ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός απόφασης 668/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Του εκκαλούντος: του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (Π.Ε.Τ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, με ΑΦΜ ….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξουσία Λαμπρινή Μήττα, με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων: 1) …………..η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καραφέρη, 2) του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, με ΑΦΜ ……….., το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από δικαστικό πληρεξούσιο.
Β) Του εκκαλούντος: του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, με ΑΦΜ ……., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο Ευάγγελο Σαλαμάρα, με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων: 1)…………… η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καραφέρη, 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (Π.Ε.Τ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, με ΑΦΜ ………., το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από δικαστικό πληρεξούσιο.
Η αιτούσα, ……….. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 1-12-2008 (με αριθμό κατάθεσης …………./2008) αίτηση της. Τα νυν εκκαλούντα, ήτοι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» και το Ελληνικό Δημόσιο, άσκησαν ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, τις από 28-5-2010 (αριθμός κατάθεσης …./2010) και την από 26-5-2010 (αριθμός κατάθεσης ……./2010), κύριες παρεμβάσεις, αντίστοιχα. Οι ανωτέρω αίτηση και κύριες παρεμβάσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 2060/2020 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και απέρριψε τις κύριες παρεμβάσεις.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το κυρίως παρεμβαίνον «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» με την από 11-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………/2020 (υπό στοιχείο Α) έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ………/2024), καθώς και το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο με την από 4-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………/2020 (υπό στοιχείο Β) έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, …………../2024). Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτησή τους για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι παρουσιάστηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν οι: Α) από 11-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………./2020 και Β) από 4-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………/2020 εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 2060/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την εκουσία δικαιοδοσία. Αυτές παραδεκτά φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 29 του ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 518 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας και για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι για το παραδεκτό της συζήτησης, τα εκκαλούντα δεν υποχρεούνται στην κατάθεση παραβόλου, αφού απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου».
Στη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. Α’ ΚΠολΔ ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.». Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου κατά τη συζήτηση της έφεσης, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση και εφόσον διαπιστώσει ότι η επίσπευσή της γίνεται από τον εκκαλούντα, ερευνά εάν η έφεση και η κλήση για τη συζήτησή της επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εφεσίβλητο και σε καταφατική περίπτωση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών και ο εφεσίβλητος (βλ. ΑΠ 119/2015, ΕφΘεσ 683/2018, ΕφΘεσ 1738/2018, ΕφΠατρ 217/2018 δημ. ΤΝΠ «Νόμος») . Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τις υπ’ αριθμ. ……../18-9-2024 και …………../18-9-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, . ….., προς το Ελληνικό Δημόσιο και το «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον», αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη …….., προκύπτει ότι τη συζήτηση των κρινόμενων εφέσεων επισπεύδει η τελευταία, η οποία επέδωσε σε καθέναν από τους ανωτέρω εφεσίβλητους ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο των δικογράφων των Α και Β εφέσεων αντίστοιχα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτησή της για τη δικάσιμο της 22-5-2025, οπότε και η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της έφεσης οι ανωτέρω εφεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και, επομένως, θα πρέπει να δικαστούν ερήμην αλλά, παρά την ερημοδικία τους, το δικαστήριο θα προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Με την από 1-12-2008 αίτηση της η αιτούσα εκθέτει ότι κατέστη πλήρης και αποκλειστική κυρία, με παράγωγο τρόπο, άλλως λόγω τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 (ειδική χρησικτησία), όπως η αίτηση παραδεκτά συμπληρώθηκε με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της αιτούσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 765 ΚΠολΔ), της περιγραφόμενης στην αίτηση οριζόντιας ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ ……………., η οποία όμως εσφαλμένα φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά ως «άγνωστου ιδιοκτήτη». Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητά η αιτούσα να διορθωθεί η ανωτέρω ανακριβής εγγραφή και να διαταχθεί ο προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου να προβεί στην αιτούμενη διόρθωση. Το Ελληνικό Δημόσιο με την από 26-5-2010 κύρια παρέμβαση του, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά κυριότητα, καθόσον εμπίπτει εντός του με ΑΒΚ ……. Δημοσίου Κτήματος, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του ως εξής: α) «δικαιώματι πολέμου», και ειδικότερα: i) διότι, αποτελούσε δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ii) άλλως, διότι ανήκε σε Οθωμανούς από τους οποίους την κατέλαβε κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας και την δήμευσε, άλλως επειδή κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων του Λονδίνου είχε εγκαταλειφθεί από αυτούς και δεν είχε καταληφθεί από άλλους, β) άλλως με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον, δυνάμει των ανωτέρω νόμων, το νέμεται, με καλή πίστη, από την έναρξη της Επανάστασης του 1821 μέχρι και σήμερα, γ) άλλως διότι είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα, συνεπώς τεκμαίρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 Ν. 998/1979, και δ) άλλως διότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών» ειδική διαδικασία για την αναγνώρισή του ως ιδιωτικού δάσους, τεκμαίρεται συνεπώς ότι είναι δασική έκταση ανήκουσα στο Δημόσιο. Ενόψει των ανωτέρω αιτείται να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να αναγνωρισθεί το ίδιο ως έχον αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή επί των επιδίκων γεωτεμαχίων, να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς, ώστε να καταχωριστεί το ίδιο ως κύριος και να διαταχθεί η απόδοση των επιδίκων σε αυτό. Ακόμη, το «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» με την από 28-5-2010 κύρια παρέμβασή του, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά κυριότητα, καθόσον εμπίπτει εντός του με ΑΒΚ ….. Δημοσίου Κτήματος, το οποίο ανήκε στην Ιερά Μονή ……., και είχε περιέλθει σ’ αυτήν, ως τμήμα ευρύτερης έκτασης, με πρωτότυπο τρόπο, και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Ότι μετά τη διάλυση της ανωτέρω Ιεράς Μονής, τα ακίνητά της, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα, περιήλθαν στην κυριότητά του, δυνάμει των διαταγμάτων: α) της 4-12-1834 «Περί της ιδιοκτησίας των εν τοις Μοναστηρίοις μοναχών», β) της 25-8-1835 «Περί των εν τω βασιλείω Μοναστηριών», γ) της 26-4-1834 «Περί ιδιοκτητών Μοναστηριών και Εκκλησιών», δ) 20-5-1836 «Περί των εκκλησιαστικών κτημάτων», και ε) της 13-7-1838 και της 29-4-1843, με τα οποία (διατάγματα), ειδικότερα, όλη η περιουσία των διαλυθεισών Ιερών Μονών μεταβιβάστηκε σ’ αυτό. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά αυτά, ζητεί να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να αναγνωρισθεί το ίδιο ως έχον αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή επί των επιδίκων ακινήτων, να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς, ώστε να καταχωριστεί το ίδιο ως κύριος, και να διαταχθεί η απόδοση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας σε αυτό. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και τις κύριες παρεμβάσεις, εξέδωσε την υπ΄ αριθμ. 2060/2020 απόφασή του, με την οποία απέρριψε τις κύριες παρεμβάσεις στο σύνολό τους, δέχτηκε την αίτηση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά την νομική βάση του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά ως προς την οριζόντια ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …………., ώστε να καταχωριστεί η πλήρης και αποκλειστική κυριότητα της αιτούσας, αντί του εσφαλμένου «άγνωστος», με αιτία κτήσης την ειδική χρησικτησία του ν. 3127/2003. Κατά της πιο πάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείο Πειραιά, διαμαρτύρονται τα κυρίως παρεμβαίνοντα νομικά πρόσωπα και ήδη εκκαλούντα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων.
Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων της αιτούσας και του Ελληνικού Δημοσίου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι μία οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) υπό στοιχεία γιώτα κεφαλαίο ένα (I1) του πρώτου (Α) πάνω από την πυλωτή ορόφου, αποτελούμενης από είσοδο, οφφίς, δύο (2) υπνοδωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζινοτραπεζαρία με βεράντες, επιφανείας 99 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 250/1000 επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας, η οποία είναι κτισμένη σε οικόπεδο στη θέση «…….» της περιφέρειας του Δήμου Κερατσινίου Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, επί των οδών …. (πρώην …….) και ….. (πρώην …………) επί της οποίας φέρει τον αριθμό ……, έκτασης κατά τους τίτλους κτήσης 214,13 τμ και κατά το Κτηματολόγιο 180 τμ, όπως αυτό εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από Ιανουάριου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολ. Μηχανικού ………., που έχει προσαρτηθεί στην ………/1985 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Πειραιά ……… Με την πράξη αυτή (νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο 839 και με αριθμό 58) η ως άνω πολυκατοικία υπήχθη στις διατάξεις του νόμου 3741/1929 «περί της κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας», όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν.Δ. 1024/1971, και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και συνεστήθησαν αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επίδικη. Κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας, το ακίνητο ήταν ανέκαθεν ιδιωτικό, περιήλθε δε στην κυριότητά της δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………./16-11-1994 συμβολαίου αγοραπωλησίας αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) της συμβολαιογράφου Νίκαιας ………….. (νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …..), άλλως λόγω τακτικής, άλλως λόγω έκτακτης χρησικτησίας, άλλως λόγω της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003. Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του καταγεγραμμένου με ΑΒΚ ……… δημοσίου κτήματος στη θέση «……..», συνολικής έκτασης εμβαδού 912.790,50 τμ, όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α΄-Β΄-Γ΄-Δ΄-Ε΄-Ζ΄-Η΄-Θ΄-Ι΄-Κ΄-Λ΄-Μ΄-Ν΄-Ξ΄-Ο΄-Π΄-Ρ΄-Σ΄-Α στο από 30-12-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού του Υπουργείου Οικονομικών ………….. Το εν λόγω καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα αποτελεί, με τη σειρά του, τμήμα του Εθνικού Λιβαδιού με τη γενική ονομασία «…………» που φέρεται να είχε, κατά το παρελθόν, έκταση 10.000 στρέμματα, και συνόρευε ανατολικά με ……….., δυτικά με γαίες της ………., βόρεια με ………, και νότια με γαίες παραχωρηθείσες στον ……….. Η περιοχή αυτή του «……», συμπεριλαμβανομένης και της τοποθεσίας «………..», είχε ήδη από του έτους 1890 συμπεριληφθεί στις δημόσιες γαίες και είχε καταγραφεί με αύξοντα αριθμό 113 στον γενικό πίνακα εθνικών και εκκλησιαστικών κτημάτων, με τα προαναφερθέντα όρια (… ή κτήμα ….. – γαίες …………. – ……………… – γαίες ……….), που υποβλήθηκε προς το Υπουργείο Οικονομικών με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ………./16-5-1890 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Πειραιώς. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της A έφεσής, το εκκαλούν διαμαρτύρεται ότι η εκκαλουμένη διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, κρίνοντας ότι αρχικός κύριος της ευρύτερης έκτασης, εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, υπήρξε το Ελληνικό Δημόσιο ένεκα χρησικτησίας, με αποτέλεσμα το παρόν Δικαστήριο να μην έχει τη δυνατότητα να ελέγξει εάν εφαρμόστηκαν σωστά οι διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με τον ως άνω τρόπο. Με το δεύτερο σκέλος διαμαρτύρεται για αντιφατικές αιτιολογίες της εκκαλουμένης, επικαλούμενο ότι κατ’ αρχάς αναγνωρίζεται ρητώς το επίδικο ως εκκλησιαστικό κτήμα, ενώ στη συνέχεια κρίνεται ότι αρχικός κύριος του επιδίκου υπήρξε το Ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο, στην εκκαλουμένη αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «… σύμφωνα με την, προσκομιζόμενη από αμφότερα τα κυρίως παρεμβαίνοντα, από 27-5-2003 τεχνική έκθεση έρευνας ομάδας εργασίας έρευνα ιδιοκτησιακού καθεστώτος …… – ….. … προκύπτουν τα εξής: Η περιουσία της εκκλησίας στην περιοχή που εξετάζουμε δεν ήταν ενιαία… Οι θέσεις όπου υπήρχαν ακίνητα εκκλησιαστικά είναι: Κερατσίνι… Επομένως από τους παραπάνω πίνακες συνάγεται ότι τα ακίνητα που περιγράφονται αποτελούσαν καλλιεργήσιμες γαίες … και δεν προκύπτει πουθενά η κυριότητα της μονής ……. επί λιβαδείου 10.000 στρ. Ως εκ τούτου όσον αφορά τη διχογνωμία για την προέλευση του λειβαδίου …….., έχουμε την πεποίθηση ότι επρόκειτο μάλλον περί Εθνικού Κτήματος και δεν είχε προέλευση εκκλησιαστική περιουσία (σελ 8-9)…». Ακολούθως στην σελ. 11 της τεχνικής έκθεσης αναφέρεται ότι δεν υπάρχει τοπογραφικό διάγραμμα εκκλησιαστικής περιουσίας για τη θέση «……..». Τέλος, στη σελ. 38 αναφέρεται: «…Το ………. δεν μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητάς εάν προέρχεται όλο ή μέρος του από την εκκλησιαστική περιουσία, το δε υπόλοιπο εκ διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου ως βουνώδης έκταση. Σίγουρα ένα τμήμα του αποτελούσε εκκλησιαστική περιουσία, … Σίγουρα όμως πρόκειται για βουνώδη έκταση, που έχει καταγραφεί σήμερα σαν ΒΚ ……. με εμβαδόν 1000 περίπου στρέμματα. Όπως, αποδείχθηκε, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη βουνώδη έκταση του δημοσίου κτήματος ΒΚ ….., … τμήμα του δε έχει ενταχθεί στο ρυμοτομικό σχέδιο, ενώ τμήμα του παραμένει εκτός σχεδίου. Σε αυτή την έκταση (λόφος “…..”) εντοπίζεται η θέση του επιδίκου ακινήτου, σε εντός σχεδίου τμήμα. Στην συγκεκριμένη περιοχή, μετά το τέλος των αγώνων υπέρ της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Έθνους, περιήλθε στη νομή του α΄ κυρίως παρεμβαίνοντος, Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο το νεμόταν διανοία κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και το έτος 1915, ενεργώντας με τα νόμιμα όργανα του όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, όπως εκμισθώσεις προς τρίτους, χαρτογραφήσεις, κατεδαφίσεις αυθαιρέτων, αναδασώσεις, παραχωρήσεις, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, φύλαξη επιτήρηση και εποπτεία, ανέγερση δημοσίων κτισμάτων …, καθώς και αποκρούσεις επεμβάσεων τρίτων … Έτσι, λοιπόν, αφού το Ελληνικό Δημόσιο νεμόταν και κατείχε την ευρύτερη έκταση του λόφου “……”, με τα προσόντα, που παρατέθηκαν ανωτέρω, ήτοι με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλει δικαίωμα κυριότητας άλλους, ενεργώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, που άρμοζαν στη φύση και στον προορισμό του… είχε γίνει κύριος της ευρύτερης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο εκείνο… όσον αφορά στο β΄κυρίως παρεμβαίνον, από το ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι στο επίδικο ακίνητο, όπως και επί όλης της έκτασης του καταγεγραμμένου με ΑΒΚ … δημοσίου κτήματος, ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής η πρώην διαλυθείσα Ιερά Μονή …. …, και αργότερα το β’ κυρίως παρεμβαίνον, όταν περιήλθε σε αυτό η περιουσία των διαλυθεισών μονών δυνάμει των διαταγμάτων: …Ειδικότερα, δε, επισημαίνεται ότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την από 27-5-2003 τεχνική έκθεση έρευνας ομάδας εργασίας έρευνας ιδιοκτησιακού καθεστώτος …….., δεν προκύπτει σαφώς ποια συγκεκριμένα τμήματα της ευρύτερης έκτασης του «…………..» αποτελούσαν περιουσία της διαλυθείσας μονής και ποια του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ ως προς την βουνώδη έκταση στη θέση “………” που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει ότι αυτή ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η β’ κύρια παρέμβαση …» Από τα ως άνω αναφερόμενα, προκύπτει ότι το εκκαλούν της Α έφεσης, το οποίο και φέρει το βάρος της απόδειξης, δεν απέδειξε ότι η έκταση του δημοσίου κτήματος με αριθμό ……, εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, και η οποία αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 10.000 στρεμμάτων, με τη γενική ονομασία «……………» και την ειδικότερη θέση «…….», ανήκε στην κυριότητα της διαλυθείσας Μονής του Αγίου ……. Αντιθέτως, σύμφωνα με την 27-5-2003 τεχνική έκθεση έρευνας ομάδας εργασίας έρευνας ιδιοκτησιακού καθεστώτος «….» – «………», αποδεικνύεται ότι η βουνώδης έκταση στη θέση «…» ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η Ιερά Μονή του …………., μέχρι τη διάλυσή της το έτος 1836 και στη συνέχεια το εκκαλούν, στο οποίο περιήλθε αυτοδικαίως η περιουσία της, νεμόταν το επίδικο από το έτος 1700 διανοία κυρίου και με καλή πίστη, ασκώντας σ’ αυτό συγκεκριμένες πράξεις φυσικής εξουσίασης, που προσιδίαζαν στη φύση του. Συνεπώς, ουδέποτε η Ιερά Μονή απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου δυνάμει πρωτοτύπου τρόπου και δη με έκτακτη χρησικτησία του προϊσχύσαντος του ΑΚ, βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού ουδέποτε χρησιδέσποσε αυτήν, ούτε την απέκτησε από αφιερώματα των πιστών μέχρι το έτος 1836, οπότε και διαλύθηκε, και το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων περιήλθαν αυτοδίκαια στο πιο πάνω εκκαλούν. Ακόμη, η εκκαλουμένη ουδόλως περιέχει αντιφατικές σκέψεις, καθόσον δεν αναγνωρίζει το επίδικο ως τμήμα του εκκλησιαστικού κτήματος ή ότι τα όργανα του Δημοσίου ασκούσαν στο επίδικο διακατοχικές πράξεις για το λογαριασμό του εκκαλούντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της Α έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της Α έφεσης, το εκκαλούν διαμαρτύρεται ότι η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα από το ίδιο αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι προσκόμισε έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η συνεχής άσκηση πράξεων νομής στην έκταση επί της οποίας βρίσκεται το επίδικο. Ωστόσο, η εκκαλουμένη έχει λάβει υπόψη της το σύνολο των εγγράφων, καθώς αναφέρεται σε αυτή «… Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της αιτούσας – καθής οι κύριες παρεμβάσεις και του α’ κυρίως παρεμβαίνοντος στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και από τα έγγραφα που νομίζω προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα εξής …». Άλλωστε ουδεμία διάταξη επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. Σε κάθε περίπτωση, πέραν του ότι τα αναφερόμενα από το εκκαλούν έγγραφα λήφθησαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αυτά ουδόλως αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, ότι το επίδικο βρίσκεται εντός έκτασης, η οποία ήταν εκκλησιαστική, ότι το καθεστώς αυτό τελούσε σε γνώση του Ελληνικού Δημοσίου και ότι ασκούσε διακατοχικές πράξεις για λογαριασμό του εκκαλούντος της Α έφεσης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα ανωτέρω. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της Α έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της Β έφεσης, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο διαμαρτύρεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, εφαρμόζοντας το οποίο η εκκαλουμένη έκρινε ότι το επίδικο δεν ανήκει στην κυριότητά του, αλλά στην κυριότητα της αιτούσας, με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας, διότι δεν εξειδικεύει τη συνδρομή της καλής πίστης στο πρόσωπό της. Ειδικότερα, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι στην εκκαλουμένη γίνεται αναφορά στη συνδρομή μόνο των προϋποθέσεων της πρώτης παραγράφου του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, που αφορούν στη νομή του επίδικου εκ μέρους της αιτούσας για 30 έτη, ευρισκόμενη σε καλή πίστη κατά τον χρόνο κτήσης της νομής, χωρίς να γίνεται αναφορά στη συνδρομή και της άλλης αναγκαίας προϋπόθεσης που θέτει η ίδια διάταξη, περί του αδιατάρακτου της εν λόγω νομής της αιτούσας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου. Ωστόσο, με την εκκαλουμένη ορθά εφαρμόστηκε η πιο πάνω διάταξη, στο σύνολό της. Συγκεκριμένα, όπως δέχεται και η εκκαλουμένη, η αιτούσα και στη συνέχεια οι δικαιοπάροχοί της, νέμονταν το επίδικο, ασκώντας επί αυτού όλες τις πράξεις που αρμόζουν στη χρήση του (ανέγερση οικοδομής, διαμονή, επιτήρηση κλπ) με καλή πίστη, και διανοία κυρίου, καθώς βρισκόταν εντός του ρυμοτομικού σχεδίου, σε κατοικημένη περιοχή, ώστε να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτό δεν εντάσσεται σε δημόσιο κτήμα. Το Ελληνικό Δημόσιο ουδένα στοιχείο εισφέρει, ώστε να αποδειχθεί η κακή πίστη αυτών. Απεναντίας, η περιοχή έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλης προ του έτους 1981 (οπότε και εκδόθηκε η οικοδομική άδεια από τον ………….), καθεστώς στο οποίο μετήλθε χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση από πλευράς των συναρμοδίων τότε δημοσίων φορέων που συνεπλάκησαν κατά τον νόμο στην έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του ν.δ. της 17-7-1923 «Περί σχεδίων πόλεων και κωμών του Κράτους και οικοδομής αυτών». Επιπλέον το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε, έως την κοινοποίηση της υπό κρίση αίτησης σε αυτό, είχε διαμαρτυρηθεί για την άσκηση νομής επί του επίδικου. Επομένως, δοθέντος ότι σε ουδεμία ενέργεια είχε επιδοθεί το Ελληνικό Δημόσιο (πχ. επίδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής), επιπλέον δε ουδεμία διαταρακτική της καλόπιστης νομής της αιτούσας πράξης επικαλείται, ορθά εφάρμοσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ως άνω διάταξη και ο υπό κρίση λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Με τον δεύτερο λόγο της Β έφεσης το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο διαμαρτύρεται για το λόγο ότι με την εκκαλουμένη δεν ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε το ίδιο. Ως προς αυτό και για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στον δεύτερο λόγο της Α΄ έφεσης. Περαιτέρω, το εκκαλούν διαμαρτύρεται ότι μολονότι στις από 4-3-2020 προτάσεις του και στην από 6-3-2020 προσθήκη – αντίκρουση του διατύπωσε τον ισχυρισμό του ότι δεν τυγχάνει στην επίδικη περίπτωση εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, διότι το ίδιο έχει προβεί σε πράξεις διατάραξης της νομής της αιτούσας προσκομίζοντας και σχετικά έγγραφα, η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο, ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτό ότι το Ελληνικό Δημόσιο, μέσα στη δεκαετία πριν από την 19-3-2003, είχε διαταράξει τη νομή της αιτούσας με την άσκηση νόμιμων τρόπων προστασίας της νομής του, είναι ότι ουδείς εκ των τρόπων νόμιμης παρενόχλησης έλαβε χώρα, ήτοι δεν υπήρξε κοινοποίηση πράξης της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος ή πρωτοκόλλου κατάληψης, ή επίδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής. Ήτοι, ότι δεν είχε παρενοχληθεί η αιτούσα με οποιονδήποτε μέσο από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τρόπο ώστε να διαταραχθεί η καλόπιστη νομή της. Ακόμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται και στον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, έως την κοινοποίησή της στο Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ουδόλως είχε διαμαρτυρηθεί για την άσκηση νομής επί του επίδικου. Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Επομένως, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι των υπό κρίση εφέσεων πρέπει να απορριφθούν αυτές ως ουσία αβάσιμες να και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας εφεσίβλητης σε βάρος των εκκαλούντων, μειωμένα όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 11-12-2020 και 4-12-2020 εφέσεις, αντιμωλία της πρώτης εφεσίβλητης και ερήμην των δεύτερων εφεσιβλήτων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ΄ ουσίαν τις εφέσεις.
Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για κάθε εκκαλούντα.
Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 21-10-2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ