Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 671/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης    671/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……………, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Του εκκαλούντος: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Βαγενά (ΑΜ ΔΣΑ ………….) [ΔΕ ΜΑΡΙΑ ΒΑΓΕΝΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΜ ΔΣΑ ……], που κατέθεσε την από 16.9.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ).

Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο ……. Αττικής, οδός ………, με ΑΦΜ …… ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο Χρυσούλα Χασιώτη (ΑΜ ΔΣΑ …..), που κατέθεσε την από 16.9.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Β) Της εκκαλούσας: Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο ……… Αττικής, οδός ………, με ΑΦΜ …………., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο Χρυσούλα Χασιώτη (ΑΜ ΔΣΑ ………….), που κατέθεσε την από 16.9.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Του εφεσίβλητου: ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Βαγενά (ΑΜ ΔΣΑ ……..) [ΔΕ ΜΑΡΙΑ ΒΑΓΕΝΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΜ ΔΣΑ ………..], που κατέθεσε την από 16.9.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ).

Ο εκκαλών της υπό στοιχ. Α έφεσης και εφεσίβλητος της υπό στοιχ. Β έφεσης, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 20.12.2024 (με γεν.αριθ.κατάθ. …./2024 και αριθ.καταθ.δικογρ. ……/2024) αγωγή, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθ. 2768/2025 οριστική απόφαση, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, διατάσσοντας τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ο ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχ. Α έφεσης, με την από 30.3.2026 (με γεν.αριθ.κατάθ. …./2026 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2026) έφεση και η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ. Β έφεσης, με την από 30.3.2026 (με γεν.αριθ.καταθ. …../2026 και ειδ.αριθ.καταθ. ……/2026) έφεση, οι οποίες αμφότερες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.

Οι ανωτέρω υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίες παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 30.3.2026 με γεν.αριθ.κατάθ. …./2026 και ειδ.αριθ.καταθ. …./2026 έφεση και β) η από 30.3.2026 με γεν.αριθ.καταθ. ……/2026 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2026 έφεση,  στρεφόμενες κατά της υπ’αριθ. 2768/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατ’αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524παρ.1 ΚΠολΔ, ΕφΑθ4299/2006 ΕλλΔνη 47 1508).

Οι κρινόμενες εφέσεις κατά της υπ’αριθ. 2768/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνονται (495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του Ν. 5221/2025 και εφαρμόζεται για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από την 1.1.2026), την 30.3.2026, εντός της γνήσιας τριακονθήμερης προθεσμίας που αφετηριάστηκε με την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως την 26.2.2026 (βλ. σχετ. σημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….. επί του σώματος της εκκαλουμένης, νομίμως προσκομιζόμενης μετ’επικλήσεως από τον εκκαλούντα – εφεσίβλητο), ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου του άρθρου 495 ΚΠολΔ, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε οι ένδικες εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α΄ και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ.

Με την ένδικη από 20.12.2024 αγωγή, ο ενάγων εξέθετε ότι την 26.7.2016 προσλήφθηκε δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη εταιρεία, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως φύλακας παροπλισμένων πλοίων, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, με ωράριο 14.00 – 21.00 και επιπλέον το Σάββατο με ωράριο 13.00 – 18.00, αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχόμενων στο ποσό των 755,00 €. Οτι από την έναρξη της εργασίας του απασχολήθηκε υπό ένα ιδιότυπο ωράριο, παρέχοντας την εργασία του εναλλάξ ανά εβδομάδα και δη την μία εβδομάδα από Τετάρτη ώρα 7:00 έως Παρασκευή ώρα 7:00 με ώρες ανάπαυσης εντός του πλοίου από τις ώρα 12:00 το βράδυ έως τις 7:00 της επομένης ημέρας και την επόμενη εβδομάδα από Παρασκευή ώρα 7:00 έως Δευτέρα ώρα 7:00 με ώρες ανάπαυσης εντός του πλοίου από ώρα 12:00 το βράδυ έως τις 7:00 της επόμενης ημέρας. Οτι ελάμβανε αποδοχές κατώτερες των νομίμων, ως αυτές προβλέπονται για τους εργαζόμενους σε ναυτιλιακές εταιρείες και ότι κατά τις ειδικότερα προσδιοριζόμενες ημέρες, εντός των ετών 2018 έως 2020, παρείχε εργασία πέραν του οκταώρου, πραγματοποιώντας υπερεργασία και υπερωρία, επίσης ότι εργάστηκε υπερωριακά και κατά τη διάρκεια της νύχτας κατά την έκτη (6η) ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο) και κατά τις αργίες, χωρίς να λάβει τις νόμιμες αμοιβές, προσαυξήσεις και αποζημιώσεις, ενώ δεν έλαβε και επιδόματα εορτών και αδείας κατά τα έτη 2018 έως και 2020. Οτι την 7.11.2020, η εναγόμενη του υποσχέθηκε ότι η εργασία του θα μεταφερθεί σε άλλο πλοίο αναγκάζοντάς τον να υπογράψει οικειοθελή αποχώρηση, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει ποτέ σε νέα σύμβαση μαζί του. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν νομότυπης τροπής του συνόλου των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά που έλαβε χώρα με τις προτάσεις και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 223εδ.β, 297 ΚΠολΔ), ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 65.357,91 €, όπως ειδικότερα αναλύεται στα επιμέρους κονδύλια, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και κατόπιν ουσιαστικής έρευνας, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 643,95 €, για οφειλόμενες διαφορές δώρων εορτών και επιδόματος αδείας των ετών 2019 και 2020, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και καταδίκασε την εναγόμενη στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, οριζόμενης στο ποσό των 250 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται ήδη με τις ένδικες εφέσεις τους αμφότερες οι διάδικες πλευρές και, αποδίδοντάς της εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ζητούν την ουσιαστική παραδοχή των εφέσεών τους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης – η εκκαλούσα μόνο κατά το μέρος αυτής που επιδίκασε στον ενάγοντα τη διαφορά δώρων εορτών και επιδόματος αδείας των ετών 2019 και 2020 – την αναδίκαση της υποθέσεως από το Δικαστήριο τούτο και την εν συνόλω παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής αντιστοίχως καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική τους δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Ι. Κατά κανόνα, η εργασιακή σχέση προϋποθέτει ενεργό ή θετική παραδοχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξη κάποιου οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με την υποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, αν από τις περιστάσεις παραστεί ανάγκη. Οπως συνάγεται από τα άρθρα 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των ν. 3239/1933, 1876/1990 και 3755/1957, η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για “σχέση ετοιμότητας για εργασία”, η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες: (α) μία πρώτη κατηγορία που είναι και η πιο συνηθισμένη στην πρακτική, συνιστά η λεγόμενη “γνήσια ετοιμότητα για εργασία”, στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτήν τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, (β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη “μη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης”, κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο και (γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν “ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας” και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού. Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή άλλη κατηγορία. Η πάγια αυτή θέση της νομολογίας για την διάκριση, κατά την προδιαληφθείσα των όρων έννοια, μεταξύ της γνήσιας και της μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία αναφορικά με το θέμα αμοιβής του μισθωτού δεν διαφοροποιείται με το π.δ. 88/1999, με το οποίο εναρμονίσθηκε το εσωτερικό δίκαιο με την 93/104 ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 23-11-1993, η οποία τροποποιήθηκε με την επακολουθήσασα 2000/34 ΕΚ του Συμβουλίου της 22-6-2000 και σε συμμόρφωση προς αυτήν το π.δ. 88/1999 τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005 (ΑΠ Ολ 10/2009, ΑΠ 70/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος ………. και του μάρτυρα της εναγόμενης …………, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της υπ’αριθ. ΔΣΑ_ΕΒ_……_2025/8.4.2025 ένορκης βεβαίωσης του …………… και της υπ’αριθ. ΔΣΑ_ΕΒ_……._2025/8.4.2025 ένορκης βεβαίωσης του …………., ενώπιον του δικηγόρου …………., που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης (βλ. σχετ. υπ’ αριθμ. ……./3.4.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..), της υπ’αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_…_2025/31.3.2025 ένορκης βεβαίωσης του ……………. και της υπ’αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_….._2025/31.3.2025 ένορκης βεβαίωσης του …………., ενώπιον του δικηγόρου …………, που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. σχετ. υπ’αριθ. ……./24.3.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….), της υπ’αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_….._2025/7.4.2025 ένορκης βεβαίωσης του ………. και της υπ’αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_……_2025/7.4.2025 ένορκης βεβαίωσης του . ….. ενώπιον του δικηγόρου ……………., που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που καταγράφηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας των ενόρκως βεβαιούντων, καθώς και του συνόλου των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, τα οποία συνδυάζει με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρεία που διατηρεί υποκατάστημα στο ………… Αττικής, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων την επισκευή, ναυπήγηση, συντήρηση, καθαρισμό κλπ κάθε είδους πλοίων, τη διευκόλυνση ελλιμενισμού και παροπλισμού κάθε είδους πλοίων και σκαφών και την παροχή σχετικών υπηρεσιών καθώς και κάθε συναφούς δραστηριότητας. Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη ως φύλακας του ευρισκόμενου στον όρμο Ελευσίνας παροπλισμένου πλοίου «O», του οποίου η εναγόμενη είχε αναλάβει την επ’αμοιβή φύλαξη. Ειδικότερα, με την από 26.7.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων απασχολήθηκε στο ανωτέρω πλοίο που βρισκόταν παροπλισμένο στο καραβοστάσι Ελευσίνας, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μικτού μισθού 608,63 € (βλ.σχετ. την από 26.7.2026 σύμβαση εργασίας και την από 25.7.2026 αναγγελία πρόσληψης εργασίας), ενώ με την από 3.6.2019 τροποποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, συμφωνήθηκε ο μηνιαίος μικτός μισθός του στο ποσό των 755,04 € και επιπλέον η καταβολή στο τέλος κάθε μήνα, ποσού 100 € έναντι δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του εκτελώντας ένα ιδιότυπο ωράριο εργασίας από κοινού με τον έτερο φύλακα που απασχολούσε η εναγόμενη και δη εργαζόταν εναλλάξ κάθε εβδομάδα, τη μία εβδομάδα από Τετάρτη ώρα 7:00 έως Παρασκευή ώρα 7:00 με ώρες ανάπαυσης εντός του πλοίου από ώρα 12:00 το βράδυ έως ώρα 7:00 της επομένης ημέρας και την επόμενη εβδομάδα από Παρασκευή ώρα 7:00 έως Δευτέρα ώρα 7:00 με ώρες ανάπαυσης εντός του πλοίου από ώρα 12:00 το βράδυ έως ώρα 7:00 της επομένης ημέρας, δηλαδή εργαζόταν επί δεκαπέντε (15) ημέρες κάθε μήνα, όπως προκύπτει από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγόμενης ………. και ………………, οι οποίοι έχουν προσωπική αντίληψη για τις ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος, όντες και οι ίδιοι φύλακες παροπλισμένων πλοίων, εργαζόμενοι στην εναγόμενη εταιρεία, ο πρώτος από 27.5.2020 έως 7.7.2021 και ο δεύτερος από 4.1.2020 έως 6.12.2020 και δεν αντικρούονται οι καταθέσεις τους από άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων για λογαριασμό του ενάγοντος, οι οποίοι απλώς επιβεβαιώνουν το αναφερόμενο στην αγωγή ωράριο εργασίας. Το ανωτέρω πρόγραμμα ακολουθούσαν όλοι οι φύλακες – εργαζόμενοι – της εναγόμενης, στο οποίο συμφωνούσαν προκειμένου να αποφεύγουν περιττά έξοδα μετακίνησης αλλά και να επωφελούνται από την δεκαπενθήμερη παραμονή τους εκτός του πλοίου. Κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιάς του, ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παραμένει στο πλοίο, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 του υπ’αριθ. 43 Ειδικού Κανονισμού Λιμένα Ελευσίνας (ΦΕΚ 449Β/16.6.1994), έχοντας την ευθύνη της φύλαξής του από έκνομες ενέργειες τρίτων (πχ κλοπή εξαρτημάτων κλπ) καθώς και της επιτήρησης αυτού για την αποφυγή ρύπανσης, κλίσης και πυρκαγιάς. Η πρόσβαση του ενάγοντος (όπως και των υπολοίπων φυλάκων) στο πλοίο καθώς και η αποχώρησή του γινόταν με σκάφος που παρείχε η εναγόμενη για τους εργαζόμενους. Με την άφιξή του στο πλοίο ο ενάγων ήλεγχε την πρόσδεσή του καθώς και τη βύθιση αυτού, ενώ είχε την υποχρέωση να περιφέρεται σε διάφορα χρονικά διαστήματα (κατά την κρίση του), στα εσωτερικά και εξωτερικά μέρη του πλοίου προκειμένου να εποπτεύει αυτό ώστε σε περίπτωση κινδύνου να ειδοποιεί τις αρμόδιες λιμενικές αρχές και την εναγόμενη εταιρεία. Άλλες εργασίες δεν αποδείχθηκε ότι εκτελούσε, αφού για το σκοπό αυτό επισκέπτονταν καθημερινά το πλοίο συνεργεία της πλοιοκτήτριας, για τη συντήρηση και την επιθεώρησή του, τις επισκέψεις δε αυτές, όπως και τις εργασίες (επιτήρηση κλπ) που έκανε ο ίδιος καταχωρούσε στο ημερολόγιο φύλαξης που τηρείτο στο πλοίο. Κατά την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του ο ενάγων δεν αποδείχθηκε ότι διατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του όλες τις ώρες της βάρδιάς του. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι μετά τον έλεγχο για την ασφαλή πρόσδεση του πλοίου και την κλίση (έλεγχο βυθισμάτων) καθώς και την επιτήρηση των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων του πλοίου, μπορούσε να ξεκουράζεται στην καμπίνα του, όπου βρισκόταν το κρεβάτι του, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται, να παρακολουθεί τηλεόραση ή να συναντάται με τους φύλακες των παρακείμενων πλοίων σε κάποιο από αυτά. Επίσης δεν ήταν αναγκαία η  συνεχής επαγρύπνησή του κατά τη διάρκεια της νύχτας, αφού κάθε βράδυ σκάφος του λιμεναρχείου Ελευσίνας επιτηρούσε το σημείο που βρίσκονται τα παροπλισμένα πλοία, ενώ ακόμη και η αφή και η σβέση των φανών αγκυροβολίας του πλοίου γινόταν αυτόματα με ηλιακούς συλλέκτες και μπαταρίες που φορτίζονταν, ώστε να μην απαιτείται η εγρήγορση του φύλακα, επιπλέον δε τα παροπλισμένα πλοία ήταν δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο (σε ντάνα) ώστε ακόμη και εάν έσβηνε ένα φως σε ένα πλοίο δεν δημιουργούνταν κίνδυνος ατυχήματος, αφού κατά τον ίδιο χρόνο ήταν αναμμένα τόσο τα φώτα των υπολοίπων πλοίων όσο και οι υπόλοιπες λάμπες του συγκεκριμένου πλοίου, το οποίο δεν έπαυε να διακρίνεται. Εξάλλου, η μη απαιτητική καθημερινότητα του επαγγέλματος του ενάγοντος προκύπτει και από το προσκομιζόμενο ημερολόγιο των φυλάκων, από το οποίο αποδεικνύεται ότι γίνονταν καταχωρήσεις μία φορά το πρωί στις 8:00 και μία το βράδυ στις 20:00, μετά από κάθε επιτήρηση του πλοίου, γεγονός που κατά λογική αναγκαιότητα, άγει στην κρίση ότι ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της βάρδιάς του, δεν βρισκόταν σε συνεχή  εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών λειτουργιών του, αλλά εκτελούσε τα καθήκοντα φύλαξης κατά κύριο λόγο με την παρουσία του επάνω στο πλοίο. Άλλωστε κατά την κοινή πείρα και λογική, η συνεχής εγρήγορση του ενάγοντος όπως και κάθε άλλου εργαζόμενου επί 48 συνεχείς ώρες είναι αδύνατη (σχετ.Εφ.Πειρ.474/1990 ΕΝΔ 18.214) και υπερβαίνει τα όρια της σωματικής αντοχής. Κατόπιν όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απασχόληση του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της βάρδιάς του ως φύλακα στο ανωτέρω πλοίο, είχε χαρακτήρα απλής ετοιμότητας προς εργασία και επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν τυγχάνουν εφαρμογής, στην ένδικη περίπτωση, οι διατάξεις νόμων και συλλογικών συμβάσεων αναφορικά με τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις, μεταξύ άλλων, για υπερωριακή, υπερεργασιακή ή για εργασία τις Κυριακές και τις αργίες καθώς και για νυχτερινή εργασία, εφαρμοζόμενων μόνο των διατάξεων για τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, ως θα αναφερθεί κατωτέρω. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις ίδιες παραδοχές, απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν α) διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, β) αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και λόγω παράνομης υπερωρίας, γ) αποζημίωση για υπερωριακή εργασία και νυκτερινή υπερωριακή τα Σάββατα και δ) αποζημίωση για υπερωριακή εργασία και νυκτερινή υπερωριακή εργασία την Κυριακή, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, ο δε δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος δεν δύναται να υπαχθεί ούτε στις διατάξεις της Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας» που υπογράφηκε την 21.11.2017 και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υπουργική Απόφαση 46306/2608 (ΦΕΚ Β 3789/3.9.2018), η ρυθμιστική εμβέλεια της οποίας (όπως και της χρονικά επόμενης ΕΚΣΣΕ) καταλαμβάνει τους πάσης φύσεως εργαζόμενους όλης της χώρας με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας στις πάσης φύσεως ναυτιλιακές – ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις, ναυτικά πρακτορεία καθώς και γραφεία ταξιδίων που εκδίδουν εισιτήρια ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών. Τούτο διότι η εναγόμενη εταιρεία, η οποία κατά το παρελθόν διατηρούσε ναυπηγείο και δραστηριοποιούνταν σε ναυπηγικές εργασίες (σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση καταχώρησής της στο ΓΕΜΗ όπου αναφέρεται μεγάλος αριθμός υπηρεσιών, τις οποίες στην πραγματικότητα δεν προσέφερε), τα τελευταία έτη παρέχει μόνο υπηρεσίες ασφαλείας και φύλαξης παροπλισμένων πλοίων, προσλαμβάνοντας για το σκοπό αυτό το αναγκαίο προσωπικό (φύλακες) και δεν αποτελεί ναυτιλιακή εταιρεία ή ναυτικό πρακτορείο, υπό τη έννοια της ανωτέρω Συλλογικής Σύμβασης, η οποία ακόμη και εάν κηρύχθηκε υποχρεωτική, τυγχάνει ανεφάρμοστη στην επίδικη εργασιακή σχέση, εφόσον η εναγόμενη δεν υπάγεται στον επιχειρηματικό κλάδο των εργοδοτικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στην εν λόγω ΣΣΕ, ούτε έχει το αυτό ή παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας, ούτε λειτουργεί υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διάθεσης προϊόντων (σχετ.ΑΠ 926/2022, δημ. στην ιστοσελίδα www.areiospagos.gr). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια και απέρριψε σιωπηρά την εφαρμογή της εν λόγω ΣΣΕ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη, υπό στοιχ. Α έφεση να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβάλλει αίτημα, σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των κάθε είδους αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται σ’ αυτήν κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να διαλαμβάνονται και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής κάθε ενός εξ αυτών, καθώς έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από, τυχόν, καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959). Για αυτόν τον λόγο, άλλωστε, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας, που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσης αποδοχές του προσωπικού και τις αντίστοιχες επί αυτών κρατήσεις. (ΑΠ 836/2019, 529/2016, 1069/2014 και 1688/2012 δημοσ στην τνπ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1781/2014 δημοσ στην ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1537/2013 ΝοΒ 2014.356, ΑΠ 178/2010 ΕλλΔνη 2010.743, Εφ.Πειρ.373/2022, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται, για την εργασία που παρείχε στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και επίδομα αδείας για τα έτη 2019 και 2020, ενώ οι αξιώσεις που αφορούν τα σχετικά κονδύλια για το έτος 2018, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγόμενης και εφόσον ο ενάγων – εκκαλών δεν προβάλλει σχετικό παράπονο με λόγο έφεσης, το παρόν Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με αυτές. Ειδικότερα, ο ενάγων ο οποίος απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγόμενης εταιρείας από 1.1.2019 έως 6.12.2020, που είναι το επίδικο διάστημα για τον υπολογισμό των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας, δικαιούται: α) για επίδομα Χριστουγέννων ι) για το έτος 2019, το ποσό των 755,04€ που αντιστοιχεί σε ένα μισθό του έτους 2019 καθώς εργάστηκε για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου 2019 έως 31 Δεκεμβρίου 2019 και ιι) για το έτος 2020, δεδομένου ότι απασχολήθηκε επί 220 ημέρες εντός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος (1 Μαΐου 2020 έως 31 Δεκεμβρίου 2020) το ποσό των (755,04€ χ 2/25 χ 11,57 δεκαεννιαήμερα=) 698,83€, β) για επίδομα Πάσχα ι) για το έτος 2019 το ποσό των (755,04€/2=) 377,52€ και ιι) για το έτος 2020 το ποσό των (755,04€/2=) 377,52€ και γ) για επίδομα αδείας ίσο με το ήμισυ του μισθού του ενάγοντος ι) για το έτος 2019 το ποσό των (755,04€/2=) 377,52€ και ιι) για το έτος 2020 το ποσό των (755,04€/2=) 377,52€. Επομένως ο ενάγων δικαιούται από τις ανωτέρω αιτίες, για το έτος 2019 το συνολικό ποσό των (755,04 + 377,52 + 377,52 =) 1.510,08 €, έναντι του οποίου η εναγόμενη έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.200,00 €, οφειλόμενου του υπολοίπου ποσού των 310,08 €  και για το έτος 2020 το συνολικό ποσό των (698,83 + 377,52 + 377,52 =) 1.453,87 €, έναντι του οποίου η εναγόμενη έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.120,00 €, οφειλόμενου του υπολοίπου ποσού των 333,87 €. Η εναγόμενη, με το μοναδικό λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ Β) επαναφέρει την και πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση εξόφλησης, επικαλούμενη ότι ουδέν οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες αφού κατέβαλε στον ενάγοντα κάθε μήνα, με τη μισθοδοσία του, το επιπλέον ποσό των 100 € έναντι δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις μισθοδοσίας των ετών 2019 και 2020 μετά των συνημμένων αποδείξεων τραπεζικής καταβολής σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, στις οποίες αναφέρεται (σε κάθε απόδειξη τραπεζικής καταβολής) ως αιτιολογία ότι αφορά την εξόφληση του εκάστοτε μηνός και έναντι δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας. Ωστόσο από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις τραπεζικής καταβολής δεν προκύπτει το συγκεκριμένο ποσό που καταβλήθηκε για κάθε αντίστοιχη αιτία, ήτοι δεν προκύπτει ποιο μέρος από το καταβληθέν μηνιαίως ποσό των 100 € αντιστοιχούσε σε δώρο Χριστουγέννων, ποιο μέρος σε δώρο Πάσχα και ποιο μέρος σε επίδομα αδείας, χωρίς να αρκεί, με βάση την προηγηθείσα νομική σκέψη, η παράθεση του συνολικού ποσού για όλες συλλήβδην τις αιτίες, αφού με αυτό τον τρόπο στερείται τόσο ο ενάγων όσο και το Δικαστήριο να   ελέγξουν τη βασιμότητα των καταβολών. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση εξόφλησης ως προς το ποσό αυτό, ορθώς κατ` αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ.Β) τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ` ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβάλλει αίτημα, σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 30.3.2026 (με αριθ.κατάθ. …………/2026) έφεση και β) την από 30.3.2026 (με αριθ.καταθ. …………./2026) έφεση.

Δέχεται τυπικά την από 30.3.2026 (με αριθ.κατάθ. …………./2026) έφεση.

Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Δέχεται τυπικά την από την από 30.3.2026 (με αριθ.καταθ. …………/2026) έφεση.

Απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν.

Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους στις 23 Οκτωβρίου 2026.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                  Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ