Το απρόβλεπτο είναι η αντικειμενική αφετηρία και η (ανεπιτυχής) επίδειξη άκρας επιμέλειας προς αποτροπή του το υποκειμενικό στοιχείο. Τα ως άνω θεωρητικώς κρατούντα περί ανωτέρας βίας αποτελούν και νομολογιακή παραδοχή, αφού, κατά πάγια νομολογία, ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης του μέσου ανθρώπου (ΑΠ 513/2016, ΕφΛαμ 186/2011, ΕφΠειρ 59/2010, ΑΠ 1537/2008, ΑΠ 1497/2008, ΟλΑΠ 29/1992, ΟλΑΠ 15/1987, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Ως περιστατικά ανωτέρας βίας έχουν κριθεί νομολογιακά ο σεισμός, η καθίζηση του εδάφους, ο κεραυνός, η ασυνήθης καταιγίδα, η τρικυμία και η σφοδρή θαλασσοταραχή, η ακραία και μη επαρκώς προβλεφθείσα κακοκαιρία, η αιφνίδια ασθένεια του δικαιούχου εφόσον καθιστά αδύνατη τη σχετική ενέργεια, κ.λπ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους, νόμιμα, (Ολ. ΑΠ 23/ 2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/2005, δημοσιευμένες αμφότερες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών <<ΝΟΜΟΣ>>) είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ. Πολ.Δ, (ΑΠ 154/1992, ΕλλΔνη 33-814, ΑΠ 796/ 1983, ΕλλΔνη 1983. 1398, ΕφΑθ 9440/1986, ΕλλΔνη 1986,869, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέτρο, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) {Ν. Παισίδου: Τα δικαστικά τεκμήρια, 1991, σελ. 230 κα σημ. 86, πρβλ. Στ. Κουσούλη στην Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Κεραμέως/ Κονδύλη/ Νίκα, Ι (2000) άρθρο 231, αριθ. 5), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 30.11.1994 η αλλοδαπή εταιρία, με την επωνυμία ………… εδρεύουσα στη ………….., συμφερόντων του τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) των εναγομένων, προέβη σε αγορά του πλοίου «Φ», το οποίο μετονόμασε σε “P” (κ.ο.χ. 16450), αποκτώντας το εμπράγματο δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε αυτό, καθιστάμενη έτσι πλοιοκτήτρια αυτού. Τη διαχείριση και εκπροσώπηση του συγκεκριμένου πλοίου στην Ελλάδα είχε αναλάβει η πρώτη 1η αλλοδαπή εταιρία (διαχειρίστρια πλοίων) ……………., εδρεύουσα στη ………. και η οποία είχε εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 89/67. Τα θέματα επανδρώσεως και ναυτολογήσεως του παραπάνω πλοίου είχαν ανατεθεί για μεν τους Έλληνες ναυτικούς στη διαχειρίστρια εταιρία ………., για δε τους αλλοδαπούς ναυτικούς (που αποτελούσαν και την πλειοψηφία των μελών του πληρώματος) στην εταιρία ………………, εδρεύουσα στις ……, καθώς και στη ………….. που εδρεύει στη ….. Οι δε συμβάσεις ναυτικής εργασίας συνάπτονταν μεταξύ των ναυτικών και της πλοιοκτήτριας εταιρίας, μέσω των παραπάνω αλλοδαπών εταιριών, που ενεργούσαν για λογαριασμό και ως αντιπρόσωποι και πράκτορες αυτής και του πλοιάρχου του πλοίου. Το εν λόγω πλοίο ήταν ασφαλισμένο στην αλλοδαπή εταιρία ….. και σύμφωνα με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλισμένη ήταν η πλοιοκτήτρια εταιρία ……………… (2η εναγόμενη εταιρεία), που είχε συμβληθεί μέσω της πράκτορος της …………….. (1η εναγόμενης εταιρείας) και η οποία (πλοιοκτήτρια) κατέβαλε τα ασφάλιστρα και νομιμοποιείτο σε είσπραξη ασφαλιστικής αποζημίωσης μετά την πραγμάτωση/ επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Το εν λόγω πλοίο παρακολουθείτο από το Γαλλικό Νηογνώμονα (Bureau Veritas), ενώ το σύνολο των πιστοποιητικών του εν λόγω νηογνώμονα, καθώς και το σύνολο των πιστοποιητικών και εγγράφων, που αφορούν του πλοίου “P” ήταν σε ισχύ, γεγονός, που καταδεικνύει το αξιόπλοο του συγκεκριμένου πλοίου, αναφέρουν δε ρητά ως πλοιοκτήτρια αυτού τη δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία, η οποία και κατέβαλε τα αναλογούντα σχετικά τέλη. Με συμβάσεις ναυτικής εργασίας, που καταρτίσθηκαν στην Ελλάδα από την πρώτη (1) εναγόμενη εταιρεία, στις Φιλιππίνες από την εταιρία «…………», εδρεύουσα στις ……….. και στη …….. από την εταιρία «……………….», εδρεύουσα στη ……, αντίστοιχα, ενεργώντας οι δύο τελευταίες εταιρίες ως πράκτορες του πλοίου, ναυτολογήθηκαν ως πλήρωμα, μεταξύ άλλων, την 09-12-1994 ο …………. (πλοίαρχος), την 01-12-1994 ο …………… (ηλεκτρολόγος) και την 03-11-1994 οι υπήκοοι Φιλιππινών ……………. (υποπλοίαρχος), …………………… (ανθυποπλοίαρχος), …………….. (ανθυποπλοίαρχος), …. (ραδ/της), …………….. (α’ μηχανικός), ………….. (β’ μηχανικός), ……………… (ναύτης), …………….. (λιπαντής), ………………… (λιπαντής), ……………………….. Συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του Ν. 762/1978, αφού οι συμβάσεις όλων των αλλοδαπών ναυτικών καταρτίστηκαν στην αλλοδαπή (Μανίλα και μια στη Βουλγαρία) και συνεπώς ο αντιπρόσωπος δεν έχει ευθύνη, αλλά μόνο ο εργοδότης πλοιοκτήτης (ΕΠ 684/2000 Ναυτ. Δικ. 2004, 490, ΕΠ 94/2002 Ναυτ. Δικ. 2003, 131, ΕΑ 8549/2001 Ναυτ. Δικ. 2003, 150, ΕΠ 589/97 Νομ. Ναυτ. Εφ. Πειρ. 1996-1997 σελ. 196). Όλα τα παραπάνω συνομολογούνται από τους διάδικους, καθώς οι εκκαλούντες στο εφετήριο δικόγραφο αναφέρεται σε εκπροσώπηση της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας από την πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία, κατά τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων ναυτολόγησης των …………… (πλοιάρχου), ……. . (ηλεκτρολόγου). Περαιτέρω, με βάση το από 30-10-1994 συμφωνητικό χρονοναύλωσης, που συνάφθηκε ανάμεσα στην πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία και την αλλοδαπή εταιρία «……………..» το πλοίο χρονοναυλώθηκε στη τελευταία, η οποία ακολούθως με το από 11-11-1994 ναυλοσύμφωνο το υπεκναύλωσε περαιτέρω στην εταιρία «……….», για λογαριασμό της οποίας διενεργείτο και το επίδικο ταξίδι. Σύμφωνα δε με τους όρους του παραπάνω χρονοναυλοσυμφώνου, η χρονοναυλώτρια (……………………………..) κατέβαλε τους ναύλους στην πλοιοκτήτρια (………………….., 2η εναγόμενη), μέσω των πρακτόρων της στο Λονδίνο, ενώ, κατά το ίδιο ναυλοσύμφωνο, ο πλοίαρχος τελούσε υπό τις εντολές της χρονοναυλώτριας (……………..) αναφορικά με τις εργασιακές σχέσεις, με την πρακτόρευση του πλοίου και άλλες συμφωνίες. Επομένως, κατά τον επίδικο χρόνο του ναυαγίου του πλοίου (4.1.1995), εφοπλίστρια αυτού, ήταν η χρονοναυλώτρια (………………...) ως έχουσα τη ναυτική εκμετάλλευση τούτου (βλ. Κιάντου Παμπούκη Ναυτ. Δικ., Γ’ έκδοση, σελ. 92, 93), διαφορετικά και σε κάθε περίπτωση πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία (αλλοδαπή εταιρία …………………..). Την 11.12.1994 το συγκεκρι μένο πλοίο επιθεωρήθηκε από την εταιρία πραγματογνωμόνων …………………., βρέθηκε σε καλή κατάσταση και απέπλευσε από το Πέραμα με προορισμό την Κωστάντζα για την φόρτωση φορτίου λιπασμάτων (ουρία), με τελικό προορισμό την Αργεντινή. κατέπλευσε και αγκυροβόλησε την 14.12.1994 στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας, αναμένοντας την είσοδό του στο λιμάνι προς φόρτωση, προκειμένου να μεταφέρει στην Αργεντινή λίπασμα. Την 04.01.1995 και ώρα 13.15, μετά από 20ήμερη αναμονή στο αγκυροβόλιο, το παραπάνω πλοίο έλαβε άδεια από τις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να εισέλθει στο λιμάνι προορισμού του, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό, καθώς παρουσιάσθηκε πρόβλημα στο βαρούλκο-βίτσι της μίας άγκυρας του πλοίου δεν κατέστη εφικτή η άπαρση της άγκυρας του πλοίου, με αποτέλεσμα να παραμείνει στο ίδιο αγκυροβόλιο. Στις 18.10 η ώρα της ίδιας ημέρας, οι τοπικές Αρχές ζήτησαν από το πλοίο να εξέλθει στην ανοικτή θάλασσα για λόγους ασφαλείας, καθώς στο σημείο, όπου αυτό βρισκόταν, έπνεαν ισχυροί άνεμοι, Ειδικότερα, την 04.01.1995 το μεσημέρι η κατάσταση της θάλασσας αιφνιδίως επιδεινώθηκε και το Κέντρο Ελέγχου Κωστάντζας συνέστησε στα πλοία, που βρίσκονταν στο εξωτερικό της ράδας, να φύγουν από τις θέσεις αγκυροβολίας “…και να πάνε στα ανοιχτά και να είναι σε επιφυλακή ή σε καταφύγια” (που δεν προσδιορίσθηκαν). Τα περισσότερα πλοία απέπλευσαν από τη ράδα Κωστάντζας με εξαίρεση τα πλοία “P“, “YU” και “SB“, τα οποία ήταν «καλά αγκυροβολημένα» (βλ. σχετ. σελ. 305, Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης …………………). Ειδικότερα περί ώρα 21.45, υπό θυελλώδεις καιρικές συνθήκες, και αφού προηγουμένως το “P” είχε παρασυρθεί από την τρικυμία, αυτό προσέκρουσε στον κυματοθραύστη του λιμένος με σφοδρότητα και βυθίστηκε αύτανδρο. όπως συνέβη και με το με σημαία Κίνας πλοίο “YU”, γεγονός, που είχε ως συνέπεια να επέλθει ο θάνατος του συνόλου του πληρώματος. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν τα πορίσματα από την ενδελεχή και εμπεριστατωμένη μελέτη και ανάλυση των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, την οποία συνέταξε ο ………. στη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε στα πλαίσια εισαγγελικής έρευνας και η οποία κρίνεται, ως πλέον λεπτομερής, διεξοδική και αιτιολογημένη έναντι της από Νοέμβριο 1998 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξαν οι: (Α) ………….., Διπλωματούχος Ναυπηγός Μηχανολόγος-Μηχανικός και (Β) ……., Διπλ. Ναυπηγό-Μηχανολόγος, καθώς ο Πραγματογνώμονας ……….. αναλύει και λαμβάνει υπόψη του τις διάφορες παραμέτρους κα συνιστώσες, όπως τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, την ένταση των ανέμων, το ύψος του κυματισμού της θάλασσας, τις ενέργειες των Αρχών της Ρουμανίας σχετικά με την αποστολή ρυμουλκού πλοίου, ενώ παράλληλα εντοπίζει και σχολιάζει θέματα σχετικά και με τη λειτουργικότητα του πλοίου, αποτελούμενη από δύο (2) ως προς τον αριθμό τόμους έναντι της ολιγοσέλιδης και συνοπτικής έκθεσης των άλλων δύο Πραγματογνωμόνων, το πόρισμα των οποίων είναι το ακόλουθο: «Συμπερασματικά, αναφέρουμε ότι δεδομένης της ανωμαλίας, που παρουσιάστηκε στην κυρία μηχανή του πλοίου κατά την αναχώρησή του από τον Πειραιά οι πλοιοκτήτες του όφειλαν με την άφιξη του πλοίου στην Κωστάντζα να ζητήσουν να εισέλθει το πλοίο στο λιμάνι λόγω πιθανής αδυναμίας ετοιμότητας της κυρίας μηχανής του. Μετά την είσοδο του πλοίου στο λιμάνι (κίνηση, που οι αρχές ήταν υποχρεωμένες να εγκρίνουν) ειδικό συνεργείο προερχόμενο είτε από τον Πειραιά είτε από την Ρουμανία έπρεπε να κληθεί να διερευνήσει το πρόβλημα και κάτω από την επίβλεψη τεχνικού του Γαλλικού Νηογνώμονα (που επίσης έπρεπε να ενημερωθεί) και του αρχιμηχανικού της εταιρείας, να το επιλύσει» και με την επιφύλαξη της μελέτης των αποσταλέντων από τη Ρουμανία στοιχείων». Σημειωτέον ότι στην έκθεση αυτή δεν διαλαμβάνεται οτιδήποτε σχετικό με τις συνθήκες του ενδίκου ναυαγίου. Ο Πραγματογνώμονας ……………., διαλαμβάνοντας σχετικούς επεξηγηματικούς πίνακες, καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα: (Α) Ο Πλοίαρχος και το πλήρωμα δεν είχαν την δυνατότητα να λάβουν κανένα επιπλέον μέτρο, ώστε να αποφύγουν αυτή την καταστροφική κακοκαιρία. (Β) Οι ακριβείς συνθήκες, κάτω από τις οποίες συνετελέστη αυτή η τραγωδία παραμένουν άγνωστες… Ωστόσο, θα πρέπει να αναφερθώ στην λειτουργική εικόνα του πλοίου και για τις επισημανθείσες αδυναμίες του, οι οποίες μπορεί να μην προκάλεσαν την απώλεια αυτού και των επιβαινόντων του παρουσιάζονται όμως σαν γεγονότα προ της μοιραίας καταλήξεως τους. Το Φ/Γ ¨Π» ήταν ένα πλοίο περίπου είκοσι δύο ετών. Βέβαια και το YU, που ήταν αγκυροβολημένο στην ίδια περιοχή απωλέσθη και αυτό αύτανδρο, έστω και εάν ήταν μόλις δύο ετών (έτος κατασκευής 1992) β. Η καθυστέρηση στην λειτουργία της κύριας μηχανής συνετέλεσε στην απώλεια χρόνου και στην προσέγγιση σε κοντινή απόσταση στον κυματοθραύστη γ. Σε ότι αφορά την λειτουργικότητα μίας εκ των αγκύρων πρόβλημα θα μπορούσε να είχε ανακύψει μόνο στην εισολκή της και όχι στην παρέαση της. Εάν λοιπόν ενδεχομένως το πλοίο αποφάσιζε να την εγκαταλείψει δεν θα του ήταν καθόλου δύσκολο. δ. Οι καδένες των αγκυρών είχαν σε οριακή παχυμέτρηση (στην τελευταία μέτρησή τους). Θεωρώ ότι ο Νηογνώμονας είχε καθοριστικό ρόλο στην σύσταση για την αντικατάσταση και τον χρόνο αυτής, των μειωμένου πάχους συνδέσμων. Ωστόσο, αυτοί στην τελευταία τους επιθεώρηση απ’ αυτόν ήσαν στα πλαίσια τα νομοτύπως επιτρεπτά ε. Τα πιστοποιητικά του πλοίου ήσαν εν ισχύει στ. Σε ότι αφορά τα καύσιμα του πλοίου, θεωρώ ότι σε αυτό υπήρχαν καύσιμα για να πλεύσει στην ανοικτή θάλασσα για περιορισμένο (μικρό) σχετικά χρόνο. Ζ. Τέλος, αποκλείοντας τον δόλο επισημαίνω ότι οι πράξεις και παραλείψεις των Λιμενικών Αρχών και της Πολιτείας της Κωστάντζας, συνετέλεσαν καταλυτικά στην απώλεια του πλοίου και επιβαινόντων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στον κανόνα 2 του Δ.Κ.Σ.Α. και των άλλων κανόνων δικαίου, που αφορούν και εμπίπτουν στο υπό έρευνα περιστατικό…. Οι προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των Λιμενικών Αχών και της Πολιτείας της Κωστάντζας, στις οποίες οφείλεται και η απώλεια των 27 αδικοχαμένων ψυχών και του πλοίου των…… Εάν το Ρυμουλκό «V» ξεκινούσε έστω στις 19:00 (την ώρα, που πήρε την εντολή) από το Pilots Port Control (πιθανό σημείο εκκινήσεως του) για να πλεύσει στο περίπου στίγμα του ¨Π» θα είχε να διανύσει περίπου 5 μίλια και με μέση ταχύτητα 12 η 10 κόμβους θα έφτανε μετά από 25με 30 λεπτά δίπλα στο ¨Π» Τότε με ένα κάβο (ρυμούλκιο) θα το ρυμουλκούσε ή θα το κρατούσε μακρυά από τον κυματοθραύστη, θα καθυστερούσε τη βύθισή του, μέχρις ότου οι επίγειες δυνάμεις ή άλλο ρυμουλκό, που θα είχε σταλεί από την εσωτερική πλευρά του κυματοθραύστη με αερογέφυρα θα διέσωζε το πλήρωμα. Αντί λοιπόν να πλεύσει και να βρίσκεται δίπλα στο «P», όταν αυτό ήταν (έστω) σε απόσταση 5,5 σταδίων (περίπου έξη βαποριές του «P»), οπότε με το ρυμούλκιο (κάβο ρυμουλκήσεως), θα μπορούσε να διατηρήσει το πλοίο σε απόσταση ασφαλείας από τον κυματοθραύστη και να σωθεί πλήρωμα και πλοίο, το Ρυμουλκό «V» όχι μόνο δεν έσπευσε να συνδράμει, όπως είχε υποχρέωση το κινδυνεύον πλοίο αλλά βρέθηκε να είναι στις 20:15 έτοιμο να βγει από το λιμάνι (δηλαδή στη μπούκα) και να παρακολουθεί αδρανές το πλοίο και τους ανθρώπους του να πνίγονται. Τις 00:12 ανακοίνωσε στο Κέντρο Ελέγχου ότι φαινόταν ένα κατάρτι. Δηλαδή, από τις 19:20 που το «P» βρισκόταν πάνω στον κυματοθραύστη μέχρι τις 00:12, για πέντε περίπου ώρες ΔΕΝ ΕΚΑΝΑΝ ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ….Το Ρυμουλκό «V», αντί να διαταχθεί να αγκυροβολήσει στο εσωτερικό μέρος του κυματοθραύστη και να εγκαταστήσει αερογέφυρα για την διάσωση του πληρώματος του «P», βρέθηκε σ’ αυτήν την θέση στις 21:40 (μετά από δύο ώρες και είκοσι λεπτά), δεν έκανε καμία διασωστική προσπάθεια παρά μόνο ανακοίνωνε στο Κέντρο Ελέγχου ότι το πλοίο «P» συνεχίζει να βυθίζεται και παρακολουθούσε αδρανές την απώλεια του πληρώματος και του πλοίου». Στην ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες διαλαμβάνουν τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να αποκαταστήσουν τη βλάβη της κύριας μηχανής του πλοίου, η οποία εμφάνισε σοβαρότατο πρόβλημα κατά την εκκίνηση της μηχανής στο λιμένα του Πειραιώς και στην Κωστάντζα της Ρουμανίας, προβαίνοντας στις κατάλληλες επισκευές, παραβιάζοντας τη Δ.Σ. SOLAS, που κυρώθηκε με το Ν.1045/1980 και δη του Κανονισμού 11, όπως αντικαταστάθηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου 1978. Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός των εναγόντων τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα αίτια πρόκλησης του ένδικου ναυαγίου εντοπίζονται στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν στη θαλάσσια περιοχή της Κωστάντζας της Ρουμανίας, και ιδιαίτερα στην ένταση των ανέμων και στην εξ αυτού του λόγου πρόκληση έντονου κυματισμού αλλά και στις παραλείψεις των Λιμενικών Αρχών της Κωστάντζας της Ρουμανίας ως προς τη ρυμούλκηση του επίδικου πλοίου, διότι η παραδοχή ως βάσιμου του ισχυρισμού των εναγόντων σχετικά με τη βλάβη της κυρίας μηχανής του πλοίου, ως το αίτιο πρόκλησης του ένδικου ναυαγίου του πλοίου «P», θα προσέκρουε στο γεγονός της βύθισης του νεότευκτου με σημαία Κίνας πλοίου YX, που και αυτό ήταν αγκυροβολημένο στην ίδια περιοχή και απωλέσθη ομοίως αύτανδρο. Δηλαδή, εάν η βλάβη της κύριας μηχανής του επίδικου πλοίου όντως αποτελούσε το αίτιο του ναυαγίου, τότε δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί η ταυτόχρονη απώλεια του έτερου πλοίου, που βρισκόταν ακριβώς στην ίδια θαλάσσια, έκθετο στις ίδιες ακριβώς καιρικές συνθήκες, μολονότι επρόκειτο για νεότευκτο πλοίο με κατά τεκμήριο προσήκουσα και χωρίς προβλήματα λειτουργικότητα. Κατόπιν τούτων, η βύθιση των δύο αυτών πλοίων οφείλεται σε γεγονός, μη δυνάμενο να προβλεφθεί και να αποτραπεί με οποιοδήποτε μέτρο άκρας επιμέλειας, ήτοι οφειλόμενο σε εξωτερικό βίαιο συμβάν- τυχηρό γεγονός με την ευρεία του όρου έννοια, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, και ως εκ τούτου η αιτία απώλειας του επίδικου πλοίου να μην αποδίδεται σε δόλο ή εν γένει πταίσμα της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας και των προστηθέντων αυτής οργάνων ή σε παράβαση νόμων, κανονισμών και διαταγμάτων από την πλευρά των οργάνων των δύο (2) πρώτων εναγόμενων εταιρειών. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν οι ακόλουθες αποφάσεις Ποινικών Δικαστηρίων και διατάξεων Εισαγγελικών Αρχών, οι οποίες αφορούν ουσιαστικά τη βύθιση του εν λόγω πλοίου και την διερεύνηση ποινικών ευθυνών είτε άμεσα για το αδίκημα της διαταράξεως της ασφάλειας πλοίου κατά συναυτουργία, από την της οποία επήλθε θάνατος κατά συρροή και εκθέσεως κατά συναυτουργία, από την οποία επήλθε θάνατος κατά συρροή είτε έμμεσα για απάτη κ.λ.π. των τρίτου (3ου) και (4ου) των εναγομένων, οι οποίοι σημειωτέον κρίθηκε ότι δεν είχαν τη ιδιότητα των εφοπλιστών του επίδικου πλοίου και ως εκ τούτου δεν υπείχαν οποιαδήποτε ατομική ευθύνη για ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας και συνακόλουθα της χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ψυχικής οδύνης λόγω θανάτου των μελών του πληρώματος του παραπάνω πλοίου: (1) Με την υπ’ αριθμόν -10-2007 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η από 13-10-2014 μήνυση της ος των τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) των εναγομένων. (2) Με την υπ’ αριθμόν ΒΤ 4270/2008 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς οι τρίτος (3ος) και τέταρτος (4ος) των εναγομένων κηρύχθηκαν αθώοι για τις πράξεις της απάτης στο Δικαστήριο και της άμεση συνέργειας σε αυτήν, (3) Με την υπ’ αριθμόν ΒΤ 1733/2009 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ομοίως αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος, ηθική αυτουργία σε αυτήν, της απάτης στο Δικαστήριο και άμεση συνέργεια σε αυτήν. (4) Με την υπό στοιχεία …./26-1-2009 διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η από 17-04-2008 έγκληση της ……….. σε βάρος των τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) των εναγόμενων για τα εγκλήματα της διαταράξεως της ασφάλειας πλοίου κατά συναυτουργία, από την οποία επήλθε θάνατος κατά συρροή και εκθέσεως κατά συναυτουργία από την οποία επήλθε θάνατος κατά συρροή, (5) Με την υπ’ αριθμόν ΒΤ …../2010 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς οι τρίτος (3ος) και τέταρτος (4ος) των εναγομένων κηρύχθηκαν αθώοι για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν συντρέχει περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης των προστηθέντων προσώπων και οργάνων της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας και συνακόλουθα των τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) των εναγομένων αντίστοιχα, αφού για την πρόσκρουση του εν λόγω πλοίου στο λιμενοβραχίονα και την εξ αυτού του λόγου βύθιση του δεν βαρύνει αυτούς οποιαδήποτε πταισματική ενέργεια ή παράλειψη αυτών, παραδοχή, που συνάγεται και από τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, οι οποίοι δεν αναφέρονται σε έλλειψη μέτρων ασφάλειας ή σε εσφαλμένη ενέργεια του πλοιάρχου, κατά την πλοήγηση του συγκεκριμένου πλοίου αλλά αντίθετα στην ένδικη αγωγή τους αναφέρουν ότι ο πλοίαρχος του πλοίου «επιμόνως και με φορτικότητα ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια από τις λιμενικές Αρχές της Ρουμανίας», και μάλιστα «με τις συγκεκριμένες υποδείξεις των τρίτου (3ου) και τέταρτου (4ου) εναγομένων». Εξάλλου η ασφαλιστική εταιρία, που προέβη στην καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως έστω στη δανείστρια Τράπεζα, εάν όντως ήταν αίτιο της βύθισης του πλοίου η βλάβη της κύριας μηχανής, ήτοι λειτουργικό πρόβλημα αυτού, δεν θα προέβαινε στην καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, επικαλούμενη απαλλαγή αυτής. Επομένως, η ένδικη αγωγή ως προς την αδικοπρακτική βάση της τυγχάνει απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συνακόλουθα, παρέλκει η έρευνα του αλυσιτελώς προταθέντος ως προς τη βάση αυτή αυτοτελούς ισχυρισμού- ενστάσεως των εναγόμενων-εφεσίβλητων σχετικά με παραγραφή της αξίωσης των εναγόντων –εκκαλούντων, καθώς μία τέτοια ένσταση κατά λογική αναγκαιότητα προϋποθέτει βάσιμη αγωγική αξίωση, στην εξάλειψη του αγώγιμου χαρακτήρα αποβλέπει η προβολή μίας τέτοιας ενστάσεως. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη στην εξέταση και αποδοχή του καταλυτικού της ένδικης αγωγής ισχυρισμού περί παραγραφής έσφαλε, καθώς η ένδικη αγωγή ως προς την αδικοπρακτική της βάση τυγχάνει απορριπτέα, ως αβάσιμη. Ωστόσο, λόγω της απόρριψης του σχετικού λόγου της ένδικης εφέσεως και της απόρριψης του αγωγικού αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση ένεκα ψυχικής οδύνης των εναγόντων της ένδικης αγωγής συντρέχει περίπτωση αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης, αφού δεν καθίσταται κατ’ αυτό τον τρόπο δυσχερέστερη η θέση των εκκαλούντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 Κ.Πολ.Δ, αφού και το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα με διαφορετικό όμως σκεπτικό. Περαιτέρω, στο άρθρο δε 17 εδάφ. α΄ του ίδιου νόµου (Ν. 551/1915) ορίζονται τα ακόλουθα: «Πάσα εκ του παρόντος νόµου αξίωσις παραγράφεται µετά τριετίαν από του ατυχήµατος, απέναντι όµως εργοδότου µη συµµορφωθέντος προς τας διατάξεις του άρθρου 10 χωρεί µόνον η κοινή παραγραφή. Η παραγραφή των αξιώσεων των αντί του παθόντος, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 8 δικαιουµένων προσώπων άρχεται από του θανάτου του παθόντος». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παραγραφή των αξιώσεων από το ν. 551/1915 είναι τριετής, εφόσον όµως ο εργοδότης τήρησε όλες τις αναφερόµενες υποχρεώσεις του, αφού ο νόµος δεν διακρίνει, διαφορετικά, η παραγραφή είναι η συνήθης (κοινή παραγραφή). Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η επισήμανση ότι με τον όρο «συνήθη παραγραφή νοείται η πενταετής του άρθρου 250 εδ. 17 του Αστικού Κώδικα, το οποίο ρυθμίζει την παραγραφή ¨αξιώσεων από την παροχή εργασίας και ένεκα αυτής, και καθότι ως ειδική διάταξη (=lex speciallis), υπερισχύει της γενική διάταξης του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικα, που κάνει λόγο για εικοσαετή παραγραφή (ΑΠ 841/2002 ΕΕργΔ 2003.534 και βλ. Αγγελική Δανηλάτου, «Παραγραφή & Προθεσμίες Κατά τον Αστικό Κώδικα», Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 213 – 214), αρχόμενη από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση, ήτοι, οπότε έλαβαν χώρα τα δικαιοπαράγωγα εκείνα περιστατικά και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (Α.Π. 317/1996) και όχι η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικα. Άλλωστε, δεν δικαιολογείται από τα πράγματα μία τέτοια μεγάλη χρονική απόκλιση δεκαεπτά (17) ετών μεταξύ της προβλεπόμενης τριετούς παραγραφής από το Ν. 551/1915, εφόσον τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι από το Νόμο όροι (αναγγελία του ατυχήματος στις Αρχές κ.λ.π.), και της εικοσαετούς παραγραφής του άρθρου 249 Α.Κ., σε περίπτωση μη τήρησης των όρων αυτών, συνεκτιμώμενου του σύντομου χρόνου παραγραφής γι’ αξιώσεις, απορρέουσες από την παροχής εξαρτημένης εργασίας. Πλέον συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, οι αξιώσεις των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα για την πληρωμή μισθών ή άλλων αμοιβών τους, παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αρχίζει δε η παραγραφή αυτή, κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της οριζόμενης στα άρθρα 251 και 252 ΑΚ παραγραφής. Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. 515/1970, κάθε αξίωση των εργαζομένων γι αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης και εάν ακόμη αυτή φέρει τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπόκειται σε 5-ετή παραγραφή αρχόμενη από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο αυτή γεννήθηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, ο οποίος κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΕΕ και του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 435/1975, συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, καθώς και η πρόσθετη αποζημίωση εξ 100% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου επί της νόμιμης (κατ’ εξαίρεση) υπερωριακής απασχολήσεως, δικαιούνται, όχι μόνο οι εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται με έγκυρη σύμβαση εργασίας των σχετικών αξιώσεών τους θεμελιουμένων ευθέως στις προαναφερθείσες διατάξεις και όχι στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως, οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ (βλ. ΑΠ 1150/2007, ΝΟΜΟΣ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, αφορώσα σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και εάν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της (βλ. άρθρο 91 εδ. α’ του ανωτέρω νόμου και ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 591/2007, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 48 του ν.δ/τος 496/1974 προκύπτει, ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαυές, οποιοσδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απ’ ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται η καθυστερεί το νομικό πρόσωπο για οποιονδήποτε λόγο, υπόκειται σε διετή παραγραφή. Η εν λόγω βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή έχει θεσπιστεί για λόγους γενικού δημοσίου συμφέροντος και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 9/2009, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής συνάγεται και από τις διατάξεις εκείνες, οι οποίες έχουν τεθεί σε ισχύ για ανάλογα ζητήματα, που έχουν σχέση με την πρόκληση θανάτου και τις απορρέουσες από αυτό το γεγονός αξιώσεις υπέρ των συγγενών του παθόντος, όπως εν προκειμένω η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. ΓπΝ/1911, η αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία, που προκλήθηκε σε τρίτο από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, παραγράφεται σε δύο έτη. Έτσι, κάθε «υπαίτια συμπεριφορά» που συνάπτεται με το τροχαίο ατύχημα και το προκαλεί, θεμελιώνει ταυτόχρονα αξίωση αποζημίωσης και κατά τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911 και κατά τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 Α.Κ.), οπότε συντρέχει περίπτωση συρροής νόμιμων βάσεων, ως προς τις οποίες όμως προβλέπεται διαφορετικός χρόνος παραγραφής. Σε κάθε περίπτωση όμως ο χρόνος παραγραφής δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη και τούτο έχει ως δικαιολογητική βάση την αναγκαιότητα ταχείας εκκαθάρισης τέτοιων υποθέσεων, καθώς ένεκα της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, προκαλείται δυσχέρεια στις αποδείξεις, όπως απώλεια αποδεικτικών μέσων ή δυσχέρεια στην απόκτηση αυτών και ως εκ τούτου μπορεί να δυσχερανθεί η διακρίβωση των ακριβών συνθηκών του προκληθέντος θανάτου. Άλλωστε, δεν θα δικαιολογείτο από τα πράγματα μία τέτοια σοβαρή απόκλιση, δηλαδή οι αξιώσεις του μισθωτού για αποδοχές, τις οποίες δικαιούται εξαιτίας της σύμβασης εργασίας και στα πλαίσια παροχής αυτής, να υπόκεινται σε παραγραφή με χρονικό ορίζοντα την πενταετία και η συγκεκριμένη αξίωση να υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, κάτι, που αντίκειται στις αρχές του εργατικού δικαίου. Τέλος, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Επίσης, κατά το άρθρο 536 του αυτού Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ΄ ουσίαν. Τέλος, κατ΄ άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι το εφετείο μπορεί να απορρίψει την έφεση του ενάγοντος, ως απαράδεκτη, όταν η αγωγή αυτού είχε απορριφθεί πρωτοδίκως για τυπικό λόγο και το ίδιο κρίνει αυτή απορριπτέα για άλλο, τυπικό, επίσης, λόγο, με αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η νέα αιτιολογία δεν θα επάγεται δυσμενέστερες για τον εκκαλούντα συνέπειες, καθώς και ότι το Εφετείο θα έχει εξαφανίσει προηγουμένως την πρωτόδικη απόφαση [ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1279/2004, ΕφΠειρ (Μον) 81/2021 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»]. Συνεπώς, στην περίπτωση, κατά την οποία με την εφετειακή απόφαση αντικαθίσταται το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης και προκύπτει εντεύθεν δεδικασμένο, όπως όταν απορρίπτεται η αγωγή λόγω δεδικασμένου, ενώ πρωτοδίκως η αγωγή είχε κριθεί ως αόριστη και από την κρίση αυτή δεν δημιουργούνταν ουσιαστικό δεδικασμένο, αφού ο ενάγων μπορούσε αζημίως να επανέλθει με νέα αγωγή που δεν έχει την ίδια ατέλεια, δικαίωμα, που δεν έχει εάν απορριφθεί η αγωγή, λόγω δεδικασμένου, το Εφετείο δεν μπορεί να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία και να απορρίψει την έφεση, ως απαράδεκτη, χωρίς προηγουμένως να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, μετά από παραδοχή αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης [ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1279/2004, ΕφΠειρ (Μον) 81/2021 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»].
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Συγγενείς ορισμένων από τους υπηκόους των Φιλιππινών θανόντων ναυτικών άσκησαν την από 03-01-2000 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/03-01-2000 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ οι τρεις (3) πρώτοι ενάγοντες, συγγενείς των Ελλήνων θανόντων ναυτικών άσκησαν την από 03-01-2000 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2000 αγωγή τους, με την οποία διεκδικούσαν οι μεν πρώτοι την καταβολή της διατροφής, που επρόκειτο να στερηθούν και επικουρικά την καταβολή αποζημίωσης του Ν. 551/1915, και όλοι την καταβολή σε αυτούς χρηματικής ικανοποίησης για τη ψυχική οδύνη, την οποία υπέστησαν. Τις αγωγές αυτές είχαν ασκήσει σε βάρος των ………. και ……………. με την ιδιότητα αυτών, ως συνεφοπλιστών του επίδικου πλοίου. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. 4030/2005 και 5270/2003 (οριστικές) αποφάσεις του παραπάνω Δικαστηρίου, με τις οποίες οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης της παθητικής νομιμοποίησης, με το σκεπτικό ότι τον εφοπλισμό του επίδικου πλοίου καθότι χρονοναυλώτρια τύγχανε η εταιρία «…………………» τον ασκούσε η τελευταία και όχι οι εναγόμενοι, ενεργώντας ατομικά. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν κατόπιν άσκησης εφέσεως από τις ενάγουσες οι υπ’ αριθ. 2/2008 και 330/2010 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες εφέσεις τους, ενώ η υπ’ αριθ. 5270/2003 απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της υπ’ αριθμόν 893/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια, ορισμένοι από τους εδώ ενάγοντες άσκησαν την από 30-12-2014 με αριθμό κατάθεσης ……/2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος των ήδη εναγομένων με την ιδιότητα της διαχειρίστριας εταιρίας, της πλοιοκτήτριας του πλοίου και των νομίμων εκπροσώπων τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 4345/2018 (οριστική) απόφαση, με την οποία κρίθηκε ως μη ασκηθείσα η αγωγή, ενώ ως προς μερίδα των εναγόντων, κρίθηκε απαράδεκτη για άλλους, ενώ για τους λοιπούς ενάγοντες απορρίφθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο της διαχειρίστριας εταιρίας και των φερόμενων νομίμων εκπροσώπων της, ενώ ως προς την πλοιοκτήτρια εταιρία η αγωγή κρίθηκε, ως μη νόμιμη. Κατόπιν τούτων, η κατάθεση των υπ’ αριθ. …… και …/2000 αγωγών, καθώς και οι διαδικαστικές πράξεις, που επακολούθησαν δεν διέκοψαν τη διαδρομή της παραγραφής της αξίωσης για την καταβολή της οριζόμενης κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, διότι εναγόμενοι στις αγωγές, που ασκήθηκαν το έτος 2000 , όπως προεκτέθηκε, υπήρξαν ο ………… και ο …………. με την ιδιότητα των εφοπλιστών του επίδικου πλοίου, και όχι η δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία, που ήταν όντως η πλοιοκτήτρια εταιρεία και συνακόλουθα η εργοδότρια των πνιγέντων ναυτικών, δεδομένου μάλιστα ότι αυτές στηρίζονταν σε ουσιωδώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ήτοι, σε διαφορετική ιστορική βάση, που νομιμοποιούσαν τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα και οι αγωγές θεμελιώθηκαν σε διαφορετική νομική βάση σε σύγκριση με την από 30-12-2014 και με αριθμό κατάθεσης ……/30-12’2014 αγωγή, με την οποία μεταβλήθηκε το αντικείμενο της δίκης, καθιστώντας για πρώτη φορά εναγόμενες τη διαχειρίστρια πρώτη (1η) εναγόμενη στην προκείμενη δίκη εταιρία και την πλοιοκτήτρια δεύτερη (2ης) εναγόμενη εταιρεία, ενώ τα φυσικά πρόσωπα κατέστησαν εναγόμενοι και συνακόλουθα διάδικοι όχι ατομικά αλλά με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων των εταιριών αυτών. Άλλωστε, από την εκτίμηση του εισαγωγικού της προκείμενης δίκης δικογράφου της ένδικης αγωγής, αυτή ερείδεται στην ευθύνη της δεύτερης (2η) πλοιοκτήτριας εταιρείας, ως εργοδότριας τω πνιγέντων ναυτικών, ήτοι αφορά σε εργατικό ατύχημα, για το οποίο κρίνεται με την παρούσα ότι δεν φέρουν ευθύνη ούτε η πλοιοκτήτρια εταιρεία ούτε συνακόλουθα και οι τρίτος (3ος) και τέταρτος (4ος) των εναγόμενων, με την ιδιότητα των προσώπων, που ασκούσαν τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και εν γένει διοίκηση της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας- πλοιοκτήτριας του επίδικου πλοίου, καθώς, όπως προεκτέθηκε, για την πρόκληση του επίδικου ναυαγίου δεν τους αποδίδεται οποιασδήποτε μορφής (ενσυνείδητη ή ασύγγνωστη) αμέλεια ή με έλλειψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφάλειας σύμφωνα με τα προεκτιθεμενα. Έτσι, το πρώτον εναγόμενοι και συνακόλουθα διάδικοι καθίστανται οι δύο πρώτες εναγόμενες εταιρείες και οι τρίτος (3ος) και τέταρτος (4ος) των εναγομένων των δύο τελευταίων εναγόμενων όχι πλέον ατομικά, όπως συνέβη όταν ασκήθηκαν σε βάρος τους οι υπ’ αριθ. …και …../2000 αγωγές, αλλά με την ιδιότητα των νόμιμων εκπροσώπων των δύο πρώτων εναγόμενων εταιρειών, με την από 30-12-2014 με αριθμό κατάθεσης ……/2014 αγωγή των εκκαλούντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που θεωρείται διακοπτικό της παραγραφής γεγονός. Άλλωστε, και οι ενάγοντες συνομολογούν ότι το πρώτον ενήχθησαν οι δύο πρώτες εταιρείες, κατά το έτος 2014, με την από 30.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./ (Ε.Α.Κ.Δ.) ……./2014, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 299/2017 (μη οριστική) απόφαση και ως εκ τούτου από την 01η Ιανουαρίου του έτους 1996, οπότε και άρχισε να διαδράμει ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων μέχρι το έτος 2014, παρήλθε χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, κρινόμενο τούτο ως χρόνος παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, οι οποίες απορρέουν από τις διατάξεις του Ν. 551/1915, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, και όχι χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, όπως εσφαλμένα διέλαβε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως κοινή παραγραφή των αξιώσεων του Ν. 551/1915 , καθώς δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 551/1915 (παράλειψη αναγγελίας του ένδικου ατυχήματος στις αρμόδιες Αρχές κ.λ.π.). Κατά συνέπεια οι επίδικες αξιώσεις του Ν. 551/1915 των εναγόντων έχουν υποπέσει σε παραγραφή και έχει εξαλειφθεί ο αγώγιμος χαρακτήρας αυτών, όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εσφαλμένη ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων για την παραγραφή, καταλήγοντας όμως στο ίδιο πόρισμα- αποτέλεσμα αι ως εκ τούτου συντρέχει νόμιμη περίπτωση αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης τόσο ως προς την αδικοπρακτική βάση της ένδικης αγωγής όσο και ως προς την παραγραφή των αξιώσεων του Ν. 551/1915, Συνακόλουθα, έχουν υποπέσει σε παραγραφή και οι αξιώσεις των εκκαλούντων για αποζημίωση ου Ν. 551/1915 σε βάρος της πρώτης (1ης) εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης εταιρείας, κατά τις διατάξεις του Ν. 762/1978, λόγω της έδρας της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας στην αλλοδαπή ένεκα του παρεπόμενου χαρακτήρα προς τις αξιώσεις σε βάρος της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, προέβη στις ίδιες παραδοχές και απέρριψε την ένδικη αγωγή των εκκαλούντων, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες στους σχετικούς λόγους της ένδικης εφέσεως τους κρίνονται, ως αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση έφεση των εκκαλούντων να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσία αβάσιμη, και να καταδικαστούν αυτοί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα από τις τελευταίες σε βάρος των εκκαλούντων, λόγω της ήττας των τελευταίων (άρθρα 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, 63 § 1 περ. γ΄, 68 § 1 και 69 § 1 εδαφ. α΄ του Ν. 4194/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως ακύρως ασκηθείσες τις εφέσεις των: (3) ………, (4) ……….., , (5) ……………, (6) …………….., (7) ……………, (8) ……….., (9) .. ….., κατοίκου …………………., (10) …………, (11) ………………. (13) ………….., (14) …………, (15) …………, (16) …………, (17) …………… (18) ……….., (19) ………….., (20)……………., (21) …………. ., (22) ……….., (23) …………., (24) …………., (25) …………., (26) ……….., .. (27) ………….., (28) ………….., κατοίκου ………………, (29) ……………….. (30) …………, (31) …………., (32) ………….., (34) …………. (35) ……………….., (36) …………, (40) ………………..(47) …………, (48) …………, (49) ……………, (50) …………………, (51) …………, (52) ………….., (53) …………., (54) ……………. (55) …………, (56) ……….., (58) …………….., (60) ………….(61) ………….., (62) ………….,
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις των: (1) …………………, (2) ……….., (33) ……… – ., (37) ……….., (38) ……………, (39) ………, (41) ….……, (42) ……………, (43) …………., (44) ………….., (45) ……….., (46) …………., (57) …………., (59) …………, (63) …………., (64) ………. – ., (65) ……………, (66) ……….., (67) ……………., (69) ………….. και (70) ……..,
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές κατ’ ουσία.
-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500,00) Ευρώ (Ε).
-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους, στον Πειραιά, την 15 η Οκτωβρίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ