ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 651/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……….., ο οποίος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Στεφάνου Λύρα [ΣΤΕΦΑΝΟΣ Μ. ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].
ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ: 1) Της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «……….» [ΑΦΜ ……..], η οποία εδρεύει στο ………. Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας, ………., κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αγγέλου Ροντήρη [Ν. ΓΩΓΙΟΣ – Α. ΝΑΣΙΚΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ] και 2) ……….., ο οποίος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου του δικηγόρου.
Ο καλών ……….., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 11.5.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./14.5.2021 αγωγή, σε βάρος των καθών η κλήση και δη σε βάρος της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «………..» και του ……….., υπηρετούντος ως Πλοιάρχου στο περιγραφόμενο στην αγωγή πλοίο, με την οποία ζητούσε αφενός μεν να υποχρεωθεί η ανωτέρω ναυτιλιακή εργοδότριά του εταιρεία να του καταβάλει το ποσό των ευρώ 12.708,52 ως διαφορές αποδοχών, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στη αγωγή, αφ’ ετέρου δε, αμφότεροι οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, να υποχρεωθούν να του καταβάλουν κυρίως το ποσό των ευρώ 1.962.189,36, άλλως και επικουρικώς το ποσό των ευρώ 395.407,90, συνεπεία του περιγραφόμενου στην αγωγή τραυματισμού του, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Συζητήσεως δε γενομένης αυτής, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, την 25.11.2021, αντιμωλία των διαδίκων, εξεδόθη η με αριθμό 2287/2022 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία «……………» και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 6.941,98, καθώς και μέρος της δικαστικής δαπάνης του εκ ποσού ευρώ 250,00, κατά τα λοιπά δε ανεβλήθη η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να διενεργηθεί, επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων, ιατρική πραγματογνωμοσύνη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην απόφαση αυτή. Κατόπιν της διενέργειας της ως άνω διαταχθείσας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, με την από 8.2.2023 κλήση του, ο ενάγων επανέφερε προς συζήτηση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την ανωτέρω αγωγή του, συζητήσεως δε γενομένης αυτής την 21.3.2023, εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 1068/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του δευτέρου εναγομένου και καταδικάσθηκε ο ενάγων στην καταβολή της ορισθείσας στο ποσό των ευρώ 10.000 δικαστικής δαπάνης αυτού και έγινε εν μέρει δεκτή η ίδια αγωγή, σε βάρος της πρώτης εναγομένης ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 53.679,51, με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής, καθώς επίσης και το ποσό των ευρώ 300,00 ως δικαστική δαπάνη.
Αμφότερες τις ανωτέρω αποφάσεις του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσέβαλαν οι ηττηθέντες εν μέρει στον πρώτο βαθμό και δη ο ενάγων με την από 28.5.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …../3-6-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../4-6-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του και η πρώτη εναγομένη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία με την από 14.6.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………/14-6-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./14-6-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της, οι οποίες προσδιορίσθηκαν προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 20 Φεβρουαρίου 2025 και εζήτησαν ο μεν ενάγων την εξαφάνιση αυτών, επί τω τέλει όπως γίνει δεκτή στο σύνολό της η ανωτέρω αγωγή του, η ανωτέρω δε εναγομένη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία την εξαφάνιση αυτών, επί τω τέλει όπως απορριφθεί στο σύνολό της η ανωτέρω αγωγή του ενάγοντος. Οι ανωτέρω εφέσεις συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την ανωτέρω δικάσιμο (20.2.2025) και επ΄ αυτών εξεδόθη η με αριθμό 685/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι ένδικες εφέσεις, αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης αμφοτέρων αυτών (ενδίκων εφέσεων) στο ακροατήριο προκειμένου, αφενός μεν να διενεργηθεί, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, πραγματογνωμοσύνη, αφ’ ετέρου δε λάβει χώρα χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.
Με την ένδικη από 27.2.2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου …………/27.2.2016 κλήση, επαναφέρονται προς συζήτηση αμφότερες οι ως άνω εφέσεις.
Κατά τη συζήτηση της ως άνω κλήσεως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, η οποία εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νομίμως και παραδεκτώς φέρονται προς συζήτηση, δυνάμει της, από 27.2.2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……./27.2.2016, κλήσεως (α) η από 28.5.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……/3-6-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../4-6-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση και (β) η από 14.6.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../14-6-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/14-6-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση, κατά των με αριθμό 2287/2022 (εν μέρει οριστικής) και 1068/2024 (οριστικής) αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών – Εργατικών Διαφορών), επί των οποίων (εφέσεων), συζητήσεως γενομένης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την 20-2-2025, κατόπιν συνεκδικάσεως αυτών, εξεδόθη η με αριθμό 685/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή, αφού έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι ανωτέρω εφέσεις, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως αμφοτέρων αυτών (ενδίκων εφέσεων) στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, προκειμένου αφενός μεν να διενεργηθεί, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, πραγματογνωμοσύνη, αφ’ ετέρου δε να λάβει χώρα χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αφού πράγματι διενεργήθηκε η προσκομιζόμενη από 26.2.2026 πραγματογνωμοσύνη από τον ορισθέντα με την ανωτέρω απόφαση πραγματογνώμονα, Διπλωματούχο Ναυπηγό – Μηχανολόγο Μηχανικό, ……….., ενώ οι διάδικοι παραστάθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και εξετάσθηκαν χωρίς όρκο.
ΙΙ. Ο ενάγων, ήδη καλών – εκκαλών – εφεσίβλητος, ………., στην από 11.5.2021 αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου ναυτολογήθηκε, την 30.7.2019, με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου, στο υπό ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο “Μ” και ήδη «Φ», νηολογίου Πειραιά, 21.094,52 κ.ο.χ., πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ήδη καθής η κλήση-εκκαλούσας-εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «………..», το οποίο διενεργούσε τους αναφερόμενους στην αγωγή ακτοπλοϊκούς πλόες, αντί του προβλεπομένου από την ισχύουσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (ΣΣΝΕ) για τα πληρώματα των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων μηνιαίου μισθού έτους 2019 και σύμφωνα με τους όρους αυτής. Ότι η εν λόγω σύμβαση λύθηκε την 6.10.2019, εκ του λόγου ότι έκλεισε το ναυτολόγιο και την 7.10.2019, δυνάμει νέας συμβάσεως ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, αυτός (ενάγων) ναυτολογήθηκε εκ νέου στο ανωτέρω πλοίο με την αυτή ειδικότητα, αντί του προβλεπομένου από την συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (ΣΣΝΕ) για τα πληρώματα των Μεσογειακών Τουριστικών πλοίων έτους 2019 μηνιαίου μισθού και σύμφωνα με τους όρους αυτής. Ότι την 6.11.2019, οπότε το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πάτρα – Ανκόνα, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, συνεπεία πτώσης του από κινητό ικρίωμα, τραυματίσθηκε σοβαρά στα κάτω άκρα του, με αποτέλεσμα την πλήρη και διαρκή ανικανότητά του προς άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού, αλλά και οποιοδήποτε άλλου ισοδυνάμου κοινωνικώς και οικονομικώς επαγγέλματος. Ότι ο περιγραφόμενος στην αγωγή βαρύτατος τραυματισμός του και η συνεπεία τούτου ανικανότητά του προς εργασία, οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων από τη εναγόμενη Πλοιάρχου, Υπάρχου και Ναυκλήρου του ανωτέρω πλοίου, καθώς και των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης και των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της στην ξηρά (DPA – Designated Person Ashore), οι οποίοι, από βαρύτατη αμέλεια και έλλειψη της στοιχειώδους προσοχής και επιμέλειας, στην οποία ήταν ιδιαίτερα υποχρεωμένοι λόγω του επαγγέλματος και της ιδιότητάς τους, ενήργησαν αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, καθώς επίσης αντίθετα προς τις, θεσπίζουσες ειδικούς όρους ασφάλειας των εργαζομένων στα πλοία, διατάξεις των άρθρων 4 παρ.3, 13, 27 παρ.1 και 2, 31, 52 παρ.3 του ΒΔ 683/1960, των Κεφαλαίων 5.4.1, 7.7.3 και 7.7.9 του Κυρίου Εγχειριδίου Ασφαλούς Διαχείρισης (Κ.Ε.Α.Δ.) του πλοίου, των άρθρων 10 «περί συντήρησης του πλοίου και του εξοπλισμού», 5 και 6 «περί ευθύνης και αρμοδιότητας του πλοιάρχου» του Παραρτήματος 1 του Κώδικα ISM, των άρθρων 3 παρ.1, 2 και 3 και 6 παρ.1 και 2 του ΠΔ 395/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Π.Δ. 155/2004. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι, όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο Πλοίαρχο, τον Ύπαρχο και τον Ναύκληρο του ανωτέρω πλοίου (α) δεν φρόντισαν και δεν μερίμνησαν ώστε να εξασφαλιστεί η ευστάθεια του ικριώματος το οποίο χρησιμοποίησε ο ενάγων, από την πτώση από το οποίο υπέστη την περιγραφόμενη στην αγωγή του σωματική βλάβη και δη δεν μερίμνησαν ώστε τα στοιχεία στήριξης αυτού (ικριώματος) ασφαλίζονταν έναντι του κίνδυνου ολίσθησης, είτε με στερέωση στην επιφάνεια εργασίας, είτε με αντιολισθητική διάταξη, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ισοδύναμης αποτελεσματικότητας, καθώς και ότι η φέρουσα επιφάνειά του έχει επαρκή αντοχή και ότι η τυχαία μετακίνηση αυτού (κινητού ικριώματος) κατά την εκτέλεση των εργασιών σε ύψος, εμποδίζεται με κατάλληλες διατάξεις, (β) δεν ήλεγξαν προσωπικά, ως όφειλαν, κατά τις ανωτέρω διατάξεις ότι, όλα τα απαραίτητα μέτρα είχαν ληφθεί για εργασία σε ύψος, αφού η χρησιμοποιηθείσα υπ’ αυτού σκαλωσιά ήταν ακατάλληλη για εργασία σε ύψος τεσσάρων περίπου μέτρων, δεν είχε στηρίγματα στη βάση της, ούτε και συνοδευόταν από προστατευτικό δίκτυ προστασίας περιμετρικά αυτής, ούτε έφερε μεταλλικό χειρολισθήρα ύψους ενός μέτρου από το δάπεδο εργασίας και μεταλλική ράβδο στο μέσον του διαστήματος, για προστασία έναντι της πτώσεως (άρθρο 42 παρ. 4 και 2 του Π.Δ. 70/1990) και περαιτέρω, δεν έλαβαν κανένα μέτρο ασφαλείας για τη σύνδεση της ανωτέρω σκαλωσιάς με το μέτωπο εργασίας ή με άλλη σταθερή κατασκευή, ούτε εξασφάλισαν με έτερο τρόπο το αμετακίνητο αυτής, (γ) κατά παράβαση του κεφ. 7.7.3. του ΚΕΑΔ του πλοίου και των ανωτέρω διατάξεων, δεν φρόντισαν να υπάρχει βοηθητικό προσωπικό στην περιοχή της ανωτέρω εργασίας του ενάγοντος, προκειμένου να ρυθμίζει και εποπτεύει τις εργασία αυτού και φροντίζει για την ασφάλειά του, κρατώντας την σκαλωσιά κατά την πτώση του, (δ) δεν έγινε γραπτή εκτίμηση των κινδύνων εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας, (ε) δεν υπέδειξαν στον ενάγοντα τον ορθό τρόπο εκτέλεσης της ανωτέρω εργασίας, ούτε παρείχαν σε αυτόν [ενάγοντα] επαρκείς πληροφορίες, ούτε και γραπτές οδηγίες χρήσης σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας που χρησιμοποιείται κατά την εργασία. Επιπροσθέτως, αυτοί (στ) κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 63 και 64 του ΠΔ 70/1990, του άρθρου 16 του ΠΔ 1349/81, του άρθρου 9 παρ. 4 περιπτ. 4.4. β του ΠΔ 395/1994, του άρθρου 10 του ΠΔ 396/1994 και του Κεφ. 7.7.3 και 7.7.9. του ΚΕΑΔ του πλοίου, δεν του χορήγησαν τον προβλεπόμενο εξοπλισμό ασφαλείας, αν και αυτός (ενάγων) εζήτησε αυτόν και συγκεκριμένα, δεν του χορήγησαν ζώνη ασφαλείας και ειδικά υποδήματα. Περαιτέρω, ο Ναύκληρος του ανωτέρω πλοίου, ως Προϊστάμενος του ενάγοντος και ο Ύπαρχος, ως γενικότερος Προϊστάμενος του προσωπικού καταστρώματος του ιδίου πλοίου (ζ) δεν ήλεγξαν προσωπικά ως όφειλαν ότι όλα τα απαραίτητα μέτρα είχαν ληφθεί, ούτε ευρίσκοντο στο χώρο εργασίας αυτού (ενάγοντος) προκειμένου να του χορηγήσουν σχετικές οδηγίες για την εξασφάλιση της σωματικής του ακεραιότητας και δεν παρακολούθησαν την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του, (η) δεν μερίμνησαν ώστε στον τόπο όπου έλαβε χώρα ο ανωτέρω τραυματισμός του (ενάγοντος) να ευρίσκεται κάποιο μέλος του πληρώματος, προκειμένου να ρυθμίζει και εποπτεύει τις εργασίες καθαρισμού και φροντίζει για την ασφάλεια αυτού και συγκεκριμένα, να κρατά τη σκαλωσιά και (γ) κατά παράβαση του κεφ. 7.7.9. του ΚΕΑΔ του πλοίου δεν προέβησαν σε έλεγχο για τη χρήση υπ’ αυτού του εξοπλισμού ασφαλείας και δη ελαστικών υποδημάτων, τα οποία κατά τον ενάγοντα θα μπορούσαν να αποτρέψουν την απότομη και κατακόρυφη πτώση του, καθώς επίσης να απορροφήσουν τους έντονους κραδασμούς από την πτώση αυτού και ζώνη ασφαλείας, μέσω της οποίας μετά βεβαιότητος θα είχε αποτραπεί η σφοδρότητα της πτώσης του. Έτι περαιτέρω, ο Πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου και δεύτερος εναγόμενος, εν γνώσει του και κατά παράβαση ειδικών όρων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων στη θάλασσα, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, σε συνεννόηση με τον πρώτη εναγόμενη εταιρεία, δεν απέλυσε αυτόν (ενάγοντα) αμέσως με την επιστροφή του στο πλοίο από το Νοσοκομείο “……………’ της Ανκόνας, όπου αρχικά μετά τον τραυματισμό του διεκομίσθη, ούτε έλαβε υπόψη του τη γνωμάτευση των ιατρών του ως άνω Νοσοκομείου, σύμφωνα με την οποία αυτός (ενάγων) έπρεπε να επισκεφθεί εκ νέου, νωρίς το πρωί της ίδιας ημέρας, την Ορθοπεδική κλινική του ανωτέρω Νοσοκομείου, προκειμένου να υποβληθεί σε περαιτέρω εξετάσεις από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό και ενδεχομένως σε χειρουργική επέμβαση, αλλά αντιθέτως, υποτιμώντας την σοβαρότητα του τραυματισμού του, τον υποχρέωσε να παραμείνει στο ανωτέρω πλοίο για τριάντα οκτώ τουλάχιστον ώρες από την επιστροφή του σε αυτό από το Νοσοκομείο της Ανκόνα, έως τη μετάβασή του στο Νοσοκομείο του Ρίου, με συνέπεια την επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, αν και η έκταση των σωματικών του βλαβών θα περιορίζονταν με την έγκαιρη απόλυσή του και την άμεση εισαγωγή του στο νοσοκομείο της Ανκόνα. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης και ο εξουσιοδοτημένος από αυτήν εκπρόσωπος της στην ξηρά (DPA), αν και ήταν υπεύθυνοι (α) να εκπονήσουν ένα διαρθρωμένο και τεκμηριωμένο σύστημα, που επιτρέπει στο προσωπικό του πλοίου να εφαρμόζει αποτελεσματικά την πολιτική αυτών σε θέματα ασφάλειας (άρθρο 1.1.4 του Κώδικα ISM), (β) να διασφαλίζουν την ασφάλεια στη θάλασσα, την πρόληψη ανθρώπινου τραυματισμού ή απώλειας ζωής και την αποφυγή ζημιών στο περιβάλλοντα και στα αγαθά (άρθρο 1.2.1 του Κώδικα ISM), (γ) να προβλέπουν ασφαλείς πρακτικές κατά τη λειτουργία του πλοίου και ασφαλές εργασιακό περιβάλλον (άρθρο 1.2.2.1 του Κώδικα ISM), (δ) να καθιερώνουν μέτρα προστασίας έναντι όλων των προσδιορισθέντων κινδύνων (άρθρο 1.2.2.2 του Κώδικα ISM), (ε) να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς υποχρεωτικούς κανόνες και κανονισμούς και ότι λαμβάνονται υπόψη οι ισχύοντες κώδικες, κατευθυντήριες γραμμές και πρότυπα, που συνιστώνται από τον Οργανισμό, τις Διοικήσεις, τους Νηογνώμονες και τους Οργανισμούς της Ναυτιλιακής Βιομηχανίας (άρθρα 1.2.3.1 και 1.2.3.2 του Κώδικα ISM), (ζ) να καθιερώνουν διαδικασίες που να διασφαλίζουν ότι το πλοίο συντηρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών κανόνων και κανονισμών και να διασφαλίζουν ότι διενεργούνται επιθεωρήσεις σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα και ότι τηρούνται αρχεία των επιθεωρήσεων αυτών (άρθρα 10.2.1 και 10.2.4 του Κώδικα ISM) και (η) να καθιερώνουν διαδικασίες στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας, για τον προσδιορισμό του εξοπλισμού και των τεχνικών συστημάτων, των οποίων η αιφνίδια βλάβη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα επικίνδυνες καταστάσεις και να ενσωματώνουν στη διαδικασία της λειτουργικής συντήρησης/καθημερινότητας του πλοίου τις επιθεωρήσεις αυτές (άρθρο 10.4 του Κώδικα ISM), παρά τούτα [α] δεν χρησιμοποιούσαν σύστημα καταγραφής της κατάστασης των ικριωμάτων του πλοίου (εξοπλισμού), δοθέντος ότι η σκαλωσιά η οποία εν προκειμένω χρησιμοποιήθηκε ήταν ακατάλληλη λόγω του βάρους της και της γενικότερης κατασκευής της (πολύ ελαφριά για την συγκεκριμένη εργασία και κινητή), με αποτέλεσμα τον τραυματισμό αυτού, ούτε τηρούσαν αρχεία ελέγχου της κατάστασης των σκαλωσιών, ώστε να διαγνωσθεί εγκαίρως από το προσωπικό του πλοίου η κακή κατάσταση της επίδικης και δεν φρόντισαν για την αντικατάσταση αυτής με πλέον κατάλληλη. Ότι συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ολικώς και δια βίου ανίκανος προς άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού, αλλά και οποιοδήποτε άλλου ισοδύναμου κοινωνικά και οικονομικά επαγγέλματος. Επίσης, με την ως άνω αγωγή, ο ενάγων εζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, η πρώτη ως εργοδότρια του και ο δεύτερος, προστηθείς υπό της πρώτης εναγομένης, Πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής α) κυρίως, ως αποζημίωση του, για την απώλεια του εισοδήματός του από την αδυναμία του προς εργασία, από το χρονικό διάστημα από 6-11-2019 έως της συμπληρώσεως της ηλικίας των εξήντα πέντε ετών, οπότε θα συνταξιοδοτείτο και δη έως την 4-8-2046, το ποσό των 1.962.189,36 ευρώ, εφάπαξ, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως το ποσό των 5.178,16 ευρώ μηνιαίως, προσαυξανόμενο ετησίως κατά ποσοστό 3% για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα (από 6.11.2019 έως 4.8.2046), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επιπλέον, επικαλούμενος ότι, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και των προστηθέντων αυτής υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου, Πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου κατά το χρόνο επέλευσης του ενδίκου συμβάντος και τον βαρύτατο τραυματισμό του, που τον έχει καταστήσει ανίκανο προς εκτέλεση οιαδήποτε εργασίας υπέστη και ηθική βλάβη, ενόψει της έκτασης των σωματικών του βλαβών, του άλγους που συνεχίζει να νιώθει συνεπεία των σωματικών του βλαβών, της ηλικίας του, δοθέντος ότι κατά τα το χρόνο επέλευσης του ενδίκου συμβάντος ήταν μόλις τριάντα οκτώ ετών, της οικονομικής και κοινωνικής κατάσταση των διαδίκων, για την αποκατάσταση της οποίας, θα πρέπει αμφότεροι οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 200.000 ευρώ, πέραν του ποσού των ευρώ 44,00 που επιφυλάχθηκε να αξιώσει ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι, η αναπηρία του από το ένδικο συμβάν, η οποία είναι πλήρης και διαρκής, καθιστώντας αυτόν ανίκανο για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, αλλά και κάθε άλλου επαγγέλματος, κοινωνικά και οικονομικά ισοδυνάμου, επιδρά δυσμενώς και επηρεάζει αποφασιστικά οποιαδήποτε μελλοντική του επαγγελματική, κοινωνική και προσωπική πρόοδο και εξέλιξη και συγκεκριμένα, εκ του εν λόγω ατυχήματος, υποφέρει και θα υποφέρει και στο μέλλον, για το υπόλοιπο της ζωής του, από συνεχή και έντονα άλγη στο αριστερό του πόδι, από αστάθεια, χωλότητα και δυσχέρεια βάδισης και στάσης, γεγονός που του προκαλεί αίσθημα προσωπικής και κοινωνικής απαξίας και μειώνει την αυτοεκτίμησή του, ενώ επιπρόσθετα, του δημιουργεί συναισθηματική ανασφάλεια, ευερεθιστικότητα και έκπτωση στη λειτουργικότητά του. Περαιτέρω, στο επίπεδο της ευρύτερης κοινωνικής του ζωής, η αναπηρία του, μειώνει την προσωπικότητά του, επηρεάζει και θα επηρεάζει και μελλοντικά την ψυχική του διάθεση και αναστέλλει κάθε επιθυμία του για ανάπτυξη οιασδήποτε κοινωνικής δραστηριότητας, του δημιουργεί τάσεις απομονώσεως και μόνιμο αίσθημα απογοητεύσεως και μειονεξίας, όσον δε αφορά στην επαγγελματική του ζωή, πρόοδο και εξέλιξη, η αναπηρία του, του στερεί τη δυνατότητα άσκησης του ναυτικού επαγγέλματος, το οποίο είναι το μοναδικό επάγγελμα το οποίο εγνώριζε και ασκούσε έως του τραυματισμού του, η άσκηση του οποίου προϋποθέτει άρτια σωματική, πνευματική και ψυχική κατάσταση και υγεία, καθώς και την επαγγελματική του ανέλιξη με την απόκτηση διπλώματος και προσόντων ανώτερων ειδικοτήτων, όπως αυτής του Ναυκλήρου επιβατηγών πλοίων, επιτυγχάνοντας τοιουτοτρόπως υψηλότερες αποδοχές από την εργασία του και καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Λόγω της δυσμενούς επιδράσεως της μονίμου αναπηρίας του στην οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική του εξέλιξη και της δυσμενούς επίδρασής αυτής στο μέλλον του, εζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον να του καταβάλουν ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, το ποσό των ευρώ 100.000, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. β) Επικουρικώς, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας ως άνω βάσεως της αγωγής του, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, ο ένδικος τραυματισμός του αποτελεί εργατικό ατύχημα, λόγω δε της ολικής δια βίου ανικανότητάς του προς εργασία, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 95.407,90 ευρώ ως αποζημίωση. Επιπλέον δε, να του καταβάλουν το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης που υπέστη, πέραν του ποσού των ευρώ 44 που επιφυλάχθηκε να αξιώσει ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων και το ποσό των ευρώ 100.000 ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, ο ίδιος παρείχε τις υπηρεσίες του στο ανωτέρω πλοίο καθόλο το χρονικό διάστημα από την 30.7.2019 έως την 6.11.2019, που εκτελούσε καθημερινά, κατά τον ένδικο χρόνο έως την 6.10.2019 ακτοπλοϊκούς πλόες σε λιμένες του εσωτερικού, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, εφεξής δε έως του ενδίκου τραυματισμού του και της εκ του λόγου τούτου αποναυτολογήσεώς του, μεσογειακούς πλόες, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, εργαζόμενος ημερησίως επί δέκα τέσσερις [14] ώρες. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος περαιτέρω ότι απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των αποδοχών του που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών, καθημερινών και ημερών Κυριακής κατά τις οποίες εργάσθηκε και δη συνολικά το ποσό των ευρώ 5.184,53, αναλογία εκ ποσού ευρώ 1.382,27 Δώρου Χριστουγέννων 2019, καθώς και την εκ ποσού ευρώ 6.141,72 αμοιβή του για δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσε το ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019, ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, εργοδότριά του, να του καταβάλει, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.708,52 ευρώ, νομιμότοκα από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Ζήτησε, τέλος, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αρχικά, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 2287/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αυτή (ένδικη αγωγή) έγινε δεκτή, ως ορισμένη, απορριφθέντος, σχετικού περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων και νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 270 297, 298, 299, 330 εδ. α’, 648 επ., 662, 914, 922, 928 – 932, 481 επ., 346 εδ.α ΑΚ , άρθρα 1, 2, 3, 16 παρ.1, 4 Ν. 551/1995, άρθρα 1, 2, 3 και 4 του ΠΔ 395/1994 καθώς και ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ αυτού, άρθρα 6 και 16 του ΠΔ 1349/1981, 53, 54, 57, 60, 74, 75 και 76 του Κ.Ι.Ν.Δ (Ν. 3816/1953), ΣΣΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019, ΣΣΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (Υ.Α. 2242.5-1.10/56166/24.7.2019), της ΥΑ 70109/8008 της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς, 74 αρ.1, 907, 908 παρ.1 στ. ε, 106, 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, πλην (α) του αιτήματος αυτής όπως συνυπολογισθεί στο επίδομα Δώρου Χριστουγέννων 2019 και το επίδομα ιματισμού, αίτημα το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο εκ του λόγου ότι, το εν λόγω επίδομα δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως αντάλλαγμα της παρεχομένης υπ’ αυτού εργασίας, αλλά προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου και (β) του αιτήματος επιδίκασης τόκων υπερημερίας, διότι κρίθηκε ότι αυτό υπεβλήθη το πρώτον απαραδέκτως δια της προσθήκης επί των προτάσεων τις οποίες ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ακολούθως, με την ίδια απόφαση, η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και συγκεκριμένα, επιδικάσθηκε σε βάρος της πρώτης εναγομένης εργοδότριας του ενάγοντος εταιρείας και υπέρ του ενάγοντος, δια καταψηφιστικής διατάξεως που κηρύχθηκε στο σύνολό της προσωρινώς εκτελεστή, το συνολικό ποσό των ευρώ 6.941,98 και δη (α) το ποσό των ευρώ 790,38 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και το ποσό των ευρώ 1.101,99 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων εργάσθηκε επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη των ημερών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, (β) το ποσό των ευρώ 1.341,19 για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019 για την απασχόληση αυτού (ενάγοντος) στο ανωτέρω πλοίο, κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019, (γ) το ποσό των ευρώ 1.382,34 για αμοιβή αυτού από τη συμμετοχή στην εκτέλεση 11,7 δρομολογίων εξπρές από το εν λόγω πλοίο, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, (δ) το ποσό των ευρώ 1.242,36 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών και το ποσό των ευρώ 1.083,72 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες, κατά το χρονικό διάστημα από 7.10.2019 έως 6.11.2019, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων εργάσθηκε επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη των ημερών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, απορριφθείσας ως απαράδεκτης της με τις προτάσεις το πρώτον προβληθείσας ενστάσεως της εναγομένης περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων από την υπερωριακή του απασχόληση, η οποία εκτιμήθηκε ως ένσταση συμψηφισμού, καθώς και της περί καταβολής ενστάσεως αυτής όσον αφορά στην αιτούμενη αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, εκ του λόγου ότι, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν προτάθηκαν και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά, αναφορικά με τις απαιτήσεις του ενάγοντος συνεπεία του επικαλούμενου τραυματισμού του στα πλαίσια της εργασίας του του, με την ως άνω απόφαση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο προκειμένου και για τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν. Τέλος, επεδίκασε σε βάρος της πρώτης εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και δη το ποσό των ευρώ 250,00. Κατόπιν διενέργειας της διαταχθείσας, με την ανωτέρω απόφαση, ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, η εν λόγω υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την από 8.2.2023 κλήση του ενάγοντος. Συζητήσεως δε αυτής γενομένης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 21.3.2023, εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 1068/2024 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία (α) απορρίφθηκε στο σύνολό της η ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του δευτέρου εναγομένου, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ένδικος τραυματισμός του ενάγοντος δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού (δευτέρου εναγομένου), (β) απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της η ένδικη αγωγή καθό μέρος αυτή ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης εταιρείας και με αυτήν ο ενάγων αξίωνε αποζημίωση συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του κατά τις περί κοινού δικαίου διατάξεις, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων δεν απέδειξε παραβίαση των υπ’ αυτού (ενάγοντος) επικαλούμενων ειδικών διατάξεων περί των όρων ασφαλείας των εργαζομένων ναυτικών υπό των οργάνων και προστηθέντων της πρώτης εναγομένης μεταξύ των οποίων και του δευτέρου εναγομένου Πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς επίσης και τα αιτήματα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος από το επικαλούμενο από αυτόν εργατικό ατύχημα, καθώς και το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης του ποσού των ευρώ 100.000, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, καθόσον κατά το αποδεικτικό της πόρισμα δεν απεδείχθη πταίσμα των εναγομένων ή των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης στον επίδικο τραυματισμό του ενάγοντος και (γ) έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η αξίωση αποζημίωσης αυτού (ενάγοντος) κατά την επικουρική βάση της αγωγής (άρθρο 1 και 3 του Ν. 551/1915) και επιδικάσθηκε σε αυτόν το ποσό των ευρώ 53.679,51, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο τραυματισμός του ενάγοντος αποτελεί εργατικό ατύχημα, διότι ο τραυματισμός του δεν θα επέρχονταν χωρίς την εργασία του, αφού απορρίφθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του ισχυρισμός της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας ότι το ατύχημα έλαβε χώρα εκ προθέσεως του ενάγοντος, συνεπεία δε τούτου ότι αυτός (ενάγων) κατέστη πλήρως και διαρκώς ανίκανος προς εργασία, με αποτέλεσμα να δικαιούται το ποσό των ευρώ 95.407,90 έναντι του οποίου, δέχθηκε, κατ’ αποδοχή σχετικής περί μερικής καταβολής ενστάσεως της πρώτης εναγομένης, ότι αυτός έλαβε το ποσό των ευρώ 41.728,39 και επεδίκασε το ποσό των ευρώ 53.679,51 νομιμοτόκως από της επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Περαιτέρω, αφού κήρυξε την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των ευρώ 18.000, επεδίκασε σε βάρος του ενάγοντος, την ορισθείσα στο ποσό των ευρώ 10.000, δικαστική δαπάνη του δευτέρου εναγομένου, σε βάρος δε της πρώτης εναγομένης, επεδίκασε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το ύψος των οποίων όρισε στο ποσό των ευρώ 300,00.
Ακολούθως, κατά αμφοτέρων των ανωτέρω αποφάσεων, ασκήθηκαν από τον ενάγοντα και την πρώτη εναγομένη οι ένδικες εφέσεις. Ειδικότερα: 1) Ο ενάγων άσκησε κατά των ως άνω αποφάσεων την ανωτέρω, υπό στοιχείο (α) έφεσή του, με την οποία πλήττει αυτήν για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την κρίση του α) ότι ο τραυματισμός του δεν προήλθε από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων Πλοιάρχου, Υπάρχου και Ναυκλήρου του ανωτέρω πλοίου, των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της (πρώτης εναγομένης) στην ξηρά (DPA – Designated Person Ashore), αλλά συνιστά εργατικό ατύχημα κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915 και απέρριψε εσφαλμένως τις αξιώσεις του προς αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, με τον πρώτο λόγο έφεσης, κρίση την οποία με τον ίδιο λόγο έφεσης πλήττει και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 551/1995, αλλά και για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, (β) αναφορικά με την κρίση του ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν βαρύνεται με αμέλεια ως προς την επέλευση του ενδίκου συμβάντος, αν και αυτός (δεύτερος εναγόμενος) δεν φρόντισε, ως όφειλε, για τη διακομιδή του (ενάγοντος) στο πλησιέστερο νοσοκομείο την επομένη ημέρα του ατυχήματος, προκειμένου ο ενάγων να εξετασθεί από ιατρό ορθοπεδικό, (γ) επί του αγωγικού κονδυλίου της αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησής του, κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019, αναφορικά με την κρίση της ότι αυτός (ενάγων) εργάσθηκε επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη των αναφερομένων σε αυτή ημερών του ενδίκου χρονικού διαστήματος, ως προς το οποίο (κονδύλιο) ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής του, ισχυρίζεται ότι, εάν είχαν εκτιμηθεί ορθά τα προσαχθέντα από τον ίδιο αποδεικτικά μέσα, που κατονομάζει, θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτός (ενάγων) εργάζονταν επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του, (δ) επί του κονδυλίου αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2019, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μειωμένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού τακτικών αποδοχών, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση κατώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο, (ε) επί του κονδυλίου αμοιβής για δρομολόγια εξπρές, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον πέμπτο λόγο έφεσης, ειδικότερα, ισχυρίζεται αφενός μεν ότι δεν υπολογίσθηκαν δρομολόγια εξπρές του ανωτέρω πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από 9.9.2019 έως 6.10.2019 και επιπλέον ότι, η αμοιβή του για την απασχόληση του στα εν λόγω δρομολόγια υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μειωμένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού τακτικών αποδοχών, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή του απασχόληση κατώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο, (στ) καθό μέρος δεν επιδικάσθηκαν οι αιτούμενοι με την αγωγή του νόμιμοι τόκοι από της επιδόσεως της αγωγής και τόκοι υπερημερίας, με τον έκτο λόγο έφεσης, (ζ) επί της αιτουμένης, υπ’ αυτού, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, αποζημιώσεως λόγω του εργατικού του ατυχήματος, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον έβδομο λόγο έφεσης, τον οποίο ασκεί επικουρικά και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης του πρώτου λόγου εφέσεως, ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μειωμένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού τακτικών αποδοχών, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή του απασχόληση κατώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο και (η) αναφορικά με την κρίση του ότι δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση καθώς επίσης αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, με τον όγδοο λόγο έφεσης. Εζήτησε δε, να εξαφανισθούν οι εκκαλούμενες αποφάσεις, επί τω τέλει όπως γίνει δεκτή στο σύνολό της η ανωτέρω αγωγή του και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη, αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας. Και 2) η πρώτη εναγομένη – εργοδότρια του ενάγοντος εταιρεία με την ένδικη ανωτέρω υπό στοιχείο (β) έφεσή της, με την οποία πλήττει τις εκκαλούμενες αποφάσεις, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (α) επί του κονδυλίου της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον πρώτο λόγο έφεσης το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πλήττεται και για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, για ανεπαρκή αιτιολογία και για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 106 ΚΠολΔ, εφόσον με την πρώτη εκκαλουμένη απόφαση, επιδικάσθηκε ποσό πλέον του αιτηθέντος, ισχυριζόμενη ότι, εάν είχαν εκτιμηθεί ορθά οι αποδείξεις τις οποίες επικαλείται με τον ίδιο λόγο έφεσης, θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτός (ενάγων) εργάσθηκε τις αναφερόμενες αναλυτικά στα πλαίσια του ίδιου λόγους έφεσης ώρες, με αποτέλεσμα για υπερωριακή εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019 να δικαιούται το ποσό των ευρώ 2.159,10, και το ποσό τω ευρώ 1.246,19 κατά το χρονικό διάστημα από 7.10.2019 έως 7.11.2019, ποσά τα οποία του κατέβαλε, ως αναλύεται στα πλαίσια του ιδίου λόγου εφέσεως, προβάλλοντας σχετική ένσταση καταβολής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλούμενη προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της έγγραφη απόδειξη, ως αναλύεται στα πλαίσια του ιδίου λόγου έφεσης, αλλά και δικαστική ομολογία του ενάγοντος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στα πλαίσια του ιδίου λόγου έφεσης, (β) επί του κονδυλίου αναλογίας δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει αυξημένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού τακτικών αποδοχών, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή του απασχόληση ανώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο, περαιτέρω δε επικαλούμενη έγγραφη απόδειξη και δικαστική ομολογία του ενάγοντος, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως ειδικότερα αναλύεται στα πλαίσια του ιδίου λόγου έφεσης, προέβαλε ισχυρισμό περί μερικής καταβολής αυτού και δη κατά το ποσό των ευρώ 947,87, (γ) επί της αμοιβής του για δρομολόγια εξπρές με τον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο κυρίως πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη μη απόρριψη ως αορίστου του εν λόγω κονδυλίου, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον ίδιο (τρίτο) λόγο έφεσης, επικουρικά ισχυρίσθηκε ότι, εσφαλμένως υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε δεκτό ότι το εν λόγω πλοίο εκτέλεσε δρομολόγια εξπρές, ενώ αυτό δεν εκτέλεσε τέτοια δρομολόγια, επιπλέον δε η εν λόγω αμοιβή υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει αυξημένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού τακτικών αποδοχών, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή του απασχόληση ανώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο, (δ) επί της νομίμως προβληθείσας υπ’ αυτής ένσταση, περί αποκλειστικής υπαιτιότητος, άλλως συνυπαιτιότητος σε ποσοστό 99% του ιδίου του ενάγοντος στην ανικανότητά του προς εργασία συνεπεία της άρνησής του να υποβληθεί εγκαίρως στην υποδειχθείσα από τους θεράποντες ιατρούς του χειρουργική επέμβαση, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απεφάνθη επ’ αυτού, (ε) επί του ύψους των μηνιαίων αποδοχών που απετέλεσαν τη βάση υπολογισμού της προβλεπομένης από τις διατάξεις του άρθρου 1 και 3 του Ν. 551/1915 αποζημιώσεως, με τον πέμπτο λόγο έφεσης, τον οποίο άσκησε επικουρικώς και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης του τετάρτου λόγου έφεσης, με τον οποίο (πέμπτο λόγο έφεσης) ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, υπολογίσθηκαν εσφαλμένα επί τη βάσει αυξημένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού τακτικών αποδοχών, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή του απασχόληση ανώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο, (στ) επί του ισχυρισμού της, ο οποίος υπεβλήθη επικουρικώς και υπό την αίρεση ότι γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής ως προς τις συνθήκες τραυματισμού του ενάγοντος, περί εκ προθέσεως πρόκλησης του εν λόγω ατυχήματος υπ’ αυτού (ενάγοντος), ο οποίος απερρίφθη ως αβάσιμος στην ουσία του υπό της δεύτερης εκκαλουμένης αποφάσεως, με τον έκτο λόγο έφεσης, επικαλούμενη έννομο συμφέρον για την περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος ενάγοντος, (ζ) επί της καταδίκης αυτής στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, με τον έβδομο λόγο έφεσης, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι έπρεπε να απορριφθεί το αίτημα του ενάγοντος περί καταδίκης αυτής στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης και περαιτέρω, έπρεπε να καταδικασθεί αυτός (ενάγων) στην ιδική της δικαστική δαπάνη. Ζήτησε δε, με την εν λόγω έφεσή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτως ώστε, αφού κρατηθεί και αναδικασθεί εξαρχής η υπόθεση, να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και να καταδικασθεί αυτός στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Επιπλέον, η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ. επειδή, όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε στον αντίδικό της το χρηματικό ποσό των (24.247,79) ευρώ, το οποίο οι εκκαλούμενες αποφάσεις του επεδίκασαν και ως προς το οποίο κηρύχθηκαν αυτές προσωρινά εκτελεστές, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της εκδοθεισομένης αποφάσεως.
Επί των ανωτέρω εφέσεων, όπως προελέχθη, συζητήσεως γενομένης την 20-2-2025, εξεδόθη η, με αριθμό 685/2025, απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε τυπικά δεκτές αμφότερες τις ανωτέρω εφέσεις έκρινε περαιτέρω (α) ότι παραδεκτώς από άποψη παθητικής νομιμοποίησης ηγέρθη η ένδικη αγωγή σε βάρος και του δευτέρου εναγομένου – Πλοιάρχου του ενδίκου πλοίου κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, με την κύρια βάση της οποίας ζητείται πλήρης αποζημίωση κατά τις περί κοινού δικαίου διατάξεις, καθώς επίσης καθό μέρος αξιώνεται από τον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του που τον κατέστησε ολικά ανίκανο προς εργασία και ανάπηρο και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, απορριφθέντος του αντιθέτου περί τούτου ισχυρισμού αυτού (δευτέρου εναγομένου) που περιέχονταν στις έγγραφες προτάσεις του, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, (β) ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει νόμιμη και ως προς την κύρια βάση της, καθό μέρος δηλαδή ο ενάγων αξιώνει αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος από την ανικανότητα του προς εργασία με βάση τις διατάξεις του κοινού δικαίου, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 298. 299, 330, 648 επ., 662, 914, 922, 931, 932, 481 επ., 346 ΑΚ, 84 εδ.β του Ν. 3816/1958 περί ΚΙΝΔ και 104 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΚΔΝΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.Δ/τος 187/1973 και απορρίφθηκαν οι περί του αντιθέτου, περιεχόμενοι στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης των ενδίκων εφέσεων, ισχυρισμοί των εναγομένων, διότι όπως κρίθηκε ο ενάγων, προς θεμελίωση αυτής (ένδικης αγωγής) επικαλείται, πέραν της μη τήρησης υπό των οργάνων και των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης και τον δεύτερο εναγόμενο, επίσης προστηθέντα της πρώτης εναγομένης, όρων οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, παραβίαση εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου και των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης Υπάρχου και Ναυκλήρου του εν λόγω πλοίου διατάξεων που προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και δη του άρθρου 16 του πδ 1349/1981 “Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία”, των άρθρων 3 παρ.1, 2 και 3, 6 παρ.1 και 2 και 9 (“Παράρτημα II παράγραφος 4 περιπτ. 4.4. β) του ΠΔ 395/1994, του άρθρου 10 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II παρ. 6.1 και 8.1 του ΠΔ 396/1994, την καθιερούμενη από το άρθρο 10 του “Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων 500 κ.οχ. και άνω”, που εγκρίθηκε με το Β.Δ/μα 683/1960 (ΦΕΚ Α’ 158) υποχρέωση του Πλοιάρχου του ανωτέρω πλοίου, όπως, λαμβάνων γνώση ατυχήματος τινός των επιβαινόντων μεριμνά ώστε να παρασχεθή αμελλητί εις τον πάσχοντα η ενδεδειγμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη η οποία τυγχάνει διάταξη ειδικότερη όσον αφορά στα επιβατηγά πλοία της γενικής διάταξης του άρθρου 45 του ΒΔ 18/1836 «Περί Αστυνομίας Εμπορικής Ναυτιλίας», καθώς και τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 της υπ’ αριθ. 3522.2/08/2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Υγείας και Ναυτιλίας και Αιγαίου “περί κανονισμού για την εφαρμογή των απαιτήσεων της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας” (ΦΕΚ Β 1671/5.5.2013), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των παρ. 1 και 3 του άρθρου τρίτου του ν. 4078/2012 “Κύρωση της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας” (ΦΕΚ Α 179) και των διατάξεων των άρθρων 63 και 64 του π.δ. 70/1990 και (γ) ότι η ένδικη αγωγή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένης και καθό μέρος αξιώνεται υπό του ενάγοντος χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του, καθώς επίσης και ειδική αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ και απορρίφθηκαν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχική συζήτηση των ενδίκων εφέσεων, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν. Ήδη, οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (σχετικά σελ. 25 έως 28), αιτούνται την ανάκληση της ανωτέρω με αριθμό 685/2025 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, καθό μέρος εκρίθη νόμιμη η ένδικη αγωγή του ενάγοντος κατά την κύρια βάση της, καθό μέρος δηλαδή ο ενάγων αξιώνει αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος από την ανικανότητα του προς εργασία με βάση τις διατάξεις του κοινού δικαίου δεχόμενη ότι οι επικαλούμενες με την αγωγή διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1, 2 και 3, 6 παρ.1 και 2 και 9 (“Παράρτημα II παράγραφος 4 περιπτ. 4.4. β) του ΠΔ 395/1994 και του άρθρου 10 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II παρ. 6.1 και 8.1 του ΠΔ 396/1994 και των άρθρων 63 και 64 του π.δ. 70/1990, σύμφωνα με τις οποίες: «1. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του. 2. Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπ` όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας. 3. Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο. (άρθρο 3 ΠΔ 395/1994), «1. Στα πλαίσια της ενημέρωσης των εργαζομένων σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στη διάθεσή τους τις επαρκείς πληροφορίες και, όταν απαιτείται, γραπτές οδηγίες χρήσης σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας που χρησιμοποιείται κατά την εργασία. 2. Οι ανωτέρω πληροφορίες και γραπτές οδηγίες πρέπει να περιέχουν κατ` ελάχιστον κατάλληλες πληροφορίες σε θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων σχετικά με: α) Τις συνθήκες χρήσης του εξοπλισμού εργασίας. β) Τις προβλεπτέες έκτακτες καταστάσεις. γ) Τα συμπεράσματα που συνάγονται, ενδεχομένως, από την πείρα που έχει αποκτηθεί κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας. Πρέπει να εφιστάται η προσοχή των εργαζομένων στους κινδύνους που τους αφορούν, σχετικά με: α. τον εξοπλισμό εργασίας που υπάρχει στο άμεσο εργασιακό τους περιβάλλον και β. τις τροποποιήσεις που τους αφορούν, στο μέτρο που αυτές επιδρούν στον εξοπλισμό εργασίας που βρίσκεται στο άμεσο εργασιακό τους περιβάλλον, έστω και αν δεν χρησιμοποιείται άμεσα από αυτούς, προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων (άρθρο 6 ΠΔ 395/1994)», «4.4. Ειδικές διατάξεις όσον αφορά τη χρησιμοποίηση τεχνικών πρόσβασης και τοποθέτησης με τη βοήθεια σχοινιών: Κατά τη χρησιμοποίηση τεχνικών πρόσβασης και τοποθέτησης με τη βοήθεια σχοινιών πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) … β) οι εργαζόμενοι πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλη ζώνη ασφαλείας, με την οποία και συνδέονται με το σχοινί ασφαλείας… (άρθρο 9 Παράρτημα II παράγραφος 4 περιπτ. 4.4. β) του ΠΔ 395/1994) και «6. ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΝΗΜΩΝ: 6.1. …, 6.2. Υποδήματα με σύστημα ταχείας απελευθέρωσης των κορδονιών ή των αγγραφών και 8. ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΚΟΡΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ 8.1. Γιλέκα, σακάκια και ποδιές προστασίας από τις μηχανικές … (άρθρο 10 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II παρ. 6.1 και 8.1 του ΠΔ 396/1994)», δεν προβλέπουν ειδικά μέτρα ασφαλείας για τους εργαζομένους κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 16 του Ν. 551/1915. Επιπλέον, ισχυρίσθηκαν ότι, οι διατάξεις του ΠΔ 70/1990 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, διότι το εν λόγω ΠΔ (70/1990) αναφέρεται σε εγκαταστάσεις όπου εκτελείται ναυπηγοεπισκευαστικό έργο, περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω. Εν τούτοις, πράγματι, κατά την μάλλον κρατούσα άποψη και άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1, 2 και 3, 6 παρ.1 και 2 και 9 (“Παράρτημα II παράγραφος 4 περιπτ. 4.4. β) του ΠΔ 395/1994 και του άρθρου 10 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II παρ. 6.1 και 8.1 του ΠΔ 396/1994, προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων (σχετικά ΑΠ 1543/2024 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, αναφορικά με άπασες τις διατάξεις του ΠΔ 395/1994 με ειδική αναφορά στα άρθρα 2, 3 και 4 αυτού, ΑΠ 1000/2018 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, αναφορικά με άπασες τις διατάξεις του ΠΔ 395/1994 με ειδική αναφορά στα άρθρα 2, 3, 4 και 6 αυτού και ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II το άρθρο 4.2. παράγραφοι 4.2.1. και 4.2.3, αναφορικά με τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του ΠΔ 396/1994 ΑΠ 1131/2023, άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 7 παρ.1 και 10 αυτού, με τον τίτλο “προσάρτηση παραρτημάτων” που αφορά τον ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο διαφόρων εξοπλισμών ατομικής προστασίας ΑΠ 600/2020 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου και ΑΠ 80/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, οι διατάξεις του ΠΔ 70/1990 το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ. 2 και 36 του ν. 1568/1985 “υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων” και καθορίζει τις υποχρεώσεις των προσώπων που εμπλέκονται στην εκτέλεση κάθε ναυπηγοεπισκευαστικού έργου για την τήρηση των προβλεπόμενων σ` αυτό μέτρων ασφαλείας, διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση εργασιών επισκευής ή συντήρησης επί του πλοίου από μέλη του πληρώματος [ΑΠ 1908/2023 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 2014/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και εν πλω [ΑΠ 645/2013 (Ποιν) Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ], το οποίο ορίζει κατ` αρχήν, ότι στην έννοια του ναυπηγοεπισκευαστικού έργου περιλαμβάνεται και κάθε εργασία επισκευής και συντήρησης (πλοίου ή πλωτού ναυπηγήματος), ότι κύριος του έργου θεωρείται ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο νομέας ή ο κάτοχος του πλοίου όπου εκτελούνται, ύστερα από εντολή του και λογαριασμό του ναυπηγοεπισκευαστικό έργο (άρθρο 2 παρ. 1 και 3), στα δε άρθρα 37 επ., στο κεφάλαιο Ζ` και υπό τον τίτλο “ΙΚΡΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΕΔΡΕΣ (ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ)”, προβλέπονται οι όροι ασφαλείας ως προς την τοποθέτηση και χρήση, μεταξύ άλλων και κινητών ικριωμάτων κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, μεταξύ των οποίων στο άρθρο 42 παρ.5 εδ.α αυτού ότι, τα ικριώματα πρέπει να φέρουν μεταλλικό χειρολισθήρα ύψους ενός μέτρου από το δάπεδο εργασίας και μεταλλική ράβδο στο μέσο του διαστήματος για προστασία έναντι της πτώσεως [ΑΠ 1509/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ] και περαιτέρω στο άρθρο 63 προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη, σε περίπτωση που οι κίνδυνοι σε βάρος της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων δεν αποφεύγονται ή δεν περιορίζονται επαρκώς με τεχνικά μέσα συλλογικής προστασίας ή με μέτρα, μεθόδους ή διαδικασίες οργάνωσης της εργασίας, όπως εφοδιάσει τον εργαζόμενο με μέσα ατομικής προστασίας, κατάλληλα για τους κινδύνους που πρέπει να προλαμβάνουν, προσαρμοσμένα ή προσαρμόσιμα σε κάθε εργαζόμενο, ανταποκρινόμενα στις εργονομικές απαιτήσεις και τις συνθήκες του χώρου εργασίας και συμβατά απέναντι σε κάθε κίνδυνο, καθώς επίσης και υποχρέωση αφενός μεν του εργοδότη όπως επιβλέπει τη χρήση τους, αφ’ ετέρου δε του εργαζομένου όπως κάνει χρήση των μέσων ατομικής προστασίας και στο άρθρο 64 προκειμένου και για την προστασία από πτώση, τη χρήση από τον εργαζόμενο ζώνης ασφαλείας. Επομένως, ορθώς δια της με αριθμό 695/2025 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει νόμιμη κατά την κύρια βάση της με την οποία αξιώνει αποζημίωση για τον ένδικο τραυματισμό του κατά τις περί κοινού δικαίου διατάξεις, αφού με την ένδικη αγωγή του γίνεται επίκληση των ανωτέρω ειδικών όρων ασφαλείας και σε συμπλήρωση των ανωτέρω, δια της επικλήσεως δε του άρθρου 10 του ΠΔ 396/1994 και της αναφοράς στην αγωγή ότι οι προστηθέντες της εναγομένης Πλοίαρχος του πλοίου και δεύτερος εναγόμενος, Ύπαρχος αυτού και Ναύκληρος αυτού δεν του χορήγησαν τον προβλεπόμενο εξοπλισμό ασφαλείας και δη πέραν των ειδικών υποδημάτων και ζώνης ασφαλείας (σχετικά σελ. 15 ένδικης αγωγής), ο ενάγων επικαλέσθηκε ουσιαστικά και τις διατάξεις του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ II παρ. 9 του άρθρου 10 του ΠΔ 396/1994, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου «9.ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΑΚΑ ΜΕΣΑ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ 9.1. Εξοπλισμός προστασίας από τις πτώσεις. … 9.1.3. Συστήματα συγκράτησης του σώματος (εξαρτισμός ασφάλειας).». Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση ανακλήσεως της απόφασης αυτής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 309 ΚΠολΔ, όπως αιτούνται οι καθών η ένδικη κλήση – εναγόμενοι, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος αυτών.
ΙΙΙ. Από την εκτίμηση των, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, ………….και ……., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρώτη εκκαλουμένη, με αριθμό 2287/2022, απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της περιεχομένης στη με αριθμό πρωτ. ΔΣΠ_ΕΒ_………….._2021 από 16.9.2021 ληφθείσα ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιώς, ………., ένορκη βεβαίωση, ένορκης κατάθεσης του …………, ο οποίος απασχολήθηκε στο κατωτέρω αναφερόμενο πλοίο υπό της πρώτης εναγομένης με την ειδικότητα του Ναύτη κατά το χρονικό διάστημα από 26.9.2019 έως 27.1.2020 και η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη με την επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλητεύσεως των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμό … και ….. από 13.9.2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ….., των περιεχομένων στις με αριθμό …/23.11.2021, ……/24.11.2021, …../24.11.2021 και ………../24.11.2021 ληφθείσες ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης ……….. η πρώτη και ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς …….. οι λοιπές, ένορκες βεβαιώσεις, ενόρκων καταθέσεων των ………, …………, ………. και ………., αντίστοιχα, εκ των οποίων ο πρώτος απασχολείται ως επικεφαλής της Υπηρεσίας Μισθοδοσίας στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, ενώ οι υπόλοιποι απασχολήθηκαν στο κατωτέρω αναφερόμενο πλοίο υπό της πρώτης εναγομένης κατά τον επίδικο χρόνο με την ειδικότητα του Ναυκλήρου ο …………… και των δύο τελευταίων με την ειδικότητα του Ναύτη και οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) ελήφθησαν με την επιμέλεια των εναγομένων, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλητεύσεως του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ….. από 17.11.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, …………, της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../6.12.2022 ενώπιον του Γραμματέα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από 5.12.2022 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη με αριθμό 2287/2022 εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ιατρού, χειρουργού ορθοπαιδικού, ………., της από 26.2.2026 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη με αριθμό 685/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, Διπλωματούχου Ναυπηγού, Μηχανολόγου Μηχανικού …….., της δίχως όρκο εξετάσεως των διαδίκων και δη του ενάγοντος, του δευτέρου εναγομένου και του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, οι δίχως όρκο καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και των εγγράφων που μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων η από 23.7.2021 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Ορθοπαιδικού Χειρουργού ……., η από 21.1.2023 ιατρική έκθεση τεχνικού συμβούλου του ίδιου ιατρού …….. και η από 4.5.2026 τεχνική έκθεση ναυτικού συμβάντος της εταιρείας με την επωνυμία …………… που υπογράφεται από τον ………, Διπλωματούχο Ναυπηγό Μηχανικό και αντίγραφα της σχηματισθείσας για το ένδικο συμβάν πειθαρχικής και ποινικής διαδικασίας, πλην της με αριθμό πρωτ. ΔΣΠ_ΕΒ_………….._2021 από 19.11.2021 ληφθείσας ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιώς, …….., ένορκης βεβαίωσης του ………….., η οποία ελήφθη με την επιμέλεια του ενάγοντος, διότι όπως προκύπτει από την από 15.11.2021 κλήση του ενάγοντος προς παράσταση των εναγομένων κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης του ως άνω μάρτυρος, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και επιδόθηκε στους εναγομένους την 16.11.2021 (σχετικά υπ’ αριθμ. με αριθμό …….. και …… από 16.11.2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ……..), ο ενάγων γνωστοποίησε στους εναγομένους, ότι θα εξετάσει ως μάρτυρα τον …….., όπως επί λέξει αναφέρεται «την Παρασκευή 19/11/2021 και ώρα 13.00 και την Δευτέρα, 22/11/2021 και ώρα 14.00 …», πλην όμως ο με τον ανωτέρω, κατά συμπλεκτικό τρόπο, προσδιορισμός στην κλήση περισσοτέρων χρόνων για την εξέταση του μάρτυρος, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των εναγομένων, δεν ήταν σαφής και συγκεκριμένος, ώστε να παρέχεται στους τελευταίους η δυνατότητα να παρασταθούν κατά την εξέταση αυτού και συνακόλουθα, δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 422 παρ.1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης των αντιδίκων και επομένως, η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη, ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη και, επομένως η δοθείσα παρά την έλλειψη αυτή ως άνω ένορκη βεβαίωση χωρίς να παρίστανται οι εναγόμενοι είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο [πρβλ. ΑΠ 667/2026, ΑΠ 1560/2025 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου], απεδείχθησαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει δύο εγγράφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά την 30.7.2019 και την 7.10.2019, αντίστοιχα, μεταξύ του Πλοιάρχου του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού – οχηματαγωγού (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοίου «Μ», κοχ 21094,52, ενεργούντος για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «……………», πλοιοκτήτριας του ως άνω πλοίου και του ενάγοντος, ………., απογεγραμμένου ναυτικού, ο τελευταίος ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου, στο ως άνω πλοίο και παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτό α) από την 30.7.2019 έως την 6.10.2019, οπότε απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιά λόγω «κλεισίματος ναυτολογίου» και β) από την 7.10.2019 έως την 8.11.2019, οπότε απελύθη στο λιμάνι της Πάτρας λόγω «ατυχήματος – τραυματισμού του». Με την πρώτη των εγγράφων συμβάσεων, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι, η αμοιβή του ενάγοντος θα περιελάμβανε τις προβλεπόμενες αμοιβές για την ειδικότητά του στην Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2018, πλέον αμοιβής για συνολικά εκατόν τριάντα πέντε ώρες υπερωριακής απασχόλησης ανά μήνα, όρος για τον οποίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά και ακολούθως, πλέον ποσοστού 10% επί των εισπράξεων από καθαρούς ναύλους έκδοσης φορταποδείξεων. Εν τούτοις, κατά το χρονικό διάστημα από την 30.7.2019 έως την 6.10.2019, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, διάταξη η οποία δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, εφαρμόσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 και δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ Β 3170/12.8.2019). Με την δεύτερη των ανωτέρω εγγράφων συμβάσεων η αμοιβή του ενάγοντος και οι όροι εργασίας του συμφωνήθηκε ότι θα διέπονταν από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Μεσογειακών – Τουριστικών πλοίων έτους 2019 που κυρώθηκε από την ΥΑ 2242.5-1.10/56166/2019 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, (ΦΕΚ Β’ 3097/1.8.2019), χωρίς πρόβλεψη για αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση. Κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019 [άρθρα 1, 3, 6, 8 § 13, 10 § 4 και 15 §§ 1, 2], ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Υποναυκλήρου ορίστηκε σε χίλια διακόσια σαράντα πέντε ευρώ και ογδόντα δύο λεπτά (1.245,82 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια εβδομήντα τέσσερα ευρώ και οκτώ λεπτά (274,08 €), το αντίτιμο της τροφοδοσίας σε δεκαεννέα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτά (19,98 €) την ημέρα, δηλαδή σε πεντακόσια ενενήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτά (19,98 € Χ 30 ημέρες = 599,40 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε τριάντα έξι ευρώ και εξήντα τέσσερα λεπτά (36,64 €), οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια σαράντα πέντε ευρώ και τριάντα τρία λεπτά {[(1.245,82 € + 274,08 € : 22) + ημερήσιο επίδομα τροφοδοσίας εκ ποσού ευρώ 19,98] επί 5 ημέρες = 445,33 €}, το επίδομα ιματισμού στο ποσό των ευρώ πενήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (58,78 €) και το ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου σε δέκα πέντε ευρώ (15,00 €). Οι συνολικές αποδοχές επομένως του Υποναυκλήρου, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων δέκα έξι ευρώ και είκοσι επτά λεπτά (2.616,27 €). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 της ίδιας ως άνω εφαρμοζομένης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές, εν πλω και στον λιμένα, καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά την Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται δε με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής (ΜονΕφΠειρ 328/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 626/2014 ΕλλΔνη 2015.508 όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νμλγ.), αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 630/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 735/2006 ΕΝαυτΔ 34.351, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝαυτΔ 33.345). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 11 και 13 § 5), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 18). Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο που, κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β και γ της ιδίας ΣΣΝΕ, υπολογίζεται ως πηλίκο της διαιρέσεως του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους δια 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 2), ενώ, κατά το άρθρο 18 § 2, για τον υπολογισμό των ωρών εργασίας κατά τις ημέρες αργίας ανά μήνα πολλαπλασιάζεται ο μέσος μηνιαίος όρος αργιών (16 αργίες ετησίως δια 12 μήνες = 1,33) με τον αριθμό των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης για κάθε αργία (1,33 Χ 8 ώρες = 10,67 ώρες μηνιαίως). Κατά το άρθρο 13 της ίδιας ΣΣΝΕ το ωρομίσθιο του Υποναυκλήρου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (7,20 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε εννέα ευρώ (9,00 €) και σε δέκα ευρώ και ογδόντα λεπτά (10,80 €), αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω για την απασχόληση του ενάγοντος στο ως άνω πλοίο δεύτερη των ενδίκων ναυτολογήσεων ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 [άρθρα 2, 3, 5 πα.11, 8, 36], ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Υποναυκλήρου ορίστηκε σε χίλια εκατόν τριάντα έξι ευρώ και πενήντα τέσσερα λεπτά (1.136,54 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια πενήντα ευρώ και τέσσερα λεπτά (250,04 €), το αντίτιμο της τροφοδοσίας σε δέκα έξι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτά (16,58 €) την ημέρα, δηλαδή σε τετρακόσια ενενήντα επτά ευρώ και σαράντα λεπτά (16,58 € Χ 30 ημέρες = 497,40 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε είκοσι δύο ευρώ και εννέα λεπτά (22,09 €), το ειδικό επίδομα ιματισμού στο ποσό των πενήντα ένα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτά (51,97 €), οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτά {[(1.136,54 € + 250,04 € : 22) + ημερήσιο επίδομα τροφοδοσίας εκ ποσού ευρώ 16,58] επί 8 ημέρες = 636,85 €} και όχι ο ποσό των ευρώ 636,96 όπως ισχυρίζεται ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του. Οι συνολικές αποδοχές επομένως του Υποναυκλήρου, συμπεριλαμβανομένου και του ειδικού επιδόματος ιματισμού, το οποίο όφειλε να καταβάλει η εναγομένη στα μέλη του πληρώματος καταστρώματος της συγκεκριμένης κατηγορίας πλοίων, για τη φθορά των ενδυμάτων τους, ανεξαρτήτως εάν χορήγησε σε αυτούς ιματισμό σε είδος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 των ιδίων Σ.Σ.Ν.Ε. (όμοια ΕΠ 696/2023 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς) γεγονός που επιρρωνύεται και από το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα ότι αντίστοιχη διάταξη με αυτή του άρθρου 5 παρ.3 όλων των Σ.Σ.Ν.Ε., που αφορούν στα μέλη των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, σύμφωνα με την οποία, εάν ο πλοιοκτήτης παρέχει στα κατώτερα πληρώματα εξ ιδίων τον εν λόγω ιματισμό δεν καταβάλλεται σ’ αυτά το προβλεπόμενο στο ίδιο άρθρο επίδομα, δεν έχει περιληφθεί στην εν προκειμένω εφαρμοστέα επί των συμβάσεων ναυτολόγησης του ενάγοντος Σ.Σ.Ν.Ε., ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (2.594,89 €). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 της αμέσως ανωτέρω ΣΣΝΕ, οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με την παράγραφο 1 εδαφ. α΄ του άρθρου 5, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στον λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπου επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται δε με τη διάταξη του εδαφίου α΄ της ίδιας παραγράφου του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί, παρά ταύτα εργασία, εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής. Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 10 και 13 παρ. 1), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 10). Στο άρθρο 20 της ίδιας ΣΣΝΕ προβλέπονται τα κάτωθι: «1. Εάν ο ναυτικός διαταχθεί να εκτελέσει πρόσθετη εργασία, πέραν δηλαδή των κεκανονισμένων ωρών, είναι υποχρεωμένος να την εκτελέσει, δεν δύναται όμως η πρόσθετος αυτή εργασία να υπερβαίνει τις τέσσερες ώρες εντός του 24ώρου. 2. Για την πρόσθετη αυτή εργασία ο εκτελέσας αυτήν ναυτικός δικαιούται σε πρόσθετη αμοιβή (υπερωρία) η οποία υπολογίζεται ως εξής: Το ποσόν του μισθού ενεργείας του άρθρου 2 παραγρ.1 διαιρείται δια των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως, τούτων εξευρισκομένων δια της διαιρέσεως των εβδομάδων του έτους δια δώδεκα μηνών και του πολλαπλασιασμού του εκ της διαιρέσεως ταύτης προκύπτοντος πηλίκου (4,33) επί τας ώρας της εκάστοτε ισχυούσης εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως. Βάσει του ανωτέρω υπολογισμού οι ώρες μηνιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως ανέρχονται εις (173). 3. Για κάθε πρόσθετη εργασία πέραν δηλαδή των κεκανονισμένων ωρών, η υπερωριακή αμοιβή των ναυτικών που προκύπτει από την εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25%. 3α. Για την πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση του πληρώματος κατά τα Σάββατα και τις αργίες, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 10 της παρούσης, καταβάλλεται υπερωριακή αμοιβή ίση με το 1/173 του μισθού ενεργείας του άρθρου 2 παραγρ. 1, προσαυξημένου κατά ποσοστό 50%, για όλες τις ώρες της υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα και τις αργίες». Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, η υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος κατά τις ημέρες Κυριακής με την προσαύξηση ποσοστού 50%, όπως κατά την υπερωριακή του απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις αργίες. Η πρώτη εναγομένη, εργοδότρια του ενάγοντος, όχι μόνον δεν αντιλέγει προς τούτο, αλλά αντίθετα, στις έγγραφες προτάσεις της ομοίως αυτή την αμοιβή ανά ώρα, κατά την ημέρα Κυριακής αναφέρει. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο 20, το ωρομίσθιο του Υποναυκλήρου καθορίστηκε με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε οκτώ ευρώ και είκοσι ένα λεπτά (8,21 €) και σε εννέα ευρώ και ογδόντα έξι λεπτά (9,86 €), αντίστοιχα. Περαιτέρω, τα καθήκοντα και οι εργασιακές υποχρεώσεις των Υποναυκλήρων καθορίζονται στον Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας που ισχύει για τα, υπό ελληνική σημαία, επιβατηγά πλοία χωρητικότητας μείζονος των πεντακοσίων (500) κόρων (ΒΔ 683/1960, ΦΕΚ Α΄ 158/4.8.1960), στις διατάξεις του άρθρου 59 του οποίου, υπό τον τίτλο «Υποναύκληρος – Καθήκοντα εν γένει», ορίζεται ότι «Ο Υποναύκληρος τελεί υπό τας αμέσους διαταγάς και τον έλεγχον του Ναυκλήρου και βοηθεί αυτόν εις την εκτέλεσιν των καθηκόντων του.». Τα γενικά δε και ειδικά καθήκοντα και οι εργασιακές υποχρεώσεις του Ναυκλήρου, ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 52, 53, 54, 55, 56, 57 και 58 του ιδίου ως άνω ΒΔ. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 52 του ως άνω ΒΔ, υπό τον τίτλο «Ναύκληρος – Καθήκοντα εν γένει» ορίζεται ότι «1. Ο Ναύκληρος είναι ο υπαξιωματικός υπόλογος διά την υπηρεσία του καταστρώματος και το κατώτερον προσωπικόν αυτού. 2. Τελεί υπό τας διαταγάς και τον έλεγχον του `Υπαρχου και του Υποπλοιάρχου και βοηθεί αυτούς διά την διατήρησιν της τάξεως και της πειθαρχίας του κατωτέρου προσωπικού καταστρώματος διά την εσωτερικήν και εξωτερικήν συντήρησιν και καθαριότητα αυτού, και την καθαριότητα, τάξιν και ευπρέπειαν των καταστρωμάτων, του προστέγου, μεσοστέγου και επιστέγου και των ενδιαιτημάτων, λουτήρων, πλυντηρίων και αποχωρητηρίων του πληρώματος. 3. Κατανέμει κατά τας οδηγίας του Υπάρχου εις ένα έκαστον εκ του κατωτέρου προσωπικού καταστρώματος την ειδικήν εργασίαν, εις ην οφείλει ν` απασχοληθή και καθοδηγεί τούτους, ώστε η εργασία να εκτελήται καλώς, ταχέως και με πάσαν δυνατήν οικονομίαν. Επιμελείται της εγκαίρου προσελεύσεως των μελών του κατωτέρου προσωπικού καταστρώματος, εις τας εργασίας των και όπως μη παρατηρήται αδικαιολόγητος εξ αυτής απομάκρυνσις είτε οκνηρία περί την εκτέλεσίν της ή οιαδήποτε αταξία ή παρεκτροπή αναφέρων περί τούτων εις τον `Υπαρχον. Σημαίνει διά των κεκανονισμένων σημάνσεων την έναρξιν και παύσιν της εργασίας μετά δε το πέρας ταύτης μεριμνά διά την περισυλλογήν των εργαλείων, υλικών και λοιπών αντικειμένων και διά την σάρωσιν και ευπρεπισμόν των τόπων της εργασίας και εν γένει του σκάφους. 4. Μεριμνά εν όρμω διά την τοποθέτησιν χοανών εις τα πρυμνήσια, εάν δε το πλοίον είναι παραβεβλημένον εις πάντα τα πεισμάτια προσδέσεως αυτού και διά την έγκαιρον αφήν των κεκανονισμένων φανών αγκυροβολίας. 5. Εν ουδεμιά περιπτώσει ζητεί οδηγίας απ` ευθείας παρά του Πλοιάρχου διά τας εκτελεσθησομένας εργασίας εν τω πλοίω αλλά διά του Υπάρχου, εκτός αφεύκτου ανάγκης.». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 53 του ιδίου ΒΔ υπό τον τίτλο «Επίβλεψις των μηχανημάτων αγκυροβολίας» «1. Ο Ναύκληρος επιβλέπει ιδιαίτατα την καλήν κατάστασιν, συντήρησιν και λειτουργίαν των μηχανημάτων, αγκυροβολίας, αγκύρας, αλύσεις, αγκυροβολείς, βαρούλκα αγκύρας. 2. `Οταν το πλοίον δεν χρησιμοποιή αμφιδετικόν στρεπτήρα παρακολουθεί τας συστροφάς των αλύσεων των αγκυρών και αναφέρει εις τον `Υπαρχον και τον Αξιωματικόν φυλακής καταστρώματος τας παρατηρήσεις ας έκαμεν επί τούτου. 3. Μεριμνά διά την ένθεσιν των αγκυρών κατά το πλούν ή διά την παρέασιν των προ του κατάπλου εις το αγκυροβόλιον.», Κατά τις διατάξεις του άρθρου 54 του ιδίου ΒΔ υπό τον τίτλο «Επίβλεψις των ιστών, κεραιών και εξαρτισμού.» «Ο Ναύκληρος επιβλέπει την ευθέτησιν των ιστών, κεραιών και του εξαρτισμού εν γένει και φροντίζει μετά προσοχής όπως πάντα τα εξάρτια και αγόμενα, εξ ων εξαρτάται η ασφάλεια των εργαζομένων, ευρίσκωνται εν καλή καταστάσει. Επίβλεψις των λέμβων και εφολκίων εν γένει.». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 55 του ιδίου ΒΔ «Ο Ναύκληρος ως βοηθός του Υπάρχου και του Ανθυποπλοιάρχου επί του θέματος της καλής καταστάσεως και ετοιμότητος των σωστικών μέσων του πλοίου υποχρεούται όπως : α) μεριμνά διά την εν πλω και εν όρμω καλήν και ασφαλή στοιβασίαν των λέμβων, κρεμαστών και ενθέτων και εξασφαλίζει την συντήρησιν και στεγανότητα αυτών. β) μεριμνά όπως πάσαι αι λέμβοι έχουσι πλήρη και εν καλή καταστάσει προς άμεσον χρήσιν όλα τα εξαρτήματα, εργαλεία και εφόδια, όσα καθορίζονται υπό των εν ισχύϊ κανονισμών. γ) μεριμνά διά την καλήν κατάστασιν προς άμεσον χρήσιν των μηχανημάτων ανακρεμάσεως, καθαιρέσεως, εκθέσεως και εξαιρέσεως των λέμβων και εφοκλίων εν γένει και των εξαρτίων και αγομένων αυτών, οίον επωτίδων, υποστατών, εντρόχων, τροχίλων, συσπάσεων, σχοινίων. Εφ` όλων των ανωτέρω αναφέρει εις τον Ανθυποπλοίαρχον όστις και ενημερώνει τον Υποπλοίαρχον.». Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ιδίου ΒΔ υπό τον τίτλο «Φύλαξις υλικών. «Ο Ναύκληρος είναι υπεύθυνος διά την φύλαξιν και διάθεσιν όλων των αναλωσίμων υλικών καταστρώματος και των σχετικών εργαλείων. Προς τούτο τηρεί “βιβλίον αναλωσίμων υλικών” με στήλας εισαγωγής και εξαγωγής, το οποίον παρουσιάζει εις τον `Υπαρχον προς θεώρησιν οσάκις ήθελε διαταχθή.». Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 58 υπό τον τίτλο «Αστυνομικά καθήκοντα.» «Ο Ναύκληρος βοηθεί τον `Υπαρχον εις την άσκησιν των αστυνομικών καθηκόντων του εν τω πλοίω.». Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 του ιδίου ΒΔ, υπό τον τίτλο «Γενικαί εργασίαι καταστρώματος.» «1. Οι διηρημένοι εις τας γενικάς εργασίας καταστρώματος άνδρες εργάζονται υπό την επίβλεψιν του Ναυκλήρου και του Υπαναυκλήρου ένδον εις καθαρισμούς, αποσκωρίασιν ελασμάτων, χρωματισμούς, καθαρισμόν των υδροσυλλεκτών και δεξαμενών πρωραίας και πρυμναίας ζυγοσταθμίσεως, προετοιμασίαν των κυτών διά φόρτωσιν ή εκφόρτωσιν, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, εις πρωρατικά έργα, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, εις πρωρατικά έργα, ευθέτισιν των αποθηκών υλικών συντηρήσεως σκάφους και των κυτών προς πρόσληψιν μετατοπίσεως, αναμίξεως, βλάβης, φθοράς ή κλοπής του φορτίου πυρκαϊάς, τοποθέτησιν παραφραγμάτων φορτίου και εις πάσαν άλλην εργασίαν της ειδικοτητός των, διατασσομένην υπό του Υπάρχου. 2. … 3. Οι εν παραγράφω 1 οφείλουσι να είναι έτοιμοι επί του καταστρώματος, ίνα αρχίσωσι την εργασίαν των την 07.00` ώραν κατά το θερινόν ωρολόγιον πρόγραμμα ημερησίας εργασίας εν πλώ και την 06.00` ώραν κατά το χειμερινόν τοιούτον, περατώνουσι δε την εργασίαν των την 17.00` ώραν με διακοπήν μιάς ώρας την μεσημβρίαν διά το γεύμα, όταν δε η εργασία αρχίζη την 07.00` ώραν με μιάς ώραν (08.00` – 09.00`) διακοπήν διά το πρωϊνόν ρόφημα. Πλήν των ανωτέρω ωρών εργασίας, ούτοι δεν υποχρεούνται να εκτελέσωσιν άλλην εργασίαν, εκτός εάν πρόκειται περί απάρσεως αγκυροβολίας ή γυμνασίων διαρροής, πυρκαϊάς, καθαιρέσεως, εφολκίων ή εγκαταλείψεως του πλοίου κατά τους οικείους πίνακας διαιρέσεως προσωπικού. 4. Κατά Σάββατον η εργασία των εν παραγράφω περατούται την 13.00 ώραν, μετά δε το γεύμα ασχολούνται υποχρεωτικώς εις τον καθαρισμόν των διαμερισμάτων των, κατά δε τας Κυριακάς και εξαιρετέας εορτασίμους ημέρας δεν εργάζονται, αλλ` ασχολούνται εις ατομικόν καθαρισμόν και ανάπαυσιν.». Επίσης ο Υποναύκληρος μετέχει σε όλες τις εργασίες κατάπλου, αγκυροβολίας, απέρσεως και απόπλου του πλοίου, αφού στις διατάξεις του άρθρου 137 του ιδίου ΒΔ προβλέπεται «1. Το προσωπικόν Καταστρώματος κατανέμεται κατά τον κατάπλουν, την αγκυροβολίαν, την άπαρσιν και τον απόπλουν επί τη βάσει του οικείου πίνακος διαιρέσεως προσωπικού ως εξής : α) ο Πλοίαρχος επί της γεφύρας, β) ο `Υπαρχος όπου θεωρείται αναγκαίον, γ) ο Υποπλοίαρχος εις το πρόστεγον μετά του Ναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος. δ) ο Ανθυποπλοίαρχος εις το επίστεγον μετά του Υποναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος. Εις ην περίπτωσιν υπηρετούν πλείονες του ενός, τα καθήκοντα αυτών ορίζονται υπό του Πλοιάρχου. ε) ο Δόκιμος αξιωματικός επί της γεφύρας διά την διαβίβασιν των παραγγελμάτων. στ) ο Πηδαλιούχος εις το πηδάλιον. 2. Κατά τον κατάπλουν και την αγκυροβολίαν, την μεθόρμισιν ως και την άπαρσιν και τον απόπλουν, δεν τηρούνται αι συνήθεις ώραι εργασίας, αλλά πάντες εργάζονται διά την κανονικήν και ασφαλή αγκυροβολίαν και όρμισιν του πλοίου ή διά την κανονικήν άπαρσιν αυτού και πέραν έτι των ωρών εργασίας, χωρίς τούτο να θεωρήται υπερωρία. 3. Εάν το πλοίον είναι ηγκυροβολημένον εις ανοικτόν όρμον ή εις άλλο αγκυροβόλιον ουχί ασφαλές δύναται κατά την κρίσιν του Πλοιάρχου να εξακολουθήση η εργασία κατά φυλακάς ως εν πλώ.». Όπως έγινε δεκτό με την με αριθμό 2287/2022 εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ως άνω πλοίο, κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019, ήταν ενταγμένο σε ακτοπλοϊκές γραμμές εξυπηρέτησης των ελληνικών νήσων και ειδικότερα (α) κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως και 8.9.2019 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή και συγκεκριμένα, αναχωρούσε καθ’ εκάστη ημέρα από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 16.00 και κατέπλεε στο λιμάνι των Χανίων ώρα 22.30 της ίδιας ημέρα, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.30 της επομένης ημέρας και αναχωρούσε εκ νέου ώρα 16.00 της ιδίας ημέρας, εκτελώντας το ίδιο δρομολόγιο και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 9.9.2019 έως 6.10.2019 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Ηράκλειο, με επιστροφή και συγκεκριμένα, αναχωρούσε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 21.00 και κατέπλεε στο λιμάνι του Ηρακλείου ώρα 06.30 της επομένης ημέρας, απ’ όπου απέπλεε ώρα 21.00 τη ίδιας ημέρας και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.30 της επομένης ημέρας, από το οποίο απέπλεε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 21.00 και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο. Κατά το χρονικό διάστημα από 7.10.2019 έως 8.11.2019, απεδείχθη ότι, το πλοίο εκτελούσε Μεσογειακούς πλόες και δη το δρομολόγιο Πάτρα – Ανγκόνα, με επιστροφή με ενδιάμεσο λιμάνι το λιμάνι της Ηγουμενίτσας και συγκεκριμένα, αναχωρούσε από το λιμάνι της Πάτρας ώρα 17.30, κατέπλεε στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας και με την ολοκλήρωση της φορτοεκφόρτωσης απέπλεε με προορισμό το λιμάνι της Ανγκόνα, όπου κατέπλεε άλλοτε ώρα 16.30 και άλλοτε ώρα 13.30 της επομένης ημέρας. Από το λιμάνι αυτό αναχωρούσε ώρα 19.00 ή 16.30 της ίδιας ημέρας, κατέπλεε στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας ώρα 14.30 ή ώρα 09.00, αντίστοιχα, της επομένης ημέρας και κατέπλεε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 21.00 ή 14.30, αντίστοιχα της ίδιας ημέρας, απ’ όπου απέπλεε αυθημερόν εκτελώντας το ίδιο ως άνω δρομολόγιο. Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, υποστήριξε ότι επί του ανωτέρω πλοίου, καθ’ άπαντα τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, εργάζονταν καθημερινά επί δέκα τέσσερις ώρες, επί τη βάσει των οποίων αξιώνει κατά πρώτον υπόλοιπη αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση επί του ανωτέρω πλοίου και κατά δεύτερον συνυπολογίζει το μέσο όρο μηνιαίως της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στις αποδοχές του, επί τη βάσει των οποίων αξιώνει αποζημίωση από την αδυναμία του εργασθεί συνεπεία τραυματισμού του στα πλαίσια της εργασίας του. Οι εναγόμενοι ήδη κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία αρνήθηκαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας αρχικά ότι ο ενάγων εργάζονταν κατά κανόνα επί δύο ώρες υπερωριακώς και σπανίως, μετά τη δρομολόγηση του πλοίου στη γραμμή της Αδριατικής, επί τρεις ώρες, πλην όμως, όπως ισχυρίζονται, ελάμβανε αμοιβή για την εν λόγω αιτία, για πάνω από τρεις ώρες υπερωριακής απασχόλησης ημερησίως. Ακολούθως δε (σχετικά σελ. 69 επ. προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), η πρώτη εναγομένη, ισχυρίσθηκε ότι, ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά την 30.7.2019 ημέρα Τρίτη και την 18.9.2019 ημέρα Τετάρτη λόγω διανυκτέρευσης στην οικία του, ενώ κατά τα λοιπά αμφότεροι οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι ο ενάγων εργάσθηκε τις ώρες που αναφέρονται στο προσκομιζόμενο αρχείο ωρών εργασίας, εργασία για την οποία η πρώτη εναγομένη τον έχει εξοφλήσει. Επικαλούμενοι δε την πρώτη των εγγράφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, ισχυρίσθηκαν ότι, για το διάστημα που το εν λόγω πλοίο ήταν ενταγμένο στις ελληνικές ακτοπλοϊκές γραμμές, μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, είχε εγγράφως συμφωνηθεί ότι ο ενάγων θα λαμβάνει αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση ενενήντα πέντε (95) ωρών τις καθημερινές και Κυριακές και σαράντα (40) ωρών για τις ημέρες εργασίας του κατά τα Σάββατα και τις αργίες, με τη συμφωνία δε αυτή είχε προβλεφθεί δηλαδή αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος 3,65 ωρών κατά τις καθημερινές και Κυριακές (σχετικά σελίδα 71). Ο ίδιος ο ενάγων στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης για τον τραυματισμό του επί του πλοίου την 6.11.2019, γεγονός για το οποίο θα γίνει ειδική αναφορά ακολούθως, υποστήριξε ότι, στα πλαίσια της εν λόγω εργασίας του είχε την ευθύνη για τη διατήρηση της τάξης και της πειθαρχίας του κατώτερου προσωπικού καταστρώματος, είχε επίσης την ευθύνη για την εσωτερική και εξωτερική συντήρηση και καθαριότητα του καταστρώματος του πλοίου, επιβλέποντας όλες τις συνήθεις εργασίες συντήρησης και καθαριότητας που εκτελούνταν, καθοδηγούσε τους ναύτες στην εκτέλεση εργασιών που τους είχαν ανατεθεί, είχε την ευθύνη για την φύλαξη και διατήρηση σε καλή κατάσταση των αποθηκών πυροσβεστικού υλικού, υλικού διασώσεως και των αποθηκών του υλικού συντήρησης του πλοίου, καθώς επίσης μετείχε στις εργασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης του πλοίου και στην πρόσδεση και απόδεση αυτού στα λιμάνι. Προς απόδειξη του ωρών και εν γένει των συνθηκών απασχόλησής του, ο ενάγων επικαλέσθηκε την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλειά του ……….., απασχοληθέντος στο ίδιο πλοίο με την ειδικότητα του Ναύτη κατά το χρονικό διάστημα από 26.9.2019 έως 27.1.2020. Ειδικότερα, ο ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσας (…………………), κατέθεσε ότι, ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά επί δέκα τέσσερις ώρες. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ότι, αυτός (ενάγων) συμμετείχε στις εργασίες εσωτερικής και εξωτερικής συντήρησης του πλοίου, καθαριότητας του καταστρώματος αυτού, κατόπιν εντολής του Ναυκλήρου επέβλεπε την εργασία των ναυτών και ενημέρωνε σχετικά τον Ναύκληρο, ενώ με εντολή ομοίως του Ναυκλήρου και του Υπάρχου ήλεγχε την εργασία των ναυτών. Επίσης, αυτός (ενάγων) εφρόντιζε για τη φύλαξη στην αποθήκη και διάθεση όλων των αναλωσίμων υλικών του πλοίου, με ειδική μνεία στα υλικά βαφής (μπογιές) και όλων των εργαλείων, μεριμνούσε για την καλή λειτουργία και συντήρηση των μηχανημάτων αγκυροβολίας και επέβλεπε τα μηχανήματα αυτά κατά τον απόπλου και κατάπλου του πλοίου. Επίσης, κατέθεσε ότι αυτός (ενάγων) τις «περισσότερες φορές» κατά την ακριβή διατύπωση, συμμετείχε και ο ίδιος στον χειρισμό και τη λειτουργία των μηχανημάτων αυτών, περισυνέλεγε τα υλικά εργαλεία και άλλα αντικείμενα (μπογιές και σκούπες), εργαζόταν στις φορτοεκφορτώσεις των οχημάτων και στις εργασίες πρόσδεσης και αγκυροβολίας του πλοίου, ενώ σε όλα τα λιμάνια, ομού μετά των ναυτών, εργαζόταν στο γκαράζ για τη φόρτωση και εκφόρτωση των οχημάτων, το δέσιμο και λύσιμο των κάβων και το κλείσιμο των θυρών. Κατέθεσε επίσης, ότι σαράντα πέντε λεπτά με μία ώρα προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι, ο ενάγων μετέβαινε στο γκαράζ του πλοίου προκειμένου να απασφαλίσει τα οχήματα που ήταν δεμένα και ακολούθως, μετέβαινε στη θέση του για τις εργασίες κατάπλου του πλοίου. Στα λιμάνια του Πειραιά, των Χανίων, της Πάτρας και της Ανγκόνα, όλο το προσωπικό εργάζονταν επί δύο ώρες στις εργασίες κατάπλου του πλοίου και επί τέσσερις ώρες στις εργασίες απόπλου, ενώ σε κάθε λιμάνι που προσέγγιζε το πλοίο ελάμβανε χώρα το πλύσιμο του γκαράζ αυτού (πλοίου), εργασίες στις οποίες συμμετείχε και ο ενάγων, καθώς επίσης ότι η εργασία αυτή διαρκούσε δυο ώρες. Ο ίδιος ενόρκως βεβαιώσας, κατέθεσε ότι, όταν το πλοίο εκτελούσε ακτοπλοϊκά δρομολόγια, ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά με σταθερό ωράριο από 08.00 έως 17.00 με μισή ώρα διάλειμμα για φαγητό και επιπλέον επί έξι ώρες τουλάχιστον την ημέρα, όταν το πλοίο έπιανε λιμάνι, στο δέσιμο και λύσιμο του πλοίου και στις φορτοεκφορτώσεις, καθώς και στο πλύσιμο και την καθαριότητα του γκαράζ, εργασία η οποία ελάμβανε χώρα μετά τη λήξη εκάστου δρομολογίου και διαρκούσε περίπου δύο ώρες. Τις ημέρες κατά τις οποίες το πλοίο διανυκτέρευε σε λιμάνι, όταν εκτελούσε μεσογειακούς πλόες πραγματοποιούντο στο πλοίο από όλο το προσωπικό καταστρώματος εκτεταμένες εργασίες καθαριότητας και συντήρησης όπως βάψιμο, ματσακόνι, πλύσιμο γκαράζ, και τοιουτοτρόπως άπαντες απασχολούντο επί δέκα τέσσερις ώρες. Αναφορικά με την εργασία του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο ο εξετασθείς με επιμέλεια των εναγομένων μάρτυρας ….., ο οποίος υπηρέτησε στο εν λόγω πλοίο ως Ύπαρχος κατά το χρονικό διάστημα που το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πάτρα – Ανγκόνα, με επιστροφή, κατέθεσε ότι ο ενάγων δεν μετείχε στις εργασίες καθαρισμού και συντήρησης του πλοίου, παρά μόνον επέβλεπε τις εν λόγω εργασίες και ήταν αρμόδιος για τη διασφάλιση των μέτρων ασφαλείας που απαιτούνταν. Επίσης, κατέθεσε ότι, κατά την εκτέλεση του εν λόγω δρομολογίου εν πλω, εκτός από τους ναύτες βάρδιας, έναν ναύτη στο γκαράζ του πλοίου νυχτερινό και έναν ναύτη ημερήσιο, κανείς άλλος δεν εργάζονταν, με αποτέλεσμα σπανίως να πραγματοποιούνται από τους εργαζομένους στο εν λόγω πλοίο υπερωρίες. Ο ίδιος επίσης κατέθεσε ότι στο εν λόγω πλοίο, πλην του Ναυκλήρου υπηρετούσαν δύο Υποναύκληροι, μεταξύ των οποίων διαμοιράζονταν οι εργασίες επίβλεψης. Ο Πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου και δεύτερος εναγόμενος, ……., κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι στο εν λόγω πλοίο, καθόν χρόνο αυτό εκτελούσε το ανωτέρω δρομολόγιο Πάτρα – Ανκόνα με επιστροφή, αν και ναυτολογημένος ως Υποναύκληρος ήταν μόνον ο ενάγων χρέη Υποναυκλήρου εκτελούσε και ο Ναύτης …… (σχετικά σελ. 50). Κατέθεσε επίσης ότι οι ώρες εργασίες του ενάγοντος δεν υπερέβαιναν τις δέκα (σχετικά σελ. 52). Ο με επιμέλεια των εναγομένων ενόρκως βεβαιώσας ….., υπηρετήσας στο εν λόγω πλοίο ως Ναύτης, κατέθεσε ότι άπαντες στο εν λόγω πλοίο εργάζονταν έως δέκα ώρες ημερησίως και σε ελάχιστες περιπτώσεις, ιδίως όταν το πλοίο δρομολογήθηκε στη γραμμή της Αδριατικής, εργάζονταν επί ένδεκα ώρες. Επιπλέον, ο ενάγων ως Υποναύκληρος δεν εκτελούσε χειρωνακτικές εργασίες, αλλά ως επικεφαλής του προσωπικού καταστρώματος μαζί με τον Ναύκληρο και έναν δεύτερο Υποναύκληρο, ανέθεταν όλες τις εργασίες στους ναύτες, τους παρείχαν τα κατάλληλα εργαλεία και οδηγίες και επέβλεπαν εάν αυτές εκτελούνταν σωστά και με ασφάλεια. Τέλος, ο με επιμέλεια των εναγομένων ενόρκως βεβαιώσας ……………., ο οποίος υπηρέτησε στο ίδιο πλοίο ως Ναύκληρος καθόν χρόνο εργάσθηκε σε αυτό και ο ενάγων, κατέθεσε ότι ο τελευταίος (ενάγων) ως Υποναύκληρος, ελάμβανε εντολές από τον Ύπαρχο του πλοίου να επιβλέπει τις εργασίες που εκτελούνταν στο κατάστρωμα ή στα γκαράζ του πλοίου, ο ίδιος δε ως Ναύκληρος κατένειμε τις εργασίες στους ναύτες, προσοντούχους και μη, ενώ ο ενάγων δεν εκτελούσε εργασίες αλλά μόνον επέβλεπε αυτές. Κατέθεσε επίσης ότι ο ενάγων εκτελούσε καθημερινά υπερωριακή απασχόληση δύο ωρών και σε ελάχιστες περιπτώσεις, ιδίως όταν το πλοίο είχε δρομολογηθεί από 8.10.2019 σε γραμμή της Αδριατικής, εργάζονταν επί ένδεκα ώρες. Στο εν λόγω πλοίο, κατά τον ίδιο υπηρετούσαν πλην του ενάγοντος ένας επιπλέον Υποναύκληρος και αυτός μετά των δύο Υποναυκλήρων ήταν υπεύθυνοι κατά τη φόρτωση και εκφόρτωση των οχημάτων από τα γκαράζ του πλοίου, μεταξύ δε και των τριών αυτών εγίνετο η κατανομή της εργασίας και η επίβλεψη των ναυτών, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει αναγκαία η διαρκής απασχόληση και των τριών αυτών. Λόγω της ειδικότητάς τους δεν εκτελούσαν κυλιόμενες βάρδιες όπως οι ναύτες, καθώς επίσης δεν εκτελούσαν χειρωνακτικές εργασίες, αλλά ανέθεταν αυτές στους ναύτες και επιμελούντο την προμήθεια αυτών (ναυτών) με τα κατάλληλα εργαλεία και οδηγίες, επιβλέποντας εάν εκτελούνταν ορθά και με ασφάλεια την εργασία τους. Όπως αποδεικνύεται από την πρώτη των εγγράφων συμβάσεων, μεταξύ των συμβαλλομένων (ενάγοντος και πρώτης εναγομένης) αναφορικά με την υπερωριακή του απασχόληση συμφωνήθηκε, κατ’ ακριβή διατύπωση «Β) Αμοιβή για συνολικά εκατόν τριάντα πέντε (135) υπερωρίες μηνός εκ των οποίων ενενήντα πέντε (95) υπερωρίες αμειβόμενες ως καθημερινές ήτοι ποσό οκτακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτά (ευρώ 838,38) πλέον σαράντα (40) υπερωριών αμειβόμενες με την εκάστοτε ισχύουσα προσαύξηση που ισχύει για την εργασία του Σαββάτου και αργιών ήτοι ποσό τετρακοσίων είκοσι τρία ευρώ και εξήντα λεπτών (ευρώ 423,60) και συνολικά χίλια διακόσια εξήντα ένα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτά (ευρώ 1.261,98). Η εργασία των αργιών θα αμείβεται ως οκτάωρο σε κάθε περίπτωση υπερωριακά, επιπλέον των εκατόν τριάντα πέντε (135) υπερωριών». Συμφωνήθηκε δηλαδή ότι ο ενάγων θα λαμβάνει αμοιβή για ενενήντα πέντε ώρες υπερωριακής απασχόλησης αμειβόμενης με προσαύξηση 25% και επιπλέον, κατόπιν ερμηνείας του όρου αυτού κατά τις διατάξεις των άρθρων 200 και 173 ΑΚ, θα λαμβάνει αμοιβή για σαράντα ώρες απασχόλησης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και εάν στη διάρκεια του μηνός εργασίας του ενάγοντος αυτός (ενάγων) εργάζονταν σε ημέρα αργίας, επιπλέον της αμοιβής των εκατόν τριάντα πέντε ωρών υπερωριακής απασχόλησης θα ελάμβανε αμοιβή οκτώ ωρών για εκάστη αργία. Επιπλέον, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ως σχετικό 2 απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Αυγούστου 2019, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα (α) το ποσό των ευρώ 838,38 με αιτιολογία καταβολής «Υπερωρίες Εταιρ. 95,00 ώρες», το οποίο αναλογεί σε [838,38 δια 9,00 ευρώ =] 93,15 ώρες, ήτοι κατά μέσο όρο για είκοσι μία (21) καθημερινές και πέντε (5) ημέρες Κυριακής σε (93,15 δια 21=) 3,846 ώρες εργασίας εκάστη των ανωτέρω ημερών, (β) το ποσό των ευρώ 423,60 με αιτιολογία καταβολής «ώρες Σαββ 40,00», ήτοι για την εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου ποσό το οποίο αναλογεί σε (423,60 δια 10,80 ευρώ την ώρα =) 39,22 ώρες και για εκάστη των πέντε ημερών Σαββάτου του εν λόγω μηνός σε 7,84 ώρες εργασίας και (γ) το ποσό των ευρώ 113,00 με αιτιολογία καταβολής Αργία 10,67» ποσό το οποίο αναλογεί σε (113,00 δια 10,80 =) 10,46 ώρες, δοθέντος ότι ο εν λόγω μήνας είχε μία ημέρα αργίας και δη την 15.8.2019. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 7.11.2019 απόδειξη μισθοδοσίας χρονικού διαστήματος από 1.10.2019 έως 6.10.2019, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα (α) το ποσό των ευρώ 147,63 με αιτιολογία καταβολής «Υπερωρίες Εταιρ. 16,40 ώρες», το οποίο αναλογεί σε [147,63 δια 9,00 ευρώ =] 16,40 ώρες, ήτοι κατά μέσο όρο για τέσσερις καθημερινές ημέρες και μία ημέρα Κυριακής σε (16,40 δια 5=) 3,28 ώρες την ημέρα, (β) το ποσό των ευρώ 75,61 με αιτιολογία καταβολής «ώρες Σαββ 7,00», ήτοι για την εργασία του την μία ημέρα Σαββάτου, ποσό το οποίο αναλογεί σε (75,61 δια 10,80 ευρώ την ώρα =) 7,00 ώρες απασχόλησης και (γ) το ποσό των ευρώ 23,01 με αιτιολογία καταβολής «Αργία 2,13», χωρίς εν τούτοις στο εν λόγω χρονικό διάστημα να υπάρχει ημέρα αργίας. Τέλος, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 7.11.2019 απόδειξη μισθοδοσίας χρονικού διαστήματος από 7.10.2019 έως 31.10.2019, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα (α) το ποσό των ευρώ 867,19 με αιτιολογία καταβολής «Υπερωρίες Εταιρ. 105,60 ώρες» και όπως η εναγόμενη αναφέρει στη σελίδα 76 των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφορά αμοιβή του ενάγοντος για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές, σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε η δεύτερη των ενδίκων ναυτολογήσεων και δεν είχε συμφωνηθεί η καταβολή πάγιας αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση, το οποίο (ποσό) αναλογεί σε [867,19 δια 8,21 ευρώ =] 105,63 ώρες (κατόπιν στρογγυλοποίησης), ήτοι κατά μέσο όρο για τις δέκα οκτώ καθημερινές ημέρες του εν λόγω χρονικού διαστήματος σε (105,63 δια 18=) 5,87 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες την ημέρα και (β) το ποσό των ευρώ 275,92 με αιτιολογία καταβολής «ώρες Σαββ 28,00», το οποίο η πρώτη εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 77) αναφέρει ότι κατέβαλε για την εργασία του ενάγοντος για τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και μία ημέρα αργίας του εν λόγω χρονικού διαστήματος, ποσό το οποίο αναλογεί σε (274,92 δια 9,86 ευρώ ανά ώρα=) 27,88 ώρες δια επτά ημέρες και δη τρεις ημέρες Σαββάτου, τρεις ημέρες Κυριακής και μία ημέρα αργίας (28.10) εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος = 3,98 ώρες ανά ημέρα και (γ) το ποσό των ευρώ 78,84 με αιτιολογία καταβολής «Αργία 1,00» το οποίο αναλογεί σε 7,99 ώρες εργασίας σε ημέρα αργίας. Έτερες αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος δεν προσκομίζονται από τους διαδίκους. Επίσης, η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 73 επ. και 76-77), ισχυρίσθηκε ότι κατέβαλε στον ενάγοντα: αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές τον μήνα Ιούλιο 2019 για την εργασία του την 31.7.2019 ημέρα Τετάρτη, αφού ισχυρίσθηκε ότι την 30.7.2019 ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά (σχετικά σελ. 70), το ποσό των ευρώ 55,86, το οποίο αντιστοιχεί σε (55,86 δια 9,00 ευρώ=) 6,21 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας, το ποσό των ευρώ 838,38 τον μήνα Αύγουστο 2019, το οποίο αντιστοιχεί σε (838,38 δια 9,00 ευρώ=) 93,15 ώρες ήτοι κατά μέσο όρο για εκάστη των είκοσι μία καθημερινών ημερών του εν λόγω μηνός (93,15 δια 21=) 4,43 ώρες καθ’ εκάστη, το ποσό των ευρώ (228,01 + 541,27=) 769,28 τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, το οποίο αντιστοιχεί σε (769,28 δια 9,00 ευρώ=) 85,47 ώρες, ήτοι κατά μέσο όρο για εκάστη των είκοσι καθημερινών ημερών του εν λόγω μηνός αφού ως αποδεικνύεται ακολούθως ο ενάγων δεν εργάσθηκε την 20.9.2019 (85,47 δια 20=) 4,27 ώρες καθ’ εκάστη και ευρώ 289,06 για το χρονικό διάστημα από 1.11.2019 έως 6.11.2019, το οποίο αντιστοιχεί σε (289,06 δια 8,21 ευρώ =] 35,21 ώρες (κατόπιν στρογγυλοποίησης), ήτοι κατά μέσο όρο για τις τέσσερις καθημερινές ημέρες του εν λόγω χρονικού διαστήματος σε (35,21 δια 4=) 8,80 ώρες την ημέρα. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων, μόνος υπηρετών ως Υποναύκληρος, αφού όπως κατέθεσε ο Πλοίαρχος του πλοίου – δεύτερος εναγόμενος, δεύτερος Υποναύκληρος δεν ήταν ναυτολογημένος καθόν χρόνο το πλοίο εκτελούσε Μεσογειακούς πλόες, κατά διάστημα δε που το πλοίο εκτελούσε εσωτερικού πλόες δεν απεδείχθη ότι ήταν ναυτολογημένος και δεύτερος Υποναύκληρος αφού δεν προσκομίζονται οι καταστάσεις πληρώματος του ενδίκου χρονικού διαστήματος (πλην των ημερών 6 και 7.11.2019 από τις οποίες προκύπτει ότι δεν υπήρχε ναυτολογημένος δεύτερος Υποναύκληρος), αλλά ούτε και το ναυτολόγιο του πλοίου, ή έτερο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου, τελώντας υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του Ναυκλήρου του πλοίου βοηθούσε αυτόν στην εκτέλεση των καθηκόντων του και δη είχε την ευθύνη για τη διατήρηση της τάξης και της πειθαρχίας του κατώτερου προσωπικού καταστρώματος καθώς επίσης την ευθύνη για την εσωτερική και εξωτερική συντήρηση και καθαριότητα του καταστρώματος του πλοίου, επιβλέποντας όλες τις συνήθεις εργασίες συντήρησης και καθαριότητας που εκτελούνταν, καθοδηγούσε τους ναύτες στην εκτέλεση των εργασιών που τους είχαν ανατεθεί, είχε την ευθύνη για την φύλαξη και διατήρηση σε καλή κατάσταση των αποθηκών πυροσβεστικού υλικού, υλικού διασώσεως και των αποθηκών του υλικού συντήρησης του πλοίου και μετείχε στις εργασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης του πλοίου και στην πρόσδεση και απόδεση αυτού στα λιμάνι. Όπως δε απεδείχθη από την ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλεια του ενάγοντος …………, στα λιμάνια του Πειραιά, των Χανίων, της Πάτρας και της Ανγκόνα, οι εργασίες κατάπλου του πλοίου διαρκούσαν επί δύο ώρες, επί τέσσερις ώρες οι εργασίες απόπλου και οι εργασίες καθαριότητας του πλοίου (πλύσιμο) με την άφιξή του στους ανωτέρω λιμένες επί δυο ώρες. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη επίσης ότι, ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά την 30.7.2019, ημέρα Τρίτη, ημερομηνία πρώτης ναυτολόγησής του στο εν λόγω πλοίο και την 20.9.2019, ημερομηνία κατά την οποία απουσίαζε από το πλοίο λόγω διανυκτέρευσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη κατάσταση αρχείου ωρών αναπαύσεως των ναυτικών που τηρούσε η πρώτη εναγομένη. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά την 27.8.2019 και την 29.8.2019, λόγω άδειας διανυκτέρευσης αυτού εκτός του πλοίου, δεν κρίνεται βάσιμος, αφού από το αντίγραφο του αρχείου ωρών αναπαύσεων που προσκομίζεται από την ίδια ως σχετικό 7Α και το οποίο αυτή (πρώτη εναγομένη) συνέταξε σε ανύποπτο χρόνο, κατά τις ίδιες ημερομηνίες, ο ενάγων εμφανίζεται να έχει εργασθεί επί δέκα ώρες και δη κατά τις ώρες 08.00 έως 12.00, 14.30 έως 16.00 και 22.30 έως 24.00. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία δέχθηκε ότι και τις ανωτέρω δύο ημέρες (20.7. και 20.9.2019) ο ενάγων εργάσθηκε υπερωριακά και δη επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου του αντίστοιχου τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου ότι δεν δέχθηκε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς περί απασχόλησης αυτού επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη και τις ημέρες αυτές. Κατά τα λοιπά χρονικά διαστήματα έως και την ημέρα του τραυματισμού του (6.11.2019), λαμβανομένων υπόψη (α) της συμφωνίας αυτού (ενάγοντος) με την πρώτη εναγομένη, η οποία περιελήφθη στην πρώτη έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταβολής, καθόν χρόνο το πλοίο εκτελούσε ακτοπλοϊκά δρομολόγια, σταθερής αμοιβής στον ενάγοντα για εκατόν τριάντα πέντε ώρες υπερωριακής απασχόλησης ανά μήνα, όπως το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής αναλύθηκε ανωτέρω και των αναφορών των εναγομένων, όπως ομοίως αναλύθηκε ανωτέρω ότι η πρώτη εναγομένη κατέβαλε αμοιβή στον ενάγοντα για εργασία του κατά τις καθημερινές επί 3,65 ώρες, (β) των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί του εν λόγω πλοίου, το οποίο ήταν δρομολογημένο στις ως άνω με λεπτομέρεια αναφερόμενες δρομολογιακές γραμμές και εκτελούσε τα συγκεκριμένα πολύωρα δρομολόγια που προαναφέρθηκαν αναλυτικά, του αριθμού των λιμένων που προσέγγιζε το πλοίο καθ’ εκάστη, του χρόνου παραμονής του σε κάθε ενδιάμεσο λιμένα προσέγγισης, της αυξομείωσης της επιβατικής κίνησης αναλόγως των περιόδων του έτους (μειωμένη τη χειμερινή, μεγαλύτερη κατά τη θερινή και τις εορτές), της συνολικής διάρκειας εκάστου δρομολογίου από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας του Πειραιά ή της Πάτρας, κατά περίπτωση, μέχρι τον κατάπλου του στον ίδιο λιμένα, των χαρακτηριστικών του εν λόγω πλοίου (πρόκειται για μεγάλου μεγέθους επιβατηγό – οχηματαγωγό πλοίο), (γ) της φύσεως και του αντικειμένου της απασχόλησης του ενάγοντος και των καθηκόντων της ειδικότητάς του, όπως αυτά επίσης εκτενώς απεδείχθησαν και περιγράφονται ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι, η ημερήσια απασχόληση του ενάγοντος δεν ήταν εκ των προτέρων επακριβώς καθορισμένη, ενόψει της συνάρτησης αυτής με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεομένων με τη φύση της ναυτικής αποστολής του πλοίου, την εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων δρομολογίων γραμμών, αλλά και τον αυξομειούμενο ανά περιόδους του έτους όγκο της επιβατικής κίνησης αυτών. Περαιτέρω, προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του, ο ενάγων απασχολούνταν με τις προεκτιθέμενες εργασίες της ειδικότητας του καθημερινώς, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων, αργιών και Κυριακών πέραν της προβλεπομένης οκτάωρης διάρκειας της εργασίας του, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσης και της διάρκειας των αλλεπάλληλων δρομολογίων, που εκτελούσε το εν λόγω πλοίο, λαμβανομένων υπόψη των χρόνων άφιξης και αναχώρησης του πλοίου στο εκάστοτε λιμάνι προσέγγισης, όπως αναλύεται ανωτέρω. Έτσι, ο ενάγων, πλην των ημερών που ειδικά αναφέρονται ανωτέρω, κατά τις οποίες απεδείχθη ότι δεν πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, αλλά επιπλέον και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, δεδομένου ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς του στο πλοίο δεν θα μπορούσαν εξ ορισμού να χαρακτηρισθούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρον 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (βλ. ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340), με αποτέλεσμα ο χρόνος παραμονής αυτού στο πλοίο κατά τον ημερήσιο πλου, να μην ταυτίζεται αναγκαίως με χρόνο πραγματικής απασχόλησής του σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, η ημερήσια εργασία του ενάγοντος, κατά μέσο όρο, ανήλθε: (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 31-7-2019 έως 6-10-2019, οπότε το πλοίο εκτελούσε εσωτερικούς πλόες, σε δώδεκα (12) ώρες καθ’ εκάστη και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 7.10.2019 έως και 6.11.2019, οπότε το εν λόγω πλοίο εκτελούσε μεσογειακούς πλόες σε δέκα τέσσερις (14) ώρες, όπως κατ ’ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η πρώτη των εκκαλουμένων με αριθμό 2287/2022 απόφαση έστω και με συνοπτική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένων κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της εναγομένης και τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τους οποίους πλήττεται το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της πρώτης των εκκαλουμένων αποφάσεως. Το γεγονός ότι η παραπάνω υπερωριακή εργασία του ενάγοντος δεν αναγραφόταν στα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους ως σχετικά 7, 7Α, 7Β, 7Γ και 7Δ αντίγραφα του αρχείου ωρών εργασίας/αναπαύσεως, το οποίο τηρούσε η πρώτη εναγόμενη, καθώς και το ότι ο ενάγων υπέγραφε στο εν λόγω αρχείο χωρίς επιφύλαξη, όπως ισχυρίζεται η ίδια (πρώτη εναγομένη) στα πλαίσια του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσής της, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ. 48/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα του ως άνω αρχείου (ωρών εργασίας/αναπαύσεως), ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω ο ενάγων πράγματι εργάσθηκε ως άνω πέραν του νομίμου ωραρίου, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 495/2006, ΔΕΕ 2006/948, ΜονΕφΠειρ. 464/2021, ΜονΕφΠειρ. 196/2020, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονEφΠειρ. 698/2014, Δνη 2015/504, ΜονΕφΠειρ. 626/2014, Δνη 2015/508, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208), απορριπτομένων συνεπώς ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ειδικότερων ισχυρισμών της πρώτης των εναγομένων, που επαναφέρονται στα πλαίσια του πρώτου λόγου της έφεσής της. Εξάλλου, η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο πλοίο υπήρχε πλήρης οργανική σύνθεση του πληρώματος, όπως οι εναγόμενοι ανέφεραν με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση των ενδίκων εφέσεων, καθόσον αυτή η πληρότητα αποσκοπεί στην ασφάλεια του πλοίου κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν καταδεικνύει την ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία, γεγονός άλλωστε που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, κάθε μήνα καταβαλλόταν στον ενάγοντα υπ’ αυτής (πρώτης εναγομένης), ένα χρηματικό ποσό για την υπερωριακή του εργασία, αναγνωριζομένης εκ προοιμίου υπ’ αυτής (εναγομένης) της ανάγκης υπερωριακής εργασίας του. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, ο ενάγων εδικαιούτο την ακόλουθη αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, καθώς και για την εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, έναντι της οποίας, όπως η εναγομένη υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο έφεσής της, επαναφέροντας παραδεκτώς, κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, τον ισχυρισμό της περί καταβολής, αφού επικαλείται σιωπηρή ομολογία του ενάγοντος με την προσθήκη επί των προτάσεων που αυτός (ενάγων) κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ποσά: (Α) Στα πλαίσια της πρώτης ναυτολόγησής του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-2019 έως 6-10-2019: [Ι] Τον μήνα Ιούλιος 2019: Για μία (1) ημέρα καθημερινή το ποσό των ευρώ (1 Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως = 4 Χ 9,00 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 36,00. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης αφού αποδεικνύεται δια της (σιωπηρής) ομολογίας του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 55,86 και επομένως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία για τον εν λόγω μήνα ουδέν ποσό δικαιούται. [ΙΙ] Τον μήνα Αύγουστο 2019: (α) Για είκοσι μία (21) ημέρες καθημερινές το ποσό των ευρώ (21 Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως = 84 Χ 9,00 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 756,00. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, κατέβαλε το ποσό των ευρώ 838,38 και επομένως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία για τον εν λόγω μήνα ουδέν ποσό δικαιούται. (β) Για τέσσερις (4) ημέρες Κυριακής το ποσό των ευρώ (4 Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως = 16 Χ 9,00 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 144,00. (γ) Για πέντε (5) ημέρες Σαββάτου το ποσό των ευρώ (5 Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα= 60 ώρες Χ 10,80 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες =) 648,00. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 423,60 και ως εκ τούτου συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ (648,00 μείον 423,60=) 224,40. Και (δ) για μία (1) ημέρα αργίας (15.8.2019) το ποσό των ευρώ (1 Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα= 12 ώρες Χ 10,80 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες =) 129,60. [ΙΙΙ] Τον μήνα Σεπτέμβριο 2019: (α) Για είκοσι (20) ημέρες καθημερινές, το ποσό των ευρώ (20 Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως = 80 Χ 9,00 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 720,00. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, κατέβαλε το ποσό των ευρώ (228,01 + 541,27=) 769,28 και επομένως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία για τον εν λόγω μήνα ουδέν ποσό δικαιούται. (β) Για πέντε (5) ημέρες Κυριακής το ποσό των ευρώ (5 Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως = 20 Χ 9,00 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 180,00. (γ) Για τρεις (3) ημέρες Σαββάτου το ποσό των ευρώ (3 Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα= 36 ώρες Χ 10,80 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες =) 388,80. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ (115,26 + 277,28=) 392,54 και επομένως κανένα ποσό για την εν λόγω αιτία δεν οφείλει στον ενάγοντα. Και (δ) Για μία (1) ημέρα αργίας (14.9.2019) το ποσό των ευρώ (1 Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα= 12 ώρες Χ 10,80 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες =) 129,60. Και [IV] για το χρονικό διάστημα από 1.10.2019 έως 6.10.2019: (α) Για τέσσερις (4) ημέρες καθημερινές, το ποσό των ευρώ (4 Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως = 16 Χ 9,00 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 144,00. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, κατέβαλε το ποσό των ευρώ 147,63 και επομένως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία για τον εν λόγω μήνα ουδέν ποσό δικαιούται. (β) Για μία (1) ημέρα Κυριακής το ποσό των ευρώ (1 Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως = 4 Χ 9,00 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 36,00. Και (γ) για μία (1) ημέρα Σαββάτου το ποσό των ευρώ (1 Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα= 12 ώρες Χ 10,80 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες =) 129,60. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 75,61 και επομένως συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ (129,60 μείον 75,61=) 53,99. Συνολικά, στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων για την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος κατά τις καθημερινές ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών ο ενάγων εδικαιούτο υπόλοιπο αμοιβής εκ ποσού ευρώ [144,00 + 224,40 + 129,60 + 180,00 + 129,60 + 36,00 + 53,99=] 897,59. Έναντι του οποίου η εναγομένη, όπως υποστήριξε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτώς επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσης κατέβαλε στον ενάγοντα, με τη δημοσίευση της ΣΣΝΕ 2019 το ποσό των ευρώ 9,04 για αμοιβή του για την υπερωριακή του εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος και επομένως συνεχίζει να του οφείλει για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ (897,59 μείον 9,04=) 888,55. Η πρώτη εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμό που παραδεκτώς επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσής της, ισχυρίσθηκε ότι, επιπλέον του ανωτέρω ποσού, με τη δημοσίευση της ΣΣΝΕ 2019, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 17,89 ως αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες, Ο ισχυρισμός αυτός περί καταβολής τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού το υπόλοιπο οφειλόμενο ανωτέρω ποσό των ευρώ 888,55, η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα ως υπόλοιπο υπερωριακής απασχόλησής του (ενάγοντος) κατά τις ημέρες Κυριακής, στα πλαίσια της πρώτης ένδικης ναυτολόγησης και για εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου και μίας αργίας κατά τον μήνα Αύγουστο 2019 και ως υπόλοιπο αμοιβής του για την εργασία του μία ημέρα Σαββάτου κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2019 έως 6.10.2019. Το ποσό δε των ευρώ 17,89 η πρώτη εναγομένη κατέβαλε για έτερη αιτία και δη την απασχόληση του ενάγοντος κατά τις καθημερινές ημέρες στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, για τις οποίες όμως ουδέν ποσό περιλαμβάνεται στο ανωτέρω ποσό των ευρώ 888,55. (Β) Στα πλαίσια της δεύτερης ναυτολόγησής του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 7-10-2019 έως 6-11-2019: [Ι] Για το χρονικό διάστημα από 7.10.2019 έως 31.10.2019: (α) Για δέκα οκτώ (18) ημέρες καθημερινές, το ποσό των ευρώ (18 Χ 6 ώρες εργασίας του ημερησίως = 108 Χ 8,21 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 886,68. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, κατέβαλε το ποσό των ευρώ 867,19 και επομένως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία για τον εν λόγω μήνα δικαιούται το ποσό των ευρώ (886,68 μείον 867,19=) 19,49, (β) Για τρεις (3) ημέρες Κυριακής, το ποσό των ευρώ (3 Χ 6 ώρες εργασίας του ημερησίως = 18 Χ 9,86 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 177,48 και (γ) Για τρεις (3) ημέρες Σαββάτου και μία ημέρα αργίας (28.10.2019) το ποσό των ευρώ (4 Χ 14 ώρες εργασίας του την ημέρα= 56 ώρες Χ 9,86 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες =) 552,16. Συνολικά, έναντι αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τις ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [177,48 + 552,16=] 729,64. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 275,92 και επομένως συνεχίζει να του οφειλει το ποσό των ευρώ (729,64 μείον 275,92=) 453,72 και [ΙΙ] Για το χρονικό διάστημα από 1.11.2019 έως 6.11.2019: (α) Για τέσσερις (4) ημέρες καθημερινές, το ποσό των ευρώ (4 Χ 6 ώρες εργασίας του ημερησίως = 24 Χ 8,21 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 197,04. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, κατέβαλε το ποσό των ευρώ 289,06 και επομένως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία για τον εν λόγω μήνα κανένα ποσό δεν δικαιούται, (β) Για μία (1) ημέρα Κυριακής, το ποσό των ευρώ (1 Χ 6 ώρες εργασίας του ημερησίως = 6 Χ 9,86 που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά καθημερινές και Κυριακές =) 59,16 Και (γ) Για μία (1) ημέρα Σαββάτου το ποσό των ευρώ (1 Χ 14 ώρες εργασίας του την ημέρα= 14 ώρες Χ 9,86 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες =) 138,04. Συνολικά, έναντι αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τις ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [59,16 + 138,04=] 197,20. Έναντι του ποσού αυτού, όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 91,94 και επομένως συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ (197,20 μείον 91,94=) 105,26. Συνολικά, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων για την υπερωριακή απασχόλησή του κατά τις καθημερινές, ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο αμοιβής εκ ποσού ευρώ (19,49 + 453,72 + 105,26 =) 578,47. Επομένως ως υπόλοιπο αμοιβής για την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο της πρώτης εναγομένης στα πλαίσια της πρώτης και δεύτερη των ενδίκων ναυτολογήσεως, η πρώτη εναγομένη συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ [888,55 + 578,47=] 1.467,02. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, η εκκαλουμένη απόφαση υπολογίζοντας την δικαιούμενη αμοιβή του ενάγοντος για την απασχόλησή του στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, κατά τις ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών εσφαλμένως υπελόγισε συνολικά την αμοιβή αυτή σε ευρώ 1.242,36, ενώ ως ανωτέρω απεδείχθη και αναλύεται, η αμοιβή που ο εδικαιούτο ο ενάγων για την εν λόγω αιτία, ανήρχετο στο ποσό των ευρώ [729,64 + 197,20=] 926,84, όπως αξίωνε και ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του. Η εναγομένη, πέραν των ανωτέρω ποσών που κατέβαλε στον ενάγοντα για τις προαναφερόμενες ειδικώς ως άνω μνημονευόμενες αιτίες, ισχυρίσθηκε στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης, επαναφέροντας ισχυρισμό που είχε προβάλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι για την εργασία του ενάγοντος κατά τις ημέρες Σαββάτου τον μήνα Ιούλιο 2019 κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των ευρώ 84,14, πλην όμως ο ενάγων δεν εργάσθηκε ημέρα Σάββατο κατά τον εν λόγω μήνα και ως εκ τούτου, αφού το ποσό αυτό η εναγομένη, όπως η ίδια ισχυρίζεται, κατέβαλε στον ενάγοντα για άλλη αιτία, ο περί καταβολής του ποσού αυτού, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος (αφού ως προς τον μήνα Ιούλιο 2019 η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε κατ’ αποδοχή ως βασίμου της περί καταβολής ένστασης) ισχυρισμός, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, στα πλαίσια του ιδίου πρώτου λόγου έφεσης, επαναφέροντας ισχυρισμό της περί καταβολής η εναγομένη ισχυρίσθηκε κατ’ ακριβή διατύπωση «Αναλυτικά, έλαβε ανά μήνα τα κάτωθι ποσά για υπερωρίες : … Για αναλογία υπερωριών στο Δώρο Χριστουγέννων : ευρώ 228,73 (καθημερινές) + ευρώ 116,12 (Σάββατα) : ευρώ 344,85…», ισχυριζόμενη ουσιαστικά ότι το ανωτέρω ποσό των ευρώ 344,85 κατέβαλε ως μέρος του Δώρου Χριστουγέννων 2019. Μάλιστα, ο με επιμέλεια της ίδιας εναγομένης ενόρκως βεβαιώσας Στυλιανός Παπαδάκης στην προαναφερομένη ένορκη βεβαίωσή του και δη στη σελίδα 7 αυτής, κατέθεσε ότι για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 947,87, ήτοι το ποσό που κατ’ ένσταση η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για αναλογία του εν λόγω Δώρου Χριστουγέννων, όπως αναλύεται ακολούθως, στο οποίο ποσό (947,98) κατά τον ίδιο μάρτυρα περιλαμβάνεται ποσό ευρώ 228,73 για υπερωρίες Καθημερινών και Κυριακών και το ποσό των ευρώ 116,12 για υπερωρίες κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας. Ως εκ τούτου, ο περί καταβολής αυτός ισχυρισμός του ποσού των ευρώ 344,85 έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος για την υπερωριακή του απασχόληση στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού η ίδια η πρώτη εναγομένη, κατά τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο έφεσης, κατέβαλε το ποσό αυτό για έτερη αιτία και δη ως μέρος της αναλογίας του δικαιούμενου υπό του ενάγοντος Δώρου Χριστουγέννων 2019. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, η πρώτη εναγομένη δεν επανέφερε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τον ισχυρισμό της περί συμψηφισμού με τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος για υπερωριακή του απασχόληση, του ποσού που αυτή κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία καταβολής, προμήθεια φορτωτικών.
ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 14 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ως άνω ΣΣΝΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι, οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων, λαμβάνεται υπόψη, ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον, η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003, ΔΕΕ 2004/212, ΜονΕφΠειρ. 430/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογιστέα δεν είναι καταρχήν η πρόσθετη αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές, αφού αυτή, όταν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, δεν έχει το χαρακτήρα τακτικής παροχής (ΜονΕφΠειρ. 164/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 328/2014, ο.π., ΕφΠειρ. 177/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 517/2011, αδημ.) και συνυπολογίζεται μόνον αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 590/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.), καθώς επίσης και το επίδομα άγονης γραμμής, εφόσον το πλοίο εκτελεί τακτικώς τέτοια δρομολόγια [ΕΠ 123/2019 Ιστοσελίδα εφετείου Πειραιώς]. Εξάλλου, ο μέσος όρος υπερωριακής αμοιβής υπολογίζεται, λόγω των διαφορετικών ναυτολογήσεων, ανά ναυτολόγηση και επιπλέον, για τον υπολογισμό των Δώρων Χριστουγέννων υπολογίζεται το διάστημα απασχόλησης από 1.5 έως 31.12 κάθε έτους και του Δώρου Πάσχα το χρονικό διάστημα από 1.1 έως 30.4 κάθε έτους και όχι ο μέσος όρος ανά έτος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της ΥΑ 19040/1981 (ΑΠ 741/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Με την πρώτη εκκαλουμένη με αριθμό 2287/2022 απόφαση, προς υπολογισμό της δικαιούμενης υπό του ενάγοντος αναλογίας του Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019 για την απασχόλησή του στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, έγινε δεκτό ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των ευρώ 3.544,47 αφού συνυπολογίσθηκαν ο μισθός ενεργείας εκ ποσού 1.245,82 €, το επίδομα Κυριακών εκ ποσού 274,08 €, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσού 36,64 €, το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας εκ ποσού 445,33 €, το ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου εκ ποσού 15,00 €, καθώς επίσης μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πρώτης ναυτολόγησης εκ ποσού 1.527,60 €. Δεν συνυπολογίσθηκε, εν τούτοις, στις εν λόγω τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, μηνιαίο αντίτιμο τροφής εκ ποσού 599,40, το οποίο ο ενάγων είχε συνυπολογίσει με την ένδικη αγωγή στις τακτικές αποδοχές του προκειμένου και για τον προσδιορισμό του εν λόγω επιδόματος εορτών. Η εκκαλουμένη απόφαση εν τούτοις δεν πλήττεται κατά τούτο από τον μόνο έχοντα έννομο συμφέρον ενάγοντα, αφού αυτός στα πλαίσια του τετάρτου λόγου έφεσης πλήττει την εκκαλουμένη με αριθμό 2287/2022 απόφαση μόνον καθό μέρος δέχθηκε μειωμένο μέσο όρο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση. Επί τη βάσει τούτων και ενόψει της αποδειχθείσας κατά τα άνω, στα πλαίσια διερεύνησης του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης και του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, υπερωριακής απασχόλησης αυτού (ενάγοντος) κατά τον επίδικο χρόνο, με συνυπολογισμό του μέσου όρου της υπερωριακής αμοιβής του ενάγοντος, μη συνυπολογιζομένου εν τούτοις του μηνιαίου αντιτίμου τροφής του, ο ενάγων εδικαιούτο για αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019 για το διάστημα που εργάσθηκε στο ως άνω πλοίο στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019 το ποσό των ευρώ {[μισθός ενεργείας 1.245,82 € + επίδομα Κυριακών 274,08 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 445,33 € + το ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,00 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πρώτης ναυτολόγησης [(36,00 + 756,00 + 144,00 + 648,00 + 129,60 + 720,00 + 180,00 + 388,80 + 129,60 + 144,00 + 36,00 + 129,60 =) 3.441,60 ευρώ /69 ημέρες απασχόλησης εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος επί 30=) 1.496,35 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 1.527,60 όπως εσφαλμένως δέχθηκε εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο δεύτερο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του τετάρτου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς =] 3.513,22 επί 2/25 επί (69 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 3,63 δεκαεννιαήμερα=} 1.020,24 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 1.382,27 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.341,19, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης της εναγομένης, απορριπτομένου του τετάρτου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Έναντι του ποσού αυτού, όπως βασίμως υποστηρίζει η εναγομένη με τον δεύτερο λόγο έφεσης, επαναφέροντας παραδεκτώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ισχυρισμό της περί μερικής καταβολής και δη καταβολής του ποσού των ευρώ 947,87 έναντι της εν λόγω αιτίας, ο οποίος απερρίφθη ως απαράδεκτος με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού ο ενάγων, δια της προσθήκης αντίκρουσης που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν αρνήθηκε τον ισχυρισμό αυτό, με αποτέλεσμα να συνομολογείται σιωπηρά υπ’ αυτού ότι πράγματι έλαβε για την εν λόγω αιτία το ποσό αυτό. Ως εκ τούτου, για την εν λόγω αιτία η εναγομένη εταιρεία συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ [1.020,24 μείον 947,87=] 72,37.
V. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων συμβάσεων ναυτολόγησης, υπό του τίτλου «Δρομολόγια Εξπρές», ορίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται, από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΕΝ και από τους πλοιοκτήτες, η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1). Αν κατ` εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου (παρ. 2). Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου τέτοια δρομολόγια (Express) για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου, η κατά τη παρ. 7 πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνα για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον έξι (6) ώρες από τον κατάπλου του πλοίου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού. Για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αμοιβής, αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. Όμως, σύμφωνα με τη παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ειδικά προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή για τα πέραν των 5 δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, του, κατά την προαναφερθείσα παρ. 2 προσδιορισμού. Για την πρόσθετη αυτή απασχόληση καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα αμοιβή υπολογιζόμενη ως εξής: Εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή η μετάβαση στο λιμάνι ή τους λιμένας προορισμού και η επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών (παρ. 7α). Εάν είναι μικρότερη των 12 ωρών είναι ίση προς το ήμισυ της, ως άνω προβλεπόμενης (παρ. 7β). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, καθόσον αφορά την προβλεπόμενη απ` αυτές πρόσθετη αμοιβή ότι αυτή καταβάλλεται εφόσον σε κάθε δρομολόγιο το πλοίο δεν παραμείνει τουλάχιστον έξι ώρες στο λιμάνι αφετηρίας πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο. Κατά τη σαφή δε έννοια της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής, δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η υποχρέωση δε εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Με τη διάταξη δε της παρ. 3 του ίδιου άρθρου δίδεται δυνατότητα παραμονής του πλοίου, στο λιμένα προορισμού, για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1 αυτού, οπότε στην περίπτωση αυτή δρομολόγιο για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7 θεωρείται εκείνο, για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν έξι τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, πρόσθετη επίσης αμοιβή καταβάλλεται για τα πέραν των πέντε δρομολογίων κάθε εβδομάδα, προκειμένου περί πλοίων, τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας, “ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά του, κατά την παρ. 2 προσδιορισμού”. Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι ναυτικοί που εργάζονται σε πλοία που εκτελούν καθημερινώς και περισσότερα από πέντε (5) (κυκλικά) δρομολόγια την εβδομάδα (δηλαδή 6, 7 …) είτε παραμένουν στο λιμάνι 6 ώρες, είτε όχι, λαμβάνουν την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται στην παρ. 7, για τον καθορισμό της οποίας, δεν γίνεται ο υπολογισμός που προβλέπεται από την προαναφερθείσα παρ. 4 του άρθρου αυτού, αλλά εφόσον η διάρκεια του κάθε δρομολογίου (κυκλικού ταξιδιού) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η πρόσθετη αυτή αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών για κάθε δρομολόγιο, εφόσον δε είναι μικρότερη των 12 ωρών, είναι ίση προς το ήμισυ αυτής, κατά τα προεκτεθέντα. Δηλαδή, αν εκτελούν 6 τακτικά δρομολόγια την εβδομάδα διάρκειας μεγαλύτερης των 12 ωρών το καθένα, λαμβάνουν ως πρόσθετη αμοιβή το 1/30 των ως άνω αποδοχών, αν δε εκτελούν 7 τακτικά δρομολόγια τα 2/30 αυτών. Αν όμως εβδομαδιαίως εκτελούν μόνο πέντε (5) δρομολόγια Express ή λιγότερα των πέντε, τότε έχει εφαρμογή η παρ. 4 του ως άνω άρθρου, οπότε η δικαιουμένη για την εκτέλεση δρομολογίων “Express” πρόσθετη αμοιβή υπολογίζεται κατά το διαγραφόμενο από την παράγραφο αυτή τρόπο, κατά τον οποίο το προκύπτον πηλίκον από τη διαίρεση του αθροίσματος των ωρών πρόωρης αναχωρήσεως του πλοίου, δια του αριθμού 8, αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων αυτών. Τακτικά θεωρούνται τα δρομολόγια εκείνα, κατά τα οποία, το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας σε προκαθορισμένη για κάθε ημέρα ώρα, σε εκτέλεση τακτικού δρομολογίου, χωρίς να ασκεί επιρροή, για το χαρακτηρισμό του δρομολογίου ως τακτικού, η ύπαρξη τυχόν καθυστερήσεων, κατά την εκτέλεσή του. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, ως δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής. Δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η υποχρέωση εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται μία και μοναδική φορά σε κάθε δρομολόγιο και συγκεκριμένα στο λιμάνι αφετηρίας “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Η παραπάνω έννοια του δρομολογίου ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται και με το άρθρο 1 του Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, στο οποίο, το μεν δρομολόγιο νοείται ως “το κατά ημέρα και ώρα ιδιαίτερο ταξίδι προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής”, ο δε λιμένας αφετηρίας ως “ο λιμήν ή το σημείο εκκινήσεως και επανόδου του επιβατηγού πλοίου κατά την εκτέλεση του δρομολογίου του”. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 33 των πιο πάνω Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση από εκείνη της παρ. 1, με την έννοια ότι το πλοίο πρέπει να παραμείνει 6 ώρες τόσο στο λιμάνι αφετηρίας όσο και στο λιμάνι προορισμού. Δίδεται, όμως, η δυνατότητα, με τη διάταξη αυτή, παραμονής του πλοίου επί εξάωρο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1, είτε στο λιμάνι αφετηρίας είτε στο λιμάνι προορισμού, οπότε, στη δεύτερη περίπτωση, δρομολόγιο, για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7, θεωρείται εκείνο για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν 6 τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Το ότι η αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο αυτό καταβάλλεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο δεν παρέμεινε στο λιμάνι επί 6 ώρες σε κάθε πλήρες ταξίδι του προκύπτει και από τον αναφερόμενο στην παρ. 7 τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, όπου ο υπολογισμός γίνεται ανάλογα με την πλήρη διάρκεια του ταξιδιού, δηλαδή από την αναχώρηση του πλοίου έως την επιστροφή του (Εφ.Πειρ.716/2011 ΕΝΔ 2012.107, Εφ.Πειρ.34/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, για την εφαρμογή της παραπάνω § 7 στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του δικαιούχου συμπεριλαμβάνεται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το ναυτικό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογίζονται, επομένως, ο μισθός ενέργειας, τα επιδόματα Κυριακών και βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ο μέσος όρος της αμοιβής που καταβάλλεται τακτικά για επαναλαμβανόμενη υπερωριακή εργασία (ΤριμΕφΠειρ. 53/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), το επίδομα αδείας (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΜονΕφΠειρ. 51/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και ο μέσος όρος των πρόσθετων αμοιβών που εισπράττει ο ναυτικός από τον εργοδότη του, αν αυτές του καταβάλλονται σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα (ΜονΕφΠειρ. 57/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π.). Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, στις μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, περιλαμβάνονται και τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), έστω κι αν κατά το άρθρο 14 των ως άνω ΣΣΝΕ καταβάλλονται «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα», εφόσον αυτά καταβάλλονται τακτικώς κάθε μήνα (όμοια Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο 1977, σελ. 148). Εν προκειμένω, με την αγωγή του, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι, στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019, το ως άνω πλοίο εκτελούσε καθημερινά το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά Κρήτης, με επιστροφή και συγκεκριμένα, αναχωρούσε ώρα 16.00 από τον Πειραιά με προορισμό το λιμάνι των Χανίων, όπου κατέπλεε ώρα 22.30 της ίδιας ημέρας, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας με προορισμό τον Πειραιά, όπου κατέπλεε την επομένη ημέρα ώρα 06.30, από το οποίο απέπλεε εκ νέου, ώρα 16.30 της ίδιας ημέρας, προς εκτέλεση του ιδίου ως άνω δρομολογίου. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι το πλοίο αναχωρούσε από το λιμάνι των Χανίων πρόωρα, ήτοι προ της παρελεύσεως έξι ωρών από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό κατά 4,50 ώρες, με αποτέλεσμα εβδομαδιαίως το πλοίο αυτό να πραγματοποιεί 31,50 ώρες πρόωρης αναχώρησης, εκτελώντας τοιουτοτρόπως 3,93 εξπρές δρομολόγια εβδομαδιαίως, με αποτέλεσμα σε διάστημα 9,85 εβδομάδων που διήρκησε η πρώτη των ενδίκων ναυτολογήσεών του να εκτελέσει συνολικά 38,71 εξπρές δρομολόγια, διάρκειας άνω των δώδεκα ωρών. Επικαλούμενος δε, αντιστοίχως, τις διατάξεις των §§ 3 και 4 του άρθρου 33 της ως άνω ΣΣΝΕ ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των ευρώ 6.141,72 ως δικαιούμενη υπ’ αυτού πρόσθετη αμοιβή για την αιτία αυτή, αφού στις τακτικές αποδοχές του, πλέον των ελαχίστων προβλεπομένων με την ανωτέρω ΣΣΝΕ αποδοχών, συνυπολόγησε το μέσο όρο της μηνιαίας αμοιβής του για την υπερωριακή του εργασία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την πρώτη εκκαλουμένη με αριθμό 2287/2022 απόφασή του, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον προσήκοντα κανόνα δικαίου, έκρινε την εν λόγω απαίτηση νόμιμη κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 33 της ανωτέρω ΣΣΝΕ, ενόψει της αναφοράς στην αγωγή ότι το εν λόγω πλοίο είχε τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας (το λιμάνι του Πειραιά) για τα δύο επιπλέον των πέντε (5) δρομολογίων αυτού εβδομαδιαίως και αφού δέχθηκε ότι το εν λόγω πλοίο κατά το διάστημα από 30.7.2019 έως 8.9.2019 εκτελούσε το ανωτέρω δρομολόγιο, επεδίκασε στον ενάγοντα αμοιβή για δύο δρομολόγια express εβδομαδιαίως για 5,85 εβδομάδες και συνολικά το ποσό των ευρώ 1.382,34. Το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης πλήττουν ο μεν ενάγων με τον πέμπτο λόγο έφεσης, αφενός μεν διότι δεν υπολογίσθηκαν δρομολόγια εξπρές του ανωτέρω πλοίου και κατά το χρονικό διάστημα από 9.9.2019 έως 6.10.2019 και επιπλέον διότι, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του για την απασχόληση του στα εν λόγω δρομολόγια υπολογίσθηκαν εσφαλμένα επί τη βάσει μειωμένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή του απασχόληση κατώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο. Η πρώτη εναγομένη, με τον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο κυρίως πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη μη απόρριψη ως αορίστου του εν λόγω κονδυλίου, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον ίδιο (τρίτο) λόγο έφεσης, επικουρικά ισχυρίσθηκε ότι, εσφαλμένως υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε δεκτό ότι το εν λόγω πλοίο εκτέλεσε δρομολόγια εξπρές, ενώ αυτό δεν εκτέλεσε τέτοια δρομολόγια, επιπλέον δε η εν λόγω αμοιβή υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει αυξημένων, έναντι των πράγματι δικαιουμένων υπ’ αυτού τακτικών αποδοχών, αφού ελήφθη υπόψη μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή του απασχόληση ανώτερη από αυτήν που πράγματι εδικαιούτο. Η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και δη δια της αναφοράς ότι το ανωτέρω πλοίο είχε τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας (το λιμάνι του Πειραιά), εκτελώντας το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή, διάρκειας άνω των δώδεκα ωρών, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και ως τέτοια ορθώς κρίθηκε υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης που περιέχεται, ως προελέχθη, στον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, το εν λόγω πλοίο, όπως έγινε δεκτό και με τη με αριθμό 2287/2022 εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως 6.10.2019 ήταν ενταγμένο σε ακτοπλοϊκές γραμμές εξυπηρέτησης των ελληνικών νήσων και ειδικότερα (α) κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως και 8.9.2019 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή. Συγκεκριμένα, αναχωρούσε καθ’ εκάστη ημέρα από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 16.00 και κατέπλεε στο λιμάνι των Χανίων ώρα 22.30 της ίδιας ημέρας, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.30 της επομένης ημέρας από το οποίο και αναχωρούσε εκ νέου ώρα 16.00 της ιδίας ημέρας, εκτελώντας το ίδιο δρομολόγιο και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 9.9.2019 έως 6.10.2019 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Ηράκλειο, με επιστροφή και συγκεκριμένα, αναχωρούσε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 21.00 και κατέπλεε στο λιμάνι του Ηρακλείου ώρα 06.30 της επομένης ημέρας, απ’ όπου απέπλεε ώρα 21.00 τη ίδιας ημέρας και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.30 της επομένης ημέρας, από το οποίο απέπλεε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 21.00 και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι το εν λόγω πλοίο είχε καθημερινές τακτικές αναχωρήσεις από το λιμάνι του Πειραιά μόνον κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως και 8.9.2019 οπότε εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή. Καθόν χρόνο το ίδιο πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Ηράκλειο, με επιστροφή, δεν είχε καθημερινές τακτικές αναχωρήσεις από το λιμάνι του Πειραιά ούτε από το λιμάνι του Ηρακλείου. Επίσης, κατά το ίδιο αυτό διάστημα (από 9.9.2019 έως 6.10.2019) το ως άνω πλοίο προ του απόπλου του από το λιμάνι του Πειραιά παρέμενε σε αυτό για διάστημα πέραν των έξι ωρών. Ως εκ τούτου, το εν λόγω πλοίο κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα από 9.9.2019 έως 6.10.2019 δεν εκτέλεσε δρομολόγια express, όπως αυτά περιγράφονται στις διατάξεις του άρθρου 33 της ως άνω εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ. Όμοια κρίνοντας και η πρώτη εκκαλουμένη με αριθμό 2287/2022 απόφαση η οποία απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή καθό μέρος ο ενάγων αξίωνε πρόσθετη αμοιβή για δρομολόγια εξπρές κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα από 9.9.2019 έως 6.10.2019, έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 524 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του πέμπτου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι πράγματι το εν λόγω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2019 έως και 8.9.2019 εκτελούσε καθημερινά το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή και εκ του λόγου τούτου είχε τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας (Πειραιάς). Επομένως, για εκάστη των πέντε εβδομάδων 20.7.2019 έως 5.8.2019, 6.8.2019 έως 12.8.2019, 13.8.2019 έως 19.8.2019, 20.8.2019 έως 26.8.2019 και 27.8.2019 έως 2.9.2019, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης κατά το ίδιο διάστημα ως άνω ΣΣΝΕ ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής για τα πέραν των πέντε δρομολογίων εκάστη των ανωτέρω εβδομάδων ενώ για την εβδομάδα 3.9.2019 έως 8.9.2019 οπότε το πλοίο είχε μία επιπλέον των πέντε αναχωρήσεων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής για ένα επιπλέον δρομολόγιο. Συνολικά, επομένως, ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής δρομολογίων εξπρές κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ για συνολικά ένδεκα (11) δρομολόγια και όχι 11,7, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης. Ο ισχυρισμός της ιδίας (εναγομένης) ότι εντός του χρονικού διαστήματος από 26.8.2019 έως 1.9.2019 ο ενάγων έλαβε δύο άδειες διανυκτέρευσης και επομένως, κατά την εβδομάδα αυτή, δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή για την εν λόγω αιτία, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού από τα προσκομιζόμενα από αυτήν ως σχετικά 7Α και 7Β αντίγραφα του Αρχείου ωρών αναπαύσεως που αφορούν τον ενάγοντα και συνέταξε η ίδια (εναγομένη), προκύπτει ότι, ο ενάγων δεν έλαβε άδεια διανυκτέρευσης κατά το ανωτέρω διάστημα, αλλά εργάσθηκε κανονικά όλες τις ημέρες του εν λόγω χρονικού διαστήματος. Ως εκ τούτου, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 1/30 επί των τακτικών αποδοχών του, αφού η διάρκεια των εν λόγω δρομολογίων ήταν άνω των δώδεκα ωρών. Με την πρώτη εκκαλουμένη με αριθμό 2287/2022 απόφαση, προς υπολογισμό της δικαιούμενης υπό του ενάγοντος πρόσθετης εν λόγω αμοιβής, έγινε δεκτό ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των ευρώ 3.544,47 αφού συνυπολογίσθηκαν ο μισθός ενεργείας εκ ποσού 1.245,82 €, το επίδομα Κυριακών εκ ποσού 274,08 €, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσού 36,64 €, το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας εκ ποσού 445,33 €, το ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου εκ ποσού 15,00 €, καθώς επίσης μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πρώτης ναυτολόγησης εκ ποσού 1.527,60 €. Δεν συνυπολογίσθηκε, εν τούτοις, στις εν λόγω τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, μηνιαίο αντίτιμο τροφής εκ ποσού 599,40, το οποίο ο ενάγων είχε συνυπολογίσει με την ένδικη αγωγή στις τακτικές αποδοχές του προκειμένου και για τον προσδιορισμό της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής. Η εκκαλουμένη απόφαση εν τούτοις δεν πλήττεται κατά τούτο από τον μόνο έχοντα έννομο συμφέρον ενάγοντα, αφού αυτός στα πλαίσια του πέμπτου λόγου έφεσης πλήττει την εκκαλουμένη με αριθμό 2287/2022 απόφαση μόνον καθό μέρος δέχθηκε μειωμένο μέσο όρο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση. Επί τη βάσει τούτων και ενόψει της αποδειχθείσας κατά τα άνω, στα πλαίσια διερεύνησης του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης και του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, υπερωριακής απασχόλησης αυτού (ενάγοντος) κατά τον επίδικο χρόνο, με συνυπολογισμό του μέσου όρου της υπερωριακής αμοιβής του μη συνυπολογιζομένου εν τούτοις του μηνιαίου αντιτίμου τροφής του, ο ενάγων εδικαιούτο ως πρόσθετη αμοιβή του για τα ανωτέρω ένδεκα δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσε το εν λόγω πλοίο κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα το ποσό των ευρώ {[μισθός ενεργείας 1.245,82 € + επίδομα Κυριακών 274,08 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 445,33 € + το ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,00 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πρώτης ναυτολόγησης [(36,00 + 756,00 + 144,00 + 648,00 + 129,60 + 720,00 + 180,00 + 388,80 + 129.60 + 144,00 + 36,00 + 129,60 =) 3.441,60 ευρώ /69 ημέρες απασχόλησης εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος επί 30=) 1.496,35 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 1.527,60, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η ως άνω με αριθμό 2287/2022 εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του πέμπτου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς =] 3.513,22 δια 30 επί 11= } 288,18 και όχι το ποσό των ευρώ 1.382,34, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, απορριπτομένου του πέμπτου λόγου έφεσης του ενάγοντος ως αβασίμου στην ουσία του. Συνολικά, επομένως, από την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα επτά (ευρώ 2.827,57) και δη το ποσό των ευρώ 1.467,02 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση, το ποσό των ευρώ 72,37 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019 στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων και το ποσό των ευρώ 1.288,18 ως πρόσθετη αμοιβή για τη συμμετοχή του σε δρομολόγια express που εκτέλεσε το εν λόγω πλοίο. Το ποσό αυτό, κατά το βάσιμο αίτημα που περιέχεται στην ένδικη αγωγή (σχετικά σελ. 39 όπου αναφέρεται «… Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μου καταβάλουν , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μου μέχρι και την εξόφληση …») η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Έσφαλε, επομένως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του έκτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, η πρώτη εκκαλουμένη με αριθμό 2287/2022 απόφαση η οποία απέρριψε το αίτημα επιδίκασης των ανωτέρω ποσών με το νόμιμο τόκο, αφού ο ενάγων είχε υποβάλει σχετικό αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ) με την ένδικη αγωγή του. Ο ίδιος (έκτος) λόγος έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων πλήττει την ίδια απόφαση εκ του λόγου ότι δεν του επεδίκασε επί του ποσού αυτού και τόκους υπερημερίας, ήτοι τόκους προ της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού αυτός (ενάγων) δεν είχε υποβάλλει σχετικό αίτημα με την ένδικη αγωγή του, αλλά ούτε με τις προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρά απαραδέκτως για πρώτη φορά υπέβαλε τέτοιο αίτημα με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
V. Περαιτέρω απεδείχθη ότι, στο κατάστρωμα 4 του εν λόγω πλοίου, άνωθεν του καταστρώματος 3 προς την πλώρη του πλοίου, υπάρχει ένας ψυχόμενος κλειστός χώρος στο οποίο, κατά τη διάρκεια που το πλοίο ευρίσκεται εν πλω, εναποτίθενται τα σκουπίδια του πλοίου. Ο χώρος αυτός αποκαλείται «σκουπιδιάρα» κατά τη ναυτική ορολογία και στο πάτωμα αυτού υπάρχει άνοιγμα «καταπακτή», από την οποία άρχεται ένας σωλήνας που ονομάζεται οχετός και απολήγει στο κατάστρωμα τρία. Μέσω του οχετού αυτού, με την άφιξη του πλοίου σε λιμάνι απομακρύνονται τα σκουπίδια από τον ανωτέρω ψυχόμενο χώρο «σκουπιδιάρα» του πλοίου, σε κάδο απορριμμάτων που τοποθετείται κάτωθεν του οχετού στο κατάστρωμα τρία. Κατά τον επίδικο χρόνο, απεδείχθη ότι, ο οχετός αυτός εκτείνονταν περίπου ένα μέτρο κάτω από το εγκάρσια ενισχυτικά της οροφής του καταστρώματος τρία με άνοιγμα προς την πρύμνη και κλίση σε σχέση με το κατάστρωμα. Απεδείχθη, επίσης ότι, την 6.11.2019, φορτηγό όχημα προσέκρουσε επί του ανωτέρω οχετού με αποτέλεσμα, η λαμαρίνα στην απόληξη αυτού (οχετού), επονομαζόμενη «φυσούνα» να λυγήσει προς τα έσω μειώνοντας το στόμιο της απόληξης του οχετού, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται η ελεύθερη απομάκρυνση των σκουπιδιών από το χώρο της «σκουπιδιάρας». Την ίδια ημέρα (6.11.2019), με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι της Ανκόνα στην Ιταλία, κατόπιν της εκφόρτωσης αυτού, εκκίνησαν οι εργασίες καθαρισμού του πλοίου, οι οποίες εκτελούνταν από τους Ναύτες του πλοίου, υπό την επίβλεψη του Ναυκλήρου και του ενάγοντος Υποναυκλήρου. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω εργασιών, περί ώρα 22.00, καθόν χρόνο ο Πλοίαρχος του πλοίου ευρίσκονταν εκτός του πλοίου, όπως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και η κατάθεσή του περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, ο Ύπαρχος του πλοίου, εκάλεσε τον ενάγοντα και του έδωσε εντολή να κόψει με ψαλίδι τμήμα της «φυσούνας» του οχετού της σκουπιδιάρας του πλοίου, που ευρίσκετο στην πλώρη του πλοίου, διότι λόγω της προς τα έσω κλίσεως αυτής (φυσούνας), συνεπεία όπως απεδείχθη και αναφέρεται ανωτέρω προηγούμενης πρόσκρουσης επ’ αυτής φορτηγού οχήματος, εμποδίζονταν η απρόσκοπτη απομάκρυνση των σκουπιδιών του πλοίου. Προς εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, υπεδείχθη στον ενάγοντα από τον Ύπαρχο του πλοίου η χρήση μίας κινητής, κατασκευασμένης από αλουμίνιο, ελαφριάς και απολήγουσας σε ροδάκια στα τέσσερα στηρίγματά της (πόδια), σκαλωσιάς που ευρίσκονταν ομοίως στην πλώρη του πλοίου. Ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος προφανώς την επικινδυνότητα της εν λόγω σε ύψος εργασία, εζήτησε τη συνδρομή ενός ναύτη προκειμένου να κρατά σταθερή τη σκαλωσιά και πράγματι, από τον Ύπαρχο του πλοίου του παρασχέθηκε η βοήθεια του Ναύτη ………………, ο οποίος ανέλαβε, καθόν χρόνο ο ενάγων εκτελούσε την ανωτέρω εργασία κοπής της λαμαρίνας, να κρατά τη εν λόγω σκαλωσιά από τη δεξιά της πλευρά προκειμένου να μη μετακινείται. Ακολούθως, ο ενάγων με τη συνδρομή του ανωτέρω Ναύτη τοποθέτησε την ανωτέρω σκαλωσιά κάτωθεν της φυσούνας του πλοίου και αφού έλαβε ως εργαλεία, ως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ένα μεγάλο και ένα μικρό σφυρί, ένα ψαλίδι, μία πένσα και έναν φακό, ανήλθε επί της εν λόγω σκαλωσιάς από την αριστερή πλευρά αυτής και πράγματι έκοψε τμήμα της λαμαρίνας της «φυσούνας» του ανωτέρω οχετού, διευκολύνοντας τοιουτοτρόπως την ελεύθερη διέλευση των σκουπιδιών από τη σκουπιδιάρα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Ναύτης ………………., κρατούσε τη σκαλωσιά προκειμένου να παραμένει σταθερή από τη δεξιά πλευρά της. Με την ολοκλήρωση της εν λόγω εργασίας κοπής της λαμαρίνας, ο ενάγων κατήλθε της εν λόγω σκαλωσιάς, κρατώντας ανά χείρας τα ανωτέρω εργαλεία, πλην του φακού, όπως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Με την κάθοδό του από τη σκαλωσιά άφησε τα εργαλεία που κρατούσε και ανήλθε εκ νέου, ομοίως από την αριστερή πλευρά στην εν λόγω σκαλωσιά, προκειμένου να αναλάβει και τον φακό. Εν τούτοις, μόλις ανήλθε στην κορυφή αυτής, αυτή (σκαλωσιά) έλαβε κλίση προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα ο ενάγων να χάσει την ισορροπία του και να πέσει επί του δαπέδου του εν λόγω τρίτου καταστρώματος, όρθιος με τα κάτω άκρα του, ενώ παράλληλα κατέρρευσε και η ως άνω σκαλωσιά. Όπως διεπίστωσε, μετά την πτώση του, σε αδιευκρίνιστο χρόνο, χωρίς ο ενάγων να το αντιληφθεί, ο ανωτέρω Ναύτης …………… έπαυσε να κρατά την σκαλωσιά από τη δεξιά της πλευρά και μάλιστα είχε αποχωρήσει από το εν λόγω σημείο. Συνεπεία της εν λόγω πτώσης του, όπως ακολούθως διεπιστώθη, ο ενάγων υπέστη συντριπτικό κάταγμα αριστερής πτέρνας και κάταγμα δεξιάς πτέρνας. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, στα πλαίσια αιτιολογημένης άρνησης της ένδικης αγωγής, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν και επεναφέρονται και με τις προτάσεις που αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση (σχετικά σελ. 3) ότι ο ενάγων τραυματίσθηκε διότι παραπάτησε κατεβαίνοντας τις σκάλες του πρυμναίου, κατά τις προτάσεις που οι εναγομένοι κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 4), πρωραίου σύμφωνα με την προσθήκη επί των προτάσεων αυτών (σελ. 25) και κατά τις, στα πλαίσια διερεύνησης τυχόν πειθαρχικού αδικήματος, καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης και του δευτέρου εναγομένου, κατά το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου και την αναφορά του τελευταίου, κλιμακοστασίου, στο γκαράζ Νο 5 του πλοίου [σύμφωνα με τις προτάσεις των εναγομένων που κατετέθησαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 4)], από το κατάστρωμα Νο 5 στο γκαράζ Νο 3 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 3 προτάσεων που κατέθεσαν κατά την πρώτη συζήτηση), στο κατάστρωμα (DECK) Νο 5 κατά το απόσπασμα του ημερολογίου γέφυρας του πλοίου (σχετικό προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους με αριθμό 9) την αναφορά ατυχήματος του δευτέρου εναγομένου (σχετικό προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους με αριθμό 10) και την ένορκη βεβαίωση του Ναυκλήρου του πλοίου ……….. (σελ. 7), στο πλατύσκαλο του καταστρώματος 4, κατά την προανακριτική κατάθεση του Υπάρχου του πλοίου ……….. και του Ναυκλήρου αυτού ………… (σχετικά σελ. 7 και 11, αντίστοιχα της από 28.7.2020 έκθεσης προανάκρισης στα πλαίσια διερεύνησης τυχόν πειθαρχικού αδικήματος) στο πλατύσκαλο μεταξύ του καταστρώματος 4 και 3 κατά την ένορκη βεβαίωση του ………….. αφού αυτός κατέθεσε «… κατέβηκα από το πλωριό κλιμακοστάσιο του άνω γκαράζ Νο4 και ανοίγοντας την πόρτα που οδηγεί στο γκαράζ Νο3, είδα τον ενάγοντα πεσμένο στο δάπεδο μπροστά στις σκάλες του πρωραίου κλιμακοστασίου…», δεν κρίνονται πειστικοί. Κατά πρώτον, διότι όπως διεπιστώθη με την από 5.12.2022 πραγματογνωμοσύνη του ιατρού χειρουργού ορθοπαιδικού ……….., για την οποία θα γίνει αναφορά και ακολούθως, οι βλάβες τις οποίες υπέστη ο ενάγων, είναι αποτέλεσμα πτώσης αυτού από μεγάλο ύψος. Εν τούτοις, όπως αποδεικνύεται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Διπλωματούχου Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού ………….., το πρωραίο κλιμακοστάσιο το οποίο απεικονίζεται στις φωτογραφίες που προσεκόμισε η πρώτη εναγομένη, μεταξύ των καταστρωμάτων Νο4 και Νο3, αποτελείται από τέσσερις κλίμακες με ενδιάμεσα πλατύσκαλα διαστάσεων (τα πλατύσκαλα) 2,00 επί 1,08 μέτρων, εκάστη δε κλίμακα (πλάτους 0,90 μέτρων) έχει κατακόρυφο ύψος, μεταξύ ανώτερου και κατώτερου επιπέδου, μόλις 1,40 μ., το οποίο δεν είναι μεγάλο ύψος. Μάλιστα, το ύψος αυτό δεν μπορούσε να προκαλέσει τον ως άνω τραυματισμό του ενάγοντος ούτε κατά τον ιατρό, τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων …………, αφού αυτός στην προσκομιζόμενη ως σχετικό VI προαναφερομένη τεχνική του έκθεση αναφέρει μεν ότι αρκούσε «σχετικά» μεγάλο ύψος για να προκαλέσει στον ενάγοντα τις ανωτέρω αποδειχθείσες σωματικές βλάβες, πλην όμως αναφέρει επίσης ότι, το ύψος αυτό θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον μεγαλύτερο από το ύψος ενός μέσου ανθρώπου. Το ύψος εν τούτοις 1,40 μέτρων της ανωτέρω κλίμακας δεν ήταν το ύψος ενός μέσου ανθρώπου. Και πράγματι, το μήκος κεκλιμένου και όχι το ύψος όπως αναφέρουν οι εναγόμενοι (σχετικά σελ. 17 και 21-22 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη μετά την επανάληψη συζήτηση) εκάστης των ως άνω τεσσάρων κλιμάκων, μεταξύ των καταστρωμάτων Νο4 και Νο3, του εν λόγω πλοίου, ανέρχεται στα 2,00 μέτρα, όπως αναφέρουν ο ανωτέρω πραγματογνώμονας ……… και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων ………., πλην όμως, ενδιαφέρον εν προκειμένω, όπως αναφέρει και ο ανωτέρω πραγματογνώμονας …….., τυγχάνει όχι το κεκλιμένο μήκος της σκάλας, δηλαδή η απόσταση που διανύει κάποιος από το ανώτερο σημείο της εν λόγω κλίμακας έως το πλατύσκαλο, όπως υποστηρίζει ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων, αλλά το κατακόρυφο ύψος, διότι αυτό (κατακόρυφο ύψος) καθορίζει τα αποτελέσματα ελεύθερης πτώσης ενός ατόμου και όχι το κεκλιμένο μήκος της σκάλας. Το ίδιο άλλωστε προκύπτει και από την προαναφερομένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού, ……….., ο οποίος αναφέρει στην ως άνω έκθεσή του ότι, καθοριστικό για την έκταση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, απετέλεσε το ύψος της πτώσης του. Το ύψος δε της εν λόγω κλίμακας από το ανώτερο σημείο της ανήρχετο μόλις σε 1,40 μ.. Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων μεγάλο ύψος, απεδείχθη ότι είχε η ανωτέρω σκαλωσιά, αφού το ύψος αυτής κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ανέρχονταν σε 3,5 μέτρα, όπως δε προσδιορίσθηκε από τον Ύπαρχο του πλοίου ……….. στην ένορκη κατάθεσή του που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανέρχονταν στα τέσσερα μέτρα. Εξάλλου, εάν ο ενάγων πράγματι παραπατούσε ή γλιστρούσε και έπεφτε από το ανωτέρω κλιμακοστάσιο, λογικό και αναμενόμενο ήταν να φέρει τραύματα και σε έτερα σημεία του σώματός του και όχι μόνον στις πτέρνες αμφοτέρων των κάτω άκρων, εν προκειμένω δε δεν απεδείχθη ότι πράγματι αυτός (ενάγων) έφερε έτερα τραύματα και σε έτερα σημεία του σώματός του, πλην των πτερνών των κάτω άκρων του, αφού τούτο δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, ενώ τούτο δεν ισχυρίσθηκαν ούτε οι εναγόμενοι. Βέβαια, οι εναγόμενοι επικαλούνται την προανακριτική (στα πλαίσια διερεύνησης τυχόν τέλεσης πειθαρχικού αδικήματος) κατάθεση του Υπάρχου του πλοίου, ……….., σύμφωνα με την οποία, ο ίδιος ο ενάγων του ανέφερε ότι μπερδεύτηκαν τα πόδια του καθώς κατέβαινε το ως άνω κλιμακοστάσιο και προκειμένου να μη χτυπήσει στο κεφάλι του πήδηξε από την πάνω πλευρά της σκάλας στο πλατύσκαλο (σχετικό προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους με αριθμό 16), κατάθεση την οποία ο ίδιος επανέλαβε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης) γεγονός, εν τούτοις, το οποίο δεν κατέθεσαν ούτε ο Ναύτης …….., ούτε ο Ναύκληρος του πλοίου …….., οι οποίοι κατά τις καταθέσεις τους είδαν τον ενάγοντα αμέσως μετά τον τραυματισμό του. Ακόμη όμως και στην περίπτωση αυτή, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία ο ενάγων προκειμένου να αποφύγει κάποιο χτύπημα στο κεφάλι του πηδούσε από την κλίμακα στο πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου, δεν δικαιολογούνται οι σωματικές του βλάβες και δη τα κατάγματα στις πτέρνες αμφοτέρων των κάτω άκρων του, αφού όπως απεδείχθη, η έκταση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος δικαιολογούνται μόνον από πτώση του από μεγάλο ύψος και πάντως, κατά τον τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων τουλάχιστον μεγαλύτερο από το ύψος ενός μέσου ανθρώπου, πλην όμως το ύψος της εν λόγω κλίμακας είναι μόλις 1,40 και πάντως όχι μεγάλο. Περαιτέρω, οι ως άνω ισχυρισμοί των εναγομένων δεν αποδεικνύονται ούτε από την προσκομισθείσα από τους ιδίους (εναγομένους) από 19.2.2025 βεβαίωση του Ναυπηγού …….., σύμφωνα με την οποία, ο οχετός της σκουπιδιάρας του ανωτέρω πλοίου υφίσταται από ναυπήγησης του πλοίου και μετά από έλεγχο που διενήργησε διεπίστωσε ότι δεν εμφανίζει να έχει υποστεί οποιαδήποτε αλλαγή ή τροποποίηση, η οποία προσκομίσθηκε προς αντίκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο ενάγων τραυματίσθηκε μετά την κοπή της εν λόγω λαμαρίνας. Πράγματι, όπως προέκυψε από τον διορισθέντα με τη με αριθμό 685/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου πραγματογνώμονα, ……….., η κατάσταση του «οχετού» της σκουπιδιάρας του εν λόγω πλοίου, κατά την αυτοψία που αυτός διενήργησε την 27.1.2026 προκειμένου να συντάξει την ως άνω πραγματογνωμοσύνη του, ήταν εντελώς διαφορετική στο χείλος του ανοίγματός της κάτωθεν του καταστρώματος Νο 4, σε σχέση με την κατάσταση αυτής όπως αποτυπώνεται στις προσκομισθείσες από τους διαδίκους φωτογραφίες (σχετικό 57 από τον ενάγοντα και σχετικό 20 από τους εναγόμενους). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν τόσο ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αλλά και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων, ……….. και όπως προκύπτει και από τις επισυναφθείσες στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη φωτογραφίες, την 27.1.2026, το χείλος του ανοίγματος του οχετού της σκουπιδιάρας, ήταν παράλληλο προς το κατάστρωμα και εξείχε ελάχιστα από τα εγκαρσιώματα του καταστρώματος, περιμετρικά δε είχε τοποθετηθεί χαλύβδινη μπάρα, διαμέτρου 20 χιλιοστών και σε μικρή απόσταση προς την πάνω γωνιά 40 Χ 40 Χ 5 χιλιοστών. Εν τούτοις, στις προσκομισθείσες από τους διαδίκους φωτογραφίες απεικονίζεται το χείλος του ανοίγματος που αποτελεί την απόληξη της λαμαρίνας του «οχετού» της σκουπιδιάρας, ως έχον κλίση προς το επίπεδο του καταστρώματος, να «κατεβαίνει» πολύ κάτω από το ύψος των εγκαρσίων ενισχυτικών (εγκαρσιωμάτων) του καταστρώματος Νο4 περίπου ένα μέτρο (σχετικά σελ. 13 προτάσεων εναγομένων στα πλαίσια της δεύτερης συζήτησης των ενδίκων εφέσεων) και να στηρίζεται από γωνιές δεξιά και αριστερά, κοντά στο χείλος, οι οποίες είχαν συγκολληθεί στα εγκαρσιώματα του καταστρώματος. Μάλιστα, στις φωτογραφίες που προσκομίζονται από τους διαδίκους, χαλύβδινη μπάρα η απόληξη του οχετού δεν φέρει περιμετρικά και μάλιστα στην προσκομισθείσα από τους εναγομένους φωτογραφία αυτή φέρει χαλύβδινη μπάρα, βαμμένη με κόκκινο χρώμα μόνον στις τρεις από τις τέσσερις πλευρές της, ενώ ο ενάγων προσκομίζει φωτογραφία ως αποτυπώνουσα τη «φυσούνα» του οχετού της σκουπιδιάρας, χωρίς χαλύβδινη μπάρα σε όλες της τις πλευρές. Ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων ……….. βέβαια στην προσκομιζόμενη τεχνική του έκθεση, αναφέρει ότι, την από 19.2.2025 βεβαίωσή του συνέταξε διότι, καθόν χρόνο προέβη σε αυτοψία, προ της εκδόσεως της εν λόγω βεβαιώσεως, διεπίστωσε ότι ο οχετός της «σκουπιδιάρας» είχε την αυτή εικόνα την οποία εμφάνιζε από κατασκευής του το εν λόγω πλοίο, κατάσταση την οποία αυτός εγνώριζε. Αναφέρει επίσης ότι ακολούθως, ήτοι μετά την διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης από το παρόν Δικαστήριο σχετικά με την κατάσταση της φυσούνας του οχετού της σκουπιδιάρας του ως άνω πλοίου, αυτός πληροφορήθηκε ότι, η ναυλώτρια του πλοίου αυτού το οποίο είχε ναυλώσει έως το έτος 2018 (σχετικά σελ. 7 και 8 προσκομιζόμενης ως σχετικό 42 από τους εναγομένους), σε απροσδιόριστο κατά την έκθεσή του χρόνο, είχε επιμηκύνει για πρακτικούς λόγους την απόληξη του οχετού της σκουπιδιάρας του πλοίου και τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2024, ήτοι πριν αυτός επιθεωρήσει το πλοίο προς έκδοση της ανωτέρω βεβαίωσής του, ένα φορτηγό όχημα ήρθε σε επαφή με το τμήμα της απόληξης του οχετού, με αποτέλεσμα την παραμόρφωσή του και τη μη λειτουργικότητά του, οπότε απεφασίσθη από την πρώτη εναγομένη η αφαίρεση του προσθέτου αυτού τμήματος της απόληξης της φυσούνας, η οποία (αφαίρεση) πραγματοποιήθηκε από εξωτερικό συνεργείο επισκευών. Μάλιστα, προσκομίζεται ως σχετικό 44 από τους εναγομένους η από 27.2.2026 ανυπόγραφη βεβαίωση του …….., για λογαριασμό της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας με την επωνυμία …………, σύμφωνα με την οποία, τρεις εργατοτεχνίτες ανέλαβαν την απομάκρυνση της απόληξης της σκουπιδιάρας την 25.10.2024, απομάκρυνση – αποκοπή η οποία πραγματοποιήθηκε με χρήση τροχού, διαμέτρου 180 mm. Στην εν λόγω βεβαίωση επίσης αναφέρεται ότι το πρόσθετο αυτό τμήμα, είχε πάχος 2 mm. Αναφέρεται επίσης ότι για την εργασία αυτή απαιτήθηκε εργασία τριών εργατοχενιτών της, η οποία διήρκησε περίπου τέσσερις ώρες και ότι ακολούθως, στο τελείωμα της απόληξης αυτής, τοποθετήθηκε ράβδος Φ20 mm. Τέλος, αναφέρεται στην εν λόγω βεβαίωση ότι, λόγω της μακροχρόνιας και καλής συνεργασίας χωρίς να προσδιορίζεται μεταξύ ποίων, η εργασία αυτή εκτελέσθηκε “free of charge”, ήτοι χωρίς αμοιβή. Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια ως άνω τεχνική έκθεση του ………, ανοξείδωτη λαμαρίνα πάχους 1,9 – 2,0 χιλιοστών δεν δύναται να αποκοπεί με ειδικό ψαλίδι για λαμαρίνες, λόγω μεγάλης αντίστασης και σοβαρής πιθανότητας να υποστεί βλάβη το ψαλίδι. Εν τούτοις, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε το υλικό κατασκευής του εν λόγω προσθέτου τμήματος που αφαιρέθηκε από τη φυσούνα την 25.10.2024, ενώ αναφορικά με το πάχος του υλικού αυτού, ιδίως στην απόληξή του, από το οποίο (πάχος) δύναται να κριθεί η δυνατότητα κοπής του με ψαλίδι, στην εν λόγω ανυπόγραφη βεβαίωση αναφέρεται ότι ανέρχονταν σε 2 mm, χωρίς εν τούτοις να προκύπτει από την εν λόγω βεβαίωση, πώς ο συντάξας αυτήν κατέληξε ότι το πάχος του προσθέτου αυτού τμήματος της φυσούνας ήταν 2 mm, δοθέντος ότι η εν λόγω βεβαίωση, έστω και ανυπόγραφη, εκδόθηκε ένα έτος και τέσσερις μήνες μετά την αποκοπή, κατά τους ισχυρισμούς που πρώτη φορά η εναγομένη προβάλει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατόπιν της διενέργειας της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, του πρόσθετου αυτού τμήματος της φυσούνας και μάλιστα, κατά την ίδια τη βεβαίωση, αυτή (βεβαίωση) εκδόθηκε από πρόσωπο που δεν μετείχε στην εργασία αυτή, χωρίς παράλληλα να προσκομίζεται κάποιο έγγραφο για την εργασία αυτή, στο οποίο να αποτυπώνεται με ακρίβεια το είδος της εργασίας που εκτελέσθηκε επί της εν λόγω φυσούνας. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται επομένως ότι, δεν είναι αληθές ότι ο οχετός της «σκουπιδιάρας» του εν λόγω πλοίου δεν είχε υποστεί τροποποιήσεις από κατασκευής του πλοίου, όπως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι. Επίσης, απεδείχθη ότι, ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει ότι το πάχος του τμήματος της σκουπιδιάρας που ο ενάγων έκοψε την 6.11.20219 ήταν 2 mm, αφού ακόμη κι αν η κατάσταση της φυσούνας στην απόληξή της καθόν χρόνο επενέβη επ’ αυτής ο ενάγων στα πλαίσια του ενδίκου συμβάντος ήταν ίδια με αυτή του μηνός Οκτωβρίου 2024, το τμήμα αυτής το οποίο απεκόπη τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2024, όπως ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης ανέφερε στην ανωτέρω έκθεσή του, αυτός (τεχνικός σύμβουλος εναγομένων) ουδέποτε είχε ιδεί. Παράλληλα, ότι το πάχος αυτού ανήρχετο σε 2 mm δεν αποδεικνύεται ούτε από την προσκομιζόμενη από τους εναγομένους από 27.2.2026 ανυπόγραφη βεβαίωση του …….., την οποία αυτός συνέταξε για λογαριασμό της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας με την επωνυμία ……… αφού, όπως προελέχθη, δεν προκύπτει πώς αυτός (……..) βεβαιώνει όσα περιέχονται στην εν λόγω βεβαίωση και αναλύονται ανωτέρω, ενόψει του ότι η εργασία αυτή προηγήθηκε πέραν του έτους του χρόνου συντάξεως της εν λόγω βεβαίωσης, χωρίς να προκύπτει ότι ο βεβαιών μετείχε στις εν λόγω εργασίες για την εργασία δε αυτή δεν προκύπτει η έκδοση κάποιου παραστατικού, καθόν χρόνο έλαβε χώρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ο ίδιος τεχνικός σύμβουλος αναφέρει ότι στο πλοίο υπήρχαν ψαλίδια κοπής λαμαρίνας πάχους αυτής από 0,6 έως 0,8 χιλιοστών. Η αλήθεια των ισχυρισμών του ενάγοντος που περιέχονται στην ένδικη αγωγή του, ως αυτοί αναλύονται ανωτέρω, αποδεικνύεται επίσης και από την ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλεια του ενάγοντος ………….., απασχολούμενου κατά τον επίδικο χρόνο με την ειδικότητα του Ναύτη στο ως άνω πλοίο, ο οποίος κατέθεσε σχετικά «… Γνωρίζω επίσης ότι στις 06/11/2019 και περί ώρα 22.30 περίπου, κατεβαίνοντας από το πλωριό κλιμακοστάσιο πηγαίνοντας έξω για φαγητό, στο κυρίως γκαράζ πλώρα και αριστερά, είδα τον υποναύκληρο ……., να ετοιμάζεται να κόψει τη λαμαρίνα της φυσούνας της σκουπιδιάρας γιατί από ζημιά που είχε υποστεί δεν χωρούσαν οι σακούλες απορριμμάτων και είχαν σφηνώσει. Η σκουπιδιάρα βρισκόταν στο ύψος πάνω από τέσσερα μέτρα, η δε σκαλωσιά είχε και αυτή περίπου τέσσερα μέτρα ύψος, ήταν κινητή δηλ. με ροδάκια, πολύ ελαφριά και χωρίς στηρίγματα στο έδαφος. Την ώρα που είδα τον ….. επάνω στη σκαλωσιά αυτή, τον βοηθούσε ένας μόνο ναύτης, που μόλις και μετά βίας κρατούσε την πολύ επικίνδυνη αυτή σκαλωσιά, η οποία συνεχώς κουνιόταν. Επιστρέφοντας από το φαγητό, λίγο μετά τις 23.00, προκειμένου να πάω στην καμπίνα μου, πέρασα και πάλι από το γκαράζ Νο3 και τότε μου είπε ο ναύτης …. που ήταν σε βάρδια στον καταπέλτη ότι έπεσε ο ….. από την σκαλωσιά. … Κατά την επιστροφή του …. από το Νοσοκομείο, εκτελούσα βάρδια στον καταπέλτη του πλοίου, οπότε και με πήρε τηλέφωνο ο ……, προκειμένου να πάω στην είσοδο του λιμανιού (τουρνικέ) μαζί με το αναπηρικό αμαξίδιο, για να τον βοηθήσω κατά τη μεταφορά του. Φθάνοντας στο τουρνικέ που ήταν η μοναδική είσοδος εκείνη την ώρα σηκώσαμε τον …… στα χέρια και τον περάσαμε από τον τουρνικέ, τον βάλαμε στη συνέχεια στο καροτσάκι για να επιστρέψουμε στο πλοίο … Τον ρώτησα σχετικά με τον τραυματισμό του και μου είπε ότι λόγω του τραυματισμού του, εξαιτίας της πτώσης του από την σκαλωσιά, είχε υποστεί σοβαρή ζημιά ιδίως στην αριστερή φτέρνα αλλά και στη δεξιά …». Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τυγχάνει αναληθής η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση αφενός μεν καθό μέρος ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι είδε τον ενάγοντα επί της ανωτέρω σκαλωσιάς, αφ’ ετέρου δε καθό μέρος ο ίδιος μάρτυρας υποστήριξε ότι, επιστρέφοντας στο πλοίο από την έξοδό του εκείνο το βράδυ ο ………….., εκτελών βάρδια στον καταπέλτη του πλοίου, τον ενημέρωσε ότι ο ενάγων έπεσε από τη σκαλωσιά. Οι εναγόμενοι προς αντίκρουση του τελευταίου αυτού αποσπάσματος της μαρτυρικής κατάθεσης του ….. …., επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν την προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση του ………….. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος πράγματι υπηρετούσε το βράδυ της 6.11.2019 στον καταπέλτη του ως άνω πλοίου όπου και το γκαράζ Νο 3, κατέθεσε ότι, κατά τη διάρκεια της βάρδιάς του, από ώρα 20.00 έως ώρα 00.00, δεν είδε να εκτελείται κάποια εργασία στη λαμαρίνα της σκουπιδιάρας, δεν είδε τον ενάγοντα να χρησιμοποιεί τη σκαλωσιά για την εκτέλεση εργασιών στο χώρο του γκαράζ Νο3, ουδέποτε αυτός ανέφερε στον ανωτέρω μάρτυρα …………. ότι ο ενάγων έπεσε από τη σκαλωσιά, καθώς επίσης ότι είναι βέβαιος ότι ο …….. δεν εξήλθε εκείνο το βράδυ για φαγητό στο λιμάνι της Ανκόνα. Εν τούτοις, ο ενόρκως βεβαιώσας, ………, κατά το χρόνο που έδωσε την ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, δεν υπηρετούσε στο ως άνω πλοίο της εναγομένης με αποτέλεσμα, κατά το χρόνο αυτό (καθόν χρόνο έδωσε την ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του), έτη μετά το ένδικο συμβάν να μην έχει πρόσβαση στο αρχείο αυτής (εναγομένης) αναφορικά με τους υπηρετούντες στον καταπέλτη του πλοίου εκείνο το βράδυ. Παρά ταύτα, ενθυμείται ορθά ότι στον καταπέλτη του πλοίου, υπηρετούσε ο …………., ο οποίος και πράγματι υπηρετούσε. Εκ του λόγου τούτου, το Δικαστήριο πείθεται ότι εκείνο το βράδυ πράγματι ο ……. διήλθε από τον καταπέλτη του πλοίου, αφού εκείνο το βράδυ είχε λάβει χώρα ένα έκτακτο και εξαιρετικά σοβαρό συμβάν στο πλοίο, γεγονός που δικαιολογεί το ότι ο ………, έτη ακολούθως του ενδίκου συμβάντος, ενθυμείται ποιος υπηρετούσε στον καταπέλτη του ως άνω πλοίου εκείνο το βράδυ. Εξάλλου, εάν πράγματι ο μάρτυρας ……….. ψευδώς κατέθετε περί των ανωτέρω δεν θα κατονόμαζε στην ένορκη βεβαίωσή του ότι αυτός που του γνωστοποίησε τον λόγο τραυματισμού του ενάγοντος ήταν ο ……….. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα, σε συνδυασμό με το ότι ο ………… κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης δεν έχει και παρά το γεγονός ότι δεν εργάζεται για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης πλέον, δεν ευρίσκεται σε αντιδικία με αυτήν ή τον δεύτερο εναγόμενο, το Δικαστήριο πείθεται για την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης βεβαίωσής του. Το γεγονός ότι στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης για το ένδικο συμβάν ο εν λόγω μάρτυρας δεν κατέθεσε αλλά ούτε προτάθηκε από τον ενάγοντα να καταθέσει, δεν είναι ικανό μόνον αυτό να οδηγήσει σε κρίση ότι ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτει ψευδώς. Σε αντίθετη κρίση ως προς τις συνθήκες επέλευσης του τραυματισμού του ενάγοντος το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 11 από τους εναγόμενους έγγραφο της Νοσοκομειακής Πανεπιστημιακής Εταιρείας ……. η οποία εκμεταλλεύεται το Νοσοκομείο στο λιμάνι της Ανκόνα, στο οποίο διεκομίσθη ο ενάγων αμέσως μετά το ένδικο συμβάν και στο οποίο υπό τον τίτλο «Ιστορικό» αναγράφεται «Αναφέρει ατύχημα από πρώτη από σκάλα με διπλό τραύμα στα πόδια» [Riferisce caduta accidentale sulle scala con trauma billaterale dei piedi] και όχι πτώση από σκαλωσιά, αφού όπως και οι εναγόμενοι συνομολογούν ο ενάγων δεν γνωρίζει την Ιταλική Γλώσσα. Μάλιστα, ο ίδιος ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι τούτο ανέφερε στους ιατρούς όχι ο ίδιος (ενάγων), αλλά ο Ναύτης . ……., ο οποίος ομοίως, όπως αναφέρουν οι εναγόμενοι στις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εγνώριζε στοιχειωδώς την Ιταλική γλώσσα. Τέλος, σε διαφορετική κρίση δεν δύναται να αχθεί το Δικαστήριο ούτε από το προσκομιζόμενο από τους εναγομένους ως σχετικό 36 φύλλο νοσηλείας του ενάγοντος στο Νοσοκομείο ΚΑΤ στο οποίο ακολούθως αυτός (ενάγων) νοσηλεύθηκε, στη δεύτερη σελίδα του οποίου αναγράφεται κατ’ ακριβή διατύπωση «Αναφερόμενη πτώση εξ ύψους ≃ 2,5 m., ενώ έχει διαγραφεί αρχική εγγραφή επ’ αυτού, μεταξύ των λέξεων «εξ» και «ύψους» η λέξη «ιδίου», αφού κανείς των διαδίκων δεν υποστηρίζει ότι τα κατάγματα στις πτέρνες του ενάγοντος οφείλονται σε πτώση αυτού εξ ιδίου ύψους, καθώς κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ο ενάγων έπεσε από την σκαλωσιά, κατά δε τους εναγομένους από κλιμακοστάσιο. Οι αναφορές των εναγομένων που (σχετικά σελίδα 77 και 214 έως 2016 των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση) ότι ο ενάγων συνομολόγησε εξωδίκως δια της αναγραφής και ακολούθως διαγραφής της λέξεως «ιδίου» ότι αυτός έπεσε από ίδιο ύψος, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του αφού δεν απεδείχθη ότι η εν λόγω εγγραφή στο ως άνω φύλλο νοσηλείας του ενάγοντος έγινε καθ’ υπόδειξη αυτού (ενάγοντος) αφού η λέξη αυτή («ιδίου») διεγράφη και ακολούθησε εγγραφή περί πτώσης αυτού από ύψος περίπου 2,5 μ. Το γεγονός δε ότι στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι η πτώση αυτού (ενάγοντος) έλαβε χώρα από ύψος περίπου 2,5 μέτρων, καταχώρηση που έλαβε χώρα από τους ιατρούς, κατόπιν αναφοράς του ιδίου του ενάγοντος, όπως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 22 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης παρόντος Δικαστηρίου) ότι έπεσε από ύψος πάνω από 2,5 μέτρα, δεν αναιρεί την αλήθεια των αγωγικών ισχυρισμών ως προς τις συνθήκες πτώσης του ενάγοντος, αφού αν και πράγματι απεδείχθη ότι το ύψος της σκαλωσιάς ήταν 3,50 μέτρα περίπου, δεν αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο (φύλλο νοσηλείας) ότι ο ενάγων έπεσε από σκάλα και όχι από σκαλωσιά. Εξάλλου, όπως απεδείχθη η σκάλα από την οποία οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι έπεσε ο ενάγων έχει ύψος μόλις 1,40 μέτρων. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο ενάγων, αμέσως μετά το ένδικο συμβάν και δη την 6.11.2019 και ώρα 23.21, διεκομίσθη στο Νοσοκομείο …….. στην Αγκόνα, ενόψει δε του ότι δεν εγνώριζε την Ιταλική Γλώσσα, συνόδευσε αυτόν ο Ναύτης ……….., ο οποίος είχε στοιχειώδεις γνώσεις της Ιταλικής Γλώσσας (σχετικά σελ. 4 ένδικης έφεσης εναγομένης) για δε τη μεταφορά του, χρησιμοποιήθηκε όχημα του πράκτορα της πρώτης εναγομένης στην Ανκόνα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως απεδείχθη, ο οδηγός του οχήματος και υπάλληλος του πράκτορα της πρώτης εναγομένης στην Ανκόνα, μετέφερε απλώς τον ενάγοντα στο ανωτέρω Νοσοκομείο, χωρίς να συνοδεύσει αυτόν και εντός του Νοσοκομείου. Αφού αυτός (ενάγων) εξετάσθηκε από ιατρούς του ως άνω Νοσοκομείου και αφού υπεβλήθη και σε ακτινολογικό έλεγχο, διεπιστώθη ότι αυτός (ενάγων) είχε υποστεί πολλαπλό αρθρικό κάταγμα αριστερής πτέρνας. Ακολούθως, ενόψει του ότι κατ΄ εκείνο το χρόνο δεν εφημέρευε στο εν λόγω Νοσοκομείο ιατρός ορθοπεδικός (σχετικά ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……..) συνεστήθη στον ενάγοντα η επιστροφή του στο πλοίο και η επανεξέτασή του, την ίδια ημέρα (7.11.2019), αφού η εξέταση αυτού έλαβε χώρα μετά τα μεσάνυχτα, στα εξωτερικά ιατρεία από ώρα 08.00 π.μ. έως ώρα 08.00 μ.μ. από το ορθοπεδικό τμήμα του εν λόγω Νοσοκομείου. Οι αναφορές των εναγομένων που επαναλαμβάνονται και με την ένδικη έφεσή τους (σελ. 4) ότι ο ίδιος ο ενάγων εζήτησε να αποχωρήσει από το Νοσοκομείο και να επισκεφθεί εκ νέου αυτό την επομένη ημέρα, δεν αποδεικνύεται από καμία απόδειξη. Ούτε από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 11 εκδοθέν από το ανωτέρω Νοσοκομείο Πιστοποιητικό στο οποίο αναφέρεται «Αποτέλεσμα: Επιστροφή στην οικία Ημερομηνία/ώρα 7/11/2019 03.38 Κωδικό Εξόδου: Κίτρινος … Θεραπεία στην οικία και Έλεγχοι στα Εξωτερικά Ιατρεία: ΑΥΡΙΟ ΑΠΟ 8 Π.Μ. ΕΩΣ 8 Μ.Μ. ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 4ος ΟΡΟΦΟΣ». Ο ενάγων πράγματι επέστρεψε στο πλοίο περί ώρα 04.00 της 7.11.2019 με όχημα του πράκτορα της πρώτης εναγομένης στην Ανκόνα. Περί των ανωτέρω ενημερώθηκε ο Πλοίαρχος αμέσως με την άφιξη του ενάγοντος στο πλοίο, αφού στο προσκομιζόμενο από τους εναγομένους αντίγραφο του ημερολογίου γέφυρας του εν λόγω πλοίου αναγράφηκε ώρα 04.00 της 7.11.2019 «Επέστρεψε από το νοσοκομείο ο Υποναύκληρος . ….. με συνοδεία τον ναύτη …….. και τον πράκτορα του πλοίου, όπου του συνεστήθη αξιολόγηση από ορθοπαιδικό ιατρό αύριο 08.00 έως 20.00». Εν τέλει ο ενάγων δεν διεκομίσθη εκ νέου στο ανωτέρω νοσοκομείο. Ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του ότι ενώ ανέμενε την εκ νέου διακομιδή του στο εν λόγω νοσοκομείο, χωρίς να λάβει καμία ενημέρωση, περί ώρα 16.30 το πλοίο απέπλευσε και τότε εισήλθε στην καμπίνα του ο Ύπαρχος του πλοίου, ενημερώνοντάς τον ότι θα διεκομίζετο στο νοσοκομείο της Πάτρας. Οι εναγόμενοι από την πλευρά τους, με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν ότι ο ίδιος ο ενάγων εζήτησε από τους αξιωματικούς του πλοίου να μην διακομισθεί εκ νέου στο ανωτέρω Νοσοκομείο στην Ανκόνα διότι δεν εγνώριζε την Ιταλική γλώσσα, αλλά να εισαχθεί στο Νοσοκομείο της Πάτρας. Επί του κρίσιμου, για την περαιτέρω εξέλιξη της πορείας της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος όπως προέκυψε ακολούθως, αυτού ζητήματος, ο αρμόδιος κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του “Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων 500 κ.οχ. και άνω”, που εγκρίθηκε με το Β.Δ/μα 683/1960 (ΦΕΚ Α’ 158) Πλοίαρχος του πλοίου αυτού και δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είχε λάβει γνώση και του τραυματισμού του ενάγοντος, όπως επίσης είχε λάβει γνώση ότι συνεπεία του τραυματισμού του ο ενάγων είχε υποστεί κάταγμα αριστερής πτέρνας και ότι με βάση τις συστάσεις των θεραπόντων ιατρών του ανωτέρω Νοσοκομείου, έπρεπε να επισκεφθεί εκ νέου το ανωτέρω Νοσοκομείο την 7.11.2019, κατέθεσε προανακριτικά (σχετικά προσκομιζόμενη ως σχετικό 16 έκθεση ένορκης προανάκρισης) «ΕΡΩΤΗΣΗ: ο κος ….. κατόπιν του τραυματισμού του μεταφέρθηκε συνοδεία σε νοσοκομείο της Ανκόνα, ο οποίος κατόπιν εξετάσεων που υποβλήθηκε, επέστεψε στο πλοίο. Σας δόθηκε εντολή από την εταιρεία του πλοίου να επιστρέψει ο ανωτέρω ναυτικός στο πλοίο και εν συνεχεία να ταξιδέψει και να επιστρέψει στην Ελλάδα ενώ έχριζε νοσηλείας στο νοσοκομείο της Ανκόνα Ιταλίας; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δεν υπήρχε στην Ανκόνα ορθοπεδικός χειρουργός και κατόπιν συνεννόησης με την εταιρεία και με την συγκατάθεση του ιδίου να πάει στην Πάτρα και επειδή δεν ήξερε την ιταλική γλώσσα και δεν μπορούσε να περιμένει δύο ημέρες, αποφασίσθηκε να ταξιδέψει στην Πάτρα και ήταν η καλύτερη κίνηση κατά την γνώμη μου στην οποία προβήκαμε….». Από το απόσπασμα της εν λόγω κατάθεσης, προκύπτει ότι, δεν ήταν αίτημα του ιδίου του ενάγοντος η μη διακομιδή του την ίδια ημέρα, κατά τις συστάσεις των ιατρών, στο ανωτέρω Νοσοκομείο προκειμένου να εξετασθεί από Ορθοπεδικό ιατρό, αλλά ο Πλοίαρχος του πλοίου και δεύτερος εναγόμενος, κατέληξε να μην επιμεληθεί ως όφειλε την αμελλητί διακομιδή του ενάγοντος στο ανωτέρω Νοσοκομείο προκειμένου να εξετασθεί από ιατρό ορθοπεδικό, αφού προηγούμενα αυτός (Πλοίαρχος) συνεννοήθηκε, όπως ο ίδιος κατέθεσε, με μη προσδιορισμένα στην κατάθεσή του πρόσωπα της πρώτης εναγομένης, πλοιοκτήτριας εταιρείας και αφού έλαβε, ακολούθως, για τη μη διακομιδή του ενάγοντος στο ανωτέρω νοσοκομείο και τη συγκατάθεση αυτού (ενάγοντος). Από το απόσπασμα αυτό της κατάθεσης του δευτέρου εναγομένου δικαιολογείται και το γεγονός ότι ο ενάγων, δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη διακομιδή του εκ νέου στο ανωτέρω Νοσοκομείο έως του απόπλου του πλοίου από το λιμάνι της Ανκόνα. Η ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς όρκο κατάθεση του δευτέρου εναγομένου κατά την οποία ο ίδιος ο ενάγων απεφάσισε να μην επισκεφθεί εκ νέου στο Νοσοκομείο της Ανκόνα (σχετικά σελ. 34 εγγράφων πρακτικών) καθώς επίσης ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) πρώτα συνομίλησε με τον ενάγοντα ο οποίος του εκδήλωσε την επιθυμία του να μην μεταβεί στο ανωτέρω Νοσοκομείο και ακολούθως, συνομίλησε με πρόσωπα της πρώτης εναγομένης εταιρείας και ότι ο ίδιος δεν διατύπωσε τη φράση όπως αποτυπώθηκε στο ανωτέρω πόρισμα (σχετικά σελ. 37 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης παρόντος Δικαστηρίου) δεν κρίνεται πειστική. Τούτο διότι στις προτάσεις που κατέθεσε ομού μετά της πρώτης εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, γίνεται αναφορά στην ως άνω προανακριτική του κατάθεση και συγκεκριμένα ότι αυτός κατέθεσε ότι ο ενάγων «συγκατέθεσε να μην επισκεφθεί εκ νέου το νοσοκομείο» (σχετικά σελ. 49) χωρίς παράλληλα να αναφέρεται στις προτάσεις του ότι το ως άνω απόσπασμα της κατάθεσής του αποτυπώθηκε διαφορετικά από αυτά που ο ίδιος είχε πράγματι καταθέσει. Μάλιστα, οι εναγόμενοι αν και επανειλημμένα αναφέρουν στις προτάσεις τους ότι επιλογή του ενάγοντος ήταν να μην επισκεφθεί εκ νέου το Νοσοκομείο της Ανκόνα, οι ίδιοι αναφέρουν στις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 60) ότι ο ενάγων ερωτήθηκε εάν επιθυμεί να επισκεφθεί το Νοσοκομείο της Ανκόνα ή να εισαχθεί στο Νοσοκομείο του Ρίο μόλις το πλοίο έφθανε στο λιμάνι της Πάτρας και εκείνος διάλεξε την δεύτερη επιλογή. Εξάλλου, εάν πράγματι ο ενάγων δεν επιθυμούσε τη διακομιδή του στο ανωτέρω Νοσοκομείο και εκ του λόγου τούτου ο δεύτερος εναγόμενος δεν επιμελήθηκε αυτής (διακομιδής του ενάγοντος), λογικό και αναμενόμενο ήταν, ο δεύτερος εναγόμενος – Πλοίαρχος του πλοίου και υπεύθυνος για την υγεία των επιβαινόντων σε αυτό, να καταχωρούσε τούτο στο Ημερολόγιο Γέφυρας του πλοίου προς εξασφάλισή του σε περίπτωση που ακολούθως ο ενάγων προέβαλε αξιώσεις από την παράλειψή του αυτή. Σε τέτοια όμως καταχώρηση δεν απεδείχθη ότι ο δεύτερος εναγόμενος προέβη. Τέλος, αν και πράγματι ο Ναύτης ………… στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε ότι, κατά την διάρκεια της επιστροφής αυτού και του ενάγοντος από το ανωτέρω Νοσοκομείο στο πλοίο το πρωί της 7.11.2019, ο ενάγων του εκμυστηρεύθηκε ότι δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στο ανωτέρω Νοσοκομείο αλλά επιθυμούσε να επισκεφθεί το Νοσοκομείο του Ρίο, ο δε εξετασθείς με επιμέλεια των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου μάρτυρας, ……….., κατέθεσε ότι ο ενάγων εζήτησε να μη διακομισθεί εκ νέου στο ανωτέρω Νοσοκομείο στην Ανκόνα, το Δικαστήριο δεν πείθεται από τις καταθέσεις αυτές, ενόψει της ανωτέρω προανακριτικής κατάθεσης του ιδίου Πλοιάρχου του πλοίου – δευτέρου εναγομένου. Ακολούθως, απεδείχθη ότι, με τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι της Πάτρας την 8.11.2019 και ώρα 14.14, ο ενάγων διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και εξεταζόμενος από ιατρούς του εν λόγω Νοσοκομείου, διεπιστώθη ότι αυτός, έφερε κάταγμα στις πτέρνες αμφοτέρων των κάτω άκρων του, όσον δε αφορά στην δεξιά πτέρνα του συνεστήθη η συντηρητική αντιμετώπιση, όσον αφορά εν τούτοις στην αριστερή πτέρνα, συνεστήθη χειρουργική αντιμετώπιση. Επιπλέον, από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 12 από τους εναγομένους έγγραφο του ιδίου Νοσοκομείου Πατρών, αποδεικνύεται ότι διεπιστώθη οίδημα ΠΔΚ και άκρου ποδός αριστερά του ενάγοντος. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις του ως άνω νοσοκομείου κατεγράφησαν αυθημερόν και στο ημερολόγιο του ανωτέρω πλοίου με ώρα εγγραφής 16.00. Ο ενάγων, εν τούτοις, αρνήθηκε να κάνει εισαγωγή στο ανωτέρω νοσοκομείο, όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω προσκομιζόμενη ως σχετικό 12 από τους εναγομένους βεβαίωση του ανωτέρω νοσοκομείου και με ιδιωτικό ασθενοφόρο διεκομίσθη στο Νοσοκομείο ΚΑΤ Αττικής την ίδια ημέρα και ώρα 22.38 (σχετικό προσκομιζόμενο με αριθμό 13 από 14.11.2019 εξιτήριο ενάγοντος από το ανωτέρω Νοσοκομείου). Στο ανωτέρω Νοσοκομείο διεπιστώθη ότι ο ενάγων είχε υποστεί κάταγμα πτέρνας αριστερά, ενώ υπεβλήθη και σε αξονική τομογραφία κάτω άκρου δεξιά. Το εν λόγω κάταγμα αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά από το ανωτέρω Νοσοκομείο αφού τοποθετήθηκε ποδοκνημικός γυψονάρθηκας και ο ενάγων νοσηλεύθηκε στο εν λόγω Νοσοκομείο (ΚΑΤ) έως την 14.11.2019, οπότε εξήλθε με συστάσεις για ανάρροπη θέση αριστερού κάτω άκρου και αποφόρτιση, αφαίρεση γυψονάρθηκα σε δύο εβδομάδες και έναρξη κινησιοθεραπείας, μυϊκής ενδυνάμωσης και βάδισης δίχως φόρτιση, καθώς επίσης συστάσεις για λήψη φαρμακευτικής αγωγής για ένα μήνα, γενική εξέταση αίματος ανά δέκα ημέρες, χρήση αντιθρομβωτικών καλτσών και επανεξέτασή του σε δύο εβδομάδες στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της Δ Ορθοπεδικής. Τέλος, χορηγήθηκε στον ενάγοντα αναρρωτική άδεια ενός μηνός. Ο ενάγων, εν τούτοις, μετέβη προκειμένου και για την επανεξέτασή του στα εξωτερικά ιατρεία του ανωτέρω νοσοκομείου (ΚΑΤ) όχι όπως συνεστήθη σε αυτόν σε δύο εβδομάδες από την έξοδό του από το ανωτέρω νοσοκομείο, ήτοι την 28.11.2019, αλλά απεδείχθη ότι μετέβη και εξετάσθηκε την 12.12.2019 οπότε, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 17 από τον ίδιο ιατρική βεβαίωση του ανωτέρω νοσοκομείου διεπιστώθη ότι είχε υποστεί κάταγμα πτέρνας αριστερά και δεξιά και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριάντα ημερών. Έτερες εγγραφές επί της βεβαιώσεως αυτής δεν περιέχονται. Ο ενάγων ακολούθως απευθύνθηκε στον ιδιώτη ιατρό Χειρουργό Ορθοπαιδικό, Διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, …………….., ο οποίος την 14.1.2020 εξέτασε αυτόν (ενάγοντα) και διεπίστωσε ότι αυτός (ενάγων) είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα αριστερής πτέρνας προ δέκα εβδομάδων περίπου και κατά την εξέταση εμφάνιζε εμβύθιση της αρθρικής επιφάνειας και διαταραχή εναρμογής της υποστραγαλικής, έχρηζε δε αρθρόδεσης αριστερής υποστραγαλικής με αυτόλογη οστεομόσχευση. Την 28.1.2020, ο ενάγων εισήχθη στο ιδιωτικό νοσοκομείο ……. με αιτία εισόδου Βαρεία αθρίτιδα αριστερής υποστραγαλικής αρθρώσεως επί εδάφους παραμελημένου κατάγματος αριστερής πτέρνας και υπεβλήθη σε αθρόδεση υποστραγαλικής αρθρώσεως αριστερά, με χρήση οστικού μοσχεύματος εκ του αριστερού λαγονίου. Εξήλθε δε του ανωτέρω Νοσοκομείου με συστάσεις για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, αφαίρεση ραμμάτων σε 18-20 ημέρες, βάδιση χωρίς φόρτιση για τους επομένους δύο μήνες και αναρρωτική άδεια για εξήντα ημέρες. Την 30.3.2020, ο ενάγων εξετάσθηκε εκ νέου από τον ανωτέρω ιατρό ….., ο οποίος του χορήγησε εκ νέου αναρρωτική άδεια τριάντα ημερών. Την 12.5.2020, ο ενάγων εξετάσθηκε από την Ανωτάτη Ναυτικού Υγειονομική Επιτροπή και συνεπεία του χειρουργηθέντος συντριπτικού κατάγματος της αριστερής πτέρνας, κρίθηκε ανίκανος προς εργασία ως ναυτικός για έξι μήνες. Επίσης, την 12.11.2020, εξετάσθηκε από τον χειρουργό Ορθοπεδικό ………., ο οποίος αφού εξέτασε αυτόν κατέληξε ότι ο ενάγων δεν δύναται να εργασθεί σε βαρέα επαγγέλματα. Την 19.2.2021 ο ενάγων εξετάσθηκε εκ νέου από την Ανωτάτη Ναυτικού Υγειονομική Επιτροπή και συνεπεία του χειρουργηθέντος συντριπτικού κατάγματος της αριστερής πτέρνας, με εμμένουσες λειτουργικές διαταραχές, κρίθηκε ανίκανος προς εργασία ως ναυτικός. Κατόπιν εγέρσεως της ένδικης αγωγής, διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης στα πλαίσια της οποίας την 19.10.2022, ο ενάγων εξετάσθηκε από τον διορισθέντα με τη με αριθμό 2287/2022 εκκαλουμένη απόφαση ιατρό Χειρουργό Ορθοπεδικό, Διευθυντή του ΕΣΥ και Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ………, ο οποίος διεπίστωσε ότι αυτός (ενάγων) εμφάνιζε υπολειμματικό πόνο με συνοδό δυσκαμψία, στην περιοχή της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης και στην αριστερή πτέρνα που τον ανάγκαζε να χρησιμοποιεί βοήθημα κατά την βάδισή του, παρουσίαζε δηλαδή κλινικά ευρήματα που θέτουν τη διάγνωση της οστεοαρθρίτιδας. Κατά τον ίδιο πραγματογνώμονα, το συντριπτικό ενδοαρθριτικό κάταγμα της πτέρνας, αντιμετωπίζεται χειρουργικά, για να αποκατασταθεί η αρθρική επιφάνεια των συντασσόμενων οστών (ελαχιστοποίηση κινδύνου εμφάνισης μετατραυματικής αρθρίτιδας). Στην περίπτωση του ενάγοντος, το κάταγμα της αριστερής πτέρνας παρουσίαζε ενδοαρθρική συμμετοχή και των δύο παρακειμένων αρθρώσεων (υποστραγαλική και πτερνοκυβοειδής) αλλά και διάσταση της οπίσθιας κάτω παρυφής της πτέρνας περίπου εννέα (9) mm. Καλύτερο τελικό αποτέλεσμα των συντριπτικών ενδοαρθρικών καταγμάτων της πτέρνας, σε νέο άτομο, κατά τον εν λόγω ιατρό, επιτυγχάνεται με την άμεση χειρουργική αντιμετώπιση εντός τριών εβδομάδων, με την προϋπόθεση της μη εμφάνισης οιδήματος (ή μετά την υποχώρησή του) στα μαλακά μόρια της άρθρωσης. Η παρουσία οιδήματος καθιστά την επέμβαση μη ασφαλή στη βιωσιμότητά της, διότι η χειρουργική τομή σε οιδηματώδη περιοχή αυξάνει την πιθανότητα νέκρωσης των μαλακών – ευγενών μορίων της καταγματικής περιοχής. Στην περίπτωση του ενάγοντος, κατά τον ίδιο ιατρό πραγματογνώμονα, στο από 9.11.2029 ιατρικό Σημείωμα του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, αναφέρεται ότι η αριστερή ποδοκνημική άρθρωση και ο άκρος πόδας παρουσίαζαν οίδημα, αν και στο φύλλο νοσηλείας του ενάγοντος στο ανωτέρω Νοσοκομείο ΚΑΤ δεν έχει καταγραφεί κάποιο χαρακτηριστικό του κατάγματος ή της κατάστασης των μαλακών μορίων της περιοχής. Η μεγάλη βαρύτητα της αρχικής οστικής βλάβης (αξονική τομογραφία 14.11.2019), συνεχίζει ο ίδιος ιατρός, υποψιάζει σε αντίστοιχης βαρύτητας βλάβης στα μαλακά μόρια της περιοχής, που περιβάλλουν το καταγματικό οστό της πτέρνας. Στο από 6.11.2019 Ιατρικό Σημείωμα του ανωτέρω Νοσοκομείου της Αγκόνα, δεν αναφέρεται αν τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας ή επίδεσμος, πλην όμως ο ενάγων του ανέφερε ότι δεν τοποθετήθηκε κάποιος τρόπος ακινητοποίησης του κατάγματος στο ανωτέρω Νοσοκομείο, όπως επίσης ότι, κατά τη διάρκεια του ταξιδίου επιστροφής, ο ενάγων ευρίσκονταν στην καμπίνα του, με το (αριστερό) σκέλος του επάνω σε μαξιλάρι. Κατά τον εν λόγω ιατρό, πιθανόν η αρχική καθυστέρηση των τριάντα τεσσάρων (34) ωρών, χρόνος μεταφοράς αυτού (ενάγοντος) από την Αγκόνα έως την Πάτρα, συνέβαλε στην εμφάνιση του οιδήματος και την εξ αυτού καθυστέρηση της άμεσης χειρουργικής αντιμετώπισης. Επίσης, ο ίδιος ιατρός πραγματογνώμονας διετύπωσε την άποψη ότι η κατάσταση της αριστερής πτέρνας του ενάγοντος, όπως διεπίστωσε αυτή κατά την εξέτασή του, είναι μόνιμη, μη αναστρέψιμη και δεν αναμένεται βελτίωσή της με τα συνήθη ιατρικά μέσα. Αντίθετα, η οστεοαρθρίτιδα εν γένει, αποτελεί προϊούσα πάθηση, εν προκειμένω μετατραυματικής αιτίας, η οποία στο μέλλον πιθανόν να καταλείπει σοβαρότερη της, κατά την εξέτασή του, διαπιστωθείσας δυσκαμψίας και πόνο. Κατά τον ίδιο ιατρό, από ανατομοφυσιολογικής άποψης, ο ενάγων φέρει ποσοστό μόνιμης αναπηρίας δέκα τοις εκατό (10%) με βάση τον Ενιαίο Πίνακα Προσδιορισμού Ποσοστού Αναπηρίας, πλην όμως ο ίδιος διετύπωσε την άποψη ότι ο ενάγων δεν δύναται να ασκεί πλέον το επάγγελμα του ναυτικού, σε ποσοστό 100%, καθώς επίσης δεν δύναται να ασκεί και κάθε άλλο οικονομικά και κοινωνικά ισοδύναμο επάγγελμα, που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία ή άνοδο κλίμακος ή βάδιση κατά την άσκησή του, καθόσον παρουσιάζει πόνο και δυσκαμψία στις δύο τελευταίες αρθρώσεις του αριστερού του σκέλους. Καταλήγει δε ότι η ανικανότητα – αναπηρία αυτή, είναι αναμενόμενο να επηρεάζει αρνητικά την προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή, γνωρίζοντας τη δυσκολίας σε ένα άτομο ηλικίας σαράντα ενός ετών να σταδιοδρομήσει σε νέο επάγγελμα υπό τις σημερινές συνθήκες εργασίας. Τον ενάγοντα εξέτασε για λογαριασμό των εναγομένων και ο Ορθοπαιδικός Χειρουργός …….., Διευθυντής της Κλινικής Χειρουργικής και Μικροχειρουργικής στο Νοσοκομείο …… και Επιμελητής στην Ορθοπεδική Κλινική του …….. του ασφαλιστικού ταμείου ΤΥΠΕΤ, ο οποίος συνέταξε την από 23.7.2021 ιατρική γνωμάτευσή του, προσκομιζόμενη ως σχετικό 30 από τους εναγομένους και ακολούθως την από 21.1.2023 ιατρική έκθεση τεχνικού Συμβούλου, προσκομιζόμενη ως σχετικό VI ομοίως από τους εναγομένους. Στην πρώτη ιατρική γνωμάτευση, η οποία συντάχθηκε από τον ανωτέρω ιατρό με βάση τα ιατρικά έγγραφα που του προσκομίσθηκαν, χωρίς να εξετάσει τον ενάγοντα, όπως ο ίδιος αναφέρει (σχετικά σελ. 2), ο εν λόγω ιατρός υποστηρίζει ότι στις περιπτώσεις συντριπτικών καταγμάτων με ενδαρθρική συμμετοχή, η αντιμετώπιση είναι χειρουργική, αδυναμία δε ή καθυστέρηση της χειρουργικής αντιμετώπισης οδηγεί σε καθίζηση της πτέρνας, δυσκαμψία και έντονο άλγος. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται η χειρουργική αντιμετώπιση όχι του αρχικού κατάγματος, αλλά της παραμόρφωσης που έχει επέλθει μετά την παραμελημένη πώρωσή του και των λειτουργικών επιπτώσεων αυτού και περιλαμβάνει αρθρόδεση της πτέρνας με τα γύρω αρθούμενα οστά του ταρσού, ώστε να εξαλειφθεί η κίνηση μεταξύ των οστών και να μειωθεί το άλγος. Η προσπάθεια δε είναι να αρθροδεθούν οι λιγότερες δυνατόν αρθρώσεις, όπως συνέβη με την περίπτωση του ενάγοντος, με αποτέλεσμα την ήπια δυσκαμψία, η οποία όμως θεωρείται λειτουργική για επιτέλεση όχι μόνον των καθημερινών, αλλά και σύνθετων δραστηριοτήτων που απαιτούν παρατεταμένη ορθοστασία και βάδιση με φόρτιση του κάτω άκρου. Ο ίδιος ιατρός συνεχίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση προτάθηκε άμεσα στον ενάγοντα χειρουργική θεραπεία την οποία αυτός αρνήθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, ενώ διατυπώνει απορία γιατί ο ενάγων αν και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο ΚΑΤ για έξι ημέρες αποφασίσθηκε η συντηρητική αντιμετώπιση του κατάγματος, χωρίς να καταγράφεται κάποια αιτία ή επιπλοκή που επέβαλε την εξαήμερη παραμονή του στο ανωτέρω Νοσοκομείο. Επίσης, αναφέρει ότι, στα προσκομισθέντα έγγραφα του Νοσοκομείου ΚΑΤ δεν αναφέρονται τα χαρακτηριστικά του κατάγματος. Κατά τον εν λόγω ιατρό, καθόν χρόνο ο ενάγων υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, λόγω του διαδραμόντος χρόνου, είχε επέλθει πώρωση του κατάγματος σε πλημμελή θέση, ενώ εάν σε πρώιμο στάδιο είχε αντιμετωπισθεί χειρουργικά η εν λόγω περίπτωση, η χειρουργική τεχνική θα ήταν διαφορετική και θα περιελάμβανε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος, ώστε να επανέλθει η ανατομία της περιοχής και επομένως η λειτουργικότητα του άκρου ποδός. Αφού επισημαίνει ότι η διεθνής βιβλιογραφία επιβεβαιώνει την απόλυτη άμεση ένδειξη για χειρουργική αντιμετώπιση των συντριπτικών ενδαρθρικών καταγμάτων μόλις υποχωρήσει εντός ολίγων ημερών από τον τραυματισμό το ευμεγέθες οίδημα και αιμάτωμα της προς χειρουργείο περιοχής, καταλήγει ότι η καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του συντριπτικού κατάγματος αριστερής πτέρνας του ενάγοντος, οδήγησε στην πλημμελή πώρωση του κατάγματος αυτού. Εν τούτοις, αναφέρει ότι η διεθνής βιβλιογραφία καταγράφει ότι η λειτουργικότητα του άκρου ποδός επανέρχεται μετά από μεμονωμένη αρθρόδεση της υποστραγαλικής άρθρωσης σε τέτοιο βαθμό, που επιτρέπει στον ασθενή να επιστρέψει στην εργασία του χωρίς περιορισμούς, αφού υπάρχουν μεν περιορισμοί στην κινητικότητα της άρθρωσης και στην εμβιομηχανική της περιοχής αυτής, πλην όμως οι ασθενείς είναι ικανοποιημένοι, σε ποσοστό άνω του 90%. Όσον αφορά στο ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστού αναπηρίας, ενόψει του ότι αυτός (ενάγων) υπεβλήθη μεμονωμένα σε αρθρόδεση της υποστραγαλικής άρθρωσης και όχι σε τριπλή αρθρόδεση προσδιορίσθηκε από τον εν λόγω ιατρό σε 5%. Κατά τον ίδιο ιατρό, ο ενάγων πράγματι υπέστη κάταγμα στις πτέρνες αμφοτέρων των κάτω άκρων του, με συντριπτικό αυτό της αριστερής, που αντίθετα με τη διεθνή βιβλιογραφία αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά, με αποτέλεσμα την πλημμελή του πώρωση. Αναφέρει δε ότι ο ενάγων δύναται να επανέλθει στις υποχρεώσεις του ως ναυτικός, σε ποσοστό άνω του 70% και σε ποσοστό 100%, σε κάποιο άλλο κοινωνικώς ισοδύναμο επάγγελμα, εκτελώντας χειρωνακτική εργασία. Καταλήγει δε ότι, στην επικαλούμενη από τον ενάγοντα ολική και διαρκή ανικανότητα, βασική αιτία ήταν η καθυστερημένη αντιμετώπιση του προβλήματός του. Ακολούθως, ο ίδιος ιατρός, στην προμνημονευθείσα Ιατρική έκθεση τεχνικού Συμβούλου, αναφέρει ότι, ο ενάγων, την 15.1.2020, πραγματοποίησε αξονική τομογραφία αριστερής πτέρνας και διαπιστώθηκε συντριπτικό κάταγμα αριστερής πτέρνας με διαπλεκόμενες καταγματικές γραμμές που εκτείνονταν σε διάφορες περιοχές της πτέρνας. Επίσης, στηνεν λόγω έκθεσή του, κάνει αναφορά στην από 28.5.2020 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού ………, στην οποία καταγράφεται ότι ο ενάγων ενημερώθηκε αρχικά από τους θεράποντες ιατρούς του στο Γενικό Νοσοκομείο ΚΑΤ ότι η αντιμετώπιση του κατάγματος θα ήταν χειρουργική, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε η χειρουργική αποκατάσταση, αρχικά λόγω εκτεταμένου οιδήματος και ότι εν τέλει αποφασίσθηκε η συντηρητική αντιμετώπισή του, χωρίς να δοθούν στον ασθενή περαιτέρω εξηγήσεις. Επίσης, αναφέρεται ότι, στην ίδια γνωμάτευση, ο ίδιος ιατρός ανέφερε ότι, τα ενδαρθρικά κατάγματα της πτέρνας με παρεκτόπιση της οπίσθιας υποστραγαλικής και αλλαγή των διαστάσεων της πτέρνας σε έναν νέο άνθρωπο, αντιμετωπίζονται χειρουργικά, ενώ στις περιπτώσεις μεγάλης συντριβής, απαιτείται συνδυασμός οστεοσύνθεσης και αρθρόδεσης άμεσα και σε ένα έτος. Κατά την εν λόγω έκθεση, ο ενάγων ανέφερε ότι από την 19.10.2022, δεν εξετάσθηκε από κάποιον ορθοπεδικό ιατρό, ούτε ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπειών. Ο εν λόγω ιατρός ανέφερε ότι εξέτασε τον ενάγοντα την 19.10.2022 στο ιατρείο του ανωτέρω ιατρού πραγματογνώμονα και αφού προέβη σε έλεγχο των αναφερομένων στην εν λόγω έκθεση απεικονιστικών εξετάσεων, διεπίστωσε ότι, το κάταγμα της δεξιάς πτέρνας έχει πωρωθεί πλήρως, χωρίς κάποιες ενοχλήσεις. Όσον αφορά στο κάταγμα της αριστερής πτέρνας, το οποίο ήταν συντριπτικό, αυτό εμφάνισε σημαντικό οίδημα, το οποίο αρχικά αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά και σε δεύτερο χρόνο χειρουργικά με αρθρόδεση της υποστραγαλικής άρθρωσης με καλή θέση και φυσιολογικές διαστάσεις της πτέρνας και χωρίς αλλοιώσεις από τις παρακείμενες αρθρώσεις. Κατά τον εν λόγω ιατρό, η αντιμετώπιση του κατάγματος της αριστερής πτέρνας έπρεπε να ήταν οπωσδήποτε χειρουργική και δη ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση και πιθανώς αρθρόδεση της υποστραγαλικής άρθρωσης σε πρώτο χρόνο. Εν τούτοις, αν και προτάθηκε η χειρουργική επέμβαση τόσο στο Νοσοκομείο των Πατρών όσο και στο Νοσοκομείο ΚΑΤ, ο εν λόγω ιατρός αναφέρει ότι δεν πραγματοποιήθηκε για λόγους που δεν διευκρινίζονται, επισημαίνοντας ότι το μοναδικό στοιχείο που αναφέρεται είναι ότι υπήρχε εκτεταμένο οίδημα. Όσον αφορά στη χειρουργική αρθρόδεση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων, αναφέρει ότι ήταν επιτυχημένη, με ενσωμάτωση των οστικών μοσχευμάτων και πώρωση του αστραγάλου με την πτέρνα, ότι δεν υπάρχουν αλλοιώσεις στις παρακείμενες αρθρώσεις της αριστερής πτέρνας μετεγχειρητικά, τα μορφολογικά στοιχεία της οποίας (ύψος, θέση και στροφή) είναι απόλυτα φυσιολογικά και συμμετρικά με την δεξιά πτέρνα. Οι δε κινήσεις της ποδοκνημικής και του προσθίου άκρου ποδός αριστερά ήταν μειωμένες μεν, πλην όμως με μικρή διαφορά από τις αντίστοιχες κινήσεις της δεξιάς πλευράς. Επίσης, αναφέρει ότι, αν και ο ενάγων παρουσιάστηκε με βακτηρία στο δεξιό άνω άκρο, επισημαίνει ότι αυτή (βακτηρία) δεν έφερε σημεία φθοράς ούτε στο σώμα ούτε στο επιπρόσθετο λάστιχο επαφής της με το έδαφος, ενώ δεν αναγνωρίσθηκε μεγάλη χωλότητα και κάποια ατροφία στο αριστερό άκρο, όπως θα ήταν αναμενόμενο, αλλά ούτε οίδημα. Σημείωσε επίσης ότι, αν και ο ενάγων ανέφερε διάχυτο πόνο, εμφάνισε ευαισθησία κατά την ψηλάφηση μόνον στην οπίσθια πλευρά της πτέρνας, γεγονός που του προκάλεσε εντύπωση καθώς σε αντίστοιχα περιστατικά αρθροδέσεων στην περιοχή της πτέρνας πόνος και ευαισθησία εμφανίζονται κυρίως στην έσω και έξω επιφάνειά της. Ο ίδιος επισημαίνει ότι η βάδιση με τη βακτηρία δεν διέφερε με τη βάδιση του ενάγοντος άνευ αυτής. Ο πόνος, η επακόλουθη χωλότητα και η αδυναμία πραγματοποίησης των καθημερινών δραστηριοτήτων που έχουν σχέση με την ορθοστασία και τη βάδιση, κατά την άποψή του, ήταν υποκειμενικά ευρήματα – ενοχλήσεις του ενάγοντος και δεν μπορούν να τεκμηριωθούν με την κλινική εξέταση, τα πολλαπλά δε αντικειμενικά ευρήματα και δη η έλλειψη μυϊκής ατροφίας, η μη τυπική ευαισθησία στην ψηλάφηση, η απουσία ευαισθησίας στις αναμενόμενες περιοχές της πτέρνας, η μη ουσιαστική διαφορά βάδισης με ή άνευ βακτηρίας και η απουσία φθοράς στην χρησιμοποιούμενη από τον ενάγοντα βακτηρία, εγείρουν το ερώτημα της υπόκρισης και πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Ο εν λόγω ιατρός αναφέρει ότι ο ως άνω ιατρός πραγματογνώμονας στην έκθεσή του αναφέρει την ύπαρξη οστεοαρθρίτιδας στην περιοχή της αριστερής πτέρνας, λόγω πόνου και δυσκαμψίας. Εν τούτοις, προφανώς διαφωνεί με την άποψη αυτή, αφού αναφέρει σχετικά ότι η οστεοαρθρίτιδα είναι μια πάθηση των αρθρώσεων που χαρακτηρίζεται από πόνο, οίδημα, δυσκαμψία και ακτινολογικά ευρήματα και η οποία μπορεί να εμφανισθεί μόνον σε αρθρώσεις που έχουν αρθρικό χόνδρο και λειτουργούν ως κινούμενες αρθρώσεις και όχι σε αυτές που έχουν αντιμετωπισθεί χειρουργικά με αρθρόδεση. Επίσης, τονίζει ότι, μία από τις μεθόδους αντιμετώπισης της οστεοραρθρίτιδας σε κάποιες αρθρώσεις είναι η αρθρόδεση. Συνεπώς, καταλήγει ότι ο ανωτέρω ιατρός πραγματογνώμονας θεωρεί ότι η οστεοαρθρίτιδα δεν μπορεί να εμφανισθεί στην υποστραγαλική άρθρωση, που είναι αρθροδεμένη αλλά στις παρακείμενες αρθρώσεις και δη την ποδοκνημική ή την πτερνοκυβοειδή, πλην όμως ο ακτινολογικός και κλινικός έλεγχος του ασθενή δεν έδειξε καμία τέτοια εικόνα και επομένως, ο ισχυρισμός αυτού (ιατρού πραγματογνώμονα) περί οστεοαρθρίτιδας είναι λανθασμένος. Κατά τον εν λόγω ιατρό, ο πόνος που ανέφερε ο ενάγων σίγουρα δεν προήρχετο από την περιοχή της αρθρόδεσης, καθώς η συγκεκριμένη επέμβαση είναι απολύτως επιτυχής χωρίς ακτινολογικά ή κλινικά σημεία που να υποδηλώνουν αποτυχία της ή χαλάρωσή της. Ο ίδιος ιατρός υποστηρίζει παράλληλα (σχετικά σελ. 13) ότι το συντριπτικό κάταγμα της αριστερής πτέρνας του ενάγοντος έχει αποκατασταθεί μερικώς κατόπιν της ανωτέρω χειρουργικής επέμβασης, υπό την έννοια ότι δεν απεκατεστάθη η φυσιολογική ανατομία του οστού της πτέρνας, αλλά αρθροδέθηκε με τον υπερκείμενο αστράγαλο. Αποτέλεσμα αυτής της αθρόδεσης ήταν η λειτουργική αποκατάσταση του κατάγματος, θυσιάζοντας κάποιες μικρές λειτουργίες δια βίου και συγκεκριμένα, μειώνοντας κυρίως τη ραχιαία έκτασης της ποδοκνημικής άρθρωσης με επακόλουθη δυσκολία στην άνοδο απότομων κλιμάκων και στη βάδιση σε μεγάλης κλίσης ανηφορικών δρόμων, μείωση δυνατότητας βάδισης σε ανώμαλα εδάφη, πλην όμως η εν λόγω αρθρόδεση, κατά την άποψή του, επιτρέπει την πλήρη πολύωρη φόρτιση του σκέλους τόσο κατά τη βάδιση, όσο και κατά την ορθοστασία. Τα υποκειμενικά ευρήματα που ισχυρίσθηκε ο ενάγων και δη ότι λόγω του προβλήματος με την αριστερή πτέρνα δεν μπορεί να στηριχθεί, βαδίζει αποκλειστικά με βακτηρία δεξιού αγκώνα, δυσκολία στην κίνηση του αριστερού κάτω άκρου λόγω του περιορισμού των κινήσεων της αριστερής ποδοκνιμικής και του αριστερού κάτω άκρου, έντονο άλγος καθημερινά και μόνιμα πρησμένο το αριστερό του πόδι, δεν υποστηρίζονται με αντικειμενικά ευρήματα. Επαναλαμβάνει ότι το ποσοστό αναπηρίας που δύναται να αποδοθεί στον ενάγοντα ανέρχεται σε 5%, αναφέροντας ότι η τελική εκτίμηση του ιατρού πραγματογνώμονα είναι υψηλή. Εν τέλει, αφού προβαίνει σε αναφορά διαφόρων αποτελεσμάτων διαφόρων μελετών σε περιπτώσεις χειρουργικής αρθρόδεσης, αφού αναφέρει και την από 19.2.2021 γνωμάτευση της ΑΝΥΕ περί ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία ως ναυτικού, καταλήγει ότι όπως φαίνεται από την ιατρική βιβλιογραφία, η κατάσταση του ενάγοντος δεν αποκλείει αυτός (ενάγων) να ασχοληθεί με οιοδήποτε άλλο οικονομικά και κοινωνικά ισοδύναμο επάγγελμα που απαιτεί περιορισμένη ορθοστασία και βάδιση ή χειρωνακτική δραστηριότητα κατά την άσκησή του. Επίσης, αναφέρει ότι, ο ενάγων θα ηδύνατο να ασχοληθεί σε επαγγέλματα γραφείου, ενώ οι οποίοι περιορισμοί εμφανίζονται μετά από υπαστραγαλική αρθρόδεση δεν αποτελούν σημαντικό εμπόδιο στην προσωπική, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή αυτού (ενάγοντος), αφού αν και υπάρχουν σαφώς περιορισμοί στην κινητικότητα της άρθρωσης και στην εμβιομηχανική της περιοχής αυτής, παρά ταύτα οι ασθενείς είναι ικανοποιημένοι, σε ποσοστό άνω του 90%. Στο ερώτημα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στα πλαίσια της διαταχθείσας κατά τα άνω ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αν υπήρξε καθυστέρηση και ποία η συνέπεια καθυστέρησης ιατρικής αντιμετώπισης του τραυματισμού του ενάγοντος επί τρεις ημέρες, ο εν λόγω ιατρός απαντά αρνητικά στην ύπαρξη συνεπειών από την επί 3ήμερο καθυστέρηση αντιμετώπισης της ανωτέρω κατάστασης του ενάγοντος, διότι κατ’ αυτόν, το αιμάτωμα θα δημιουργείτο ούτως ή άλλως και οι διεργασίες για την χειρουργική αντιμετώπιση απαιτούσαν χρόνο που συνήθως υπερβαίνει τις τρεις ημέρες. Κατά τον εν λόγω ιατρό, η συμπεριφορά του ενάγοντος να μην εμφανισθεί στα τέλη του μηνός Νοεμβρίου 2019 για επανεξέταση στο Νοσοκομείο ΚΑΤ μετά από δύο εβδομάδες, όπως του συστήθηκε, όταν έλαβε εξιτήριο από το εν λόγω Νοσοκομείο, εξανέμισε τις όποιες ελπίδες υπήρχαν για την επιτυχή έκβαση της χειρουργικής του επέμβασης, καθώς όταν επανεμφανίσθηκε στο ΚΑΤ για εξέταση την 12.12.2019 είχε παρέλθει διάστημα πέραν του μηνός από τον τραυματισμό του και δεν μπορούσε πλέον αυτή να πραγματοποιηθεί. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι, ο ενάγων τυγχάνει μόνιμα ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού καθώς επίσης και κάθε επαγγέλματος που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία ή άνοδο κλίμακος ή βάδιση κατά την άσκησή του. Στην κατάσταση αυτή περιήλθε διότι δεν αντιμετωπίσθηκε άμεσα και δη εντός τριών εβδομάδων από τον τραυματισμό του, το συντριπτικό κάταγμα της πτέρνας του αριστερού κάτω άκρου του, με την προσήκουσα μέθοδο χειρουργικής ανοικτής ανάταξης και εσωτερικής οστεοσύνθεσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η αρθρική επιφάνεια των συντασσόμενων οστών και να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης μετατραυματικής αρθρίτιδας. Η καθυστέρηση στην χειρουργική αυτή αντιμετώπιση του αριστερού κάτω άκρου του ενάγοντος, κρίνεται ότι ήταν αποτέλεσμα της μη διακομιδής του άμεσα και δη το πρωί της 7.11.2019 από ώρα 08.00, στο ανωτέρω Νοσοκομείο στην Ανκόνα, προκειμένου αυτός να εξετασθεί από ειδικό ιατρό Ορθοπαιδικό, όπως οι ιατροί του ανωτέρω Νοσοκομείου του συνέστησαν νωρίτερα το ίδιο πρωί, αφού όταν διεκομίσθη στο ανωτέρω Νοσοκομείο Πατρών με την άφιξή του στην Ελλάδα την 8.11.2019, το αριστερό κάτω άκρο του εμφάνιζε ήδη οίδημα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί άμεσα χειρουργική ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση το ανωτέρω συντρηπτικό κάταγμα, η μόνη χειρουργική επέμβαση που θα αποκαθιστούσε την ανατομία και τη λειτουργικότητα του κάτω άκρου του ενάγοντος. Από τη συνεκτίμηση δε του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, οίδημα δεν είχε αναπτύξει το αριστερό κάτω άκρο του ενάγοντος καθόν χρόνο διεκομίσθη στο ανωτέρω Νοσοκομείο στην Ανκόνα, αφού τέτοια αναφορά δεν γίνεται στην ιατρική βεβαίωση του ίδιου Νοσοκομείου (της Ανκόνα), στο οποίο δεν καταγράφεται η ανάπτυξη οιδήματος. Το οίδημα αναπτύχθηκε ακολούθως, αφού ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος (………) στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε ότι, όταν το βράδυ της 7.11.2019, όταν επισκέφθηκε τον ενάγοντα είδε το κάτω άκρο του ότι «είχε πρηστεί πολύ». Η παρουσία οιδήματος όμως, όπως απεδείχθη, καθιστούσε την ως άνω χειρουργική επέμβαση μη ασφαλή στη βιωσιμότητά της, διότι η χειρουργική τομή σε οιδηματώδη περιοχή, όπως προέκυψε από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αυξάνει την πιθανότητα νέκρωσης των μαλακών – ευγενών μορίων της καταγματικής περιοχής. Η χειρουργική επέμβαση εξάλλου στην οποία ακολούθως υπεβλήθη (αρθρόθεση) ο ενάγων δεν απεκατέστησε τη φυσιολογική ανατομία του οστού της πτέρνας, αλλά αυτή αρθροδέθηκε με τον υπερκείμενο αστράγαλο, αφού είχε ήδη λάβει χώρα πλημμελή πώρωση του κατάγματος. Βέβαια, ο δεύτερος εναγόμενος, κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δίχως όρκο εξέτασή του, κατέθεσε για πρώτη φορά ότι ο ίδιος, όταν περί ώρα 08.00 επισκέφθηκε τον ενάγοντα στην καμπίνα του (σχετικά σελίδα 35) το κάτω αριστερό άκρο του ενάγοντος είχε ήδη πρηστεί, αφού κατέθεσε σχετικά (σχετικά σελ. 52) «Πήγατε στην καμπίνα του το πρωί, είχε πρήξιμο το πόδι του; Ναι όντως είχε. Εννοείται ότι είχε. Φαινόταν το πρήξιμο…». Ακόμη κι αν πράγματι το οίδημα είχε ξεκινήσει να εμφανίζεται μετά την έξοδο του ενάγοντος από το ανωτέρω Νοσοκομείο της Ανκόνα, αφού κατά την πρωινή εξέτασή του από ιατρούς του εν λόγω Νοσοκομείου την 7.11.2019 οι ιατροί δεν διεπίστωσαν οίδημα, αφού δεν αναγράφεται τούτο στο ως άνω ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσαν, η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και δη η πλημμελής πώρωση του κατάγματος και η εξ αυτού του λόγου ανικανότητά του προς εργασία, ως ανωτέρω απεδείχθη, συνεπεία της αδυναμίας του να υποβληθεί εμπροθέσμως και δη εντός τριών εβδομάδων στην προσήκουσα κατά τα άνω χειρουργική επέμβαση, ήταν αποτέλεσμα της καθυστερημένης παροχής της κατάλληλης ιατρικής φροντίδας και δη ήταν αποτέλεσμα της μη διακομιδής του, το πρωί της 7.11.2019 στο ανωτέρω Νοσοκομείο της Ανκόνα από ώρας 08.00 π.μ., προκειμένου σε πρώτο χρόνο να αντιμετωπισθεί το οίδημα που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, όπως διεπίστωσε ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος κατά την κατάθεσή του και ακολούθως να υποβληθεί στην προσήκουσα χειρουργική επέμβαση. Εν προκειμένω εν τούτοις, ο ενάγων δεν διεκομίσθη όπως έπρεπε άμεσα το πρωί της 7.11.2019 στο ανωτέρω Νοσοκομείο της Ανκόνα προς αντιμετώπιση της ανωτέρω κατάστασης της υγείας του ή έστω προκειμένου για την ορθή ακινητοποίηση του αριστερού κάτω άκρου αυτού με τοποθέτηση γυψονάρθηκα ή επιδέσμου (σχετικά σελίδα 5 από 5.12.2022 έκθεση ιατρού πραγματογνώμονα …………..), ώστε αυτός (ενάγων) να ταξιδέψει με ασφάλεια προς την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να εμφανισθεί αρχικά οίδημα και εκ της καθυστερημένης αντιμετώπισής του να μην καταστεί δυνατή ακολούθως η προσήκουσα χειρουργική αντιμετώπιση του κατάγματος αυτού. Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, δεν απεδείχθη, όπως οι εναγόμενοι αναφέρουν στην προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 7) ότι, στο Νοσοκομείο ΚΑΤ προτάθηκε στον ενάγοντα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και αυτός αρνήθηκε. Τούτο σε κανένα προσκομιζόμενο ιατρικό πιστοποιητικό του ανωτέρω Νοσοκομείου δεν αναγράφεται. Όπως επίσης δεν απεδείχθη, όπως ομοίως οι εναγόμενοι αναφέρουν στην προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι, ο ενάγων είχε σχεδιάσει να μην χειρουργηθεί ώστε ακολούθως να «αποφασισθεί» η μόνιμη και ολική ανικανότητά του για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος και τοιουτοτρόπως να αξιώσει υπέρογκα ποσά για απώλεια εισοδήματος και ηθική βλάβη. Οι εναγόμενοι επιπλέον αναφέρουν ότι, καθόν χρόνο ο ενάγων εισήχθη στο Νοσοκομείο ΚΑΤ το οίδημα είχε υποχωρήσει (σχετικά σελ. 299 εγγράφων προτάσεών τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης έφεσης του ενάγοντος) ακολούθως δε αναφέρουν ότι αυτό (οίδημα) υποχώρησε κατά τη διάρκεια νοσηλείας του ενάγοντος στο ίδιο Νοσοκομείο (από 8.11.2019 έως 14.11.2019) [σχετικά σελ. 233 και 234 ως άνω προτάσεων] και ο ενάγων δεν πραγματοποίησε την επέμβαση αυτή. Εν τούτοις, αν και πράγματι στο φύλλο νοσηλείας του ενάγοντος στο ανωτέρω Νοσοκομείο ΚΑΤ δεν καταγράφεται η κατάσταση των μαλακών μορίων της περιοχής του συντριπτικού κατάγματος, δεν απεδείχθη ότι εντός τριών περίπου ωρών, ο χρόνος που χρειάσθηκε για τη διακομιδή του ενάγοντος από το Νοσοκομείο Πατρών στο Νοσοκομείο ΚΑΤ, το οίδημα είχε υποχωρήσει. Μάλιστα, απεδείχθη ότι, στο αριστερό άκρο του ενάγοντος τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας από τους ιατρούς του ανωτέρω Νοσοκομείου ΚΑΤ, το οποίο αποτελεί μέσο ακινητοποίησης του κατάγματος και τον οποίο (γυψονάρθηκα) προς αντιμετώπιση του οιδήματος τον οποίο ο ενάγων συνέχισε να φέρει και μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο αυτό, χωρίς παράλληλα να προκύπτει από κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό ότι κατά το χρόνο νοσηλείας του ενάγοντος στο ανωτέρω Νοσοκομείο ΚΑΤ, συνεστήθη σε αυτόν από τους θεράποντες ιατρούς του εν λόγω Νοσοκομείου η υποβολή σε χειρουργική επέμβαση και αυτός αρνήθηκε να υποβληθεί στην επέμβαση αυτή. Οι αναφορές δε του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων ότι η καθυστέρηση τριών ημερών ήταν αναπόφευκτη, οπουδήποτε είχε αντιμετωπισθεί ο ενάγων ασθενής, εκ του λόγου ότι οι διεργασίες για την προετοιμασία της χειρουργικής αντιμετώπισης απαιτούν χρόνο που συνήθως υπερβαίνει τις τρεις ημέρες (σχετικά σελ. 12 τεχνικής έκθεσης), συνοδευόμενες και από τη λέξη «συνήθως» κρίνονται προσωπικές υποθέσεις του ιδίου, δοθέντος ότι από το ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου της Ανκόνα, δεν προκύπτει ότι είχε διαπιστωθεί η ανάπτυξη οιδήματος στο αριστερό κάτω άκρο του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση, αν πράγματι το οίδημα στο αριστερό κάτω άκρο του, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται το πρωί της 7.11.2019, όπως ο δεύτερος εναγόμενος ανέφερε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν διεκομίσθη προς αντιμετώπισή του άμεσα στο ανωτέρω Νοσοκομείο, αλλά ούτε μεταφέρθηκε σε αυτό προκειμένου και για την ορθή ακινητοποίηση του αριστερού κάτω άκρου του ενάγοντος, αλλά ο ενάγων παρέμεινε χωρίς καμία ιατρική φροντίδα στο ανωτέρω πλοίο από την επιστροφή του στο Νοσοκομείο της Ανκόνα ώρα 04.00 της 7.11.2019 έως ώρα 14.14 της 8.11.2019 οπότε διεκομίσθη στο ανωτέρω Νοσοκομείο της Πάτρας. Ενόψει των ανωτέρω, η απόφαση του ενάγοντος να μην εισαχθεί την 8.11.2019 στο Νοσοκομείο Πατρών, αλλά να διακομισθεί με ασθενοφόρο το Νοσοκομείο ΚΑΤ, ουδόλως επέδρασε στην κατάσταση της υγείας του αφού στο Νοσοκομείο ΚΑΤ εισήχθη την ίδια ημέρα αργά το βράδυ, ενώ παράλληλα στο Νοσοκομείο Πατρών δεν ηδύναντο να προβούν σε χειρουργική επέμβαση στο μεσοδιάστημα, αφού όπως απεδείχθη το κάτω αριστερό άκρο του ενάγοντος εμφάνιζε οίδημα. Και δεν δύναται να καταλογισθεί στον ενάγοντα η θεραπευτική προσέγγιση του ποδός του υπό των ιατρών του Νοσοκομείου ΚΑΤ, όπως οι εναγόμενοι διατείνονται με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στα πλαίσια της μετά από επανάληψη συζήτησης της ένδικης αγωγής, αφού αυτοί αναφέρουν (σχετικά σελ. 41) ότι ο ενάγων έπρεπε να παραμείνει στο Νοσοκομείο Πατρών και αμέσως μετά την υποχώρηση του οιδήματος να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και τοιουτοτρόπως θα είχε αποκατασταθεί ο τραυματισμός του, αφού η επιλογή του ιατρού είναι δικαίωμα του ασθενούς. Επίσης η μη επίσκεψη του ενάγοντος στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου ΚΑΤ, την 28.11.2019, όπως του είχαν συστήσει οι ιατροί του εν λόγω Νοσοκομείου κατά την έξοδό του από αυτό την 14.11.2019, ομοίως δεν απεδείχθη ότι επηρέασε έτι περαιτέρω την άσχημη κατάσταση του κάτω άκρου του, όπως οι εναγόμενοι διατείνονται (σχετικά σελ. 221 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης έφεσης του ενάγοντος) αφού η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τριών εβδομάδων από τον τραυματισμό του εντός του οποίου έπρεπε να λάβει χώρα η ανωτέρω χειρουργική επέμβαση, όπως απεδείχθη, χωρίς να προκύπτει ότι την ημέρα εκείνη (28.11.2019) είχε προγραμματιστεί η χειρουργική επέμβαση του ενάγοντος. Αντίθετα, η επίσκεψή του θα ελάμβανε χώρα στα εξωτερικά ιατρεία του εν λόγω Νοσοκομείου, με σκοπό την εξέτασή του και την αφαίρεση του γυψονάρθηκα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, για το ένδικο συμβάν διενεργήθηκε προανάκριση στα πλαίσια διερεύνησης τυχόν πειθαρχικών ευθυνών του Πλοιάρχου του πλοίου – δευτέρου εναγομένου ή άλλου μέλους του πληρώματος, στα πλαίσια της οποίας συντάχθηκε η προσκομιζόμενη από τους εναγομένους ως σχετικό 16 έκθεση ένορκης προανάκρισης, με την οποία το διενεργείσαν αυτή όργανο αποφάνθηκε ότι δεν μπορούν να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ελαβε χώρα ο τραυματισμός του ενάγοντος, λόγω του ότι προέκυψαν συγκεχυμένες και αποκλειόμενες θέσεις των μελών του πληρώματος του πλοίου όσον αφορά τις συνθήκες του τραυματισμού του ενάγοντος. Εξάλλου, αν και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ήδη δευτέρου εναγομένου – Πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου ………….., του Υπάρχου του ανωτέρω πλοίου ……….. και του Ναυκλήρου αυτού ……….. για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια τελεσθείσας με παράλειψη από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, εν τέλει η ποινική δίωξη κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 εδ.γ ΚΠοινΔ, ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών ποινικών Δικαστηρίων, με τη με αριθμό 4380 από 7.10.2024 απόφαση του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αχαΐας (σχετικό προσκομιζόμενο με αριθμό 38 από τους εναγομένους), διότι αφενός μεν δεν είχε υποβληθεί η προβλεπομένη από τις διατάξεις του άρθρου 6 ΠΚ αίτηση της Κυβέρνησης της Ιταλίας, αφού κρίθηκε ότι τόπος τέλεσης του αδικήματος ήταν η Ιταλία, αφ’ ετέρου δε η έγκληση του παθόντος και ήδη ενάγοντος, υποβλήθηκε εκπρόθεσμα και δη την 30.3.2020, δια της από 30.6.2020 έκθεσης ένορκης εξέτασής του ως μάρτυρα ενώπιον του Αντιπλοιάρχου του Λ.Σ.. η υποβολή σε χειρουργική επέμβαση. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται επομένως ότι, ο ως άνω τραυματισμός του ενάγοντος, οφείλεται σε αμέλεια του προστηθέντος της πλοιοκτήτριας πρώτης εναγομένης εταιρείας και εργοδότριας του ενάγοντος, Υπάρχου του πλοίου, ο οποίος, ελλείποντος του Πλοιάρχου από το πλοίο, όπως ο τελευταίος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν αντικρούεται με κάποιο αποδεικτικό μέσο, κατέστη υπεύθυνος για την ασφάλεια του πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου [άρθρο 104 ΚΔΝΔ], καθόν χρόνο έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν (άρθρο 26 ΒΔ 683/1960) και επιπλέον αυτός (Ύπαρχος), ως αξιωματικός προϊστάμενος της υπηρεσίας καταστρώματος και του προσωπικού αυτής και επομένως και του ενάγοντος (άρθρο 3 ΒΔ 683/1960), υπεύθυνος για την εργασία του εν λόγω προσωπικού και την ασφάλεια του σκάφους και του εξαρτισμού εν γένει αυτού (άρθρο 27 ΒΔ 683/1960) και ως εντολέας του ενάγοντος για την εκτέλεση της ανωτέρω εργασία σε ύψος και εκ των λόγων τούτων υπεύθυνος για τη λήψη όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων προς διατήρηση της ασφάλειας στο πλοίο το οποίο ευρίσκονταν στον λιμένα της Ανκόνας, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε ως εκ του επαγγέλματός του και μπορούσε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αφού ανέθεσε στον ενάγοντα να εκτελέσει την ανωτέρω εργασία κοπής της λαμαρίνας της φυσούνας που εμπόδιζε την απομάκρυνση των απορριμμάτων από την «σκουπιδιάρα», εργασία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε μεγάλο ύψος, αφού ως απεδείχθη η λαμαρίνα αυτή ευρίσκονταν σε ύψος περίπου τεσσάρων μέτρων στο κατάστρωμα 3, υποδεικνύοντας μάλιστα σε αυτόν (ενάγοντα) τη χρήση μίας φορητής σκαλωσιάς από αλουμίνιο που υπήρχε στο πλοίο και η οποία στις τέσσερις απολήξεις της έφερε ροδάκια, ήτοι τα στοιχεία στήριξης αυτής δεν ασφαλίζονταν έναντι του κινδύνου ολίσθησης, είτε με στερέωση στην επιφάνεια στήριξης, είτε με αντιολισθητική διάταξη, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ισοδύναμης αποτελεσματικότητας και χωρίς η τυχαία μετακίνηση των κυλιόμενων ικριωμάτων κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών σε ύψος να εμποδίζεται με κατάλληλες διατάξεις [κατά παράβαση των προβλέψεων του Παραρτήματος ΙΙ παράγραφος 4 περίπτωση 4.3.3. του άρθρου 9 του ΠΔ 395/1995 σύμφωνα με το οποίο «4.3.3. Πρέπει να εξασφαλίζεται η ευστάθεια του ικριώματος. Τα στοιχεία στήριξης του ικριώματος ασφαλίζονται έναντι του κινδύνου ολίσθησης είτε με στερέωση στην επιφάνεια στήριξης, είτε με αντιολισθητική διάταξη, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ισοδύναμης αποτελεσματικότητας ενώ η φέρουσα επιφάνεια πρέπει να έχει επαρκή αντοχή. Η τυχαία μετακίνηση των κυλιόμενων ικριωμάτων κατά την εκτέλεση των εργασιών σε ύψος εμποδίζεται με κατάλληλες διατάξεις», διατάξεις με τις οποίες προβλέπονται ειδικά μέτρα προς αποφυγή κινδύνου ατυχημάτων, όπως αναλύεται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν κατόπιν της διενεργηθείσας ως άνω πραγματογνωμοσύνης (σελ. 25-28) σύμφωνα με τους οποίους στην εν λόγω περίπτωση του Παραρτήματος ΙΙ του ΠΔ 395/2019 δεν προβλέπονται ειδικά μέτρα ασφαλείας, με τις οποίες αιτούνται και την ανάκληση της με αριθμό 685/2025 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε νόμιμη η ένδικη αγωγή καθό μέρος θεμελιώνονταν στις ανωτέρω διατάξεις, ως αναλύεται ανωτέρω], δεν μερίμνησε ώστε αυτός (ενάγων) να εφοδιασθεί με μέσα ατομικής προστασίας, κατάλληλα και προσαρμοσμένα και ανταποκρινόμενα στις εργονομικές απαιτήσεις και τις συνθήκες της ανατεθείσας ως άνω εργασίας στον ενάγοντα και συμβατά στον κίνδυνο εκτέλεσης της εργασίας αυτής σε μεγάλο ύψος {σύμφωνα με τις διατάξεις του των άρθρων 63 και 64 περ. 5 του ΠΔ 70/1990 κατά τις οποίες «Σε περίπτωση που οι κίνδυνοι σε βάρος της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων δεν αποφεύγονται ή δεν περιορίζονται επαρκώς με τεχνικά μέσα συλλογικής προστασίας ή με μέτρα, μεθόδους ή διαδικασίες οργάνωσης της εργασίας πρέπει οι εργαζόμενοι να εφοδιάζονται με μέσα ατομικής προστασίας. Τα μέσα ατομικής προστασίας χορηγούνται από τον εργοδότη “εργολάβο ή υπεργολάβο” οι οποίοι επιβλέπουν τη χρήση τους, εξασφαλίζουν την καλή λειτουργία τους, την απαραίτητη συντήρηση, επισκευή και αντικατάσταση. Πρέπει επίσης να πληρούν τα εξής: α. Να είναι κατάλληλα για τους κινδύνους που πρέπει να προλαμβάνουν, β. Να είναι προσαρμοσμένα ή προσαρμόσιμα σε κάθε εργαζόμενο, γ. Να ανταποκρίνονται στις εργονομικές απαιτήσεις και τις συνθήκες του χώρου εργασίας. δ. Να είναι συμβατά και να διατηρούν την αποτελεσματικότητά τους απέναντι σε κάθε κίνδυνο σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με άλλα μέσα ατομικής προστασίας για την αντιμετώπιση πολλαπλών κινδύνων (άρθρο 63) και «5. Προστασία από πτώσεις: Οι εργαζόμενοι, που δεν μπορούν να προστατευτούν από πτώση με μέσα συλλογικής προστασίας, πρέπει να φορούν ζώνες ασφαλείας. Οι ζώνες ασφαλείας και τα παρελκόμενά τους “σχοινιά, ιμάντες πρόοδεσης και λοιπά εξαρτήματα αγκύρωσης και γενικά οι σύνδεσμοι και τα μεταλλικά μέρη” πρέπει καθένα χωριστά, αλλά και ως σύνολο να αντέχουν χωρίς κίνδυνο αιωρούμενο φορτίο τουλάχιστον 450 KG “κιλά”. Οι ζώνες ασφάλειας πρέπει να περιορίζουν το ύψος πτώσης στο 1.00 μέτρο. Απαγορεύεται να συνδέεται πάνω από ένας εργαζόμενος με το ίδιο σύστημα πρόσδεσης. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε τα σχοινιά πρόσδεσης να μην είναι ελαττωματικά ή μειωμένης αντοχής και να εξασφαλίζεται ότι κατά τη χρήση τους δεν κινδυνεύουν να υποστούν μείωση της αντοχής τους π.χ. από επαφή με αιχμηρά αντικείμενα ή διαβρωτικά υλικά κ.λπ. Οι ζώνες ασφάλειας πρέπει να ελέγχονται πριν από κάθε χρήση. Απαγορεύεται οι εργαζόμενοι που χρησιμοποιούν ζώνες ασφάλειας να εργάζονται σε απομονωμένους χώρους εργασίας. Σε αντίθετη περίπτωση πρέπει να παρακολουθούνται συνέχεια. (περίπτωση 5 άρθρου 64)», οι οποίες κατά το άρθρο 1 του εν λόγω ΠΔ εφαρμόζονται σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, τέτοια δε κατά το άρθρο 2 περίπτωση 1 αυτού τυγχάνει και κάθε εργασία επισκευής του πλοίου, το δε ΠΔ 70/1990 εφαρμόζεται και όταν οι εργασίες εκτελούνται από το πλήρωμα του πλοίου [ΑΠ 1908/2023 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 2014/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ] και εν πλω [ΑΠ 645/2013 (Ποιν)ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων που περιέχονται στις ανωτέρω προτάσεις τους και ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II παρ. 9 του άρθρου 10 του ΠΔ 396/1994, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου «9. ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΑΚΑ ΜΕΣΑ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ 9.1. Εξοπλισμός προστασίας από τις πτώσεις. … 9.1.3. Συστήματα συγκράτησης του σώματος (εξαρτισμός ασφάλειας).», με το οποίο (ΠΔ 396/1994) ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 89/656/ΕΟΚ και σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας ο εργοδότης, στο πλαίσιο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, είναι υποχρεωμένος να εφοδιάσει τον εργαζόμενο με τον προβλεπόμενο από το νόμο αναγκαίο εξοπλισμό ατομικής προστασίας (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του π.δ/τος 396/1994) στον οποίο (εξοπλισμό), κατά το άρθρο 10 αυτού, με τον τίτλο ” Προσάρτηση παραρτημάτων “, περιλαμβάνεται και η ζώνη πρόσδεσης]} και δη με ζώνη αφαλούς πρόσδεσης, με αποτέλεσμα, όταν ο Ναύτης ……. ο οποίος συγκρατούσε από τα δεξιά την εν λόγω σκαλωσιά, απομακρύνθηκε, αυτή (σκαλωσιά) αρχικά να γείρει προς τα αριστερά με αποτέλεσμα ο ενάγων να χάσει την ισορροπία του και να πέσει επί του καταστρώματος 3 του ανωτέρω πλοίου από μεγάλο ύψος, με έτι περαιτέρω αποτέλεσμα την πρόκληση κατάγματος στις πτέρνες αμφοτέρων των κάτω άκρων του και μάλιστα συντριπτικό στην πτέρνα του αριστερού κάτω άκρου του και ακολούθως και αυτή (σκαλωσιά) να καταρρεύσει. Ακολούθως δε, από αμέλεια του προστηθέντος της πλοιοκτήτριας πρώτης εναγομένης εταιρείας και εργοδότριας του ενάγοντος, δευτέρου εναγομένου – Πλοιάρχου του πλοίου και δη από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε ως εκ του επαγγέλματός του και μπορούσε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η ανωτέρω κατάσταση της υγείας του ενάγοντος επιδεινώθηκε αφού αυτός [Πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου] παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 10 του “Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων 500 κ.οχ. και άνω”, που εγκρίθηκε με το Β.Δ/μα 683/1960 (ΦΕΚ Α’ 158), αν και εγνώριζε ότι ο ενάγων λόγω της πτώσης του από μεγάλο ύψος έφερε κατάγματα στις πτέρνες αμφοτέρων των κάτω άκρων του και μάλιστα στο αριστερό άκρο το κάταγμα ήταν συντριπτικό, αφού την ίδια ημέρα και ώρα 04.00 ενημερώθηκε για την υπό των ιατρών του ανωτέρω Νοσοκομείου στην Ανκόνα της Ιταλία διάγνωση αυτή, όπως προκύπτει από το Ημερολόγιο Γέφυρας του πλοίου, δεν μερίμνησε ώστε να παρασχεθεί αμελλητί στον πάσχοντα ενάγοντα η προσήκουσα υγειονομική υπηρεσία και δη ενώ εγνώριζε ότι κατά την αρχική, αμέσως μετά τον τραυματισμό του ενάγοντος, επίσκεψη του τελευταίου στο ανωτέρω Νοσοκομείο στο λιμάνι της Ανκόνα Ιταλίας, μολονότι διεγνώσθησαν τα κατάγματα στις πτέρνες των κάτω άκρων αυτού (ενάγοντος), εν τούτοις δεν ολοκληρώθηκε η δέουσα ιατρική φροντίδα αυτού (ενάγοντος), αφού στο εν λόγω Νοσοκομείο κατά την αρχική επίσκεψή του (ενάγοντος) δεν εφημέρευε ιατρός Ορθοπεδικός και παράλληλα εγνώριζε ότι οι ιατροί του εν λόγω Νοσοκομείου που εξέτασαν τον ενάγοντα συνέστησαν σε αυτόν να αποχωρήσει μεν από το Νοσοκομείο ώρα 04.00 της 7.11.2019, πλην όμως να μεταβεί εκ νέου στο Νοσοκομείο την ίδια ημέρα από ώρα 08.00 έως 20.00, στο Ορθοπεδικό τμήμα του προς περαιτέρω φροντίδα του, αυτός (δεύτερος εναγόμενος – Πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου) παρέλειψε και δεν μερίμνησε ώστε να παρασχεθεί αμελλητί στον πάσχοντα ενάγοντα η κατάλληλη ιατρική φροντίδα, αφού δεν επιμελήθηκε την διακομιδή του στο ανωτέρω Νοσοκομείο την 7.11.2019 και ώρα 08.00 και πάντως έως ώρα 20.00, αλλά απεφάσισε τη μη διακομιδή του, αγνοώντας τις ως άνω ιατρικές συμβουλές και ο ενάγων παρέμεινε στο πλοίο, έστω και χωρίς να εργάζεται, χωρίς μάλιστα την προσήκουσα ακινητοποίηση του αριστερού κάτω άκρου του με γυψονάρθηκα ή επίδεσμο, τοποθετημένου από ιατρό, το ως άνω δε πλοίο απέπλευσε από το ανωτέρω λιμάνι με προορισμό το λιμάνι της Πάτρας, με αποτέλεσμα από την παράλειψή του αυτή, ως πρόσφορη αιτία, να επέλθει επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, αφού όταν εν τέλει αυτός (ενάγων) διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο Πατρών, με τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι της Πάτρας, την 8.11.2019 και ώρα 14.14, οπότε τότε ο Πλοίαρχος του πλοίου επιμελήθηκε τη διακομιδή του ενάγοντος στο Νοσοκομείο αυτό, είχε ήδη αναπτυχθεί οίδημα στο αριστερό κάτω άκρο του ενάγοντος, το οποίο εμπόδιζε την χειρουργική αποκατάσταση και δη οστεοσύνθεση της πτέρνας του αριστερού κάτω άκρου του ενάγοντος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μη εμπρόθεσμη και δη εντός τριών εβδομάδων από τον τραυματισμό του ενάγοντος χειρουργική αποκατάσταση του συντριπτικού κατάγματος και τη συνεπεία τούτου μόνιμη αναπηρία αυτού [ενάγοντος] προς άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού, η οποία (αναπηρία), όπως απεδείχθη, ανατομικά μεν ανέρχεται σε μικρό ποσοστό και δη 10% κατά τον ιατρό πραγματογνώμονα και 5% κατά τον ιατρό τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων, πλην όμως η κατάσταση του αριστερού κάτω άκρου του ενάγοντος, κατέστησε αυτόν (ενάγοντα) μόνιμα ολικά ανίκανο για την εκτέλεση της εργασίας του ναυτικού [σχετικά υπ’ αριθ. πρωτ. ……. από 19.2.2021 γνωμάτευση της Ανώτατης Ναυτικού Υγειονομικής Επιτροπής του Πολεμικού Ναυτικού που προσκομίζετα ως σχετικό 15 από τους εναγομένους]. Η ανωτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος διαφορετικά, με την παροχή δηλαδή της δέουσας ιατρικής φροντίδας, ήτοι με την άμεση και έγκαιρη διακομιδή του ενάγοντος από τον υποχρεούμενο προς τούτο δεύτερο εναγόμενο – Πλοίαρχο του ανωτέρω πλοίου, σε κατάλληλο νοσοκομείο αρχικά, το οποίο διέθετε ιατρό ορθοπαιδικό και σε κάθε περίπτωση την 7.11.2019 και ώρα 08.00 και πάντως έως ώρα 20.00, στο Ορθοπαιδικό Τμήμα του ανωτέρω Νοσοκομείου στην Ανκόνα Ιταλίας, θα ήταν δυνατό, ενόψει των συγχρόνων ιατρικών μεθόδων και μέσων, ν’ αποφευχθεί και σε κάθε περίπτωση να περιορισθούν οι συνέπειες του τραυματισμού του και της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, αφού θα ηδύνατο ο ενάγων να υποβληθεί άμεσα σε χειρουργική ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος της πτέρνας του αριστερού κάτω άκρου του και σε περίπτωση που ήδη είχε αρχίσει η ανάπτυξη οιδήματος στο εν λόγω άκρο του ενάγοντος ώρα 08.00 της 7.11.2019 (αφού προγενέστερα δεν απεδείχθη ότι είχε αναπτυχθεί οίδημα), όπως μόνον αυτός (δεύτερος εναγόμενος) κατέθεσε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αρχικά η άμεση αντιμετώπιση αυτού (οιδήματος) και ακολούθως, να υποβληθεί εμπροθέσμως και δη εντός τριών εβδομάδων σε χειρουργική ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος της πτέρνας του αριστερού κάτω άκρου του ώστε να επανέλθει η ανατομία της περιοχής και επομένως, η λειτουργικότητα του άκρου ποδός του ενάγοντος, μόνης προσήκουσας χειρουργικής επέμβασης, αφού απεδείχθη ότι κατά την αποχώρηση του ενάγοντος από το ανωτέρω Νοσοκομείο της Ανκόνα δεν είχε αναπτυχθεί οίδημα στο αριστερό κάτω άκρο του. Το γεγονός ότι ο ενάγων συγκατετέθη στην απόφαση του δευτέρου εναγομένου Πλοιάρχου του πλοίου για τη μη διακομιδή αυτού (ενάγοντα) εκ νέου στο ανωτέρω νοσοκομείο την 7.11.2019 και από ώρα 08.00 έως του απόπλου του πλοίου περί ώρα 16.00, αφού δεν απεδείχθη ως οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι ο ενάγων δεν επιθυμούσε να μεταβεί εκ νέου στο ανωτέρω Νοσοκομείο και εκ του λόγου τούτου, ο Πλοίαρχος δεν επιμελήθηκε την διακομιδή του εκ νέου στο ανωτέρω Νοσοκομείο, δεν αναιρεί το παράνομο της ως άνω συμπεριφοράς του δευτέρου εναγομένου – Πλοιάρχου του πλοίου, αφού η εκ του νόμου και δη εκ του άρθρου 10 του “Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων 500 κ.οχ. και άνω”, που εγκρίθηκε με το Β.Δ/μα 683/1960 (ΦΕΚ Α’ 158), υποχρέωση αυτού, όπως μόλις λάβει γνώση ασθένειας ή ατυχήματος των επιβαινόντων του πλοίου, μεριμνά ώστε να παρασχθεί αμελλητί στον πάσχοντα η ενδεδειγμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, δεν προϋποθέτει την προηγούμενη συγκατάθεση του πάσχοντος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πράγματι στην ως άνω έκθεση του ιατρού πραγματογνώμονα αναφέρεται ότι «πιθανόν η αρχική καθυστέρηση των 34 ωρών συνέβαλε στην εμφάνιση του οιδήματος», όπως επισημαίνουν οι εναγόμενοι στη σελίδα 100 των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης των ενδίκων εφέσεων, πλην όμως όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, οι ιατροί του ανωτέρω Νοσοκομείου της Ανκόνα, στο ανωτέρω ιατρικό πιστοποιητικό δεν ανέγραψαν ότι πράγματι είχε αναπτυχθεί οίδημα στο αριστερό κάτω άκρο του ενάγοντος καθόν χρόνο αυτός επισκέφθηκε το ανωτέρω Νοσοκομείο. Αντίθετα, αυτό αναπτύχθηκε στη διάρκεια της 7.11.2019 και διαπιστώθηκε το βράδυ της ημέρας αυτής από τον εξετασθέντα με επιμέλεια του ενάγοντος ……………., ο οποίος κατέθεσε στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του ότι τότε είδε το αριστερό κάτω άκρο του ενάγοντος εμφανώς πρυσμένο. Σχετικά με την ύπαρξη οιδήματος ουδείς έτερος μάρτυρας κατέθεσε. Ακόμη όμως κι αν, όπως ο εξετασθείς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεύτερος εναγόμενος, κατέθεσε ότι, όταν επισκέφθηκε τον ενάγοντα ώρα 08.00 το πρωί της επομένης ημέρας το πόδι του ενάγοντος ήταν πρησμένο, αν και ίδιος αρχικά κατέθεσε (σχετικά σελ. 35 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης παρόντος Δικαστηρίου) ότι δεν διεπίστωσε κάποια φλεγμονή στο πόδι του ενάγοντος, αφού κατέθεσε «Δε μπορώ να πω ότι αποφάσισε ο τραυματίας ή εγώ αποφάσισα, αποφασίστηκε από κοινού. Δηλαδή αυτός είπε ότι εγώ δεν θέλω να γυρίσω στο νοσοκομείο της Ανκόνα γιατί το πόδι του δεν είχε αιμορραγία, δεν είχε κάποια φλεγμονή, δεν είχε δηλαδή κάποια…» (σχετικά σελ. 38), ο δεύτερος εναγόμενος δεν επιμελήθηκε τη διακομιδή του ενάγοντος άμεσα την ίδια ημέρα, κατά τις συστάσεις των ιατρών του ανωτέρω Νοσοκομείου ώστε να αντιμετωπισθεί το εν λόγω οίδημα ή έστω να ακινητοποιηθεί προσηκόντως με γυψονάρθηκα ή επίδεσμο το αριστερό κάτω άκρο του ενάγοντος. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι επικουρικά ισχυρίσθηκαν ότι, ο ενάγων τυγχάνει συνυπαίτιος και στην έκταση του τραυματισμού του εκ του λόγου ότι αυτός αρνήθηκε την εισαγωγή του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείου του Ρίο και την άμεση εκ του λόγου τούτου χειρουργική του επέμβαση (σελ. 67 και 180 πρώτων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) Το ισχυρισμό αυτό επαναφέρουν και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση (σχετικά σελ 156). Και ο ισχυρισμός αυτός εν τούτοις αποδεικνύεται αβάσιμος στην ουσία του, αφού όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, καθόν χρόνο ο ενάγων διεκομίσθη στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, την 8.11.2019 είχε ήδη εμφανίσει «οίδημα ΠΔΚ και άκρου ποδός αριστερά» (σχετικά από 8.11.2019 βεβαίωση του ανωτέρω Νοσοκομείου). Όπως επίσης απεδείχθη, προϋπόθεση της χειρουργικής αντιμετώπισης του κατάγματος της αριστερής πτέρνας του ενάγοντος το οποίο παρουσίαζε ενδοαρθρική συμμετοχή και των δύο παρακειμένων αρθρώσεων (υποστραγαλική και πτερνοκυβοειδής) αλλά και διάσταση της οπίσθιας κάτω παρυφής της πτέρνας περίπου εννέα (9) mm, ήταν η μη εμφάνιση οιδήματος στο εν λόγω άκρο του, διότι η παρουσία οιδήματος καθιστά την επέμβαση μη ασφαλή στη βιωσιμότητά της, διότι η χειρουργική τομή σε οιδηματώδη περιοχή αυξάνει την πιθανότητα νέκρωσης των μαλακών – ευγενών μορίων της καταγματικής περιοχής. Επομένως, η άρνηση εισαγωγής του στο ανωτέρω Νοσοκομείο δεν συνετέλεσε στην επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. Μάλιστα, ο ενάγων αμέσως μετά την αποχώρησή του από το ανωτέρω Νοσοκομείο (Πατρών) με ασθενοφόρο διεκομίσθη την ίδια ημέρα στο Νοσοκομείο ΚΑΤ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι αναφορές της πρώτης των εναγομένων που περιέχονται στα πλαίσια του τέταρτου λόγου έφεσης αλλά και στις έγγραφες προτάσεις που οι εναγόμενοι κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης της ένδικης έφεσης του ενάγοντος (σχετικά σελ. 179 επ.) ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος σε ποσοστό 99% στην πλήρη και διαρκή ανικανότητα του ενάγοντος ήταν η άρνησή του να συμμορφωθεί στις οδηγίες των ιατρών και να χειρουργηθεί άμεσα δεν κρίνονται βάσιμες. Όπως απεδείχθη και αναλύεται εκτενώς ανωτέρω, όταν ο ενάγων διεκομίσθη στο Νοσοκομείο Πατρών και ακολούθως στο Νοσοκομείο ΚΑΤ, το αριστερό κάτω άκρο του εμφάνιζε ήδη οίδημα, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την χειρουργική αντιμετώπιση του κατάγματος. Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν μάλιστα ότι ο ενάγων αρνήθηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση όταν ενημερώθηκε σχετικά από τους θεράποντες ιατρούς του στο ΚΑΤ (σχετ. σελ. 182) και ο ίδιος προτίμησε να ακολουθήσει συντηρητική αγωγή (σελ. 184 εγγράφων προτάσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση). Εν τούτοις, τούτο ότι οι θεράποντες ιατροί του ενάγοντος στο Νοσοκομείο ΚΑΤ δηλαδή του πρότειναν τη χειρουργική αποκατάσταση του κατάγματος και αυτός αρνήθηκε, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 33 από τους εναγομένους Πιστοποιητικό του ….., το οποίο προσκομίζουν προς απόδειξη του αμέσως ανωτέρω ισχυρισμού τους, στο οποίο αναφέρεται «… Μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου 2019 και αρχικά ενημερώθηκε ότι χρήζει χειρουργικής αποκατάστασης. Τις πρώτες ημέρες νοσηλείας δεν πραγματοποιήθηκε χειρουργική επέμβαση διότι υπήρχε εκτεταμένο οίδημα …». Καμία αναφορά στο έγγραφο αυτό δεν γίνεται ότι ο ενάγων αρνήθηκε να υποβληθεί σε χειρουργική αποκατάσταση του κατάγματός του. Όμοια, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων δεν απεχώρησε από το Νοσοκομείο της Ανκόνα διότι δεν ήθελε να παραμείνει ο ίδιος στο νοσοκομείο αυτό (σχετικά σελίδα 183 εγγράφων προτάσεων εναγομένων στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης της ένδικης έφεσης του ενάγοντος), αφού απεδείχθη ότι το οι ιατροί του ίδιου ως Νοσοκομείο συνέστησαν στον ενάγοντα να επιστρέψει στο πλοίο τα ξημερώματα της 7.11.2019, αφού δεν υπήρχε εφημερεύων ιατρός Ορθοπαιδικός σε αυτό κατ’ εκείνο το χρόνο, και ακολούθως αυτός (ενάγων) να επισκεφθεί εκ νέου το ίδιο Νοσοκομείο την ίδια ημέρα από ώρα 08.00 έως ώρα 08.00 μμ. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρουν η μεν πρώτη εναγομένη με τον έκτο λόγο έφεσης της, αμφότεροι δε (εναγόμενοι) με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση (σχετικά σελ. 134-135 και σελ. 155), ότι ο ενάγων, προκάλεσε τον ένδικο τραυματισμό του από αποκλειστική του υπαιτιότητα και δη από πρόθεση, υπό τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, διότι μολονότι εγνώριζε, άλλως συνειδητοποίησε ότι η σκαλωσιά ήταν πολύ ελαφριά, εξαιρετικά ασταθής και χωρίς στηρίγματα στο δάπεδο ή δυνατότητα σύνδεσης στο χώρο εργασίας, ότι ουδείς του είχε υποδείξει, ως αναφέρει στην αγωγή του, τον σωστό τρόπο εκτέλεσης της εργασίας αυτής, αφού απαιτούνταν τουλάχιστον δύο άτομα να κρατούν τη σκαλωσιά, μολονότι πάλι αυτή θα μπορούσε να καταρρεύσει λόγω της ελαφριάς κατασκευής της, ότι δεν του παρασχέθηκαν επαρκείς πληροφορίες ούτε και γραπτές οδηγίες χρήσεως σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας που χρησιμοποιείται κατά την εργασία και ότι αν και απαίτησε τον προβλεπόμενο εξοπλισμό ασφαλείας και δη ζώνη ασφαλείας και ειδικά υποδήματα δεν του παρασχέθηκαν, έλαβε την απόφαση να ανέβει στην ανωτέρω σκαλωσιά, γνωρίζοντας ότι ήταν εξαιρετικά πιθανό από τη συμπεριφορά του αυτή να επέλθει ο τραυματισμός του και απεδέχθη τούτο. Επικουρικά, ισχυρίσθηκαν ότι, για τους ίδιους λόγους ο ένδικος τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε ιδική του αμέλεια και έτι επικουρικότερα, στα πλαίσια της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασίας και με τις προτάσεις του που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης (σχετικά σελ. 148 επ.), ότι, για τους ίδιους λόγους, ο ενάγων τυγχάνει συνυπαίτιος στον ένδικο τραυματισμό του, σε ποσοστό 99%, αφού αυτός είχε αντιληφθεί ότι η σκαλωσιά που χρησιμοποίησε ήταν κινητή (με ροδάκια), πολύ ελαφριά και εξαιρετικά ασταθής και χωρίς στηρίγματα στο δάπεδο ή δυνατότητα σύνδεσης στο χώρο εργασίας του και παρά ταύτα αποφάσισε να τη χρησιμοποιήσει, χωρίς να ενημερώσει τον Πλοίαρχο του πλοίου ή τον Ύπαρχο ή τον Ναύκληρο περί τούτου. Επίσης, ισχυρίσθηκαν ότι, όπως ο ίδιος (ενάγων) ανέφερε, ουδείς του υπέδειξε το σωστό τρόπο εκτέλεσης της εργασίας ούτε γραπτές οδηγίες χρήσης σχετικά με τον εξοπλισμό και περαιτέρω ότι εζήτησε πλην όμως δεν του παρασχέθηκε ο προβλεπόμενος εξοπλισμός ασφαλείας και δη ζώνη ασφαλείας και ειδικά υποδήματα. Ως εκ τούτου, κατά τους εναγομένους, αυτός (ενάγων) ομολογεί ότι ο ίδιος αδικαιολόγητα και δη αν όχι εκ προθέσεως τουλάχιστον εξ αμελείας παρέβη διατάξεις ισχυόντων νόμων και διαταγμάτων και δη των διατάξεων του ΠΔ 155/2004 και δη παρέλειψε να ελέγξει την τήρηση όλων των απαραίτητων μέτρων για εργασία σε ύψος, μολονότι μάλιστα αυτός ήταν υπεύθυνος για όλο το κατάστρωμα του πλοίου, επιβλέποντας όλες τις συνήθεις εργασίες συντήρησης και καθαριότητας που εκτελούνταν και επομένως, εγνώριζε ότι απαιτείτο ειδικός εξοπλισμός για την εκτέλεση της εργασίας αυτής, τον οποίο είχε μάλιστα λάβει από την έναρξη της ναυτολόγησής του. Έτι περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι, ο ίδιος (ενάγων) ισχυρίζεται ψευδώς ότι ο ναύτης ……….. απεχώρησε χωρίς να τον αντιληφθεί, ενώ η αλήθεια είναι, ότι όταν απεφάσισε να ανέβει εκ νέου επί της εν λόγω σκαλωσιάς, τελούσε σε γνώση του γεγονότος ότι ουδείς κρατούσε αυτήν και συνεπώς ήταν εξόχως πιθανή η πτώση αυτής. Εν τούτοις, οι παραλείψεις χορήγησης στον ενάγοντα μιας ασφαλούς σκαλωσιάς και ζώνης ασφαλείας προκειμένου και προς εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, δεν μπορούν να αποδοθούν σε αμέλεια και πολύ περισσότερο σε πρόθεση του ενάγοντος, ούτε δύναται να οδηγήσει σε κρίση περί συνυπαιτιότητος αυτού στον ένδικο τραυματισμό του, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση αυτός (ενάγων) ενεργούσε με την ιδιότητα του προστηθέντος της πρώτης εναγομένης εργαζομένου, σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες του Υπάρχου του πλοίου, υπευθύνου για την προετοιμασία και τον σχεδιασμό και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και όχι αυτοβούλως, αφού δεν απεδείχθη ότι με δική του πρωτοβουλία απεφάσισε να εκτελέσει την εν λόγω εργασία αποκοπής τμήματος της φυσούνας και ακολούθως, κρυφίως και εν απουσία των Προϊσταμένων του εκτέλεσε αυτή. Αντίθετα, απεδείχθη ότι, προέβη στην εκτέλεση της εν λόγω εργασίας κατ’ εντολή του Προϊσταμένου του Υπάρχου [σε χρόνο κατά τον οποίο ο Πλοίαρχος του πλοίου δεν ευρίσκονταν σε αυτό αλλά απουσίαζε] και μάλιστα, κατ’ εντολή αυτού (Υπάρχου του πλοίου) εκτέλεσε την εν λόγω εργασία με τη χρήση της ως άνω ακατάλληλης σκαλωσιάς, χωρίς να αποδεικνύεται ότι υπήρχε έτερη σκαλωσιά σταθερή στο πλοίο, την οποία ο ενάγων αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει. Απεδείχθη επίσης ότι δεν του χορηγηθεί ζώνη ασφαλείας και μάλιστα κατάλληλη. Κατά την εκτέλεση δε της εν λόγω εργασίας, δεν απεδείχθη ότι αυτός (ενάγων) παρέβη τις εντολές του ως άνω προϊσταμένου του. Και πράγματι, όπως παραδεκτώς ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση (σχετικά σελ. 157 έως 159) ο ενάγων ως Υποναύκληρος, ως αναλύεται ανωτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του εφαρμοζόμενου εν προκειμένω για τα, υπό ελληνική σημαία, επιβατηγά πλοία χωρητικότητας μείζονος των πεντακοσίων (500) κόρων ΒΔ 683/1960 (ΦΕΚ Α΄ 158/4.8.1960), βοηθά τον Ναύκληρο στην εκτέλεση των καθηκόντων αυτού. Παράλληλα, στον ΚΕΑΔ του πλοίου [προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα ως σχετικό 13 άρθρο 7.7.3. και τον επισυναπτόμενο σε αυτόν «Κατάλογο Ελέγχου Χρήσης Ικριωμάτων» προσκομιζόμενο ως σχετικό 14 από τον ίδιο (ενάγοντα)] σχετικά με τις εργασίες με χρήση ικριωμάτων αναφέρεται ότι ο Υποναύκληρος επιτηρεί την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών. Πλην όμως, όπως στο ως άνω άρθρο (59 του ΒΔ 683/1960) ορίζεται, ο Υποναύκληρος τελεί υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του Ναυκλήρου και δεν τυγχάνει αυτός αρμόδιος για την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των εργασιών σε ύψος επί του πλοίου. Μάλιστα, στον επισυναπτόμενο στο άρθρο 7.7.3 του ΚΕΑΔ του πλοίου «Κατάλογο Ελέγχου Χρήσης Ικριωμάτων» ως Υπεύθυνος ελέγχου χρήσης ικριωμάτων μεταξύ των οποίων είναι και ο έλεγχος της σκαλωσιάς και η σωστή και ασφαλής τοποθέτησή της όπως επίσης και η κατάσταση της ζώνης ασφαλείας που πρέπει να φορά ο εκτελών τις εν λόγω εργασίες, ορίζεται ο Ναύκληρος, το σχετικό δε έντυπο του Καταλόγου Ελέγχου Χρήσης Ικριωμάτων που πρέπει να τηρείται, υπογράφει ο Ναύκληρος και ο Ύπαρχος. Ο Υποναύκληρος δε ορίζεται μόνον, ομού μετά του Ναυκλήρου, ως επιτηρητής των εν λόγω εργασιών. Περαιτέρω, ακόμη κι αν ο ενάγων είχε εκπαιδευθεί και εγνώριζε ότι έπρεπε να φορά τον ατομικό εξοπλισμό ασφαλείας, καθώς και ζώνη ασφαλείας, αφού αναφορικά με το κράνος ασφαλείας τούτο δεν συνδέεται με τις βλάβες του ενάγοντος, ο ισχυρισμός των εναγομένων που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης των ενδίκων εφέσεων (σχετικά σελίδα 159) «…θα ελάμβανε από την αποθήκη της οποίας τα κλειδιά κατέχει …», ήτοι ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητος του ενάγοντος στον ένδικο τραυματισμό του, διότι αυτός δεν παρέλαβε μόνος του από την αποθήκη του πλοίου μία ζώνη ασφαλείας, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του. Κατά τούτο διότι ακόμη κι αν αυτός (ενάγων) πράγματι διέθετε τα κλειδιά της εν λόγω αποθήκης όπως κατέθεσαν οι εξετασθέντες από τους εναγόμενους μάρτυρες (Ύπαρχος, Ναύκληρος, Ναύτης ……….) και ο Πλοίαρχος του πλοίου, γεγονός που ο ενάγων αμφισβητεί, αυτός (ενάγων) δεν εδικαιούτο μόνος να παραλάβει μία ζώνη ασφαλείας από την αποθήκη του πλοίου και να τη χρησιμοποιήσει, αφού η χρήση αυτής προϋπέθετε έλεγχο της κατάστασής της από τους προϊσταμένους του Ύπαρχο και Ναύκληρο του πλοίου και όχι από τον ίδιο (ενάγοντα), ο οποίος με την ειδικότητα του Υποναυκήρου δεν ήταν αρμόδιος για τον έλεγχο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 7.7.3. του ΚΕΑΔ της πρώτης εναγομένης και τον επισυναπτόμενο σε αυτό «Κατάλογο Ελέγχου Χρήσης Ικριωμάτων» για τον έλεγχο αυτό. Επομένως, η παράλειψη χορήγησης μιας κατάλληλης για την εργασία κοπής της ανωτέρω λαμαρίνας, εργασία που θα εκτελούνταν σε ύψος, ζώνης προσδέσεως στον ενάγοντα, την οποία όφειλε να του παράσχει η πρώτη εναγομένη, εργοδότρια του ενάγοντος, δια των προστηθεντων οργάνων της Υπάρχου και Ναυκλήρου του πλοίου, αφού αυτή ως εργοδότρια όφειλε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της υγείας και της ζωής του εργαζομένου της, δεν δύναται να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στον ένδικο τραυματισμό του εκ του λόγου ότι δεν εισήλθε μόνος του στην αποθήκη του πλοίου να παραλάβει τυχαίως μία ζώνη ασφαλείας, αφού δεν ανάγονταν στις αρμοδιότητές του η προμήθεια των εργαζομένων με τα ατομικά μέσα προστασίας και ο έλεγχος της καταλληλότητας αυτών, αφού κατά τον ΚΕΑΔ του πλοίου, με την προμήθεια των κατάλληλων μέσων ατομικής προστασίας προς εκτέλεση εργασιών είχαν ορισθεί αρμόδιοι ο Ύπαρχος και ο Ναύκληρος του πλοίο. Οι αναφορές εξάλλου των εναγομένων ότι ο ενάγων δεν ενημέρωσε τους Προϊσταμένους του (Ναύκληρο και Ύπαρχο του Πλοίου) και τον Πλοίαρχο του πλοίου ότι η σκαλωσιά που του εδόθη προς εκτέλεση της εν λόγω εργασίας ήταν ελαφριά, ασταθής και χωρίς στηρίγματα στο δάπεδο, δεν δύναται να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στον ένδικο τραυματισμό του, αφού οι προϊστάμενοι αυτού εγνώριζαν την κατάσταση της εν λόγω σκαλωσιάς, ήτοι ότι αυτή δεν ήταν σταθερή, έτερη δε σκαλωσιά δεν απεδείχθη ότι υπήρχε στο πλοίο και μάλιστα ο Ύπαρχος αυτή του σκαλωσιά υπέδειξε στον ενάγοντα να χρησιμοποιήσει προς εκτέλεση της εν λόγω εργασίας σε ύψος, όπως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της παρούσας, αναφορικά με τα ειδικά υποδήματα τα οποία ο ενάγων αρνείται ότι του είχαν χορηγηθεί, ενώ ο Πλοίαρχος του πλοίου κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι αυτά πράγματι είχαν χορηγηθεί στον ενάγοντα αμέσως μετά την πρόσληψή του και μάλιστα, ο ίδιος (Πλοίαρχος του πλοίου) κατέθεσε ότι ο ενάγων φορούσε αυτά την 6.11.2019, ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν επηρεάσθηκε από το είδος των υποδημάτων που φορούσε, αφού η πτώση του από τη σκαλωσιά δεν έλαβε χώρα λόγω της ολισθηρότητας της σκαλωσιάς, αλλά συνεπεία της κλίσης που αυτή έλαβε. Συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος στον ένδικο τραυματισμό του, κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, δεν δύναται να αναγνωρισθεί ακόμη κι αν ο ίδιος, αντιλαμβανόμενος ότι καλείται να εκτελέσει μία εργασία σε ύψος χωρίς να τηρηθούν από τους προστηθέντες τις εναγομένης και δη τον Ύπαρχο του πλοίου, τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, δεν αρνήθηκε την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, αφού δεν επρόκειτο για αυτοαπασχολούμενο που έφερε ο ίδιος την πρωτοβουλία εκτέλεσης της εν λόγω εργασίας και έλαβε μόνος αυτός την πρωτοβουλία εκτέλεσης αυτής (εν λόγω εργασίας σε ύψος) ή έλαβε αυτός μόνος την πρωτοβουλία περί του τρόπου εκτέλεσης της εν λόγω εργασίας, αφού υπεύθυνη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της υγείας και της ζωής του εργαζομένου της ήταν η πρώτη εναγομένη δια του ανωτέρω προστηθέντος της, Υπάρχου του πλοίου, ως εργοδότρια του ενάγοντος. Μάλιστα, αυτός δεν απεδείχθη ότι κατά την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, άφησε απροστάτευτο τον εαυτό του. Συγκεκριμένα, οι αναφορές των εναγομένων ότι αυτός (ενάγων) ενώ είδε ότι ο ναύτης ……………, ο οποίος κρατούσε τη σκαλωσιά από τη δεξιά της πλευρά προκειμένου αυτή να διατηρείται σταθερή ότι αποχώρησε από το σημείο εργασίας του και παρά ταύτα, συνέχισε την εργασία του (σχετικά σελ. 156 προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση), δεν απεδείχθησαν, δεν απεδείχθη δηλαδή ότι ο ενάγων αν και αντιλήφθηκε ότι ο Ναύτης ………. έπαψε να κρατά από τη δεξιά πλευρά τη σκαλωσιά προκειμένου αυτή να μένει σταθερή, παρά ταύτα ανέβηκε στην εν λόγω σκαλωσιά αυτοδιακινδυνεύοντας, αφού οι αναφορές αυτές των εναγομένων, οι οποίοι αρνούνται ότι ο ενάγων τραυματίσθηκε λόγω πτώσης του από την ανωτέρω σκαλωσιά, τυγχάνουν απλές υποθέσεις. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν κρίνεται ότι ο ενάγων τυγχάνει συνυπαίτιος στον ένδικο τραυματισμό του αλλά και στην επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. Ενόψει των προαναφερθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι δεν θεμελιώνεται η αξίωση του ενάγοντος για πλήρη αποζημίωση κατά τις περί κοινού δικαίου διατάξεις, συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του με την αιτιολογία ότι το ένδικο συμβάν οφείλεται σε πτώση του ενάγοντος από την κλίμακα του πλοίου και δεν συντρέχει περίπτωση παράβασης νόμου, διατάγματος ή κανονισμού για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων εκ μέρους του Υπάρχου και του Πλοιάρχου του πλοίου, προστηθέντων της πρώτης εναγομένης εταιρείας και ακολούθως απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο και κατά την κύρια βάση της αγωγής και ως προς την πρώτη εναγομένη και δεν εξέτασε τα στηριζόμενα σ’ αυτήν κονδύλια, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του πρώτου, δευτέρου και ογδόου κατά τούτο, λόγους της ένδικης έφεσης του ενάγοντος, ως ουσιαστικά βασίμων και συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο της περί απόρριψης κατ’ ουσίαν της αγωγής, ως προς την αξίωση του ενάγοντος για πλήρη αποζημίωση κατά τις περί κοινού δικαίου διατάξεις και να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εξέταση της αγωγής, κατά το μέρος αυτό, από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι ο ενάγων, εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος και της ακόλουθης επιδείνωσης της κατάστασης υγείας του, λόγω μη παροχής της προσήκουσας ιατροφαρμακευτικής φροντίδας, έχει καταστεί δια βίου ολικά ανίκανος προς άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, σύμφωνα με την υπ’αριθμ, πρωτ. …….. από 19.2.2021 γνωμάτευση της Ανώτατης Ναυτικού Υγειονομικής Επιτροπής του Πολεμικού Ναυτικού. Τούτο ανεξαρτήτως του ποσοστού αναπηρίας του όπως αυτό προσδιορίσθηκε κατά τα άνω από τον Ιατρό πραγματογνώμονα και τον ιατρό τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων (10% και 5%, αντίστοιχα), αφού η μελλοντική αποθετική ζημιά του ενάγοντος λόγω του τραυματισμού του, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με το ποσοστό αναπηρίας του ή το είδος και την έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά είναι αντίστοιχη με την απωλεσθείσα ικανότητά του να ασκήσει την εργασία που παρείχε ως ναυτικός. Οι αναφορές των εναγομένων που περιέχονται στην προσθήκη επί των προτάσεων των εναγομένων που κατέθεσαν στη μετά από επανάληψη συζήτηση των ενδίκων εφέσεων, ότι ο ενάγων θα μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντα του Υποναυκλήρου ή του Ναυκλήρου μετά την προαγωγή του, εκ του λόγου ότι ο δεύτερος εξ αυτών (εναγομένων) κατέθεσε ότι έβλεπε τον ενάγοντα, ήδη από το έτος 2024, να μεταβαίνει προκειμένου και την εκτέλεση αγροτικών εργασιών στα χωράφια του πεθερού του, οδηγώντας είτε τρακτέρ, είτε αυτοκίνητο, δεν κρίνονται πειστικές, αφού αν και πράγματι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο δεύτερος εναγόμενος (σχετικά σελ. 52-53) κατέθεσε ότι τα 2,5 τελευταία χρόνια βλέπει τον ενάγοντα να οδηγεί τρακτέρ και αυτοκίνητο και να εκτελεί και γεωργικές εργασίες, ο ίδιος ακολούθως αναφορικά με την άσκηση του επαγγέλματος του Ναυτικού κατέθεσε ότι θα μπορούσε να ασκήσει αυτό μόνον εάν υποβάλλονταν σε χειρουργείο στο Νοσοκομείο της Πάτρας (σχετικά σελίδα 53). Εξάλλου, ήδη όπως απεδείχθη, με την προαναφερομένη υπ’ αριθμ, πρωτ. ……. από 19.2.2021 γνωμάτευση της Ανώτατης Ναυτικού Υγειονομικής Επιτροπής του Πολεμικού Ναυτικού έχει κριθεί ανίκανος προς εκτέλεση της εργασίας του Ναυτικού δια βίου. Ότι ανίκανος προς εκτέλεση της εν λόγω εργασίας τυγχάνει ο ενάγων γνωμοδότησε και ο ιατρός πραγματογνώμονας ……… με την από 5.12.2022 έκθεσή του, αλλά και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων ……….. με την από 21.1.2023 τεχνική του έκθεση. Επίσης, απεδείχθη ότι ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1981, προ του ενδίκου συμβάντος, εργαζόταν στο ως άνω πλοίο με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου, ενώ προηγούμενα και δη από την 13.1.2011 εργάζονταν με διάφορες ειδικότητες ως πλήρωμα καταστρώματος σε επιβατηγά πλοία. Περαιτέρω, από τον προσκομιζόμενο ως σχετικό 34 από τον ενάγοντα Πίνακα Θαλάσσιας Υπηρεσίας του, σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο από αυτόν ναυτικό του φυλλάδιο, αποδεικνύεται ότι εργάσθηκε ως μέλος οργανωμένου πληρώματος σε πλοία ως ακολούθως: (α) το έτος 2011, με την ειδικότητα του Επικούρου Αμ Πρ. από 13.1.2011 έως 30.3.2011 και με την ειδικότητα του Ναυτόπαιδα με προσόντα από 1.4.2011 έως 11.7.2011, από 15.7.2011 έως 11.9.2011 και από 13.10.2011 έως 31.12.2011, ήτοι για χρονικό διάστημα ένδεκα μηνών και δέκα έξι ημερών, (β) το έτος 2012, με την ειδικότητα του Ναυτόπαιδα με προσόντα από 1.1.2012 έως 25.3.2012 και από 23.4.2012 έως 26.6.2012 και με την ειδικότητα του Ναύτη από 27.6.2012 έως 21.10.2012 και από 23.11.2012 έως 31.12.2012 ήτοι για διάστημα δέκα μηνών και τριών ημερών, (γ) κατά το έτος 2013, εργάσθηκε με την ειδικότητα του Ναύτη από 1.1.2013 έως 22.4.2013, από 21.5.2012 έως 11.8.2013, από 9.9.2013 έως 25.11.2013 και από 27.12.2013 έως 31.12.2013, ήτοι για χρονικό διάστημα εννέα μηνών και έξι ημερών, (δ) κατά το έτος 2014, εργάσθηκε με την ειδικότητα του Ναύτη από 1.1.2014 έως 3.5.2014, από 14.5.2014 έως 18.5.2014, από 3.6.2014 έως 30.8.2014, από 14.10.2014 έως 20.11.2014 και από 26.11.2014 έως 31.12.2014 και συνολικά, για εννέα μήνες και δέκα εννέα ημέρες, (ε) κατά το έτος 2015, εργάσθηκε με την ειδικότητα του Ναύτη από 1.1.2015 έως 30.8.2015, από 22.9.2015 έως 25.11.2015 και από 11.12.2015 έως 31.12.2015 και συνολικά, για δέκα μήνες και είκοσι τέσσερις ημέρες, (στ) κατά το έτος 2016, εργάσθηκε με την ειδικότητα του Ναύτη από 1.1.2016 έως 16.5.2016, από 21.5.2016 έως 11.7.2016 και από 16.8.2016 έως 6.10.2016 και συνολικά, για οκτώ μήνες και είκοσι οκτώ ημέρες, (ζ) κατά το έτος 2017, εργάσθηκε με την ειδικότητα του Ναύτη από 1.1.2017 έως 5.5.2017 και από 16.6.2017 έως 1.9.2017 και με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου από 5.9.2017 έως 31.12.2017 και συνολικά για δέκα μήνες και δέκα εννέα ημέρες, (ζ) κατά το έτος 2018, εργάσθηκε με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου από 1.1.2018 έως 4.1.2018, από 27.1.2018 έως 16.4.2018 και από 25.5.2018 έως 9.11.2018 και συνολικά, για οκτώ μήνες και ένδεκα ημέρες και (η) κατά το έτος 2019, εργάσθηκε με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου από 5.1.2019 έως 2.5.2019, από 9.5.2019 έως 2.7.2019 και από 30.7.2019 έως 8.11.2011 και συνολικά, για δέκα μήνες και δύο ημέρες. Κατά συνέπεια, θεμελιώνεται απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων αυτού (ενάγοντος), λόγω της μη δυνατότητας άσκησης του ανωτέρω επαγγέλματος του, που σφόδρα πιθανά, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα εξακολουθούσε να ασκεί και στο μέλλον, αν δεν μεσολαβούσε η ανωτέρω σωματική του βλάβη και μέχρι την ημέρα συμπλήρωσης του 52ου έτους της ηλικίας του, που θα έπαυε η σχετική απασχόληση του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, δεδομένου ότι από την 1-1-2013 αυξήθηκε το ελάχιστο όριο ηλικίας των ασφαλισμένων στο ΝΑΤ από το 50ο στο 52ο έτος και από την ίδια ημερομηνία ο ελάχιστος απαιτούμενος για τη συνταξιοδότηση από το ΝΑΤ αριθμός 70, που προκύπτει ως άθροισμα των ετών συνθετικής ναυτικής υπηρεσίας και των ετών της ηλικίας του ασφαλισμένου, διαμορφώθηκε στον αριθμό 72 [σχετικά Παράγραφο ΙΑ, Υποπαράγραφο ΙΑ.4, Περίπτωση 3 του Ν. 4093/2012 (ΕΓΚ Φ.10080/οικ.26834/1792/2012, Άρθρο ΜΟΝΟ) [όμοια ΕΠ 360/2017 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Επομένως, έως τη συμπλήρωση των πενήντα δύο (52) ετών, ήτοι έως την 4.8.2033, αφού απεδείχθη ότι ο ενάγων γεννήθηκε την 4.8.1981, οπότε θα είχε συμπληρώσει και συνθετική υπηρεσία 72 (άθροισμα ετών απασχόλησης με την ηλικία των 52), δικαιούται τα διαφυγόντα μελλοντικά εισοδήματα από την εργασία του, εξαιτίας του ως άνω ατυχήματος αλλά και της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του κατόπιν του τραυματισμού λόγω μη παροχής της προσήκουσας ιατρικής φροντίδας, με διάρκεια ναυτολόγησης κατά μέσο όρο 9,5 μήνες έκαστο έτος και όχι 12 μηνών, όπως καθ’ υπερβολή ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του. Επίσης, απεδείχθη ότι, οι ελάχιστες συμφωνηθείσες μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης αλλά και νόμιμες, υπολογιζόμενες βάσει της ισχύουσας ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019, ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του ενάγοντος, προ του ενδίκου συμβάντος, ανέρχονταν μηνιαίως στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (2.594,89 €). Επίσης, μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο ενάγων θα εργάζονται τουλάχιστον επί οκτάωρο και κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών, οι οποίες ανέρχονται κατά μέσο όρο μηνιαίως σε 4,33 ημέρες, οι δε νόμιμες αποδοχές για την εργασία αυτή, που θεωρείται στο σύνολό της υπερωριακή, σύμφωνα με την ίδια ως άνω ΣΣΝΕ, θα ανέρχονταν σε ευρώ [4,33 κατά μέσο όρο μηνιαίως ημέρες Σαββάτου και αργίας επί 8 ώρες καθ’ εκάστη επί 9,86 με βάση το άρθρο 20 της ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019=) 341.55. Οι συνολικές επομένως μηνιαίες αποδοχές που θα ελάμβανε ο ενάγων, αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών, με τις οποίες βαρύνεται ο εργοδότης που πρέπει να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού και εναπόκειται στον αξιούντα την αποζημίωση να τις διεκδικήσει, είτε, μαζί με τις μικτές αποδοχές που ζητεί λόγω αποζημίωσης, είτε αυτοτελώς [ΑΠ 292/2025 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου] θα ανέρχονταν μηνιαίως στο ποσό των ευρώ (2.594,89 € + 341,55 € =) 2.936,44 και συνολικά, κατά το χρονικό διάστημα από 8.11.2019 έως 4.8.2033, ήτοι δέκα τρία έτη, οκτώ μήνες και είκοσι έξι ημέρες, με εργασία επί 9,5 μήνες κατ’ έτος, δηλαδή για [(13 έτη επί 9,5 μήνες=) 123 μήνες και μισός επιπλέον μήνας πλέον 8 μήνες και είκοσι έξι ημέρες=) 132 μήνες και ένδεκα ημέρες, θα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των τριακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (388.686,77 ευρώ) [(2.936,44 € Χ 132 μήνες =) 387.610,08 + (2.936,44 δια 30 επί 11=) 1.076,69=], απορριπτομένου του κρινομένου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον, ως αβασίμου στην ουσία του, αφού (α) ο ενάγων δεν θα μπορούσε να εξακολουθήσει την άσκηση του ως άνω επαγγέλματος μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, γιατί οι συνθήκες εργασίας των ναυτικών δεν επιτρέπουν την εξακολούθηση της σχετικής απασχόλησης συνήθως πέραν του 52ου έτους, κατ’ ανάγκην, σύμφωνα και με τις ανωτέρω νομοθετικές μεταρρυθμίσεις στα όρια συνταξιοδότησης και γι’ αυτό επιχειρείται από τους ναυτικούς να συμπληρώσουν μείζονα έτη ναυτικής υπηρεσίας, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ώστε να λάβουν σύνταξη στο 52ο έτος, παρά να αναγκάζονται να εργάζονται και μετά απ’ αυτήν την ηλικία και (β) επιπλέον των ημερών Σαββάτου και αργίας αμοιβή του ενάγοντος για υπερωριακή του απασχόληση, ήτοι απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών κατά τις καθημερινές και Κυριακές και επιπλέον των οκτώ ωρών απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, δεν πιθανολογείται, αλλά τυγχάνει ενδεχόμενη, αφού η παροχή υπερωριακής εργασίας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και ιδίως τα εκάστοτε δρομολόγια του πλοίου και τον αριθμό του πληρώματος που κάθε φορά υπηρετεί σε αυτό. Ενόψει των ανωτέρω, υπόχρεοι για την καταβολή των επιδικαζόμενων ποσών για τον επίδικο τραυματισμό του ενάγοντος είναι η πρώτη εναγομένη εργοδότρια εταιρεία, που ευθύνεται για τις εκτιθέμενες παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις των οργάνων της δευτέρου εναγομένου – Πλοιάρχου του πλοίου αλλά και του Υπάρχου αυτού, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που γεννούν υποχρέωση αποζημίωσης του ενάγοντος και επιπλέον ευθύνεται εις ολόκληρον και ο δεύτερος εναγόμενος, ως υπαίτιο πρόσωπο, εφόσον με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του, που συνίστατο στις, ως άνω, παράνομες παραλείψεις, που καταλογίζονται σε δική του αμέλεια, δημιούργησε στο νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγομένης την υποχρέωση αποζημίωσης του ενάγοντος. Την ως άνω αποζημίωση για το μέλλον, πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον οι εναγόμενοι, εφάπαξ, διότι συντρέχει σπουδαίος λόγος, αφού, εξαιτίας της εκτιθέμενης κατάστασης της υγείας αυτού (ενάγοντος), ένεκα της μόνιμης αναπηρίας του, είναι αναγκαία για τη διαβίωση του, συγκεντρωμένη δε η αποζημίωση δύναται να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως – ενάγοντος με την κατάλληλη αξιοποίησή του. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί καταλογισμού της ωφέλειας που αποκομίζει ο ενάγων από τη σύνταξη αναπηρίας που λαμβάνει, στα πλαίσια του οποίου αιτούνται και την επίδειξη εγγράφου παροχής συντάξεως από τον e- ΕΦΚΑ (ΝΑΤ), τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτοκ. ……. από 25.2.2025 βεβαίωση του e- ΕΦΚΑ, ο ενάγων δεν λαμβάνει σύνταξη, ούτε κάποιο επίδομα από τον ανωτέρω οργανισμό, απορριπτομένου και του συναφούς αιτήματος επίδειξης σχετικού εγγράφου, αφού αυτό προσκομίζεται. Επίσης δεν απεδείχθη ότι ο ενάγων έλαβε κάποια αποζημίωση από τον ασφαλιστικό του φορέα, αφού από την ως άνω βεβαίωση δεν προκύπτει τούτο, απορριπτομένου του αιτήματος των εναγομένων περί προσκόμισης σχετικής έτερης βεβαίωσης από τον ανωτέρω ασφαλιστικό Οργανισμό. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους (σχετικά σελ. 161 προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης της έφεσης του ενάγοντος) ότι ο ενάγων ακόμη κι αν πράγματι παρέμεινε ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού, σίγουρα θα μπορούσε να ασκήσει κάποιο έτερο επάγγελμα και μάλιστα οικονομικώς και κοινωνικώς ισοδύναμο, όπως αυτό του υπαλλήλου γραφείου που εκτελεί αποκλειστικά χειρωνακτική εργασία ή ακόμη και του φύλακα χώρων εργασίας, όπως και άλλες εργασίες στις οποίες δεν απαιτείται να βαδίζει σε ανηφόρα ή να ανεβαίνει σκάλες (σχετικά σελ. 223 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης συζήτησης). Για πρώτη δε φορά, δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της με αριθμό 685/2025 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλούμενοι τη δίχως όρκο κατάθεση του δευτέρου εναγομένου, σύμφωνα με την οποία αυτός (δεύτερος εναγόμενος) τα 2,5 τελευταία χρόνια έβλεπε καθημερινά τον ενάγοντα να μεταβαίνει προς εκτέλεση αγροτικών εργασιών στα χωράφια, οδηγώντας, είτε τρακτέρ, είτε αυτοκίνητο, ισχυρίσθηκαν ότι, μετά την αποθεραπεία του ο ενάγων θα ηδύνατο να ασκήσει γεωργικές εργασίες. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση σωματικής βλάβης κατά κανόνα διαρκούς και τέτοιας μορφής που δεν επιτρέπει στον παθόντα την άσκηση του επαγγέλματος που ασκούσε μέχρι του τραυματισμού του ή επαγγέλματος που μπορούσε ν` ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και πορισμού εντεύθεν εισοδημάτων είναι δυνατό, υπό περιστάσεις, να προκύψει για τον τραυματισθέντα υποχρέωση αλλαγής επαγγέλματος. Κρίσιμα στοιχεία είναι οι γνώσεις του, η ηλικία του, η εκπαίδευσή του, η σωματική και η ψυχική δυνατότητα προσαρμογής του τραυματισθέντος στη νέα κατάσταση, οι συνθήκες αγοράς εργασίας κ.λ.π. Πάντως δεν επιτρέπεται να αξιωθεί από τον ενάγοντα η άσκηση νέου επαγγέλματος άσχετου με τις γραμματικές του γνώσεις. Για να είναι πλήρως ορισμένος ο σχετικός ισχυρισμός, κατά την έννοια των άρθρων 300 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ο παθών πρέπει να αλλάξει ή να ασκήσει νέο επάγγελμα, ποιο είναι τούτο και πόσα θα αποκομίζει από τη νέα αυτή επαγγελματική δραστηριότητα. Αν ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου κριθεί ορισμένος και βάσιμος στην ουσία του, τότε από την αιτουμένη αποζημίωση θα επιδικασθεί μόνον η διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων από την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε κατά το ατύχημα ο παθών ή εκείνου που θα μπορούσε ν` ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και των εισοδημάτων που θα αποκόμιζε από τη νέα του επαγγελματική δραστηριότητα (Α.Π.874/2021 ο.π.). Κατόπιν αυτών, ο αμέσως ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων, ως ένσταση, τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος και δη αόριστος και ως τέτοιος απορριπτέος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, διότι δεν αναφέρονται από τους εναγομένους, με πληρότητα και σαφήνεια, όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση αυτή και συγκεκριμένα, δεν αναφέρουν ποίες οι πρόσοδοι τις οποίες θα ηδύνατο να αποκομίσει ο ενάγων από την εργασία του ως υπάλληλος γραφείου άλλως από την εκτέλεση γεωργικών εργασιών, ώστε σε περίπτωση ευδοκίμησης της ένστασης, είτε να μην επιδικαστεί αποζημίωση, είτε να επιδικαστεί η μεταξύ των αποδοχών των υπό σύγκριση επαγγελμάτων διαφορά. Σε κάθε περίπτωση, όπως διαπιστώθηκε από τον ιατρό πραγματογνώμονα ……, ο ενάγων παρουσιάζει πόνο και δυσκαμψία στις δύο τελευταίες αρθρώσεις του αριστερού κάτω άκρου του, με αποτέλεσμα να μη δύναται να ασκήσει το επάγγελμα του Ναυτικού αλλά και κάθε άλλο οικονομικά και κοινωνικά ισοδύναμο με αυτό επάγγελμα, που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, άνοδο κλίμακας ή βάδιση κατά την άσκησή του. Βέβαια, ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων, …….., στην προαναφερομένη από 21.1.2023 έκθεσή του, γνωμάτευσε ότι όπως φαίνεται από την ιατρική βιβλιογραφία, δεν αποκλείεται στον ενάγοντα να ασχοληθεί με οποιοδήποτε άλλο κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο επάγγελμα για το οποίο απαιτείται περιορισμένη ορθοστασία και βάδιση ή χειρωνακτική δραστηριότητά του κατά την άσκησή του, καθώς επίσης θα μπορούσε να ασχοληθεί σε επάγγελμα γραφείου. Εν τούτοις, ο ενάγων δεν απεδείχθη ότι διαθέτει ειδικές γνώσεις ικανές να του εξασφαλίσουν κάποια εργασία ως υπάλληλος γραφείου. Παράλληλα, απεδείχθη ότι ο ενάγων δεν δύναται να ανταποκριθεί, λόγω της κατάστασης του αριστερού κάτω άκρου του και σε επάγγελμα που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, άνοδο κλίμακας ή βάδιση, με αποτέλεσμα να μη δύναται να ασκήσει ούτε το επάγγελμα του φύλακα χώρων εργασίας, αφού αυτό κατά την κοινή πείρα και λογική απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, βάδιση αλλά και άνοδο κλίμακας. Τέλος αν και πράγματι ο δεύτερος εναγόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε ότι τα τελευταία 2,5 χρόνια βλέπει τον ενάγοντα να εκτελεί γεωργικές εργασίες (σχετικά σελ. 53 ταυτάριθμων με την παρούσα απόφαση πρακτικών) και μάλιστα, να οδηγεί αυτοκίνητο και τρακτέρ, η κατάθεσή του αυτή δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν συνοδεύεται με έτερα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων παρουσιάζει πόνο και δυσκαμψία στις δύο τελευταίες αρθρώσεις του αριστερού κάτω άκρου του και ακόμη και ο ιατρός τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων ανέφερε στην ανωτέρω έκθεσή του ότι ο ενάγων θα μπορούσε να ανταποκριθεί μόνον σε ένα επάγγελμα για το οποίο απαιτείται περιορισμένη ορθοστασία και βάδιση, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων θα μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του γεωργού, αφού για την άσκηση αυτού, κατά την κοινή πείρα και λογική, απαιτεί πολύωρη ορθοστασία και βάδιση. Επομένως, ο ίδιος ως άνω ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος και στην ουσία του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι εναγόμενοι τον περί συμψηφισμού ισχυρισμό τους (σχετικά σελ. 163 προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση) προβάλουν έναντι μόνον της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο ενάγων, ηλικίας 38 περίπου ετών κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ηλικίας ήδη είκοσι και δέκα οκτώ ετών, αντίστοιχα, λόγω του ως άνω τραυματισμού του υπέστη, όπως προεκτέθηκε, μόνιμη αναπηρία φυσιοανατομικά σε ποσοστό 10% κατά τον ιατρό πραγματογνώμονα ………… και 5% κατά τον τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων …………, η οποία (αναπηρία) εν τούτοις τον έχει καταστήσει ολικά ανίκανο προς άσκηση του επαγγέλματος του Ναυτικού το οποίο αυτός ασκούσε προ του ενδίκου συμβάντος συνεχώς από το έτος 2011, αλλά και οιουδήποτε άλλου επαγγέλματος λόγω αδυναμίας πολύωρης ορθοστασίας, βάδισης και ανόδου σε κλίμακα, από τη βλάβη που υπέστη στην πτέρνα του αριστερού κάτω άκρου του, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία του καθότι δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του Υποναυκληρου που ασκούσε προ του τραυματισμού του, ή άλλο επάγγελμα που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία και βάδιση καθώς επίσης και άνοδο σε κλίμακες, στον τρόπο ζωής του και στις καθημερινές ενασχολήσεις του, λόγω της κόπωσης στην ορθοστασία και βάδιση, που τον καθιστούν γενικά άτομο που, λόγω της καταστάσεως της υγείας του, μειονεκτεί έναντι των άλλων ατόμων της ηλικίας του. Συνακόλουθα, λόγω της διαρκούς αναπηρίας του ενάγοντος και των ως άνω συνεπειών της στο πρόσωπό του, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως σ’ αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ ιδιαίτερης εύλογης αποζημιώσεως, η οποία, βάσει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του ενάγοντος, της μόνιμης αναπηρίας του και της αποκλειστικής υπαιτιότητος του προστηθέντος της πρώτης εναγομένης Υπάρχου του ως άνω πλοίου στον τραυματισμό του και της αποκλειστικής υπαιτιότητος του δευτέρου εναγομένου, προστηθέντος της πρώτης εναγομένης στην επιδείνωση κατόπιν του ατυχήματος της κατάστασης της υγείας αυτού, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται, στην προκειμένη περίπτωση, εύλογο και δεν καλύπτεται από την αποζημίωση των διατάξεων των άρθρων 929 και 932 ΑΚ. Τέλος. από την ως άνω αποδειχθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από την πρώτη εναγομένη, Υπάρχου του ως άνω πλοίου στον τραυματισμό του ενάγοντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί και του προστηθέντος από την πρώτη εναγομένη, δευτέρου εναγομένου Πλοιάρχου του ιδίου πλοίου στην επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, αυτός υπέστη και ηθική βλάβη, λόγω της έντονης στενοχώριας που έχει δοκιμάσει και της ταλαιπωρίας στην οποία έχει υποβληθεί, συνεπεία της σοβαρής βλάβης της υγείας του, που έχει μόνιμο χαρακτήρα και εντεύθεν της δυσμενούς εξέλιξης της επαγγελματικής, κοινωνικής και προσωπικής του ζωής, εφόσον εξ αυτού του λόγου κατέστη ανάπηρος και συνακόλουθα, πλήρως και διαρκώς ανίκανος προς άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος και κάθε κοινωνικά και οικονομικά ισοδυνάμου, αλλά και κάθε επαγγέλματος που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, βάδιση και άνοδο σε κλίμακα, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες στη συζυγική, εν γένει οικογενειακή και κοινωνική ζωή του. Επομένως, δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, ενόψει της αδικοπραξίας, που έχει διαπραχθεί σε βάρος του και των συνθηκών τέλεσης της, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των προαναφερθέντων υπαιτίων προσώπων, του είδους, της έκτασης και της σοβαρότητας της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, της αναπηρίας, που του προκάλεσε και της μετέπειτα κατάστασής του εξαιτίας αυτής, καθώς και της κοινωνικής όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο – φυσικό πρόσωπο και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ, πέραν του ποσού των 44 ευρώ που επιφυλάχθηκε να ζητήσει ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, που κρίνεται εύλογο στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, παρελκομένης της εξέτασης των εβδόμου και ογδόου των λόγων της ένδικης έφεσης του ενάγοντος, οι οποίοι ασκήθηκαν υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης του πρώτου λόγου έφεσης και του πέμπτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης ο οποίος αφορά το ύψος της αποζημίωσης του ενάγοντος, που επιδικάσθηκε κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915 με την δεύτερη εκκαλουμένη με αριθμό 1068/2024 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού η απόφαση αυτή εξαφανίζεται με την παρούσα απόφαση καθώς και του εβδόμου λόγου έφεσης της πρώτη εναγομένης, με την οποία πλήττονται οι εκκαλούμενες αποφάσεις αναφορικά με την επιδικασθεί σε βάρος της πρώτης εναγομένης δικαστικής δαπάνης, πρέπει, κατά παραδοχή ως εν μέρει βασίμων στην ουσία τους αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας, πρέπει να εξαφανισθούν αμφότερες οι με αριθμό 2287/2022 και 1068/2024 εκκαλούμενες αποφάσεις, στο σύνολό τους, περιλαμβανομένων και των διατάξεων που αφορούν τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, το οποίο δικάζει, κατ’ ουσίαν, την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία, σύμφωνα με τα όσα ήδη αναφέρθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη, εν μέρει και [Α] να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα επτά λεπτών [2.837,57] και [Β] να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, η πρώτη εκ των οποίων επιπλέον του ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] ποσού, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των τετρακοσίων εβδομήντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών [ευρώ 478.686,77]. Τα ανωτέρω ποσά πρέπει να επιδικασθούν νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής. Κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του υποβληθέντος με το δικόγραφο της έφεσης στο Δικαστήριο τούτο αιτήματος της εκκαλούσας – πρώτης εναγομένης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκ μέρους της καταβολή στον ενάγοντα του χρηματικού ποσού των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων σαράντα επτά ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (ευρώ 24.247,79), ως προς το οποίο αμφότερες οι εκκαλούμενες αποφάσεις κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, πλέον τόκων, αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης επιδίκασης υπερβαίνει το καταβληθέν. Τέλος, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, κατόπιν σχετικού αιτήματός του και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους και ανάλογα με την έκταση αυτής (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται αμφότερες τις ένδικες εφέσεις ως εν μέρει βάσιμες και στην ουσία τους, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
Εξαφανίζει τις εκκαλούμενες με αριθμό 2287/2022 και 1068/2024 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εξεδόθησαν κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται, εν μέρει, την από 11.5.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./14.5.2021 αγωγή.
Υποχρεώνει την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα επτά λεπτών [2.827,57], νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής.
Επιπλέον των ανωτέρω, υποχρεώνει αμφότερους τους εναγομένους, ενεχομένους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των τετρακοσίων εβδομήντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών [ευρώ 478.686,77], νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής.
Καταδικάζει αμφότερους τους εναγομένους στην καταβολής μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα (23.940) ευρώ και επιπλέον του ποσού αυτού, υποχρεώνει την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εκατόν σαράντα δύο (142) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 13 Οκτωβρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ