ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 625/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή – Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της εκκαλούσας – ενάγουσας: της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στο …………., και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα με την επωνυμία «………..», οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισσάβετ Κωνσταντινίδου (ΑΜ ……… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).
Των εφεσίβλητων – εναγόμενων: 1) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στον ……… Αττικής, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στον ……… Αττικής, οδός ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυριαζή (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Β. Των εκκαλούντων – εναγόμενων: 1) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στον …….. Αττικής, οδός …….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στον ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυριαζή (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – ενάγουσας – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: 1) της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………» που εδρεύει στο …………., και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα με την επωνυμία «…………», οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) του συνδικάτου των ασφαλιστών στους ……….. «………» που εδρεύει στο ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……….» που εδρεύει στη ….. Αττικής, οδός …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, από τις οποίες η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισσάβετ Κωνσταντινίδου (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς) και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Γ. Της εκκαλούσας – ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης – πρώτης εναγόμενης: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στον ….. Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυριαζή (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – καθ’ ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: 1) της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» που εδρεύει στο ………., και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα με την επωνυμία «………», οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) του συνδικάτου των ασφαλιστών στους ………… «………..» που εδρεύει στο ………. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στη …….. Αττικής, οδός …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, από τις οποίες η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισσάβετ Κωνσταντινίδου (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς) και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο (ΑΜ ………. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 15.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …/2019 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα – δεύτερη εναγόμενη ζήτησε να γίνει δεκτή η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό ……/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα – πρώτη εναγόμενη ζήτησε να γίνει δεκτή η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …../2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2656/2023 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε ερήμην της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την κύρια αγωγή και τις προσεπικλήσεις – παρεμπίπτουσες αγωγές, απέρριψε την από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, την από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή και την από 15.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …../2019 αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη και έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη εναγόμενη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν: (Α) Η εκκαλούσα – ενάγουσα με την από 13.10.2023 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../20.10.2023 και ειδικό …/20.10.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../20.10.2023 και ειδικό …./20.10.2023, για τη δικάσιμο της 09.01.2025, και μετά από αναβολή για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, (Β) Οι εκκαλούσες – εναγόμενες με την από 23.11.2023 έφεσή τους που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../24.11.2023 και ειδικό …./24.11.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/23.12.2024 και ειδικό …./23.12.2024, για τη δικάσιμο της 20.11.2025, και μετά από αναβολή για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο και (Γ) Η εκκαλούσα – ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης – πρώτη εναγόμενη με τους από 11.11.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης που κατατέθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./11.11.2025 και ειδικό ……/11.11.2025 και προσδιορίστηκαν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας – ενάγουσας και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων – εναγόμενων και της εκκαλούσας – ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης – πρώτης εναγόμενης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο η υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεση, η υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση και οι υπό στοιχείο Γ’ από 11.11.2025 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, και συνεπώς, ενόψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά την αυτοτέλεια τους, τελούν σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτή παρακολουθηματικό χαρακτήρα (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 2009, αρ. 584, σελ. 250) και δικάζονται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. I, άρθρο 520, αρ. 36, σελ. 930, ΕφΑθ 504/2020 ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν μπορεί να νοηθεί χωριστή συζήτησή τους (βλ. Χ. Ευθυμίου, σε X. Απαλαγάκη – Σ. Σταματόπουλου, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842& 4855/2021, έκδ. 2022, άρθρο 520, αρ. 6, σελ. 1704-1705), πρέπει να συνεκδικαστούν η υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεση, η υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση και οι υπό στοιχείο Γ’ από 11.11.2025 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, και κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ).
Στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή, ο οποίος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, αν η κύρια αγωγή απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της ενωμένης με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, και ασκήσει έφεση ο ενάγων της κύριας δίκης, η οποία στρέφεται παραδεκτώς μόνο κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε την αγωγή του και κατά των αντιδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, ήτοι του εναγόμενου και του υπέρ αυτού παρεμβάντος, ο προσεπικαλέσας – κυρίως εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων νομιμοποιείται στην άσκηση επικουρικής έφεσης κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου, ζητώντας την επανεξέτασή της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος, καθώς σε αντίθετη περίπτωση δεν μεταβιβάζεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης. Η τελευταία αυτή έφεση κατ’ ανάγκη θα είναι επικουρική, θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης του κυρίως ενάγοντος, διότι αλλιώς δεν έχει ο προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, ανατρέχει, όμως, κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγόμενου, στο χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου (ΑΠ 450/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1194/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 693/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1357/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1601/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1315/1993 ΕλλΔνη 1994. 1593, ΕφΛαρ 75/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 94/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 161/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1512/2011 ΕλλΔνη 2012. 534, ΜονΕφΛαρ 38/2014 Δικογραφία 2015. 148, Κ. Οικονόμου, Η έφεση, έκδ. 2017, άρθρ0 516, αριθ. 18, σελ. 78). Τούτο δε λόγω του ότι η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή έχει εκ των πραγμάτων επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή εξετάζονται μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής, εάν δηλονότι η κύρια αγωγή απορριφθεί, το δικόγραφο της προσεπίκλησης και της ενωμένης μ’ αυτό παρεμπίπτουσας αγωγής δεν εξετάζεται ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 1353/2008 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, για να μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο και κατά το μέρος αυτό, δηλαδή όσον αφορά την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει έφεση (επικουρική) και ο ηττημένος προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής ζητώντας την επανεξέτασή της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος (ΕφΑθ 2416/2010 ΕλλΔνη 2011. 850, ΕφΑθ 6841/2008 ΕφΑΔ 2009. 597, ΕφΛαρ 55/2007 Δικογραφία 2007. 110). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες υπό στοιχεία Α’ και Β’ εφέσεις προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 2656/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκε ερήμην της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η από 15.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …./2019 αγωγή, η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, καθώς και η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …./2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, απορρίφθηκαν η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου, η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω πλασματικής ερημοδικίας της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, και η από 15.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …../2019 κύρια αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, και έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη. Οι ένδικες υπό στοιχεία Α’ και Β’ εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον οι εφέσεις ασκήθηκαν μετά την 01.01.2016), καθόσον η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2656/2023 απόφαση επιδόθηκε στις εναγόμενες την 31.10.2023 (βλ. τη σχετική από 31.10.2023 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……….. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 2656/2023 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), ενώ η μεν κρινόμενη υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 20.10.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../20.10.2023 και ειδικό …/20.10.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, η δε κρινόμενη υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 24.11.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../24.11.2023 και ειδικό …/24.11.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Εξάλλου, η υπό στοιχείο Β’ έφεση επιτρεπτά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ασκήθηκε επικουρικά από την δεύτερη εκκαλούσα – δεύτερη κυρίως εναγόμενη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα κατά της δεύτερης εφεσίβλητης – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης, δικονομικής εγγυήτριας – ασφαλιστικής εταιρείας, για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ έφεσης της εκκαλούσας – κυρίως ενάγουσας. Επομένως, πρέπει οι υπό στοιχεία Α’ και Β’ εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό των εφέσεων έχουν κατατεθεί από τους εκκαλούντες τα παράβολα των 150,00 ευρώ που προβλέπονται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε διότι πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 238/2001 ΕλλΔνη 42. 1598, ΕφΑθ 328/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εκκαλούσα – πρώτη εναγόμενη άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης με το από 11.11.2025 ιδιαίτερο δικόγραφό της, το οποίο επιδόθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη – ενάγουσα την 12.11.2025 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …../12.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………..) και στην δεύτερη εφεσίβλητη – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη την 12.11.2025 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …../12.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …… .). Οι υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαιο της απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …../2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, λόγω πλασματικής ερημοδικίας της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, και το οποίο έχει προσβληθεί με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχείο Β’ έφεσης, διευρύνοντας την αιτιολογία αυτού, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την 11.11.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης με αριθμό γενικό …../11.11.2025 και ειδικό …/11.11.2025 της γραμματέως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο, και την επίδοση αυτού στην πρώτη εφεσίβλητη – ενάγουσα την 12.11.2025 και στην δεύτερη εφεσίβλητη – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη την 12.11.2025, αφού τόσο η κατάθεση του δικογράφου, όσο και η επίδοσή του, έλαβε χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών από τη συζήτηση της κρινόμενης υπό στοιχείο Β’ έφεσης. Κατόπιν τούτων, οι υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών, συνεκδικαζόμενοι, όπως προαναφέρθηκε, με τις κρινόμενες υπό στοιχεία Α’ και Β’ εφέσεις.
Η ενάγουσα στην από 15.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …/2019 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι την 19.06.2018 και την 21.06.2018, αντίστοιχα, η εδρεύουσα στην ….. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» πώλησε στις αλλοδαπές εταιρείες με τις επωνυμίες «…………» και «…………», αντίστοιχα, που εδρεύουν στο ….., τα εμπορεύματα (τσιγάρα) που περιγράφονται κατ’ είδος, ποσότητα χαρτοκιβωτίων, ποσότητα πακέτων ανά χαρτοκιβώτιο, τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο και συνολικό ποσό, στα υπ’ αριθ. …../19.06.2018 και …../21.06.2018 τιμολόγια, αξίας 21.205,20 ευρώ και 53.389,51 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικής αξίας 74.594,71 ευρώ, ενώ το τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί εντός 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, ότι την 19.06.2018 και την 21.06.2018, αντίστοιχα, η πωλήτρια εταιρεία ήρθε σε επαφή με την πρώτη εναγόμενη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκτελεί διεθνείς μεταφορές, και με έγγραφες εντολές, στις οποίες περιέχονταν τα πλήρη στοιχεία και η περιγραφή των εμπορευμάτων και της συσκευασίας αυτών, τα πλήρη στοιχεία κάθε παραλήπτριας, οι οδηγίες για την έκδοση φορτωτικής CMR και η ειδική επισήμανση ότι τα τελωνειακά έγγραφα, ήτοι τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονταν για τη διακίνηση προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, όπως εν προκειμένω τα τσιγάρα, έπρεπε να συνοδεύουν τα εμπορεύματα και να παραδοθούν στις παραλήπτριες, ανέθεσε στην πρώτη εναγόμενη την οδική μεταφορά των εμπορευμάτων από την Αθήνα στο Βέλγιο, έναντι κομίστρου και την παράδοση αυτών στις αγοράστριες ως άνω εταιρείες, ότι σύμφωνα με την από 10.01.2012 επιστολή της πρώτης εναγόμενης προς την πωλήτρια εταιρεία, τα εμπορεύματα που θα μεταφέρονταν στο εξωτερικό, για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας, με ομαδικές αποστολές (groupage), θα παραδίδονταν προς μεταφορά στην πρώτη εναγόμενη στις αποθήκες της προστηθείσας αυτής δεύτερης εναγόμενης, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………», που βρίσκονται στον …….. Αττικής, στη θέση ….., επί της οδού …….., όπου θα φυλάσσονταν μέχρι τη μεταφορά τους στον προορισμό τους από την πρώτη εναγόμενη, ότι την 19.06.2018, η πωλήτρια εταιρεία φόρτωσε στο με αριθμό κυκλοφορίας …….. φορτηγό τα εμπορεύματα, τα οποία προορίζονταν για την αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία «………….», προκειμένου να μεταφερθούν από την …………. στον …………. Αττικής και να παραδοθούν στις αποθήκες της δεύτερης εναγόμενης, σύμφωνα με τις οδηγίες της πρώτης εναγόμενης, έχοντας εκδώσει το υπ’ αριθ. ……/19.06.2018 τιμολόγιο συναλλαγών για μεταφορά αγαθών, στο οποίο αναγράφονταν ως αποστολέας η πωλήτρια εταιρεία με την επωνυμία «………….» και ως παραλήπτρια η δεύτερη εναγόμενη, και τα οποία αφίχθησαν στον …………. Αττικής την 20.06.2018 και παραλήφθηκαν προς φύλαξη από την δεύτερη εναγόμενη, για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, ότι την 21.06.2018, η πωλήτρια εταιρεία φόρτωσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ……….. φορτηγό τα εμπορεύματα, τα οποία προορίζονταν για την αγοράστρια αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………….», προκειμένου να μεταφερθούν από την …………. στον …………. Αττικής και να παραδοθούν στις αποθήκες της δεύτερης εναγόμενης, σύμφωνα με τις οδηγίες της πρώτης εναγόμενης, έχοντας εκδώσει το υπ’ αριθ. ……./21.06.2018 τιμολόγιο συναλλαγών για μεταφορά αγαθών, στο οποίο αναγράφονταν ως αποστολέας η πωλήτρια εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και ως παραλήπτρια η δεύτερη εναγόμενη, και τα οποία αφίχθησαν στον …………. Αττικής την 22.06.2018 και παραλήφθηκαν προς φύλαξη από την δεύτερη εναγόμενη, για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, ότι η πωλήτρια εταιρεία είχε επιμεληθεί την έκδοση των αναφερόμενων στην αγωγή τελωνειακών εγγράφων για τη διακίνηση των εμπορευμάτων (τσιγάρων) που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, τα οποία παραδόθηκαν στη δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να συνοδεύσουν τα εμπορεύματα κατά τη μεταφορά τους και να παραδοθούν στις παραλήπτριες εταιρείες, ότι η αξία των μεταφερόμενων εμπορευμάτων (τσιγάρων) προσδιορίσθηκε σύμφωνα με τη συνήθη τιμή των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποσότητας (μη υπάρχουσας χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής), στον τόπο και στον χρόνο που αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά, ήτοι στον …………. Αττικής την 20.06.2018 και την 22.06.2018, αντίστοιχα, ότι την 28.06.2018, ενώ τα εμπορεύματα φυλάσσονταν ακόμη στις αποθήκες της δεύτερης εναγόμενης, η πωλήτρια εταιρεία πληροφορήθηκε από την πρώτη εναγόμενη ότι περί ώρες 01.00 – 03.00 της ίδιας ημέρας, είχε επισυμβεί διάρρηξη των αποθηκών, κατά την οποία κλάπηκαν 122 από το σύνολο των 130 χαρτοκιβωτίων των εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «…………….», καθώς και το σύνολο των 203 χαρτοκιβωτίων των εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «……………», ότι σύμφωνα με την από 29.06.2018 καταγγελία προς το Τ.Α. ………….υ του …………….., συνδιαχειριστή της πρώτης εναγόμενης, αυτός ενημερώθηκε περί ώρα 7.00 από την εταιρεία φύλαξης «…………» που είχε αναλάβει τη φύλαξη των αποθηκών της δεύτερης εναγόμενης, ότι είχαν διαρρηχθεί και είχαν αφαιρεθεί εμπορεύματα, αφού είχε παραβιασθεί η κεντρική θύρα εισόδου και η θύρα της αποθήκης, ότι από τις κάμερες ασφαλείας διαπιστώθηκε ότι η κλοπή έλαβε χώρα την ώρα 02.18, από πέντε τουλάχιστον άγνωστα άτομα, τα οποία εισήλθαν στις αποθήκες σπάζοντας παράθυρο – φεγγίτη και απασφαλίζοντας στη συνέχεια την θύρα των αποθηκών από το εσωτερικό αυτών, στις οποίες και παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού είχαν κόψει τα καλώδια της τηλεφωνικής σύνδεσης με αποτέλεσμα να μη δοθεί σήμα στο κέντρο λήψης σημάτων της ανωτέρω εταιρείας φύλαξης, παρότι ο συναγερμός ηχούσε, και αφού είχαν στρέψει τις κάμερες σε άλλη κατεύθυνση προκειμένου να μην καταγράφονται οι κινήσεις τους, ότι η ενάγουσα, αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στο …………….. και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα με την επωνυμία «………………..», είχε συνάψει σύμβαση ασφάλισης μεταφορών με την πωλήτρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..», δυνάμει του υπ’ αριθ. …………./… από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά παντός κινδύνου βλάβης ή/και απώλειας των μεταφερόμενων εμπορευμάτων (πούρα, τσιγάρα, καπνός για στριφτά τσιγάρα και λοιπά συναφή), με διάρκεια από την 01.01.2017 έως την 31.12.2018, ότι μόλις η ενάγουσα ενημερώθηκε για το συμβάν της κλοπής, ανέθεσε στην εταιρεία πραγματογνωμόνων «…………..» τη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η κλοπή των εμπορευμάτων και ακολούθως συντάχθηκε η υπ’ αριθ. ………….. έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε 24ώρη φύλαξη των αποθηκών της δεύτερης εναγόμενης, δεν υπήρχε σύστημα συναγερμού συνδεδεμένο με κέντρο λήψης σημάτων, ενώ η εταιρεία φύλαξης «……………» διενεργούσε τυχαία περιπολίες, χωρίς να υποχρεούται να ενημερώνει για τον χρόνο που αυτές πραγματοποιούνταν, με αποτέλεσμα να μη γίνει εγκαίρως αντιληπτή η διάρρηξη και η κλοπή των εμπορευμάτων, που διαπιστώθηκαν πολύ αργότερα όταν οι δράστες είχαν ήδη απομακρυνθεί, ότι τα συστήματα αποτροπής διάρρηξης – κλοπής, και τα συστήματα φύλαξης – παρακολούθησης των αποθηκών της δεύτερης εναγόμενης ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα και ανεπαρκή, αφού οι διαρρήκτες εισήλθαν ανενόχλητοι στον περιβάλλοντα χώρο και στη συνέχεια στο χώρο των αποθηκών από μη παγιδευμένο παράθυρο, άνοιξαν την θύρα εισόδου των αποθηκών, αφαίρεσαν τα εμπορεύματα από 13 συνολικά παλέτες και τα φόρτωσαν σε δικό τους όχημα που είχε σταθμεύσει στην είσοδο του κτιρίου, παραβιάζοντας την κεντρική θύρα εισόδου και διανύοντας απόσταση άνω των 60 μέτρων χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, ότι δεν είχαν ληφθεί επαρκή μέτρα φύλαξης και παρακολούθησης των αποθηκών της δεύτερης εναγόμενης, λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο για εμπορεύματα υψηλής μεταπωλητικής αξίας και ότι στη συγκεκριμένη περιοχή δρούσαν οργανωμένες ομάδες ατόμων που εμπορεύονταν λαθραία προϊόντα καπνού, ότι η πωλήτρια εταιρεία που έφερε τον κίνδυνο μεταφοράς των πωληθέντων εμπορευμάτων και είχε την κυριότητα αυτών κατά το χρόνο της κλοπής τους, υπέστη ζημία ίση με την αξία αυτών, πλέον των αναλογούντων φόρων (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και Φόρος Προστιθέμενης Αξίας) συνολικού ποσού 621.140,27 ευρώ, και συγκεκριμένα ζημία ύψους 20.085,20 ευρώ που συνιστά την τιμολογιακή αξία των εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «……………», πλέον του ποσού των 202.279,35 ευρώ που κατέβαλε στο Τελωνείο ………….ς για αναλογούντα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, ήτοι ζημία συνολικού ποσού 222.364,55 ευρώ, καθώς και ζημία ύψους 53.389,51 ευρώ που συνιστά την τιμολογιακή αξία των εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «…………», πλέον του ποσού των 345.386,21 ευρώ που κατέβαλε στο Τελωνείο ………….ς για αναλογούντα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, ήτοι ζημία συνολικού ποσού 398.775,72 ευρώ, ότι λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και σε εκτέλεση της σύμβασης ασφάλισης μεταφορών που καταρτίσθηκε δυνάμει του υπ’ αριθ. ………./.. από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η ενάγουσα κατέβαλε στη ζημιωθείσα ασφαλισμένη της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», ως αποζημίωση για την απώλεια των κλαπέντων εμπορευμάτων, το συνολικό ποσό των 596.294,66 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 20.085,20 ευρώ και το ποσό των 53.389,51 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 73.474,71 ευρώ αντιστοιχούσε στην τιμολογιακή αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων και το ποσό των 522.819,95 ευρώ αντιστοιχούσε σε μέρος των αναλογούντων φόρων (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και Φόρος Προστιθέμενης Αξίας) συνολικού ποσού 547.665,56 ευρώ, επιφυλασσόμενη να καταβάλει στην ασφαλισμένη της εταιρεία και οποιοδήποτε ποσό αναλογούντων φόρων τυχόν επιβληθεί από τις αρμόδιες βελγικές αρχές, ότι μετά την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 596.294,66 ευρώ, στην οποία προέβη δυνάμει του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 και δυνάμει της από 27.03.2019 εκχώρησης των δικαιωμάτων της ασφαλισμένης της, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..», κατά παντός τρίτου υπαίτιου της ζημίας αυτής, η οποία αναγγέλθηκε στις εναγόμενες με την υπό κρίση αγωγή, υποκαταστάθηκε για το συνολικό ποσό των 596.294,66 ευρώ, στα αναγωγικά δικαιώματα της ασφαλισμένης της εταιρείας κατά των εναγόμενων ως υπευθύνων για την επίδικη απώλεια, ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται ως οδική μεταφορέας, άλλως ως παραγγελιοδόχος της επίδικης μεταφοράς, για την ανωτέρω ζημία, την οποία υπέστη η ασφαλισμένη της εταιρεία, εξαιτίας της απώλειας των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, συνολικού ποσού 596.294,66 ευρώ, και στης οποίας τα δικαιώματα υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, ότι λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η κλοπή των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, συντρέχει περίπτωση ηθελημένης κακής διαχείρισης, καθόσον η πρώτη εναγόμενη υπέδειξε χώρο παράδοσης των εμπορευμάτων προς παραλαβή για μεταφορά από την ίδια, ο οποίος φυλασσόταν πλημμελώς από την προστηθείσα αυτής δεύτερη εναγόμενη, με αποτέλεσμα να παρασχεθεί στους δράστες της κλοπής άνεση χρόνου και κίνησης, αφού δεν υπήρχε φύλαξη κατά τις ώρες που οι αποθήκες της δεύτερης εναγόμενης παρέμεναν κλειστές και η εταιρεία φύλαξης «…………..» δεν μετέβη στις αποθήκες κατά τη διάρκεια του συμβάντος, ενόσω οι δράστες βρίσκονταν ακόμη εκεί, αν και γνώριζε ότι τα μέτρα φύλαξης και παρακολούθησης ήταν ανεπαρκή και ότι ήταν πιθανό να διαρρηχθούν οι αποθήκες, όπως και συνέβη, αδιαφορώντας για την περίπτωση πιθανής διάρρηξης και κλοπής των εμπορευμάτων, ότι επικουρικά η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται ως θεματοφύλακας έναντι αμοιβής, για κάθε πταίσμα, αφού δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα για την ασφαλή φύλαξη των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, κυρίως με την πρόσληψη φύλακα κατά τις ώρες που οι αποθήκες παρέμεναν κλειστές, ενώ και η δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται ως θεματοφύλακας έναντι αμοιβής για κάθε πταίσμα, ως προστηθείσα από την πρώτη εναγόμενη. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ανωτέρω ποσό των 596.294,66 ευρώ, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής από τη συναφθείσα μεταξύ της ασφαλισμένης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………………» και της πρώτης εναγόμενης ως μεταφορέα, άλλως ως παραγγελιοδόχου μεταφοράς, σύμβαση οδικής μεταφοράς, κατά δε την επικουρική βάση της από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση παρακαταθήκης, η δε δεύτερη εναγόμενη ως προστηθείσα από την πρώτη εναγόμενη, το ποσό δε αυτό με το νόμιμο τόκο από την επέλευση της ζημίας την 28.06.2018, άλλως από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης την 27.03.2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Η δεύτερη εναγόμενη, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω κύρια αγωγή, με το από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό …../2019 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο ενσωμάτωσε το περιεχόμενο της κύριας αγωγής, που είχε ασκηθεί εναντίον της, προσεπικάλεσε το συνδικάτο των ασφαλιστών στους ………. «…………» που εδρεύει στο …………. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….», ως δικονομική της εγγυήτρια, να παρέμβει υπέρ αυτής και να την υποστηρίξει στην ως άνω εκκρεμή δίκη, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι αυτή είναι υπόχρεη σε αποζημίωση, δυνάμει έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης κάλυψης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης αποθηκευτή, στην οποία περιλαμβάνεται η αστική ευθύνη της ασφαλισμένης για ζημιές στα εμπορεύματα, κατά τη διάρκεια που αυτά είναι υπό την επίβλεψη, φύλαξη ή διαχείριση της ασφαλισμένης βάσει σύμβασης αποθήκευσης, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατ’ αυτής, με την οποία ζήτησε, μετά την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό με τις έγγραφες προτάσεις της, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, άλλως στην ίδια, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό τυχόν υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής, μέχρι του ποσού των 596.294,66 ευρώ, νομιμοτόκως από την 28.06.2018, άλλως από την 27.03.2019, άλλως από την επίδοση της κύριας αγωγής, άλλως από την επίδοση της προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η αντίδικός της στη δικαστική της δαπάνη. Η πρώτη εναγόμενη, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω κύρια αγωγή, με το από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2019 και ειδικό ……./2019 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο ενσωμάτωσε το περιεχόμενο της κύριας αγωγής, που είχε ασκηθεί εναντίον της, προσεπικάλεσε το συνδικάτο των ασφαλιστών στους ……… «………..» που εδρεύει στο …….. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………», ως δικονομική της εγγυήτρια, να παρέμβει υπέρ αυτής και να την υποστηρίξει στην ως άνω εκκρεμή δίκη, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι αυτή είναι υπόχρεη σε αποζημίωση, δυνάμει έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης κάλυψης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης αποθηκευτή, στην οποία περιλαμβάνεται η αστική ευθύνη της ασφαλισμένης και των προστηθέντων της, ως διαμεταφορέων διεθνών μεταφορών, για την περίπτωση απώλειας ή ζημίας ή καταστροφής των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς αυτών, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατ’ αυτής, με την οποία ζήτησε, μετά την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό με τις έγγραφες προτάσεις της, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, άλλως στην ίδια, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό τυχόν υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής, μέχρι του ποσού των 596.294,66 ευρώ, νομιμοτόκως από την 28.06.2018, άλλως από την 27.03.2019, άλλως από την επίδοση της κύριας αγωγής, άλλως από την επίδοση της προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η αντίδικός της στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 2656/2023 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε ερήμην της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας – πρώτης εναγόμενης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την κύρια αγωγή και τις προσεπικλήσεις – παρεμπίπτουσες αγωγές, απέρριψε την από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2019 και ειδικό ……./2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου και καταδίκασε την προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης, απέρριψε την από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2019 και ειδικό ……/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού έκρινε ότι, παρά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, εφόσον η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή προσδιορίσθηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 26.02.2020, ήτοι μετά την 30.11.2019, οπότε τέθηκε σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 4640/2019, η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα υποχρεούται στην καταβολή του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου και καταδίκασε την τελευταία στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης, απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της, και καταδίκασε την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης εναγόμενης, ενώ απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας κατά το κονδύλιο των 522.819,95 ευρώ, που αποτελεί μέρος του ποσού που η ασφαλισμένη της ενάγουσας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» κατέβαλε για αναλογούντα στα πωληθέντα εμπορεύματα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), και έκρινε την κύρια αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη, ορισμένη και νόμιμη μόνο κατά το κονδύλιο των 73.474,71 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των απολεσθέντων εμπορευμάτων και των δύο συμβάσεων πώλησης, στηριζόμενη κατά την κύρια βάση της στη συναφθείσα μεταξύ της ασφαλισμένης της ενάγουσας ως άνω εταιρείας και της πρώτης εναγόμενης σύμβαση διεθνούς οδικής μεταφοράς, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3, 17 παρ. 1, 23 παρ. 1, 2, 27 παρ. 1 και 29 παρ. 1 της CMR, των άρθρων 95-98 και 210 του ΕμπΝ, των άρθρων 445 και 681 επ. του ΑΚ, και κατά την κύρια βάση της, με την οποία η πρώτη εναγόμενη φέρεται να ευθύνεται επικουρικά ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, στηριζόμενη συμπληρωματικά στις διατάξεις της CMR που περιορίζουν την ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ως εγγυητική στο μέτρο της ευθύνης του μεταφορέα, του άρθρου 7 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 593/2008, των άρθρων 1, 11, 14 παρ. 1, 33 παρ. 2 και 4 του Ν. 2496/1997, των άρθρων 287 εδ. α’, 297 εδ. α’, 298 εδ. α’, 330, 340, 345, 346, 455, 458, 460, 462, 469 του ΑΚ, των άρθρων 176, 907-908 του ΚΠολΔ, εκτός από την επικουρική βάση της κύριας αγωγής από τη συναφθείσα μεταξύ της ασφαλισμένης της ενάγουσας ως άνω εταιρείας και της πρώτης εναγόμενης σύμβαση παρακαταθήκης, που κρίθηκε μη νόμιμη και απορριπτέα, και το παρεπόμενο αίτημα επιδίκασης τόκων κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους πριν την επίδοση της αγωγής, που κρίθηκε μη νόμιμο και απορριπτέο, στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 73.474,71 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και καταδίκασε την πρώτη εναγόμενη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: (Α) Η εκκαλούσα – ενάγουσα με την υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεσή της για τους περιεχόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ώστε να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή της στο σύνολό της ως προς την πρώτη και την δεύτερη των εναγόμενων, (Β) Οι εκκαλούσες – εναγόμενες με την υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεσή τους, στρεφόμενη κατά της ενάγουσας, για τους περιεχόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να απορριφθεί η εναντίον τους κύρια αγωγή, και στρεφόμενη κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ως δικονομικής της εγγυήτριας επικουρικά για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ έφεσης της εκκαλούσας – κυρίως ενάγουσας ως προς την δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να γίνει δεκτή η από 01.10.2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της δεύτερης εναγόμενης και (Γ) Η εκκαλούσα – ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης – πρώτη εναγόμενη με τους υπό στοιχείο Γ’ από 11.11.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης, που αφορούν στο κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, το οποίο έχει προσβληθεί με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχείο Β’ έφεσης και με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2019 και ειδικό ……./2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας – πρώτης εναγόμενης, λόγω πλασματικής ερημοδικίας αυτής, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν οφείλεται δικαστικό ένσημο για την υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή της, κατόπιν της τροπής του αιτήματός της σε αναγνωριστικό, προβάλλοντας την αντισυνταγματικότητα της διάταξης άρθρου 42 παρ. 1 του Ν. 4640/2019 που επιβάλει την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί των εκκρεμών καταψηφιστικών αγωγών που μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές, μετά τη δημοσίευση του νόμου και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 01.01.2020, και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ώστε να γίνει δεκτή η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της, προσκομίζοντας ήδη με την άσκηση των πρόσθετων λόγων έφεσης, το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου για το αποτιμητό σε χρήμα αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής της (βλ. το υπ’ αριθ. …………. ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού 6.315,96 ευρώ, σε συνδυασμό με το από 07.11.2025 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας περί πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου της Τράπεζας EUROBANK), και ζητώντας να διαταχθεί η επιστροφή στην ίδια του καταβληθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου σε περίπτωση που γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης ότι δεν οφείλεται δικαστικό ένσημο για την υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓπΟΗ/1912 «Περί δικαστικών ενσήμων», όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ/τος 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν.δ. 4189/1961, η παράλειψη προκαταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. ΓπΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο παραλείπων την καταβολή ενάγων, λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην, με επακόλουθο να απορρίπτεται η αγωγή του, λόγω πλασματικής ερημοδικίας. Η απόρριψη της αγωγής στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα όχι για τυπικό αλλά για ουσιαστικό λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητάς της και απαράδεκτο επανεγέρσεώς της, εάν η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1436/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 538/2019 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓπΟΗ/1912 είναι ότι είς το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δέν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού», κατά δε την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 προβλέπεται ότι: «Τα εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις 1, 2 και 3 του άρθρου τούτου οριζόμενα εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών».. (περί του ότι το άρθρο 7 του ν.δ/τος 1544/1942 ερμήνευσε αυθεντικά τα άρθρα 2 και 8 του ΓπΟΗ/1912, και συνεπώς συνιστά ερμηνευτικό νόμο (ΑΠ 382/2011 σε ιστοσελίδα ΑΠ). Ακολούθως με το άρθρο 70 του Ν. 3994/2011 η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού» καθιερουμένης έτσι το πρώτον της υποχρεώσεως καταβολής ενσήμου και ως προς τις αναγνωριστικές αγωγές, ενώ κατά την παρ. 14 του άρθρου 72 του ιδίου Ν. 3994/2011 ορίσθηκε ότι: «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κατά δε το άρθρο 77 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου ως τέτοια ορίσθηκε 02.07.2011. Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 4055/2012, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του Ν. 3994/2011, αντικαταστάθηκε και πάλι ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663,677, 68ΙΑ και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». Κατά δε το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ορίσθηκε ότι: «Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του Ν. 3994/2011 δεν εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Ακολούθησε το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 4446/2016, με το οποίο ο νομοθέτης αποκατέστησε το νομικό καθεστώς που υπήρχε προ του Ν. 3994/2011 και κατήργησε από την 21.12.2016 (έναρξη ισχύος του νόμου αυτού) την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου για τις αναγνωριστικές αγωγές, ανεξαρτήτως αρμοδιότητας Δικαστηρίου, ενώ με την παρ 2 του ιδίου άρθρου 33 του Ν. 4446/2016, προβλέφθηκε ότι η άρση της υποχρέωσης καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αγωγές, ήτοι τόσο αυτές που ασκήθηκαν ως αναγνωριστικές, όσο και αυτές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν τη δημοσίευση του νόμου (21.12.2016), εφόσον μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του. Τέλος, με το άρθρο 42 παρ. 1 του Ν. 4640/2019 αντικαταστάθηκε εκ νέου η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 επαναφέροντας και πάλι την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και πλέον ορίζεται ότι «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού», ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 42 του Ν. 4640/2019 ορίσθηκε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011, οι αναγνωριστικές αγωγές, που δικάζονταν κατά την τακτική διαδικασία, υπόκειντο σε τέλος δικαστικού ενσήμου, β) Με το άρθρο 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, εισήχθη εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, δηλαδή, από τον κανόνα ότι η διάταξη της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου, η οποία προβλέπει ποιες αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών. Ειδικότερα, με το άρθρο 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, ο νομοθέτης όρισε ότι η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, η οποία πλέον προέβλεπε ότι σε δικαστικό ένσημο υπόκεινται και οι αναγνωριστικές αγωγές, δεν θα εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αγωγές, αλλά μόνο στις αγωγές, που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011. Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης επέλεξε να μην υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ήδη ασκηθεί, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν. 3994/2011, δηλαδή όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ασκηθεί μέχρι την 25.07.2011, γ) με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, ο νομοθέτης όρισε ότι, η ως άνω εξαίρεση, ήτοι η εξαίρεση του άρθρου 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, δεν εφαρμόζεται σε όσες αγωγές είχαν ασκηθεί, ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, αλλά «μετατράπηκαν» σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου. Κατά συνέπεια, αφού για όσες αγωγές ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011 και περιορίστηκαν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του, δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση από την καταβολή δικαστικού ενσήμου, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, τότε οι εν λόγω τραπείσες σε αναγνωριστικές αγωγές υπόκειντο σε τέλος δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, δ) οι αναγνωριστικές αγωγές, οι οποίες είναι εκκρεμείς στις 22.12.2016 δηλαδή κατά την έναρξη ισχύος Ν. 4446/2016, δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο κατ’ άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 446/2016, ενώ επίσης οι καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν μέχρι και 21.12.2016, και οι οποίες μετατρέπονται σε αναγνωριστικές από 22.12.2016 και μετά δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο, ε) Οι αναγνωριστικές αγωγές που κατατίθενται από 30.11.2019, και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο κατά το άρθρο 42 του Ν. 4640/2019, στ) Οι καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες έχουν ασκηθεί πριν τις 30.11.2019 (έναρξη ισχύος του Ν. 4640/2019), υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, και μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μετά την 30.11.2019, και για τις οποίες η πρώτη συζήτηση διενεργείται μετά την 01.01.2020, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο, ζ) Οι καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες έχουν ασκηθεί πριν την 30.11.2019, υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, και μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μέχρι την 30.11.2019, και για τις οποίες η πρώτη συζήτηση διενεργείται μετά την 01.01.2020, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο. Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων και των τροποποιήσεων που αυτές επέφεραν, υποστηρίχθηκε καταρχήν η άποψη ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., με το σκεπτικό ότι τίθεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός, που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Πλην, όμως, οι ως άνω διατάξεις δεν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και εντεύθεν δεν αντίκεινται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Συγκεκριμένα, για όποιον πολίτη αδυνατεί οικονομικώς να καταβάλει το προσήκον για την αναγνωριστική αγωγή του δικαστικό ένσημο, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 3226/2004 όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 4689/2020, με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια, ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (βλ. ειδικώς άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3226/2004). Ο δε προσδιορισμός των δικαιούχων της αρωγής αυτής, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3226/2004, ως εκείνων των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των ετήσιων ατομικών αποδοχών, που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε πολίτες εντελώς εξαθλιωμένους οικονομικά. Εξάλλου, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν την καταβολή δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών πληρούν τα κριτήρια που, κατά τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α, απαιτούνται, προκειμένου ένας περιορισμός στο δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, να είναι αποδεκτός από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και ειδικότερα πληρούν τόσο το κριτήριο ότι με τον περιορισμό αυτό πρέπει να επιδιώκεται ένας νόμιμος σκοπός, όσο και το κριτήριο ότι πρέπει να τηρείται ένας εύλογος (reasonable) βαθμός αναλογικότητας, ανάμεσα στα μέσα και στον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ. τη σκέψη υπ’ αριθ. 36 της από 24.05.2006 απόφασης του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση …… κατά …….. με αριθμό …………). Και τούτο διότι, με το τέλος δικαστικού ενσήμου επιδιώκεται, προεχόντως, ο νόμιμος σκοπός της ενίσχυσης της δυνατότητας της Πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο, το σύστημα απονομής Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό και μη εύλογη μια επιβάρυνση του ενάγοντος με τέλος το ποσοστό του οποίου είναι συνολικά ελάχιστα μεγαλύτερο του 1%, επί του χρηματικά αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς. Μία τέτοια ποσοστιαία αναλογία, δεν καθιστά «δυσβάσταχτη οικονομικά» την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως για όποιον κατάγει σε δίκη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς και δεν πρόκειται περί διογκωμένου αιτήματος. Επίσης, εφόσον δικαιωθεί ο ενάγων, το τέλος δικαστικού ενσήμου μετακυλίεται στον ηττώμενο εναγόμενο, που με την αμφισβήτησή του (επί αναγνωριστικής αγωγής) προκάλεσε την κίνηση από τον ενάγοντα του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης, ενώ παραμένει ως επιβάρυνση του ενάγοντος, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, οπότε, εκ του αποτελέσματος, η αίτησή του για παροχή δικαστικής προστασίας κρίνεται αποδοκιμαστέα. Η κατά τα ανωτέρω «ανταποδοτική» λειτουργία του τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν είναι αθέμιτη, αφού, άλλωστε, αυτό υποδηλώνει και η ονομασία αυτού ως «τέλος», και όχι ως «φόρος», ο οποίος, όπως και κάθε άλλο οικονομικό βάρος, δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος πέραν από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου, κατά το οποίο επιβλήθηκε (άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος) Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι ως άνω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε με το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 140/2023 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 15/2019, ΕφΛαρ 123/2019 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 296/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1354/2016 Αρμ 2017. 1381, όμοια αντιμετώπιση του ζητήματος στα πλαίσια του νομοθετικού καθεστώτος των άρθρων 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011 και 21 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, με τους οποίους εισήχθη το πρώτον η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί αναγνωριστικών αγωγών με την αντικατάσταση του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.δ/τος 1544/1942, πριν αυτό αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016, ενώ μετά το Ν. 4640/2019 ΕφΑθ 868/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 263/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑνατΚρ 20/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4869/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 325/2021 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω αναφορικά με την πρόβλεψη της παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν. 4640/2019 ορίσθηκε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία. Η διάταξη αυτή ουσιαστικά απηχεί τη διαχρονικού δικαίου διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, με το οποίο προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις περί δικαστικού ενσήμου εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών, τέτοια δε περίπτωση εκκρεμούς δίκης είναι και η δίκη που ανοίγεται με την κατάθεση καταψηφιστικής αγωγής που ασκήθηκε πριν την ισχύ του Ν. 4640/2019 και μετατράπηκε σε αναγνωριστική πριν ή μετά την ισχύ του. Επομένως, κρίσιμο είναι το ζήτημα εάν η διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, η οποία προβλέπει ότι οι περί δικαστικών ενσήμων διατάξεις εφαρμόζονται και επί εκκρεμών δικών, και την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει κατά περιεχόμενο το άρθρο 42 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 εισάγει ανεπίτρεπτη αναδρομικότητα. Επί του θέματος αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Το άρθρο 2 του AK εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία, όμως, δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, καταρχήν, να προσδώσει στο νόμο, άρα και στο νόμο περί δικαστικού ενσήμου, ρητά ή σιωπηρά αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό, τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων καθώς και δικαιωμάτων υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) όπως αυτά που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα ρητά από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 (απαγόρευση αναδρομικότητας ποινικού νόμου), 77 παρ. 2 του Συντάγματος (απαγόρευση αναδρομικότητας ψευδοερμηνευτικού νόμου, βλ. ΑΠ 74/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1000/2020 ΝΟΜΟΣ) και 78 παρ. 2 (μη αναδρομικότητα φορολογικού νόμου όταν εκτείνεται πέραν από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν κωλύεται, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, να δεχθεί την προσκομιδή, το πρώτον ενώπιον του, του δικαστικού ενσήμου (ΕφΠειρ 74/2021 ΝΟΜΟΣ). Τούτο εξηγείται από το ότι με την άσκηση της έφεσης αναβιώνει η εκκρεμοδικία της ένδικης αγωγής, και καθίσταται και πάλι ενεργός η υποχρέωση του ενάγοντος να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή του προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 1470/2019 ΝΟΜΟΣ). Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του άνω τέλους. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και χωρεί, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 538/2019 δημ. στην ιστοσελίδα του Άρειου Πάγου, ΕφΑθ 710/2025 ΝΟΜΟΣ), κατά την οποία ο ενάγων μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1461/2021 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, ο ενάγων σε περίπτωση που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, αν και δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, αν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (ΑΠ 140/2023 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου εκ μέρους της εκκαλούσας – ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης – προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας – πρώτης εναγόμενης πρέπει να επισημανθεί ότι η κρινόμενη από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2019 και ειδικό ……/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία ασκήθηκε αρχικά ως καταψηφιστική, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 12.09.2019 και επιδόθηκε στην καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη την 13.09.2019 (βλ. την υπ’ αριθ. ……/13.09.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..), ήτοι πριν την ισχύ του Ν. 4640/2019 που επανέφερε την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου στις εκκρεμούσες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές από την 30.11.2019 και εντεύθεν (έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου), μετατράπηκε νομίμως σε αναγνωριστική με τις από 25.10.2019 προτάσεις της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 223, 293, 294, 297 του ΚΠολΔ), ενώ η υπόθεση προσδιορίσθηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 26.02.2020, ήτοι μετά την ισχύ του Ν. 4640/2019, και ως εκ τούτου υπόκειται σε δικαστικό ένσημο, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, με την οποία ορίσθηκε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στις εκκρεμείς αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, όπως η ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή που ασκήθηκε ως καταψηφιστική πριν τη δημοσίευση του Ν. 4640/2019, μετατράπηκε σε αναγνωριστική με τις από 25.10.2019 προτάσεις της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αρχικά κατά τη δικάσιμο της 26.02.2020, και κατόπιν αφαίρεσης των δικογραφιών με την υπ’ αριθ. ΕΠ …./28.09.2021 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς, προσδιορίσθηκε προς ανασυζήτηση κατά τη δικάσιμο της 06.05.2022, ήτοι μετά την 01.01.2020. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, με το τέλος δικαστικού ενσήμου επιδιώκεται, προεχόντως, ο νόμιμος σκοπός της ενίσχυσης της δυνατότητας της πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό και μη εύλογη μια επιβάρυνση του ενάγοντος με τέλος, το ποσοστό του οποίου είναι συνολικά ελάχιστα μεγαλύτερο του 1%, επί του χρηματικά αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς, μία δε τέτοια ποσοστιαία αναλογία, δεν καθιστά «δυσβάσταχτη οικονομικά» την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως για όποιον κατάγει σε δίκη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς και δεν πρόκειται περί διογκωμένου αιτήματος, παρεκτός του ότι η πολιτεία διαθέτει νομοθετικό μηχανισμό για την προστασία του οικονομικά ασθενέστερου διαδίκου, όπως είναι ο Ν. 3226/2004, το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 4689/2020, με τον οποίο, γενικώς, λαμβάνεται πρόνοια, ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3226/2004. Επιπλέον, η επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και στις εκκρεμείς κατά την ψήφιση του Ν. 4640/2019 αναγνωριστικές αγωγές, δεν συνιστά αντισυνταγματική αναδρομική ισχύ νόμου, διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν. 4640/2019, απηχεί την διαχρονικού δικαίου ερμηνευτική διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, με την οποία προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις περί δικαστικού ενσήμου εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών, τέτοια δε περίπτωση εκκρεμούς δίκης είναι και η δίκη που ανοίγεται με την κατάθεση καταψηφιστικής αγωγής που ασκήθηκε πριν την ισχύ του Ν. 4640/2019 και μετατράπηκε σε αναγνωριστική πριν ή μετά την ισχύ του. Η δε αναδρομικότητα των διατάξεων ενός νόμου δεν απαγορεύεται, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και ως εκ τούτου ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, καταρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό, τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων, καθώς και δικαιωμάτων υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), όπως αυτά που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περίπτωση που επίσης δεν συντρέχει επί δικαστικού ενσήμου, όπως ήδη εκτέθηκε, διότι η επιβολή του δικαστικού ενσήμου εξυπηρετεί το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που είναι η εξασφάλιση συνθηκών ορθής απονομής της δικαιοσύνης, είτε ασκηθεί αρχήθεν αναγνωριστική αγωγή, είτε καταψηφιστική αγωγή, αφού ο μηχανισμός απονομής δικαιοσύνης κινείται εξίσου. Τέλος, ούτε αιφνιδιασμός του διαδίκου που άσκησε αναγνωριστική αγωγή πριν την ισχύ του Ν. 4640/2019 επήλθε με την αναδρομική εφαρμογή του και στις εκκρεμείς δίκες, δοθέντος ότι ακόμη και αυτός ο διάδικος γνωρίζει ότι θα κληθεί, σε κάθε περίπτωση, να καταβάλει το αντίστοιχο τέλος δικαστικού ενσήμου κατά το στάδιο της εκτέλεσης. Κατόπιν τούτων, η εκκαλούσα – ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης – προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα – πρώτη εναγόμενη, που ερημοδικάσθηκε στον πρώτο βαθμό, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, όφειλε να καταβάλει το προσήκον για το αντικείμενο της παρεμπίπτουσας αγωγής της δικαστικό ένσημο στο Εφετείο, ώστε να αρθεί η παράλειψη της μη καταβολής αυτού πρωτοδίκως, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό στοιχείο Β’ έφεση κατά τον πέμπτο λόγο της και να γίνουν δεκτοί οι υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν στο κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, το οποίο έχει προσβληθεί με τον πέμπτο λόγο της υπό στοιχείο Β’ έφεσης και με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, λόγω πλασματικής ερημοδικίας της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής και να ερευνηθεί αυτή κατ’ ουσίαν. Με την άσκηση δε της υπό στοιχείο Β’ έφεσης, με την οποία αναβίωσε η εκκρεμοδικία της ένδικης προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, κατέστη και πάλι ενεργή η υποχρέωση της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή της προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου, βάσει του αγωγικού αιτήματος, την οποία και εκπλήρωσε προσκομίζοντας, με την άσκηση των πρόσθετων λόγων έφεσης, το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου για το αποτιμητό σε χρήμα αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής της (βλ. το υπ’ αριθ. ………… ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού 6.315,96 ευρώ, σε συνδυασμό με το από 07.11.2025 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας περί πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου της Τράπεζας EUROBANK). Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής και να προχωρήσει το Δικαστήριο τούτο σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο της κρινόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής, γενομένης εν μέρει δεκτής κατ’ ουσίαν της υπό στοιχείο Β’ έφεσης κατά τον σχετικό πέμπτο λόγο της και γενομένων δεκτών κατ’ ουσίαν των υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετων λόγων έφεσης. Επιπροσθέτως, η κρινόμενη από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό ……./2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 361 του ΑΚ και του Ν. 2496/1997 και των άρθρων 69 παρ. 1 εδ. ε’, 70, 88, 176 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Τέλος, δοθέντος ότι έγινε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν η κρινόμενη υπό στοιχείο Β’ έφεση, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις εκκαλούσες του παράβολου ποσού 150,00 ευρώ, που κατέθεσαν οι τελευταίες κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠΔ.
Επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων που εμφανίζουν στοιχείο αλλοδαπότητας, ήτοι συνδέονται και με άλλες έννομες τάξεις πέραν αυτής του δικάζοντος δικαστηρίου, καλείται, καταρχήν, σε εφαρμογή ο εκτοπίζων τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας εθνικές δικονομικές ρυθμίσεις Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» (Κανονισμός «Βρυξέλλες I») και σε σχέση με τις ασκούμενες από τις 10.01.2015 αγωγές, ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις». Περαιτέρω, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012 καθιερώνει ως γενική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας την κατοικία του εναγόμενου (actor sequitur forum rei). Έτσι, κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, μπορεί να ενάγεται ενώπιον των δικαστηρίων της κατοικίας του, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιθαγένειά του. Για να θεμελιωθεί, όμως, η διεθνής δικαιοδοσία στον γενικό αυτό κανόνα, θα πρέπει να προηγηθεί ο αποκλεισμός κάποιων αποκλειστικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας του ιδίου Κανονισμού. Έτσι, κατά σειρά, αρχικά, ερευνάται αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 24 του Κανονισμού 1215/2012 (αποκλειστική δικαιοδοσία σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων κλπ.). Δεύτερον εξετάζεται, μήπως υπάρχει σιωπηρή αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας, λόγω της μη αμφισβήτησής της από τον παριστάμενο εναγόμενο (άρθρο 28 του Κανονισμού 1215/2012). Τρίτον, εξετάζεται μήπως υπάρχει έγκυρη συμφωνία παρέκτασης, η οποία υποδεικνύει τη διεθνή δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, διαφορετικού κράτους μέλους ή τρίτης χώρας (άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012). Τέλος, θα πρέπει να αποκλειστεί και η ενδεχόμενη συνδρομή της διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίων, δυνάμει των άρθρων 10-16 (υποθέσεις ασφαλίσεων), 17-19 (συμβάσεις καταναλωτών) και 20-23 (ατομικές συμβάσεις εργασίας). Εφόσον δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις αυτές που εισάγουν παρεκκλίσεις από το γενικό κανόνα του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012, εφαρμόζεται ο κανόνας της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου και εάν η υπόθεση το επιτρέπει, διανοίγεται η δυνατότητα παράλληλης ενεργοποίησης και μιας από τις ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 7 επ. του ιδίου Κανονισμού, όπως επί διαφορών από σύμβαση, τα δικαστήρια του τόπου εκπλήρωσης της παροχής (άρθρο 7 παρ. 1 α’ του Κανονισμού 1215/2012) ή επί αδικοπραξίας τα δικαστήρια του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (άρθρο 7 παρ. 2 του Κανονισμού 44/2001) (ΜονΕφΑθ 3165/2021 ΝΟΜΟΣ, Ν. Νίκας-Ε. Σαχπεκίδου, Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, τομ. I, σελ. 105). Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 10 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του, ως έδρα του νομικού προσώπου από την οποία, κατ’ άρθρο 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προσδιορίζεται, εκτός άλλων, η αρμοδιότητα και η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου, νοείται (εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις) η πραγματική έδρα, δηλαδή ο τόπος όπου πράγματι ασκείται η διοίκησή του και όχι ο τυχόν διάφορος τόπος που κατονομάζεται απλώς ως έδρα στο καταστατικό του (καταστατική έδρα) (ΟλΑΠ 2/2003 ΕλλΔνη 2003. 388, ΟλΑΠ 2/1999 ΕλλΔνη 1999. 271, ΕφΠειρ 249/2020 NOMOΣ, ΕφΠειρ 381/2015 NOMOΣ, ΕφΠειρ 112/2013 NOMOΣ, ΕφΘεσ 50/2019 Αρμ 2021. 1188). Σύμφωνα δε με το άρθρο 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ, τα μη φυσικά πρόσωπα που έχουν ικανότητα να είναι διάδικοι, υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα ή το υποκατάστημά τους, εφόσον πρόκειται για διαφορές που αφορούν την εκμετάλλευσή του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τις διαφορές που απορρέουν από την αυτοτελή δράση του τυχόν υπάρχοντος υποκαταστήματος, τα νομικά πρόσωπα δωσιδικούν και στα δικαστήρια της περιφέρειας του υποκαταστήματος αυτού (ΕφΠειρ 381/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 112/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 175/2012 ΕπισκΕμπΔ 2013. 191). Άρα η δωσιδικία των νομικών προσώπων προσδιορίζεται όχι μόνο από την έδρα τους, αλλά και από το τυχόν υπάρχον υποκατάστημά τους, όταν βέβαια πρόκειται για διαφορές που προκύπτουν από την εκμετάλλευσή του. Για την πλήρωση της έννοιας του υποκαταστήματος απαιτείται άσκηση εμπορίας ή διενέργεια συναλλαγών σε άλλο τόπο με ίδιο υπαλληλικό προσωπικό (ΕφΠειρ 381/2015 ΝΟΜΟΣ). Τα υποκαταστήματα των εμπορικών εταιρειών δεν έχουν, πάντως, αυτοτελή νομική προσωπικότητα ανεξάρτητη του νομικού προσώπου και συνεπώς δεν έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι (ΕφΘεσ 3660/1995 ΕλλΔνη 1996. 1389). Το υποκατάστημα αποτελεί ειδική εμπορική κατοικία του νομικού προσώπου κατά την έννοια του άρθρου 51 εδ. γ’ του ΑΚ, που ορίζει «Για τις υποθέσεις που αναφέρονται στην άσκηση του επαγγέλματος λογίζεται ως ειδική κατοικία του προσώπου ο τόπος που ασκεί το επάγγελμά του», ενώ η κτήση της πολλαπλής κατοικίας δεν είναι νομικά επιτρεπτή, διατηρείται, όμως, επιφύλαξη επί της περιορισμένης εμπορικής κατοικίας. Έτσι, για τις υποθέσεις που σχετίζονται με την άσκηση του επαγγέλματος λογίζεται ως ειδική κατοικία του προσώπου ο τόπος που ασκεί το επάγγελμά πχ. εμπορική κατοικία εταιρείας που εδρεύει στην αλλοδαπή. Επομένως, ειδική κατοικία είναι ο τόπος όπου ένα πρόσωπο ασκεί το επάγγελμά του και καλύπτει μόνο τις υποθέσεις που σχετίζονται με αυτή την επαγγελματική δραστηριότητα. Καταρχήν η ύπαρξη ειδικής κατοικίας προϋποθέτει την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας σε τόπο διαφορετικό από αυτό της εκούσιας ή νόμιμης κατοικίας του προσώπου. Πάντως, το γράμμα του νόμου δεν φαίνεται να αντιδιαστέλλει υποχρεωτικά την ειδική κατοικία προς την εκούσια, δηλαδή δεν αποκλείει η επαγγελματική δραστηριότητα να ασκείται παράλληλα τόσο στον τόπο της εκούσιας κατοικίας του προσώπου, όσο και σε άλλον. Αν το πρόσωπο έχει επαγγελματική δραστηριότητα σε περισσότερους τόπους αποκτά και περισσότερες ειδικές κατοικίες, δηλαδή στην ειδική κατοικία δεν ισχύει η αρχή της αποκλειστικότητας. Κάθε μία από τις περισσότερες ειδικές κατοικίες αναφέρεται μόνο στον κύκλο των υποθέσεων που προκύπτουν από την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου στο συγκεκριμένο τόπο. Ειδική κατοικία και μάλιστα πολλαπλή μπορεί να έχει και το νομικό πρόσωπο, που ασκεί τη δραστηριότητά του σε τόπο διαφορετικό από αυτόν της έδρας του. Σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα, η ειδική συντρέχουσα δωσιδικία του υποκαταστήματος προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικαιοδοτικές βάσεις της ειδικής κατοικίας και του υποκαταστήματος εφαρμόζονται και για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 7 περ. 5 του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «Για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», για τις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του (Απ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, άρθρο 51, αριθ. 13-17 και 21-22, σελ. 145-146). Ειδικότερα, ο Κανονισμός 1215/2012 αναγνωρίζει και τη δωσιδικία του υποκαταστήματος, υπό τη μορφή της εμπορικής κατοικίας, η οποία συντρέχει με τη γενική κατοικία του φυσικού ή νομικού προσώπου, εφόσον η σχετική διαφορά ανέκυψε από τη δράση του υποκαταστήματος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 9 του Π.Δ. 186/1992 «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων», όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με την υποπαράγραφο Ε του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 από τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών, «1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού, υποκατάστημα είναι οποιαδήποτε, εκτός της έδρας της επιχείρησης, επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία, στην οποία ενεργείται παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το εάν αυτή διενεργείται κατ’ εντολή της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος σε εκτέλεση σχετικών συμβάσεων. Δεν θεωρείται ότι στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις του επιτηδευματία ενεργείται συναλλακτική δραστηριότητα όταν πραγματοποιούνται μόνο απλές παραλαβές ή παραδόσεις αγαθών ή όταν ενεργούνται εργασίες διοικητικές, προβολής αγαθών ή άλλες συναφείς εργασίες και οι δοσοληψίες στις εγκαταστάσεις αυτές περιορίζονται μόνο στη διενέργεια των εξόδων λειτουργίας τους. Κατ’ εξαίρεση των όσων ορίζονται στα προηγούμενα εδάφια δεν θεωρούνται υποκαταστήματα οι προσωρινοί εκθεσιακοί χώροι, καθώς και οι λοιπές πρόσκαιρες εγκαταστάσεις που λειτουργούν για χρονικό διάστημα μέχρι τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες». Στο άρθρο 31 παρ. 1 περ. δ’ εδ. τελ. του Ν. 3986/2011 ορίζεται ότι «Ως υποκατάστημα, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νοείται κάθε επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία στην ημεδαπή, εκτός της έδρας της επιχείρησης, στην οποία ενεργείται παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα. Δεν λογίζονται ως υποκαταστήματα, για την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος, οι προσωρινοί εκθεσιακοί χώροι και οι πρόσκαιρες επαγγελματικές εγκαταστάσεις, που λειτουργούν για χρονικό διάστημα μέχρι τριάντα (30) ημέρες, οι επαγγελματικές εγκαταστάσεις που στεγάζονται σε διαφορετικούς ορόφους, συνεχόμενους ή μη, του ίδιου κτιριακού συγκροτήματος, οι εγκαταστάσεις τουριστικών καταλυμάτων εντός παραδοσιακών χτισμάτων, σύμφωνα με το Π.Δ. 33/1979, που λειτουργούν σε ξεχωριστά κτίρια, αλλά με ενιαία άδεια λειτουργίας, η οποία εντάσσεται ως ενιαία εγκατάσταση στην ίδια τουριστική μονάδα, καθώς και οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις της περίπτωσης δ` της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3874/2010, όπως ισχύει». Το μεν άρθρο 86 του Ν. 4635/2019 προβλέπει ότι στο Γ.Ε.ΜΗ. εγγράφονται υποχρεωτικά τα υποκαταστήματα ή πρακτορεία που διατηρούν στην ημεδαπή οι αλλοδαπές εταιρείες που αναφέρονται στο άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 και έχουν έδρα σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δε άρθρο 98 του ίδιου νόμου ότι τα υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών που έχουν την έδρα τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταχωρίζουν τα αναφερόμενα πρόσθετα στοιχεία, μεταξύ των οποίων είναι η αναφορά των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος, της επωνυμίας του, αν δεν είναι ίδια με εκείνη της εταιρίας, των στοιχείων των νομίμων εκπροσώπων του υποκαταστήματος για την δραστηριότητά του και η έκταση των αρμοδιοτήτων τους, καθώς το κλείσιμο του υποκαταστήματος (ΜονΕφΛαρ 304/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 345/2023 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, αναφορικά με το εφαρμοστέο από τα ελληνικά δικαστήρια δίκαιο, κατά το άρθρο 25 του ΑΚ, οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο, στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη (ΑΠ 640/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1584/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 604/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 350/2018 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 299/2019 Δημοσίευση Ιστοσελίδα ΕφΠειρ), ενώ η υποβολή των μερών σε ορισμένο δίκαιο μπορεί να γίνει με ρητή ή σιωπηρή δήλωση της βούλησής τους. Ταυτόσημη και ομοειδής σε περιεχόμενο ρύθμιση με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 του ΑΚ προβλέπει και η Σύμβαση της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές που επικυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 1792/1988, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 25 του ΑΚ (ΑΠ 543/2008 ΝΟΜΟΣ), εφαρμόζεται δε από την 01.04.1991 για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ που την υπέγραψαν ή προσχώρησαν σ’ αυτήν, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα. Στο πεδίο εφαρμογής της εμπίπτουν οι συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ προσώπων – κατοίκων των κρατών μελών από την 01.04.1991 έως την 16.12.2009, δεδομένου ότι για τις συμβάσεις που συνάπτονται από την 17.12.2009 και εντεύθεν για το εφαρμοστέο δίκαιο ισχύει ο Κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουνίου 2008 (Κανονισμός «Ρώμη I»). Κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 της Σύμβασης αυτής για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές «Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης…», ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασής τους σε δίκαιο άλλο από εκείνα που, σύμφωνα είτε με προηγούμενη επιλογή κατά το παρόν άρθρο, είτε με άλλες διατάξεις της παρούσας σύμβασης τη διείπε προηγουμένως. Κάθε σχετική με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου τροποποίηση μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν θίγει το κατά το άρθρο 9 τυπικό κύρος της, ούτε τα δικαιώματα των τρίτων». Ωστόσο, η Σύμβαση της Ρώμης του 1980 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις ασφαλιστικές συμβάσεις (εκτός από τις συμβάσεις αντασφάλισης), που καλύπτουν κινδύνους που εντοπίζονται στο έδαφος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ούτε οι διατάξεις του Κανονισμού 593/2008 εφαρμόζονται στις ασφαλιστικές συμβάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 2 περ. (ι) (ΑΠ 1584/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 604/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 350/2018 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 299/2019 Δημοσίευση Ιστοσελίδα ΕφΠειρ, ΜονΕφΠειρ 7/2015 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το περιεχόμενο κάθε σύμβασης ασφάλισης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο και τα παραρτήματά του. Οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, γενικοί ή ειδικοί, έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία και είναι υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς με τη σύμβαση ασφάλισης, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής (ΑΠ 955/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1459/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1584/2011 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25 και 26 του ΑΚ προκύπτει ότι όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία. Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (ΟλΑΠ 19/1995 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 640/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 684/2011 ΝΟΜΟΣ). Κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν. 2496/1997, “Αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε”. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από τον νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης, η αξίωση, δε, περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Επομένως ο ασφαλιστής, που κατέβαλε το ασφάλισμα, υποκαθίσταται στη θέση ακριβώς που βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας (ΑΠ 1667/2017 ΝΟΜΟΣ). Η αγωγή του ασφαλιστή που υποκαταστάθηκε, κατά του τρίτου που ευθύνεται για τη ζημία, έχει ως βάση την αγωγή που ο ασφαλισμένος θα ασκούσε κατά του τρίτου υπόχρεου, με όλα τα ουσιαστικά και δικονομικά της πλεονεκτήματα (ΑΠ 1389/1999 ΕλλΔνη 2000. 690, ΕφΑθ 1713/2006 ΔΕΕ 2005. 833). Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί μορφή εκ του νόμου εκχώρησης (cession legis). Επ’ αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της εκχώρησης των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον προσαρμόζονται στη φύση και τον σκοπό της. Μεταξύ αυτών είναι και η διάταξη του άρθρου 462 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε προς τον εκχωρητή και η διάταξη του άρθρου 463 εδ. α’ του ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του εκχωρητή πριν την αναγγελία. Έτσι, ο τρίτος μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος, και ειδικότερα αυτές που βάλλουν κατά της γένεσης και της ύπαρξης της απαίτησης, κατά τον χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Μπορεί, επίσης, να αντιτάξει ενστάσεις κατά του κύρους του ασφάλισης, αφού η ασφαλιστική σύμβαση αποτελεί προϋπόθεση για την υποκατάσταση (ΑΠ 848/2002 ΕλλΔνη 43. 1668, ΕφΑθ 1199/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 118/2022 Qualex, ΕφΑθ 7816/2004 ΔΕΕ 2005. 436). Επομένως, μπορεί να αντιτάξει όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ζημιωθέντος μέχρι το χρόνο της υποκατάστασης, η οποία επέρχεται από την καταβολή του ασφαλίσματος (άρθρο 462 ΑΚ), εκτός από εκείνες που πηγάζουν από παράβαση κάποιου όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, διότι αυτές είναι ενστάσεις που απορρέουν από δικαίωμα τρίτου και γι’ αυτό, κατ’ άρθρο 262 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτες. Σύμφωνα δε με όλα τα ανωτέρω, οι ενστάσεις αυτές πρέπει να γεννήθηκαν μέχρι την υποκατάσταση του ασφαλιστή. Συνεπώς, μετά το χρόνο αυτό μπορεί ο τρίτος – εναγόμενος από τον ασφαλιστή να προτείνει μόνο ενστάσεις που έχει κατ’ αυτού (ασφαλιστή) εξ ιδίου δικαίου, όπως π.χ. ότι παραγράφηκε η αξίωση ή που συνάπτονται ευθέως με την ενεργητική νομιμοποίηση του υποκαθισταμένου ασφαλιστή, όπως η εικονικότητα (άρθρο 138 ΑΚ) ή η αισχροκέρδεια (άρθρο 174 ΑΚ) (ΕφΘες 1046/2011 ΕΕμπΔ 2012. 359, ΕφΑθ 213/2008 ΕλλΔνη 2008. 833, ΕφΘεσ 1923/2001 ΕπισκΕΔ 2001. 740, ΕφΘεσ 3018/1995 ΕπισκΕΔ 1995. 385 με σχόλιο Β. Κιάντου, ΕφΑθ 3439/1989 ΕλληΔνη 32.145, ΕφΑθ 2807/1986 ΑρχΝ 37. 379). Επομένως, ο ασφαλιστής που αποζημίωσε τον ασφαλισμένο, εγείροντας ως υποκατάστατος εκείνου την αγωγή αποζημίωσης κατά του μεταφορέα, οφείλει, για την πληρότητα αυτής κατ’ άρθρο 216 του ΚΠολΔ, να επικαλεσθεί: α) την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης χερσαίας μεταφοράς, β) την παράδοση των προς μεταφορά πραγμάτων στον μεταφορέα, γ) την απώλεια ή βλάβη των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς και τη ζημία που επήλθε εξ αυτής και δ) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο σε εκτέλεση της υφιστάμενης ασφαλιστικής σύμβασης (ΕφΑθ 5736/2004 ΔΕΕ 2005. 65, ΕφΑθ 3293/1996 ΔΕΕ 1997. 302). Εξάλλου, η Σύμβαση της Γενεύης για τις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων (CMR) που υπογράφηκε στις 19.05.1956 και κυρώθηκε με το Ν. 559/1977, ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτής ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της τη διενέργεια αμειβόμενης μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής αυτών, εφόσον η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και παρ. 2 και 18 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων που συνέβη μεταξύ του χρόνου που παρέλαβε τα εμπορεύματα και του χρόνου της παράδοσής τους, εκτός εάν αποδείξει ότι η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων δεν οφείλεται σε εσφαλμένη ενέργεια ή αμέλεια δική του ή των προσώπων, για τα οποία κατά το άρθρο 3 της ίδιας Σύμβασης ευθύνεται, αλλά οφείλεται σε εσφαλμένη ενέργεια ή αμέλεια ή στις οδηγίες όποιου προβάλλει απαίτηση ή σε κρυμμένο ελάττωμα των εμπορευμάτων ή σε συνθήκες, τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και ούτε να προλάβει τις συνέπειές τους. Το βάρος απόδειξης ότι η απώλεια ή βλάβη οφειλόταν σε ένα από τα αίτια που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 2 εναπόκειται στο μεταφορέα (άρθρο 18 παρ. 1 της Σύμβασης). Από τις διατάξεις αυτές, που ρυθμίζουν το θέμα κατά τρόπο αποκλειστικό, προκύπτει ότι η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική και συνεπώς προϋποθέτει πταίσμα, αυτός δε απαλλάσσεται αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια ή βλάβη παράδοσης των εμπορευμάτων έγινε υπό συνθήκες τις οποίες δεν θα μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσε να προλάβει και αν ακόμη επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας. Έτσι, σε περίπτωση απώλειας των εμπορευμάτων λόγω κλοπής, μπορεί καταρχήν ο μεταφορέας να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη μόνο αν αποδείξει ότι η κλοπή έγινε με τη χρήση βίας ή με τη χρήση άγνωστων τρόπων ή μέσων ή γενικά υπό συνθήκες ασυνήθιστες που ο μεταφορέας ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν δεν θα μπορούσε να αποφύγει (ΑΠ 1025/2028 Αρμ. 2019. 314, ΑΠ 304/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 479/2006 ΕΕμπΔ 2006.929, ΕφΑθ 7497/2007 ΕλλΔνη 2008. 902). Πρόκειται για συμβατική ευθύνη του μεταφορέα προς αποζημίωση εκείνου που είχε το δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα και ο οποίος μπορεί να είναι ο αποστολέας ή ο παραλήπτης αυτών, αφού ο παραλήπτης, ακόμη και εάν δεν συμβλήθηκε στη σύμβαση μεταφοράς, υπεισέρχεται σ’ αυτή από τότε που θα ζητήσει την παράδοση των εμπορευμάτων, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, παρ. 2, παρ. 3, 13 και 14 της Σύμβασης αυτής. Η συμβατική αυτή ευθύνη ενδέχεται να συρρέει με αδικοπρακτική ευθύνη του μεταφορέα που μπορεί κατά το άρθρο 914 του ΑΚ να υπέχει αυτός έναντι του κυρίου μόνο των εμπορευμάτων, εάν η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων, ως πράξη παράνομη, οφείλεται σε υπαιτιότητα του μεταφορέα. Ωστόσο, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί από τις ευνοϊκές γι’ αυτόν διατάξεις της που αποκλείουν την ευθύνη του ή ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη από αυτόν αποζημίωση και να αποκλείσει έτσι και την αδικοπρακτική ευθύνη του. Όμως, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεών της, οι οποίες αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της απόδειξης, εάν η ζημία είναι αποτέλεσμα ηθελημένης κακής διαχείρισής του ή παράλειψής του, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία (του κράτους) του Δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ως ισοδύναμη με ηθελημένη κακή διαχείριση από την πλευρά του. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» που αποτελεί απόδοση στην ελληνική γλώσσα του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της Σύμβασης που υιοθέτησε η Ελλάδα, ως βαθμός πταίσματος, με τη συνδρομή του οποίου ο μεταφορέας ενέχεται κατά το κοινό δίκαιο προς πλήρη αποζημίωση του παθόντος, είναι άγνωστος στο ελληνικό δίκαιο και δεν ταυτίζεται ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα ή προβλέπει αυτό ως αναγκαίο και το αποδέχεται, ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται. Αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή ενδεχόμενου. Διαφοροποιείται όμως και από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, διότι από μεγάλη αδιαφορία ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του. Τούτο δε διότι, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται κρίνεται αντικειμενικώς, στην ηθελημένη κακή διαχείριση απαιτείται αναγκαία η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα που γνωρίζει ότι η ενέργειά του ή η παράλειψή του επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και του σκοπού της Σύμβασης που απέβλεψε στην ομοιομορφία διεθνώς των όρων και της έκτασης της ευθύνης του μεταφορέα προς απεριόριστη αποζημίωση και για πταίσμα του ελαφρότερο του ενδεχόμενου δόλου, ο όρος της «ηθελημένης κακής διαχείρισης», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από το δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του γεγονότος ότι η πράξη ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ’ ανάγκην και να το αποδέχεται (ΟλΑΠ 18/1998 ΕλλΔνη 1998. 307, ΑΠ 479/2006 NΟΜΟΣ, ΑΠ 205/2007 ΝοΒ 2007. 1859, ΑΠ 1715/2007 ΔΕΕ 2008. 349, ΑΠ 157/2008 Αρμ 2008. 905, ΑΠ 1319/2011 ΧρΙΔ 2012. 524, ΑΠ 1795/2012 ΕπισκΕμπΔ 2013. 111). Όπως προαναφέρθηκε, από τις διατάξεις της Σύμβασης CMR δεν αποκλείεται η παράλληλη ευθύνη του μεταφορέα, σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων που οφείλεται σε πταίσμα του μεταφορέα και κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, σύμφωνα με τη γενική αρχή της συρροής συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης. Τέτοια συρροή αναγνωρίζεται έμμεσα με τα άρθρα 28 και 29 της Σύμβασης αυτής. Για να υφίσταται, όμως, ευθύνη του μεταφορέα σε πλήρη αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του ΑΚ, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος, απαιτείται η ζημία να προκλήθηκε από «ηθελημένη κακή διαχείριση» του μεταφορέα. Συνεπώς, για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης προς αποζημίωση απαιτείται να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 της Σύμβασης CMR, στις οποίες περιλαμβάνεται, εκτός των άλλων, και η ζημία που υπέστη ο δικαιούχος εξαιτίας της βλάβης ή της απώλειας των μεταφερόμενων αντικειμένων, καθώς επίσης και η υπαιτιότητα του μεταφορέα με την προαναφερόμενη μορφή της «ηθελημένης κακής διαχείρισης» (ΜονΕφΑθ 1598/2015 ΔΕΕ 2015. 743, ΕφΘεσ 437/2002 Αρμ 2004. 81, ΕφΘεσ 426/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008. 792, ΕφΘεσ 696/2014 ΕπισκΕμπΔ 2014. 164 επ.). Ο δικαιούχος της αποζημίωσης έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει και τόκο για το ποσό αυτής ο οποίος υπολογίζεται, κατ’ άρθρο 27 παρ. 1 CMR, προς 5% ετησίως και αρχίζει από την έγγραφη όχληση του υπόχρεου ή την επίδοση της αγωγής. Ο εν λόγω όμως περιορισμός του επιτοκίου στο 5% δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η ζημία επήλθε από ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα, αφού στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο τελευταίος δεν δικαιούται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 της CMR να επικαλεσθεί τις διατάξεις αυτής για τον περιορισμό της ευθύνης του, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 27, για το ύψος του επιτοκίου (ΕφΑθ 3957/2006 ΕλλΔνη 2008. 901, ΕφΑθ 7086/1990 ΕΕμπΔ ΜΑ. 618). Να σημειωθεί ότι, συμπληρωματικά με τους κανόνες της Σύμβασης CMR εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΕφΑθ 7086/1990 ΕΕμπΔ ΜΑ. 618, ΕφΠειρ 963/1990 ΕΕμπΔ 1990.625). Περαιτέρω, η σύμβαση μεταφοράς, είτε πρόκειται για εσωτερική είτε για διεθνή μεταφορά, αφορά καταρχήν τρία πρόσωπα, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, τον μεταφορέα, ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς και τον παραλήπτη. Όμως πολλές φορές στη μεταφορά παρεμβάλλεται και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 90-107 του ΕμπΝ, προκειμένου για μεταφορά ειδικότερα πραγμάτων οδικώς, αναλαμβάνει με σύμβαση με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα, να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό, όμως, του παραγγελέα, ό,τι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη μ’ αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της μεταφοράς. Δηλαδή, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος αναλαμβάνει να εξεύρει τον μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει αυτός προσωπικά τη σύμβαση μεταφοράς, ως εργολάβος μετακομιδής, που ενεργεί επιχείρηση μετακόμισης, διαφέρει του μεταφορέα μόνο κατά το ότι ο τελευταίος εκτελεί ο ίδιος τη μεταφορά. Μπορεί βεβαίως ο παραγγελιοδόχος να αναθέσει την εκτέλεση της μεταφοράς σε μεταφορέα ή να την ενεργήσει, με δικά του μεταφορικά μέσα. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σχέση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, με τον παραγγελέα δεν είναι το αν θα εκτελεστεί τη μεταφορά, με δικά του ή ξένα μεταφορικά μέσα, αλλά η ενέργεια της μεταφοράς στο όνομά του, η οποία έτσι εμφανίζεται προς τα έξω και ειδικότερα προς τον παραγγελέα ως υπόθεση παραγγελιοδόχου, ο οποίος θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ότι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς (ΑΠ 304/2007 NΟΜΟΣ). Ενώ λοιπόν στη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, κύρια παροχή του παραγγελιοδόχου είναι να καταρτίσει στο όνομα του σύμβαση μεταφοράς και η παροχή αυτή, συνίσταται στην ενέργεια νομικής πράξης με βάση τις αρχές της έμμεσης αντιπροσώπευσης, έχοντας την ελευθερία να καθορίσει τις λεπτομέρειες της μεταφοράς, επιλέγοντας το μεταφορέα, το μέσο μεταφοράς, την οδό που η μεταφορά θα ακολουθήσει κ.λπ., στη σύμβαση μεταφοράς κύρια παροχή του μεταφορέα είναι η ενέργεια της υλικής πράξης της μετατόπισης των (προς μεταφορά) εμπορευμάτων από ένα τόπο σε άλλον (βλ. Κ. Παμπούκη, ΕπισκΕΔ 1998. 171 επ., Α. Κιάντου – Παμπούκη, Στοιχεία του δικαίου της χερσαίας μεταφοράς και νομοθετικά κείμενα, 1989, σελ. 123). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 97 ΕμπΝ, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για κάθε καθυστέρηση, απώλεια η φθορά των μεταφερόμενων πραγμάτων, ανεξάρτητα από πταίσμα του, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο ή υπήρξε «ακαταμάχητη δύναμη», νομιμοποιείται δε να στραφεί απευθείας κατ’ αυτού και ο παραλήπτης των πραγμάτων που δεν συμβλήθηκε μαζί του, αφού η σύμβαση παραγγελίας μεταξύ αποστολέα και παραγγελιοδόχου λειτουργεί ως γνήσια, κατά το άρθρο 411 ΑΚ σύμβαση υπέρ του παραλήπτη (ΟλΑΠ 33/1998 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 998/2002 NΟΜΟΣ). Η ευθύνη δηλαδή του παραγγελιοδόχου μεταφοράς είναι κατά την παραπάνω έννοια εγγυητική και ευθύνεται εις ολόκληρο με το μεταφορέα για την καλή απ’ αυτόν εκτέλεση της μεταφοράς στο μέτρο βέβαια που και ο τελευταίος ευθύνεται (ΑΠ 304/2007 ΝΟΜΟΣ). Επομένως ναι μεν η από 19.05.1956 Σύμβαση της Γενεύης ρυθμίζει μόνο τη σύμβαση μεταφοράς και όχι και τη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, όμως, στο μέτρο που ανακύπτει κατά τη Σύμβαση αυτή ευθύνη του μεταφορέα, ευθύνεται εγγυητικά και, σε ολόκληρο με αυτόν, και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς. Δεν αποκλείεται βέβαια ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς να ευθύνεται και για δικές του προσωπικές πράξεις ή παραλείψεις, στην περίπτωση, όμως, αυτή η ευθύνη που θεμελιώνεται στις διατάξεις του, κοινού δικαίου (ΑΠ 1795/2012 ΕπισκΕμπΔ 2012. 111, ΑΠ 1319/2011 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 822 του ΑΚ «Με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνο όταν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις». Κατά δε το άρθρο 823 του ΑΚ «Ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με τη σύμβαση παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον παρακαταθέτη κινητό πράγμα με την υποχρέωση φύλαξης και απόδοσης αυτού αυτούσιου, όταν του ζητηθεί. Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται με την παράδοση του πράγματος (re) και είναι κατά κανόνα άτυπη, μπορεί δε να καταρτισθεί και με μόνη τη συμφωνία πριν από την παράδοση του πράγματος, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ), ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, όταν η συμφωνία για φύλαξη του πράγματος συνάγεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 807/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1098/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 647/2017 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα, οι λόγοι εκείνοι που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής (ΑΠ 144/2025 ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1424/2017 ΝΟΜΟΣ). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1827/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 119/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η ιστορούμενη στην ένδικη αγωγή διαφορά έχει στοιχεία αλλοδαπότητας, υπήρχε διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων, καθόσον οι εναγόμενες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης εδρεύουν στον Πειραιά, και ως εκ τούτου θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012, που καθιερώνει ως γενική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας την κατοικία του εναγόμενου, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, σε συνδυασμό και με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012 που ορίζει ότι η αγωγή του ασφαλιστή, και εν προκειμένω της ενάγουσας, αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……..» που εδρεύει στο ………. και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα με την επωνυμία «………..», μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, ανεξάρτητα αν είναι αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ασφαλισμένος ή δικαιούχος. Σημειωτέον ότι εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην κύρια αγωγή, το υποκατάστημα της ενάγουσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα, στην οποία αναπτύσσει ιδιαίτερη επιχειρηματική δραστηριότητα, έχοντας μάλιστα το δικαίωμα να έχει διαφορετική επωνυμία από την αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία, έχει νόμιμο εκπρόσωπο, ο οποίος το εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα, έχει ΑΦΜ και ΓΕΜΗ (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. πρωτ. ………./24.07.2023 ανακοίνωση και το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. πρωτ. ……./07.11.2025 πιστοποιητικό του Υπουργείου Ανάπτυξης, Γενική Γραμματεία Εμπορίου, Γενική Δ/νση Αγοράς & Προστασίας Καταναλωτή, Διεύθυνση Εταιρειών, Τμήμα Δ’ Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών και ΔΕΚΟ), αφενός το υποκατάστημα αυτό αποτελεί ειδική εμπορική κατοικία της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, κατά την έννοια του άρθρου 51 εδ. γ’ του ΑΚ, αφετέρου η ένδικη διαφορά που απορρέει από την αυτοτελή δράση του, αποτελεί στοιχείο, βάσει και του οποίου μπορεί να θεμελιωθεί η τοπική αρμοδιότητα και η διεθνή δικαιοδοσία ελληνικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ και το άρθρο 7 περ. 5 του Κανονισμού 1215/2012. Αναφορικά με το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου, κατά το οποίο θα κριθεί και η νομιμοποίηση της ενάγουσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του ΑΚ, το οποίο καλείται σε εφαρμογή, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη, και εν προκειμένω η σύμβαση ασφάλισης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα ασφαλιστικής υποκατάστασης της ενάγουσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, διότι, σύμφωνα με τον όρο 18 παρ. 1 υπό τον τίτλο «Τελικές Διατάξεις» του επικαλουμένου με την αγωγή και προσκομιζόμενου υπ’ αριθ. …………. από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών «Κάθε περίπτωση που δεν προβλέπεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου αυτού, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των ελληνικών νόμων». Το ζήτημα της αυτοδίκαιης ή μη υποκατάστασης του ασφαλιστή με την καταβολή του ασφαλίσματος στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του προξενήσαντος τη ζημία τρίτου, από το οποίο εξαρτάται και το ζήτημα της νομιμοποίησης ή μη του ασφαλιστή να στραφεί κατά του υπαίτιου της ζημίας για το διαφέρον, κρίνεται κατά το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση, και εν προκειμένω το ελληνικό δίκαιο που ορίζει στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 (διάταξη ταυτόσημη κατά περιεχόμενο με την προϊσχύσασα ρύθμιση του άρθρου 210 του ΕμπΝ) ότι, σε περίπτωση καταβολής του ασφαλίσματος, ο ασφαλιστής υποκαθίσταται αυτοδικαίως στις έναντι του τρίτου ζημιώσαντος αξιώσεις του ασφαλισμένου στην έκταση του ασφαλίσματος, που κατέβαλε (βλ. ΑΠ 640/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 7/2015 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 299/2019 ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια εκ του νόμου, δυνάμει της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, χωρίς να απαιτείται σύμβαση εκχώρησης της σχετικής απαίτησης, στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», έναντι των εναγόμενων για την ζημία που αυτή υπέστη, και συνεπώς νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κύριας αγωγής. Περαιτέρω, ως προς την πρώτη εναγόμενη η κύρια αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά το κονδύλιο των 522.819,95 ευρώ, που αποτελεί μέρος του ποσού που η ασφαλισμένη της ενάγουσας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………» κατέβαλε για αναλογούντα στα πωληθέντα εμπορεύματα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), αφού δεν εκτίθενται στο δικόγραφο τα επιμέρους ποσά της καταβληθείσας αποζημίωσης των 522.819,95 ευρώ για την απώλεια των κλαπέντων εμπορευμάτων, που αντιστοιχούσαν στον αναλογούντα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και στον αναλογούντα Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, αφενός των μεταφερόμενων εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «……………», αφετέρου των μεταφερόμενων εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «………», ούτε εκτίθενται στο δικόγραφο τα επιμέρους ποσά των καταβληθέντων αναλογούντων φόρων, ήτοι του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Σημειωτέον ότι, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα – ενάγουσα της υπό στοιχείο Α’ έφεσης, δηλαδή ότι ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) εμπεριέχεται στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ), ότι δεν έχει αυτοτέλεια και ότι δεν υπολογίζεται ξεχωριστά, από τις διατάξεις των άρθρων 109 και 111 του Ν. 2960/2001 και του άρθρου 44 του Ν. 2859/2000 προκύπτει μεν ότι ο αναλογών στις παραδόσεις, ενδοκοινοτικές αποκτήσεις ή εισαγωγές από τρίτες χώρες βιομηχανοποιημένων καπνών Φόρος Προστιθέμενης Αξίας βεβαιώνεται και εισπράττεται μαζί με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης από την τελωνειακή αρχή, ενώπιον της οποίας ο εγκεκριμένος αποθηκευτής, ο εγγεγραμμένος επιτηδευματίας ή ο εισαγωγέας των παραπάνω προϊόντων ασκεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου που αναλογεί στις εισροές του, πλην όμως οι διατάξεις αυτές ουδόλως έχουν την έννοια ότι η τελωνειακή αρχή καθίσταται αρμόδια και για τον φορολογικό έλεγχο των υπόχρεων στον ένδικο φόρο και για την έκδοση της πράξης προσδιορισμού (καταλογισμού) του, της αρμοδιότητας αυτής ανήκουσας στην οικεία φορολογική αρχή (βλ. ΣτΕ 91/2020 ΝΟΜΟΣ), επιπλέον δε καμιά διάταξη του Ν. 2960/2001 και του Ν. 2859/2000 δεν συνδέει το απαιτητό του Φ.Π.Α. προς τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, αφού η γενεσιουργός αιτία του Φ.Π.Α., με την οποία πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για το απαιτητό του φόρου, είναι η παράδοση ή η εισαγωγή του εμπορεύματος, και όχι η είσπραξη Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για το προϊόν αυτό (βλ. ΔιοικΕφΑθ 898/2014 ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού, απέρριψε την κύρια αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την πρώτη εναγόμενη, κατά το κονδύλιο των 522.819,95 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που απαιτεί ο νόμος και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α’ έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα – ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, αφενός μεν ως αβάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα, αφετέρου δε ως απαράδεκτος, καθ’ ο μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς η εκκαλουμένη δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης αναφορικά με το κονδύλιο των 522.819,95 ευρώ. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι σύμφωνα με γενική αρχή του δικονομικού δικαίου που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η έρευνα των διαδικαστικών προϋποθέσεων, στις οποίες υπάγεται το ορισμένο και το παραδεκτό του αγωγικού δικογράφου, προηγείται από την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, και ως εκ τούτου κρίνονται αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας – πρώτης εναγόμενης, που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο της υπό στοιχείο Β’ έφεσης, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να απορρίψει την κύρια αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη, κατά το κονδύλιο των 522.819,95 ευρώ, ως νομικά αβάσιμη. Επιπλέον ως προς την πρώτη εναγόμενη, η κύρια αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη κατά την κύρια βάση της, κατά το κονδύλιο των 73.474,71 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των απολεσθέντων εμπορευμάτων και των δύο ως άνω συμβάσεων πώλησης, αφού εκτίθενται στο δικόγραφό της, για την πληρότητα αυτής, κατ’ άρθρο 216 του ΚΠολΔ, όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της κρινόμενης αγωγής που αφορούσε στην αξίωση του ασφαλιστή που κατέβαλε την ασφαλιστική αποζημίωση και υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, κατ’ άρθρο 14 του Ν. 2496/1996, στη θέση του ασφαλισμένου κατά του τρίτου που ευθύνεται για τη ζημία, ήτοι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης διεθνούς οδικής μεταφοράς μεταξύ της ασφαλισμένης της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και της πρώτης εναγόμενης, η παράδοση των προς μεταφορά πραγμάτων στη μεταφορέα, η απώλεια λόγω κλοπής μέρους των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς και η αξία αυτών στον τόπο και κατά τον χρόνο που έγιναν δεκτά προς μεταφορά, προσδιοριζόμενη, κατ’ άρθρα 23 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1 της CMR, με βάση τη συνήθη τιμή των εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποσότητας, με την επίκληση ότι δεν υφίσταται τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων ή τρέχουσα τιμή αγοράς, η ζημία που επήλθε εξαιτίας της απώλειας μέρους των εμπορευμάτων και η καταβολή του ασφαλίσματος από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία στην ασφαλισμένη της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, κατ’ εφαρμογή των όρων της καταρτισθείσας μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την κύρια αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη κατά την κύρια βάση της, κατά το κονδύλιο των 73.474,71 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας – πρώτης εναγόμενης που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο Β’ έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, η κύρια αγωγή είναι νόμιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη κατά την κύρια βάση της, κατά το κονδύλιο των 73.474,71 ευρώ, στηριζόμενη στη συναφθείσα μεταξύ της ασφαλισμένης της ενάγουσας ως άνω εταιρείας και της πρώτης εναγόμενης σύμβαση διεθνούς οδικής μεταφοράς, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3, 17 παρ. 1, 23 παρ. 1, 2, 27 παρ. 1 και 29 παρ. 1 της CMR, των άρθρων 95-98 και 210 του ΕμπΝ, των άρθρων 445 και 681 επ. του ΑΚ, και κατά την κύρια βάση της, με την οποία η πρώτη εναγόμενη φέρεται να ευθύνεται επικουρικά ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, στηριζόμενη συμπληρωματικά στις διατάξεις της CMR που περιορίζουν την ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ως εγγυητική στο μέτρο της ευθύνης του μεταφορέα, των άρθρων 1, 11, 14 παρ. 1, 33 παρ. 2 και 4 του Ν. 2496/1997, των άρθρων 287 εδ. α’, 297 εδ. α’, 298 εδ. α’, 330, 340, 345, 346, 455, 458, 460, 462, 469 του ΑΚ, των άρθρων 176, 907-908 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης την 28.06.2018, άλλως από την καταβολή του ασφαλίσματος την 27.03.2019, το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η αξίωση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που ασκείται με την κύρια αγωγή, δεν πηγάζει από την ασφαλιστική σύμβαση, αλλά αποτελεί την αυτοδικαίως, κατ’ άρθρο 14 του Ν. 2496/1997, μεταβιβασθείσα σε αυτήν απαίτηση της ασφαλισμένης της ενάγουσας εταιρείας, και κατά συνέπεια η πρώτη εναγόμενη δεν καθίσταται υπερήμερη έναντι της υποκατασταθείσας ασφαλιστικής εταιρείας χωρίς προηγούμενη όχλησή της από την τελευταία. Όσον αφορά στην επικουρική βάση της κύριας αγωγής που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις της σύμβασης παρακαταθήκης, κρίνεται μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, δεν θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας σε βάρος της πρώτης εναγόμενης από σύμβαση παρακαταθήκης, διότι δεν γίνεται επίκληση ότι καταρτίσθηκε συμφωνία μεταξύ της ασφαλισμένης της ενάγουσας εταιρείας και της πρώτης εναγόμενης, δυνάμει της οποίας η τελευταία παρέλαβε τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, με σκοπό να τα φυλάει, είτε η ίδια, είτε μέσω της φερόμενης ως προστηθείσας από αυτήν δεύτερης εναγόμενης, και να τα αποδώσει αυτούσια, όταν θα τα ζητούσε η αντισυμβαλλόμενή της, ούτε ότι από αμέλεια της πρώτης εναγόμενης ή της φερόμενης ως προστηθείσας από αυτήν δεύτερης εναγόμενης, επήλθε αδυναμία απόδοσης των εν λόγω εμπορευμάτων, όπως απαιτείται ώστε να εφαρμοσθούν οι επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 822 επ. του ΑΚ. Περαιτέρω, ως προς την δεύτερη εναγόμενη η κύρια αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτής, αφού αφενός μεν, κατά τα προαναφερθέντα, δεν θεμελιώνεται αξίωση σε βάρος της πρώτης εναγόμενης από σύμβαση παρακαταθήκης, αφετέρου δε, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, δεν δύναται να θεμελιωθεί ούτε αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης, αφού δεν περιέχονται στην αγωγή τα απαιτούμενα από τα άρθρα 914, 297, 298, 299 του ΑΚ στοιχεία, και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δεύτερης εναγόμενης, η επελθούσα ζημία της ασφαλισμένης της ενάγουσας εταιρείας και ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς της δεύτερης εναγόμενης και της επελθούσας ζημίας. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας – ενάγουσας που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, η εκκαλούσα – πρώτη εναγόμενη με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Β’ έφεσής της παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε τους ακόλουθους ισχυρισμούς της που περιλαμβάνονταν στη νομίμως κατατεθείσα προσθήκη – αντίκρουση των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι (α) κατ’ εφαρμογή του όρου 6 του υπ’ αριθ. ……. από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών, κατά παντός κινδύνου βλάβης ή/και απώλειας των μεταφερόμενων εμπορευμάτων (πούρα, τσιγάρα, καπνός για στριφτά τσιγάρα και λοιπά συναφή), που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», ο οποίος προέβλεπε απαλλαγή 4% ανά ζημία με ελάχιστο τα 100,00 ευρώ, η ενάγουσα δικαιούτο να πληρώσει το ασφάλισμα ύψους 547.685,56 ευρώ, μειωμένο κατά 4%, ήτοι κατά το ποσό των 21.907,42 ευρώ, (β) κατ’ εφαρμογή του όρου 9 του ανωτέρω υπ’ αριθ. ……….. από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών, ο οποίος προέβλεπε ότι ο ασφαλισμένος οφείλει με ποινή έκπτωσης του από τα δικαιώματά του που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση να μην λάβει μέτρα αναιρούντα τη διατήρηση των δικαιωμάτων του έναντι παντός τρίτου υπεύθυνου για τη ζημία, ιδίως έναντι του μεταφορέα, η ενάγουσα όφειλε να ερευνήσει, πριν την καταβολή του ασφαλίσματος, εάν ορθά επιβλήθηκαν από το Τελωνείο …………. στην ασφαλισμένη της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………..», με την υπ’ αριθ. …../21.08.2018 καταλογιστική ατομική διοικητική πράξη, τα επίδικα ποσά Ε.Φ.Κ. και Φ.Π.Α., εάν ασκήθηκε προσφυγή κατ’ αυτής και εάν έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε η προσφυγή, πλην όμως η ενάγουσα ουδέν ερεύνησε, η δε ασφαλισμένη της εταιρεία δεν άσκησε προσφυγή κατά της υπ’ αριθ. …../21.08.2018 καταλογιστικής ατομικής διοικητικής πράξης, ενεργώντας κατά παράβαση του ως άνω όρου 9 του υπ’ αριθ. …….. από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών, με αποτέλεσμα την έκπτωσή της από τα δικαιώματά της που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, αλλά αντιθέτως η ενάγουσα έσπευσε να καταβάλει στην ασφαλισμένη της εταιρεία το ασφάλισμα, ενώ γνώριζε τη μη νομιμότητα της εν λόγω αξίωσης του ασφαλίσματος, συντελώντας έτσι στην επέλευση της ζημίας της από δικό της αποκλειστικό πταίσμα, άλλως από συντρέχον πταίσμα της κατά ποσοστό 99,99%, (γ) κατ’ εφαρμογή του όρου περί συμμετοχής στα κέρδη του ανωτέρω υπ’ αριθ. …….. από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών, ο οποίος προέβλεπε ότι στο τέλος των πρώτων 12 μηνών της ασφαλιστικής περιόδου, θα επιστρέφονται ως συμμετοχή στα κέρδη, έσοδα: καθαρά ασφάλιστρα 50% και τυχόν επανεισπράξεις, έξοδα: πληρωθείσες ζημίες και αποθέματα εκκρεμών ζημιών, ενώ εάν αφαιρώντας τα έξοδα από τα έσοδα το υπόλοιπο είναι θετικό, θα επιστρέφεται το 22% αυτού του θετικού, η ενάγουσα όφειλε να αφαιρέσει από τα έξοδα, ήτοι το ασφάλισμα ύψους 547.685,56 ευρώ, τα έσοδα, ήτοι τα ετήσια ασφάλιστρα ύψους 87.040,00 ευρώ, και να καταβάλει το ασφάλισμα μειωμένο κατά 22%, ήτοι κατά το ποσό των 110.141,90 ευρώ, επικουρικώς δε προέτεινε προς συμψηφισμό την ανταπαίτηση ίδιας ωφέλειας της ασφαλισμένης της ενάγουσας εταιρείας ύψους 110.141,90 ευρώ. Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 2656/2023 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς προεχόντως ως απαράδεκτους, λόγω της προβολής τους το πρώτον με τη νομίμως κατατεθείσα προσθήκη – αντίκρουση των προτάσεων της εκκαλούσας – πρώτης εναγόμενης, και σε κάθε περίπτωση ως άνευ αντικειμένου, καθόσον έκρινε ότι συνδέονταν με το ήδη απορριφθέν ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας αγωγικό κονδύλιο των 522.819,95 ευρώ, που αποτελεί μέρος του ποσού που η ασφαλισμένη της ενάγουσας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………» κατέβαλε για αναλογούντα στα πωληθέντα εμπορεύματα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Κατόπιν τούτων, προέκυψε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και ερεύνησε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εκκαλούσας – πρώτης εναγόμενης, τους οποίους απέρριψε, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Β’ έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, και για τον λόγο ότι η εκκαλούσα – πρώτη εναγόμενη ως τρίτη δεν μπορούσε να αντιτάξει κατά της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας τις ανωτέρω ενστάσεις που πηγάζουν από την παράβαση των προαναφερόμενων όρων της σύμβασης ασφάλισης κατά παντός κινδύνου βλάβης ή/και απώλειας των μεταφερόμενων εμπορευμάτων (πούρα, τσιγάρα, καπνός για στριφτά τσιγάρα και λοιπά συναφή), που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», δυνάμει του υπ’ αριθ. ………… από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διότι αυτές είναι ενστάσεις που απορρέουν από δικαίωμα τρίτου και γι’ αυτό, κατ’ άρθρο 262 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτες, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη.
Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του. Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ. α’ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την “κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων”, πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του ως άνω Νόμου, κατά την οποία, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα Νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση Ζημιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το σύνολο των διατάξεων του Ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις “ημιαναγκαστικού” καταρχήν δικαίου, με την έννοια ότι αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο Νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτομένων προσώπων, παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται, έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του Νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή, μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013 ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας. Ο Νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις, είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι, ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική επιφύλαξη ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο Ν. 2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του Νόμου, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες καταρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 19/2015 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 18/2015 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 14/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 957/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 854/2014 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα “claims made policy” (αξιώσεις που θα προβληθούν), σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή, κατά επιεικέστερη παραλλαγή, να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας). Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 Ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση, από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η απαλλακτική αυτή ρήτρα, παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ. 6 Ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του νόμου αυτού. Εξάλλου, η ίδια ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ’ εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου Νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει, τέλος, το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού Νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του Ν. 2496/1997 (ΑΠ 1994/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1343/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 15/2024 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 ως προς την προστασία των καταναλωτών, που αποτελεί εξειδίκευση του άρθρου 281 του ΑΚ στο πεδίο της προστασίας των καταναλωτών, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (ΓΟΣ), ήτοι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2251/1994) και επιβάλλονται από τον προμηθευτή στον καταναλωτή (άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2251/1994), απαγορεύονται και είναι αναδρομικώς (ex tunc) απολύτως άκυροι (άρθρο 180 του ΑΚ), αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες τις υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα δύο περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Η σωρευτική εφαρμογή από το δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, επιβάλλεται και δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Και οι περιγραφόμενες από τον νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν δείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει κατά τη λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματά του έναντι του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 05.04.1993, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου ΓΟΣ, εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 42 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 05.04.1993, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 207. 975, ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001. 1125, ΕφΑθ 2386/2006 ΕλλΔνη 2006. 1467, ΕφΑθ 5253/2003 ΕΕμπΔ 2003. 643). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στο πλαίσιο επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτα λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευτεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες (ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005. 460, ΕφΑθ 2386/2006 ΕλλΔνη 2006. 1461). Οι ανωτέρω περιπτώσεις καταχρηστικού ΓΟΣ, σε συνδυασμό με την αρχή της διαφάνειας, έχουν αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας από τη νομολογία στο πλαίσιο των τραπεζικών συμβάσεων παροχής πιστωτικών υπηρεσιών μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και καταναλωτών, αλλά και με αφορμή ασφαλιστικές συμβάσεις (ΕφΑθ 74/2022 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ως ΓΟΣ νοούνται εκείνοι οι συμβατικοί όροι, τους οποίους καθορίζει εκ των προτέρων ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσουν το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού συμβάσεων, κύριο δε χαρακτηριστικό τους είναι η μονομερής προδιατύπωση, με την έννοια ότι ο αντισυμβαλλόμενος εκείνου που τις προδιατύπωσε δεν μετείχε στη διαμόρφωσή τους, πλην όμως δεν αρκεί αυτό το χαρακτηριστικό, αλλά απαιτείται περαιτέρω να μην υφίστατο κατά την κατάρτιση της σύμβασης δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης ως προς το περιεχόμενο των όρων. Αντίποδας αυτών των ΓΟΣ είναι οι ειδικοί όροι που συμφωνήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση ύστερα από διαπραγμάτευση, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι προστατευτικές υπέρ του καταναλωτή διατάξεις. Συνήθης είναι η χρήση ΓΟΣ και στις ασφαλιστικές συμβάσεις του Ν. 2496/1997, διότι περιέχουν ασφαλιστικούς όρους, γενικούς και ειδικούς, τους οποίους ο ασφαλιστής επαναλαμβάνει ομοιόμορφα στις συμβάσεις του, δεν διαπραγματεύεται το περιεχόμενό τους με κάθε λήπτη ασφάλισης, αλλά τους έχει ετοιμάσει εκ των προτέρων, έτσι ώστε ο μέλλων να ασφαλιστεί ή τους δέχεται όλους και προσχωρεί στη σύμβαση ή δεν τους δέχεται και δεν συνάπτεται η σύμβαση. Ωστόσο, η ασφαλιστική σύμβαση περιέχει και όρους που έχουν συνταχθεί μετά από διαπραγμάτευση με το λήπτη. Τέτοιοι είναι οι όροι που συνιστούν τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης, όπως είναι τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, οι κίνδυνοι που καλύπτονται, η περιουσία ή το αντικείμενο που ασφαλίζεται και η χρηματική αξία τους, η διάρκεια της ασφάλισης, το ασφάλιστρο, ο χρόνος και ο τόπος έκδοσης του ασφαλιστηρίου, το τυχόν ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή και γενικά τα κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 2 και ό,τι άλλο επί πλέον στοιχείο απαιτεί η κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως τυχόν ποσό απαλλαγής του ασφαλιστή για ένα μέρος της κάθε ζημίας κ.λπ. Συνεπώς, οι όροι αυτοί περιέχουν μόνο τη συγκεκριμένη κάλυψη που αγόρασε ο λήπτης, και όχι τους γενικούς όρους με τους οποίους ο ασφαλιστής παρέχει την κάλυψη ομοιόμορφα στους πελάτες του. Έτσι δεν τίθεται γι’ αυτούς θέμα καταχρηστικότητας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του Ν. 2251/1994 (ΑΠ 788/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 361/2025 ΝΟΜΟΣ), τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 237/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 166/2019 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΔωδ 202/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠατρ 161/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 369/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, μετά τον Ν. 4512/2018 οι έννοιες του καταναλωτή και του προμηθευτή καταλαμβάνουν αντίστοιχα “κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα” και “κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου που ενεργεί στο όνομά του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες (άρθρο 1α του Ν. 2251/2014). Σύμφωνα δε με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 111 του Ν. 4512/2018, τα άρθρα 100 έως 110 (Κεφάλαιο Α’ του παρόντος Τμήματος) δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που έχουν συναφθεί έως την έναρξη ισχύος των άρθρων αυτών, ήτοι δύο μήνες μετά την δημοσίευση του νόμου, δηλαδή στις 17.03.2018, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 126 του παρόντος, παρά μόνο στις ανανεώσεις των συμβάσεων αυτών, και ως εκ τούτου για τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις ισχύει ο ορισμός του τελικού αποδέκτη. Τέλος, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 8 του Ν. 2251/1994 συνάγεται ότι τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας της καταχρηστικότητας του γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ο νόμος εξαρτά από ορισμένα στοιχεία, τα οποία πρέπει να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, ώστε αυτό να κρίνει εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός. Η απαγόρευση, δηλαδή, της εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρία προβάλλει κατά της αγωγής του καταναλωτή για επιδίκαση του ασφαλίσματος ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής, με βάση κάποιο γενικό όρο του ασφαλιστηρίου, ο ενάγων καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί με αντένσταση την ακυρότητα του όρου αυτού ως καταχρηστικού. Για το παραδεκτό της αντένστασης αυτής από άποψη χρόνου προβολής της, τα συγκροτούντα την καταχρηστικότητα περιστατικά πρέπει να προβάλλονται, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 281 του ΑΚ, κατά την πρώτη σε πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης και συγχρόνως να διατυπώνεται από τον προβάλλοντα και αίτημα απόρριψης της ένστασης της αντιδίκου του για την αιτία αυτή. Σύμφωνα, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 527 εδ. 1 του ΚΠολΔ, μπορεί κατ’ εξαίρεση ο ενάγων, ως εφεσίβλητος, να προβάλει παραδεκτώς για πρώτη φορά στο Εφετείο την ως άνω καταλυτική της ένστασης του εναγόμενου – εκκαλούντος αντένσταση της καταχρηστικότητας του γενικού όρου, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου του, εφόσον, βέβαια, δεν μεταβάλλεται με την αντένσταση αυτή η βάση της αγωγής του (ΑΠ 1584/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1519/2001 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 225/2023 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2894/2008 ΝΟΜΟΣ).
Από την επανεκτίμηση της υπ’ αριθ. ……../24.10.2019 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ……………. του μάρτυρος ………………, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της κυρίως ενάγουσας, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των κυρίως εναγόμενων κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. τις υπ’ αριθ. ………/16.10.2019 και …../16.10.2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….), της υπ’ αριθ. ……./17.10.2019 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς του μάρτυρος ……… και της υπ’ αριθ. ………./21.10.2019 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας του μάρτυρος ………….., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια των κυρίως εναγόμενων κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της κυρίως ενάγουσας κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθ. ………/13.09.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….. και την υπ’ αριθ. ……/10.10.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………….., αντίστοιχα), από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους και λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται κατωτέρω μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα των ποινικών δικογραφιών, τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως στην προκειμένη δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (βλ. ΑΠ 681/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1656/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1396/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 325/2009 ΝΟΜΟΣ), και, τέλος, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του προσκομιζόμενου υπ’ αριθ. …………… από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών, που καταρτίσθηκε μεταξύ της κυρίως ενάγουσας, αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στο …………. και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα με την επωνυμία «…………..», και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στην ……., συμφωνήθηκε η ασφάλιση κατά παντός κινδύνου βλάβης ή/και απώλειας των μεταφερόμενων εμπορευμάτων της ασφαλισμένης εταιρείας (πούρα, τσιγάρα, καπνός για στριφτά τσιγάρα και λοιπά συναφή), συσκευασμένων και στοιβαγμένων κατάλληλα και επαγγελματικά, οδικώς με ΙΧ και ΔΧ φορτηγά αυτοκίνητα, ιδιόκτητα και τρίτων, ατμοπλοϊκώς (F/B) με πλοία ηλικίας μέχρι 30 ετών, αεροπορικώς και σιδηροδρομικώς, με ειδικότερη αναφορά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ότι ασφαλισμένο ταξίδι αποτελεί και η μεταφορά των καπνοβιομηχανικών προϊόντων με ομαδοποιημένη φόρτωση (groupage), προοριζόμενων για εξαγωγή (είτε σε χώρα μέλος της ΕΕ, είτε σε τρίτη χώρα), από τις αποθήκες της ασφαλισμένης εταιρείας στην ……, στην ….. και στη ……., προς το σημείο εξόδου (λιμάνι ή αεροδρόμιο) από την Ελληνική Επικράτεια ή προς τις αποθήκες μεταφορέα ή διαμεταφορέα και στη συνέχεια από τις αποθήκες μεταφορέα ή διαμεταφορέα με ομαδοποιημένη φόρτωση (groupage) προς το σημείο εξόδου (λιμάνι ή αεροδρόμιο) από την Ελληνική Επικράτεια, για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2017 έως και την 31.12.2018. Σύμφωνα με όρο του ασφαλιστήριου συμβολαίου σχετικά με τον υπολογισμό της ασφαλιστικής αξίας, ορίσθηκε ότι θα γινόταν και βάσει της τιμολογιακής αξίας των προϊόντων, συν ΕΦΚ και ΦΠΑ Ελλάδος, συν ΕΦΚ και ΦΠΑ άλλης χώρας (ΕΕ ή τρίτης χώρας), μέχρι του ανώτατου ποσού κάλυψης των 5.200.000,00 ευρώ, και κατ’ έτος 16.000.000,00 ευρώ και με προβλεπόμενη αξία μεταφερόμενων φορτίων για τους πρώτους 12 μήνες 3.200.000,00 ευρώ, έναντι συμφωνηθέντος ετήσιου μικτού ασφαλίστρου 0,0034% επί της προβλεπόμενης αξίας των μεταφερόμενων φορτίων, από το οποίο 80%, ήτοι μικτά ασφάλιστρα 87.040,00 ευρώ, θα καταβάλλεται σε δύο ισόποσες δόσεις την 28.02.2017 και την 31.08.2017, αντίστοιχα, και στο τέλος των πρώτων 12 μηνών θα υπολογίζονται τα αναλογούντα ασφάλιστρα επί των πραγματοποιηθέντων φορτώσεων και θα εισπράττεται τυχόν διαφορά. Σύμφωνα δε με σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, θα καλύπτονταν ζημίες ή απώλειες των μεταφερόμενων εμπορευμάτων σύμφωνα με τις αναφερόμενες ρήτρες του Ινστιτούτου των Άγγλων Ασφαλιστών, μεταξύ των οποίων και η ρήτρα Institute Cargo Clauses (A) 1.1.82, με την οποία καλυπτόταν ο κίνδυνος από κλοπή. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 19.06.2018, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..» πώλησε στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………………..» που εδρεύει στο …………, τα εμπορεύματα (τσιγάρα διαφόρων τύπων), συσκευασμένα σε 130 χαρτοκιβώτια, που περιγράφονται κατ’ είδος, ποσότητα χαρτοκιβωτίων, ποσότητα πακέτων ανά χαρτοκιβώτιο και τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο στο προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …………./19.06.2018 τιμολόγιο, και ειδικότερα 10 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή ……………., με 500 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 333,20 ευρώ και συνολική τιμή 3.332,00 ευρώ, 10 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……, περιγραφή ………, με 500 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 200,70 ευρώ και συνολική τιμή 2.007,00 ευρώ, 10 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή ……………., με 500 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 221,00 ευρώ και συνολική τιμή 2.210,00 ευρώ, και 100 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή …………., με 5.000 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 140,00 ευρώ και συνολική τιμή 14.000,00 ευρώ, ήτοι συνολικό τίμημα 21.549,00 ευρώ, το οποίο μειώθηκε κατά το ποσό των 150,00 ευρώ και των 193,80 ευρώ, ήτοι συνολικά κατά το ποσό των 343,80 ευρώ, κατόπιν έκπτωσης που χορηγήθηκε από την πωλήτρια εταιρεία στην αγοράστρια εταιρεία, εκδοθέντων των προσκομιζόμενων υπ’ αριθ. …………../19.06.2018 και …………/19.06.2018 πιστωτικών τιμολογίων, και ως εκ τούτου το συνολικό τίμημα ανήλθε στο ποσό των 21.205,20 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί εντός 30 ημερών από την έκδοση του υπ’ αριθ. ………./19.06.2018 τιμολογίου, δυνάμει σχετικού όρου αναγραφέντος στο τιμολόγιο. Επιπλέον, την 21.06.2018, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………» πώλησε στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στο ……, τα εμπορεύματα (τσιγάρα διαφόρων τύπων), συσκευασμένα σε 203 χαρτοκιβώτια, που περιγράφονται κατ’ είδος, ποσότητα χαρτοκιβωτίων, ποσότητα πακέτων ανά χαρτοκιβώτιο και τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο στο προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. ……./21.06.2018 τιμολόγιο, και ειδικότερα 39 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή ……….., με 1.950 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 257,55 ευρώ και συνολική τιμή 10.044,45 ευρώ, 30 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή …………, με 1.500 πακέτα α0νά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 257,55 ευρώ και συνολική τιμή 7.726,50 ευρώ, 14 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ………, περιγραφή …………, με 700 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 257,55 ευρώ και συνολική τιμή 3.605,70 ευρώ, 6.000 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ………, περιγραφή …………., με 300 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 257,55 ευρώ και συνολική τιμή 1.545,30 ευρώ, 26 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό …., περιγραφή ………, με 1.300 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 269,67 ευρώ και συνολική τιμή 7.011,42 ευρώ, 38 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……, περιγραφή ………., με 1.900 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 269,67 ευρώ και συνολική τιμή 10.247,46 ευρώ, 31 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ….., περιγραφή ……….., με 1.550 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 269,67 ευρώ και συνολική τιμή 8.359,77 ευρώ, 16 χαρτοκιβώτια πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή ……….., με 800 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 269,67 ευρώ και συνολική τιμή 4.314,72 ευρώ, 1 χαρτοκιβώτιο πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή ………., με 41 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 5,150976 ευρώ και συνολική τιμή 211,19 ευρώ, 1 χαρτοκιβώτιο πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……., περιγραφή ………….., με 47 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 5,151064 ευρώ και συνολική τιμή 242,10 ευρώ, και 1 χαρτοκιβώτιο πακέτων τσιγάρων με κωδικό ……, περιγραφή …………, με 15 πακέτα ανά χαρτοκιβώτιο, με τιμή μονάδας ανά χαρτοκιβώτιο 5,393333 ευρώ και συνολική τιμή 80,90 ευρώ, ήτοι συνολικό τίμημα 53.389,51 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί εντός 60 ημερών από την έκδοση του υπ’ αριθ. ……./21.06.2018 τιμολογίου, δυνάμει σχετικού όρου αναγραφέντος στο τιμολόγιο. Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας – αποστολέα των εμπορευμάτων και των αγοραστριών εταιρειών – παραληπτριών των εμπορευμάτων ότι τα εν λόγω εμπορεύματα θα ταξίδευαν με κίνδυνο των τελευταίων, δηλαδή ότι με τη φόρτωσή τους ο κίνδυνος θα μεταβαίνει σε αυτές, οι οποίες έφεραν και το δικαίωμα διάθεσης των εμπορευμάτων από την φόρτωσή τους προς μεταφορά, σύμφωνα με τον διεθνή εμπορικό όρο (INCOTERM) CIF που είχε περιληφθεί στα ανωτέρω υπ’ αριθ. ……./19.06.2018 και ……/21.06.2018 τιμολόγια. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η πωλήτρια εταιρεία ήρθε σε επαφή με την πρώτη κυρίως εναγόμενη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκτελεί διεθνείς μεταφορές, και με τις προσκομιζόμενες από 19.06.2018 και 21.06.2018, αντίστοιχα, έγγραφες εντολές, στις οποίες περιέχονταν τα πλήρη στοιχεία και η περιγραφή των εμπορευμάτων και της συσκευασίας αυτών, το μεικτό βάρος αυτών, τα πλήρη στοιχεία κάθε παραλήπτριας εταιρείας, οι οδηγίες για την έκδοση φορτωτικής CMR, καθώς και οι οδηγίες ότι αυτά θα έπρεπε να μεταφερθούν σε παλέτες συγκεκριμένων διαστάσεων, και η ειδική επισήμανση ότι τα τελωνειακά έγγραφα e-AD, ήτοι τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονταν για τη διακίνηση προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, όπως εν προκειμένω τα τσιγάρα, έπρεπε να συνοδεύουν τα εμπορεύματα και να παραδοθούν στις παραλήπτριες εταιρείες, ενώ το αντίγραφο της φορτωτικής CMR και το τιμολόγιο της πρώτης κυρίως εναγόμενης θα έπρεπε να σταλεί στην πωλήτρια εταιρεία – αποστολέα των εμπορευμάτων. Σύμφωνα δε με την προσκομιζόμενη από 10.01.2012 επιστολή της πρώτης κυρίως εναγόμενης προς την πωλήτρια εταιρεία, τα εμπορεύματα που θα μεταφέρονταν στο εξωτερικό, για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας, με ομαδικές αποστολές (groupage), θα έπρεπε να παραδίδονται προς μεταφορά στις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, συνεργαζόμενης με αυτήν εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………….», οι οποίες βρίσκονταν στον ……. Αττικής, στη θέση …….., επί της οδού ……… και από τις οποίες θα παραλαμβάνονταν από την πρώτη κυρίως εναγόμενη ως μέρος της ομαδοποιημένης φόρτωσης, μαζί με τα εμπορεύματα των λοιπών πελατών της, με σκοπό τη διεκπεραίωση των μεταφορών στους εκάστοτε προορισμούς με οχήματα διεθνών μεταφορών. Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι η πρώτη κυρίως εναγόμενη συμβλήθηκε στις ως άνω συμβάσεις ως μεταφορέας και όχι ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, όπως επικουρικά επικαλείται η κυρίως ενάγουσα, καθόσον προέκυψε ότι ανέλαβε η ίδια την οδική μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων της πωλήτριας εταιρείας και την παράδοση αυτών στις παραλήπτριες εταιρείες, ενώ δεν προέκυψε ότι ανέλαβε, ενεργώντας στο δικό της όνομα, αλλά για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας, να ενεργήσει ό,τι απαιτούνταν για την πραγμάτωση της μεταφοράς, που της είχε ανατεθεί, και ιδίως να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη με αυτόν των συμβάσεων μεταφοράς. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι τα πωληθέντα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ………….. φορτηγό του αυτοκινητιστή ……., από τις αποθήκες στην …… της πωλήτριας εταιρείας, στις αποθήκες στον ….. Αττικής της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, συνεργαζόμενης εταιρείας με την πρώτη κυρίως εναγόμενη, και εκδόθηκαν τα προσκομιζόμενα υπ’ αριθ. …/19.06.2018 και ……/21.06.2018, αντίστοιχα, τιμολόγια συναλλαγών για τις μεταφορές αγαθών (φορτωτικές), στα οποία αναγράφονταν ως αποστολέας η πωλήτρια εταιρεία και ως παραλήπτρια η δεύτερη κυρίως εναγόμενη, η οποία και παρέλαβε τα εμπορεύματα, την 20.06.2018 και την 22.06.2028, αντίστοιχα, θέτοντας τη σφραγίδα της επί των ανωτέρω φορτωτικών. Η πωλήτρια εταιρεία επιμελήθηκε την έκδοση των προσκομιζόμενων τελωνειακών εγγράφων e-ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ARC …… και ARC ……………, αντίστοιχα, ήτοι των ηλεκτρονικών εγγράφων που εκδίδονταν για τη διακίνηση των προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, όπως εν προκειμένω τα τσιγάρα, τα οποία και παραδόθηκαν στην δεύτερη κυρίως εναγόμενη, προκειμένου να συνοδεύσουν τα εμπορεύματα κατά τη μεταφορά τους από την πρώτη κυρίως εναγόμενη και να παραδοθούν στις παραλήπτριες εταιρείες. Μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης και την παραλαβή τους από αυτήν, κατ’ εντολή της πρώτης κυρίως εναγόμενης, τα προϊόντα περιήλθαν στη σφαίρα ευθύνης της τελευταίας ως μεταφορέα, η οποία και ανέλαβε την επιτήρηση των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά τους από τον …………. Αττικής μέχρι το Βέλγιο και την παράδοσή τους στις παραλήπτριες εταιρείες. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 28.06.2018, η πωλήτρια εταιρεία πληροφορήθηκε από την πρώτη κυρίως εναγόμενη ότι περί ώρες 01.00 – 03.00 της ίδιας ημέρας, είχε επισυμβεί διάρρηξη των αποθηκών της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, κατά την οποία κλάπηκαν 122 από το σύνολο των 130 χαρτοκιβωτίων των εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «…………..», καθώς και το σύνολο των 203 χαρτοκιβωτίων των εμπορευμάτων με παραλήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία «………..». Σύμφωνα δε με το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων – συμβάντων – συλλήψεων – συστάσεων & παραπόνων έτους 2018 του Τμήματος Ασφαλείας ………….., την 29.06.2018, προσήλθε στην υπηρεσία ο ………., συνδιαχειριστής της δεύτερης κυρίως εναγόμενης και κατέθεσε ότι ο ίδιος ενημερώθηκε, περί ώρα 7.00 της 28.06.2018, από την εταιρεία φύλαξης «………..» που είχε αναλάβει τη φύλαξη των αποθηκών της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, ότι αυτές είχαν διαρρηχθεί και είχαν αφαιρεθεί εμπορεύματα, ότι ο ίδιος διαπίστωσε, μετά από μετάβαση στις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, ότι είχε παραβιασθεί η κεντρική θύρα εισόδου και η θύρα της αποθήκης και είχαν κλαπεί τα ανωτέρω εμπορεύματα, ενώ από τις κάμερες ασφαλείας διαπιστώθηκε ότι η κλοπή έλαβε χώρα την ώρα 02.18, από πέντε τουλάχιστον άγνωστα άτομα, τα οποία εισήλθαν στις αποθήκες σπάζοντας παράθυρο – φεγγίτη και απασφαλίζοντας στη συνέχεια την θύρα των αποθηκών από το εσωτερικό αυτών, στις οποίες και παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού είχαν θραύσει το κυτίο συναγερμού και είχαν κόψει τα καλώδια της τηλεφωνικής σύνδεσης με αποτέλεσμα να μη δοθεί σήμα στο κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας φύλαξης «…………», παρότι ο συναγερμός ηχούσε, και αφού είχαν στρέψει τις κάμερες σε άλλη κατεύθυνση προκειμένου να μην καταγράφονται οι κινήσεις τους. Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ………….. έκθεση της εταιρείας εμπειρογνωμόνων πυρός – μεταφορών – αστικής ευθύνης – τεχνικών κινδύνων «……………..», που ανέλαβε τη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η κλοπή των ανωτέρω εμπορευμάτων, κατόπιν εντολής της ενάγουσας, οι εγκαταστάσεις της δεύτερης κυρίως εναγόμενης στον ……. Αττικής, στη θέση …….., αποτελούνταν από στεγασμένο ισόγειο κτίριο – αποθήκη, κατασκευασμένο με συμβατικό τρόπο στην πίσω πλευρά του οικοπέδου, με πρόσοψη – θύρα εισόδου επί της οδού ……….., το κτίριο κλεινόταν με μεταλλικές συρόμενες θύρες, για την εξυπηρέτηση των φορτοεκφορτώσεων των εμπορευμάτων, και έχει παράθυρα – φεγγίτες σε ύψος περίπου 4 μέτρων από το δάπεδο (τυπική κατασκευή αποθηκών), το δε οικόπεδο, εντός του οποίου βρίσκονταν οι αποθήκες, ήταν περιφραγμένο με μανδρότοιχο από τσιμεντόλιθους και συρματόπλεγμα επί μεταλλικών πλαισίων και η θύρα εισόδου ήταν συρόμενη με σκελετό από ελαφρά μεταλλικά πλαίσια. Δυνάμει των προσκομιζόμενων από 01.04.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού παροχής υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας, από 01.04.2018 συμπληρωματικού ιδιωτικού συμφωνητικού παροχής υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας κέντρου λήψης σημάτων – επιπρόσθετοι όροι και από 01.04.2018 συμπληρωματικού ιδιωτικού συμφωνητικού παροχής υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας κέντρου επέμβασης περιπολικού – επιπρόσθετοι όροι, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της δεύτερης κυρίως εναγόμενης και της εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «………», η τελευταία ανέλαβε την παροχή των υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας και τη φύλαξη των αποθηκών της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, καθώς και την παροχή των υπηρεσιών κέντρου λήψης σημάτων και εικόνας και των υπηρεσιών κέντρου επέμβασης περιπολικού. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι το πλήρωμα του περιπολικού οχήματος της εταιρείας φύλαξης «……..», αφού θα λάμβανε σχετική εντολή από το κέντρο επέμβασης περιπολικού, μετά τη λήψη σήματος κινδύνου από το κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας φύλαξης από το σύστημα συναγερμού της φυλασσόμενης, θα μετέβαινε στον χώρο της φυλασσόμενης και θα διενεργούσε εξωτερικό έλεγχο του χώρου εκτός της περίφραξης ή λεπτομερή έλεγχο του χώρου εντός της περίφραξης, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν θα είχε ληφθεί σήμα από το κέντρο λήψης σημάτων, εάν δε κατά τον έλεγχο το πλήρωμα του περιπολικού οχήματος μπορούσε να διαπιστώσει οποιοδήποτε συμβάν κινδύνου στον χώρο της φυλασσόμενης, θα ενημέρωνε το κέντρο επέμβασης περιπολικού, οι χειριστές του οποίου θα ενεργούσαν, σύμφωνα με τις οδηγίες της φυλασσόμενης, έχοντας την υποχρέωση να ενημερώσουν το συντομότερο δυνατό τα υποδειχθέντα από αυτήν πρόσωπα. Το περιπολικό όχημα της εταιρείας φύλαξης «………….», πέραν της ανωτέρω ενημέρωσης, δεν ήταν υποχρεωμένο να παραμένει στον χώρο της φυλασσόμενης, μετά τη διαπίστωση του συμβάντος ή/και μετά την αποχώρηση των δραστών, ενώ η εταιρεία φύλαξης «…..» δεν είχε υποχρέωση να πραγματοποιήσει βίαιη παρέμβαση ή/και καταδίωξη των αδικοπραγούντων, πριν ή κατά τη διάρκεια του συμβάντος, ούτε να πραγματοποιήσει τη φύλαξη του χώρου ή να παραμείνει σε αυτόν, εφόσον υπήρχε κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα, η δε υπηρεσία του κέντρου επέμβασης περιπολικού θα κινητοποιούνταν μόνο εφόσον το κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας φύλαξης «………» θα λάμβανε σήμα κινδύνου από τα συστήματα ασφαλείας της φυλασσόμενης. Όπως δε προκύπτει από την υπ’ αριθ. 608/2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας του μάρτυρα ……, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία «…………, η οποία είχε αναλάβει από το έτος 2016 τη συντήρηση του συστήματος CCTV που ήταν εγκατεστημένο στις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, το σύστημα αυτό ήταν ρυθμισμένο για συνεχή καταγραφή του χώρου των αποθηκών, ενώ την 03.08.2017, είχε πραγματοποιηθεί οπτικός και ηχητικός έλεγχος του συστήματος αναφορικά με την όπλιση, αφόπλιση και τη σειρήνα και είχε διαπιστωθεί ότι αυτό λειτουργούσε σε άριστη κατάσταση. Κατόπιν τούτων προέκυψε ότι η επέμβαση του περιπολικού της εταιρείας φύλαξης «…………» θα γινόταν μόνο σε περίπτωση μετάδοσης σήματος κινδύνου στο κέντρο λήψης σημάτων, το οποίο με τη σειρά του θα έδινε την εντολή επέμβασης του περιπολικού. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την υπ’ αριθ. ……/17.10.2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς του μάρτυρος ……., υπαλλήλου της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, αλλά και από την προσκομιζόμενη από Ιουνίου 2018 έκθεση ένορκης εξέτασης, ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ασφαλείας ………….υ, του μάρτυρα …………, υπαλλήλου της εταιρείας φύλαξης «………». Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τα πέντε ως άνω άτομα που διέρρηξαν τις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, επέβαιναν στο υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ………. όχημα, μάρκας MERCEDES, ιδιοκτησίας του ………., το οποίο είχαν προηγουμένως αφαιρέσει από την κατοχή του, στον …. Αττικής στη θέση «……», και το οποίο ήταν φορτωμένο με κιβώτια αναψυκτικών, νερών και άλλων ποτών, ιδιοκτησίας του ανωτέρω προσώπου, τα οποία και εγκατέλειψαν στο χώρο των αποθηκών της δεύτερης εναγόμενης. Οι άγνωστοι δράστες, που είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους, αφού έθραυσαν το κυτίο συναγερμού και έκοψαν τα καλώδια της τηλεφωνικής σύνδεσης, με αποτέλεσμα να μη δοθεί σήμα στο κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας φύλαξης «……………….», παραβίασαν τη θύρα της εξωτερικής περίφραξης των αποθηκών και οδήγησαν το ανωτέρω όχημα μέσα στον προαύλιο χώρο των αποθηκών, διανύοντας απόσταση άνω των 60 μέτρων, και αφού έθραυσαν παράθυρο – φεγγίτη, εισήλθαν εντός των αποθηκών και απασφάλισαν από το εσωτερικό την θύρα εισόδου, παραμένοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα, παρότι ο συναγερμός ηχούσε, λόγω της θραύσης του παραθύρου – φεγγίτη, δοθέντος ότι ήταν αδύνατη η μετάδοση σήματος στο κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας φύλαξης «………….» και η αποστολή περιπολικού στο χώρο των αποθηκών, εξαιτίας της κοπής των καλωδίων της οικείας τηλεφωνικής γραμμής και της διακοπής λειτουργίας αυτής, με αποτέλεσμα να μην σταλεί περιπολικό της εταιρείας φύλαξης «…….», ώστε το πλήρωμα αυτού να ενημερώσει το κέντρο επέμβασης περιπολικού για το συμβάν και ακολούθως να ενημερωθούν τα αρμόδια όργανα της δεύτερης κυρίως εναγόμενης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι κατά τη διάρκεια του συμβάντος ηχούσε ο συναγερμός των αποθηκών της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, επιβεβαιώνεται και από την προσκομιζόμενη από 26.10.2018 έκθεση ένορκης εξέτασης, ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ασφαλείας ………….υ, του μάρτυρα ……, υπαλλήλου της εταιρείας «…………» που διατηρεί χώρο στάθμευσης φορτηγών στον ……. Αττικής, απέναντι από τις εγκαταστάσεις της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, ο οποίος εργαζόταν, την 28.06.2018, ως φύλακας της βραδινής βάρδιας του εν λόγω χώρου στάθμευσης φορτηγών και ο οποίος κατέθεσε ότι, αφού άκουσε τον συναγερμό να ηχεί περί ώρα 03:45 και αντιλήφθηκε την παρουσία των δραστών στις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, από φόβο δεν ειδοποίησε την αστυνομία για το συμβάν, αναμένοντας την προσέλευση του περιπολικού της εταιρείας φύλαξης «…………», καθόσον γνώριζε ότι μετά την ενεργοποίηση του συναγερμού το περιπολικό θα προσερχόταν για έλεγχο του χώρου. Όπως δε προκύπτει την προσκομιζόμενη από Ιουνίου 2018 έκθεση ένορκης εξέτασης, ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ασφαλείας …………., του μάρτυρα ………, υπαλλήλου της εταιρείας φύλαξης «………», αυτός ενημερώθηκε τυχαία για το συμβάν της ένδικης κλοπής, περί ώρα 06:30 της 28.06.2018, όταν, μετά τη λήξη της βραδινής βάρδιας του, συνάντησε τον ανωτέρω υπάλληλο της εταιρείας «………», …….., σε κατάστημα λιανικής πώλησης υγρών καυσίμων της περιοχής του ……, ο οποίος και τον ενημέρωσε για την κλοπή, ενώ ο ίδιος στη συνέχεια ενημέρωσε την εταιρεία φύλαξης «……..» και αυτή τον νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, που προέβη σε καταγγελία της αξιόποινης πράξης προς την αρμόδια αστυνομική αρχή του Τμήματος Ασφαλείας …………… Επίσης, από το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. πρωτ. ………../09.04.2019 έγγραφο με θέμα «Υποβολή δικογραφίας» της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Δυτικής Αττικής, Τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας προκύπτει ότι υποβλήθηκε δικογραφία σε βάρος αγνώστων δραστών για παράβαση του άρθρου 374 εδ. δ’ και ε’ του ΠΚ, καθόσον, αν και έγινε αρμοδίως άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, διότι διαπιστώθηκε από το βιντεοληπτικό υλικό ότι ένας από τους δράστες μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο περί ώρα 03:33, καθώς και επεξεργασία του οπτικοακουστικού υλικού, δεν μπόρεσαν να ανευρεθούν στοιχεία για την ταυτότητα των δραστών. Κατόπιν των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι η απώλεια των εμπορευμάτων της πωλήτριας εταιρείας – αποστολέα, οφείλεται σε πταίσμα της πρώτης κυρίως εναγόμενης – μεταφορέα, η οποία είχε παραλάβει τα εμπορεύματα για την μεταφορά τους στο Βέλγιο με ομαδοποιημένη αποστολή (groupage) και η οποία υπέδειξε στην πωλήτρια εταιρεία – αποστολέα ως χώρο παράδοσης των εμπορευμάτων τις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, με την οποία συνεργαζόταν η πρώτη κυρίως εναγόμενη, οι οποίες, όμως, δεν διέθεταν αποτελεσματικό σύστημα φύλαξης, καθόσον αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε φύλακας στις αποθήκες κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν αυτές ήταν κλειστές, ούτε διενεργούνταν περιπολίες στο χώρο των αποθηκών, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με περιπολικό της ιδιωτικής εταιρείας φύλαξης «…………..», αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι γινόταν επέμβαση του περιπολικού μόνο μετά την ενεργοποίηση του συναγερμού και την αποστολή σήματος κινδύνου στο κέντρο λήψης σημάτων, με αποτέλεσμα να μη γίνει εγκαίρως αντιληπτή η ένδικη κλοπή και να παραμείνουν οι δράστες στον χώρο των αποθηκών για αρκετή ώρα, αφού το κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας φύλαξης «……….» δεν λάμβανε το σήμα του συναγερμού που ηχούσε, και να επιτύχουν έτσι να αφαιρέσουν από το εσωτερικό των αποθηκών το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων που είχαν παραδοθεί προς μεταφορά από την πωλήτρια εταιρεία – αποστολέα, και συγκεκριμένα να αφαιρέσουν 122 χαρτοκιβώτια από το σύνολο των 130 χαρτοκιβωτίων με αγοράστρια την εταιρεία με την επωνυμία «…………..», καθώς και το σύνολο των 203 χαρτοκιβωτίων με αγοράστρια την εταιρεία με την επωνυμία «……..». Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι οι αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης δεν διέθεταν αποτελεσματικό σύστημα φύλαξης και ότι απαιτείτο η λήψη πρόσθετων μέτρων φύλαξης των εν λόγω εμπορευμάτων, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ευρύτερη περιοχή του Ασπροπύργου, η οποία είναι ερημική και στην οποία βρίσκονται κυρίως αποθήκες φύλαξης εμπορευμάτων, προσελκύει οργανωμένες ομάδες κακοποιών, που δρουν κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας, και για τον λόγο αυτό απαιτείται η λήψη πρόσθετων μέτρων φύλαξης των φυλασσόμενων εμπορευμάτων, και ιδίως αυτών με υψηλή μεταπωλητική αξία, όπως εν προκειμένω των τσιγάρων, των οποίων, μάλιστα, η λαθραία διακίνηση είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη από οργανωμένες ομάδες κακοποιών. Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι δεν είχαν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα ασφαλείας για την αποτροπή της ένδικης κλοπής στις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, και ιδίως, αφενός δεν υπήρχε φύλακας, κατά τη διάρκεια της νύχτας, η παρουσία του οποίου θα λειτουργούσε αποτρεπτικά, τόσο κατά τον χρόνο σχεδιασμού της κλοπής, δεδομένου ότι η παρουσία φρουρού σε ένα χώρο, σε συνδυασμό και με τη λειτουργία συναγερμού, λειτουργεί αποτρεπτικά στη διάρρηξη αυτού, όσο και κατά τον χρόνο της κλοπής, καθόσον ο φύλακας, αντιλαμβανόμενος την παρουσία των δραστών, ήδη πριν αυτοί εισέλθουν στον χώρο, θα είχε ειδοποιήσει την αρμόδια αστυνομική αρχή, καθώς και την εταιρεία φύλαξης «…………», οι οποίες, με την γρήγορη προσέλευσή τους, θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την κλοπή των προϊόντων, αφετέρου δεν γίνονταν περιπολίες ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο χώρο των αποθηκών με περιπολικό της εταιρείας φύλαξης «………», καθόσον οι συχνές περιπολίες λειτουργούν αποτρεπτικά των περιστατικών διάρρηξης και καθιστούν αυτά αντιληπτά, ακόμη και στην περίπτωση της απενεργοποίησης της τηλεφωνικής σύνδεσης με την κοπή των καλωδίων, όπως εν προκειμένω. Σύμφωνα δε με την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……….. έκθεση της εταιρείας εμπειρογνωμόνων πυρός – μεταφορών – αστικής ευθύνης – τεχνικών κινδύνων «……………», τα συστήματα αποτροπής της διάρρηξης – κλοπής και της φύλαξης – παρακολούθησης των αποθηκών της δεύτερης κυρίως εναγόμενης κρίνονταν από ανύπαρκτα έως απολύτως ανεπαρκή, λαμβανομένου υπόψη ότι οι άγνωστοι δράστες κατάφεραν να παραβιάσουν τη θύρα της εξωτερικής περίφραξης των αποθηκών και να οδηγήσουν το ανωτέρω όχημα μέσα στον προαύλιο χώρο των αποθηκών, διανύοντας απόσταση άνω των 60 μέτρων, και αφού έθραυσαν παράθυρο – φεγγίτη, να εισέλθουν εντός του χώρου των αποθηκών και να παραμείνουν σε αυτόν για μεγάλο χρονικό διάστημα, παρότι ο συναγερμός ηχούσε, με αποτέλεσμα να επιτύχουν να αφαιρέσουν τις ανωτέρω μεγάλες ποσότητες των εμπορευμάτων. Συνεπώς, η πρώτη κυρίως εναγόμενη ως μεταφορέας ευθύνεται για την απώλεια των εμπορευμάτων της πωλήτριας εταιρείας – αποστολέα, αφού, στο πλαίσιο της εκτέλεσης της σύμβασης διεθνούς οδικής μεταφοράς αυτών, υπέδειξε ως χώρο εναπόθεσής τους, προκειμένου να τα μεταφέρει με ομαδική αποστολή (groupage), τις ανωτέρω αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, οι οποίες, όμως, διέθεταν ελλιπή μέτρα φύλαξης και ασφαλείας, κατά τα προαναφερθέντα, αυτή δε η συμπεριφορά της πρώτης κυρίως εναγόμενης ως μεταφορέα συνιστά ηθελημένη κακή διαχείριση, κατά την έννοια που εκτέθηκε στη νομική σκέψη, καθόσον η τελευταία ενήργησε εν γνώσει της ότι η επιλογή του χώρου των αποθηκών της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, των οποίων την αναποτελεσματική φύλαξη γνώριζε, θα οδηγούσε σε σημαντική επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος της απώλειας των εμπορευμάτων, για το οποίο επέδειξε αδιαφορία. Ενόψει τούτων, ο ισχυρισμός της πρώτης κυρίως εναγόμενης ότι η απώλεια των εμπορευμάτων οφείλεται σε ανώτερη βία, ήτοι σε συνθήκες που δεν θα μπορούσε να αποφύγει, καθόσον οι αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης είχαν επαρκή μέτρα ασφαλείας και η κλοπή οφειλόταν στο οργανωμένο σχέδιο των αγνώστων δραστών που ήταν πολλοί, διέθεταν διαρρηκτικά εργαλεία και μεταφορικό μέσο και έκοψαν το καλώδιο της τηλεφωνικής σύνδεσης με αποτέλεσμα να μη σταλεί σήμα στο κέντρο λήψης σημάτων της εταιρεία φύλαξης «……………», βάσει του οποίου ζητεί την απαλλαγή της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 18 παρ. 1 της CMR, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού εάν είχαν ληφθεί τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας για την αποτροπή της κλοπής στις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, τα οποία θα τηρούσε κάθε μέσος συνετός μεταφορέας, η απώλεια των εμπορευμάτων θα είχε αποφευχθεί. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η ένδικη κλοπή των εμπορευμάτων έγινε υπό συνθήκες, τις οποίες δεν θα μπορούσε να αποφύγει η πρώτη κυρίως εναγόμενη ως μεταφορέας και των οποίων τις συνέπειες δεν θα μπορούσε να προλάβει, ακόμη και αν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη κλοπή έγινε με τη χρήση βίας ή με τη χρήση άγνωστων τρόπων ή μέσων ή γενικά υπό συνθήκες ασυνήθιστες που η μεταφορέας δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ώστε να μπορέσει να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω τρόπος δράσης των κακοποιών δεν ήταν ασυνήθιστος και μη αναμενόμενος, η δε συμπεριφορά της πρώτης κυρίως εναγόμενης, ήτοι η επιλογή των ανωτέρω αποθηκών της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, προηγήθηκε της απώλειας των εμπορευμάτων και ήταν εκείνη που συντέλεσε και δημιούργησε τις συνθήκες αφαίρεσης αυτών, τις οποίες όφειλε και μπορούσε να προβλέψει η πρώτη κυρίως εναγόμενη ως συνετή μεταφορέας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η τιμολογιακή αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων ανήλθε, αφενός μεν για τα εμπορεύματα με αγοράστρια την εταιρεία με την επωνυμία «……………» στο συνολικό ποσό των 20.085,20 ευρώ, κατόπιν αφαίρεσης της αξίας των 8 χαρτοκιβωτίων που δεν κλάπηκαν, ανερχόμενης στο ποσό των 1.120,00 ευρώ, αφετέρου δε για τα εμπορεύματα με αγοράστρια την εταιρεία με την επωνυμία «……….» στο συνολικό ποσό των 53.389,51 ευρώ, αφού αφαιρέθηκε το σύνολο των χαρτοκιβωτίων. Σημειωτέον ότι η τιμολογιακή αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων ταυτίζεται με την αξία που είχαν αυτά στον τόπο και κατά τον χρόνο που έγιναν δεκτά προς μεταφορά, δηλαδή στον …………. Αττικής, την 20.06.2018 και την 22.06.2018, αντίστοιχα, και αντιπροσωπεύει τη συνήθη τιμή για εμπορεύματα του ίδιου είδους και της ίδιας ποιότητας, για τα οποία δεν υπήρχε τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων ή τρέχουσα τιμή της αγοράς. Λαμβανόμενου υπόψη ότι, συνεπεία της ένδικης κλοπής των εμπορευμάτων από τις αποθήκες της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, αυτά ουδέποτε παραδόθηκαν στις αγοράστριες – παραλήπτριες εταιρείες στο Βέλγιο, ενώ δεν εκδόθηκε έγγραφο μεταφοράς, ήτοι δελτίο παράδοσης φορτωτικής CMR, αφού τα εμπορεύματα, αν και παραλήφθηκαν, δεν φορτώθηκαν σε φορτηγό προς μεταφορά, οι δε αγοράστριες – παραλήπτριες εταιρείες δεν κατέβαλαν το τίμημα των εμπορευμάτων, και ως εκ τούτου το δικαίωμα διάθεσης των εν λόγω εμπορευμάτων, κατά την έννοια των εκτιθέμενων στη νομική σκέψη διατάξεων της CMR, περιήλθε στην πωλήτρια εταιρεία – αποστολέα, η οποία κατέστη φορέας των αξιώσεων από τη σύμβαση διεθνούς οδικής μεταφοράς, και συνακόλουθα δικαιούχος της αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη, λόγω της κλοπής των εμπορευμάτων, κατ’ άρθρο 12 παρ. 1 της CMR, δοθέντος ότι αυτή παρέμεινε κυρία των εμπορευμάτων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και σε εκτέλεση της σύμβασης ασφάλισης μεταφορών που καταρτίσθηκε δυνάμει του προαναφερόμενου υπ’ αριθ. …………… από 05.01.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η κυρίως ενάγουσα κατέβαλε στη ζημιωθείσα ασφαλισμένη της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….», ως ασφάλισμα για την απώλεια των κλαπέντων εμπορευμάτων, το συνολικό ποσό των 596.294,66 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 20.085,20 ευρώ και το ποσό των 53.389,51 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 73.474,71 ευρώ αντιστοιχούσε στην ανωτέρω τιμολογιακή αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων, και το ποσό των 522.819,95 ευρώ αντιστοιχούσε σε μέρος των αναλογούντων φόρων (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και Φόρος Προστιθέμενης Αξίας) συνολικού ποσού 547.665,56 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη από 27.03.2019 απόδειξη είσπραξης προκαταβολής αποζημίωσης αριθμός ζημίας Νο …………….). Μετά την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 596.294,66 ευρώ, η κυρίως ενάγουσα υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της εταιρείας, κατά οποιουδήποτε τρίτου υπεύθυνου για την ως άνω ζημία και την αποκατάστασή της, και εν προκειμένω κατά της πρώτης κυρίως εναγόμενης, τόσο κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, όσο και δυνάμει της από 27.03.2019 σύμβασης εκχώρησης (άρθρα 455 επ. του ΑΚ) των δικαιωμάτων της ασφαλισμένης της, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», κατά παντός τρίτου υπαίτιου της ζημίας αυτής, η οποία περιλήφθηκε στην προαναφερόμενη από 27.03.2019 απόδειξη είσπραξης προκαταβολής αποζημίωσης αριθμός ζημίας Νο …………. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια για όλα τα ανωτέρω και έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη κυρίως εναγόμενη και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα το συνολικό ποσό των 73.474,71 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας – πρώτης κυρίως εναγόμενης που διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο της υπό στοιχείο Β’ έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι μεταξύ της πρώτης κυρίως εναγόμενης και του συνδικάτου των ασφαλιστών στους ….. «…………….» που εδρεύει στο ……. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………..», καταρτίσθηκε σύμβαση ασφάλισης της αστικής της ευθύνης ως διαμεταφορέα διεθνών και εθνικών μεταφορών, δυνάμει του προσκομιζόμενου υπ’ αριθ. …… από 29.12.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης διαμεταφορέα, με διάρκεια ασφάλισης το χρονικό διάστημα από την 01.01.2018 έως την 31.12.2018, στο οποίο ενέπιπτε και η επίδικη απώλεια των εμπορευμάτων της πωλήτριας εταιρείας – αποστολέα, για την οποία ευθύνεται η πρώτη κυρίως εναγόμενη ως μεταφορέας, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της, η οποία συνιστά ηθελημένη κακή διαχείριση, και η οποία έλαβε χώρα εντός του χρονικού διαστήματος από την 01.01.2018 έως την 31.12.2018. Ειδικότερα, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. ……. από 29.12.2017 ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης διαμεταφορέα, ορίσθηκε ότι καλύπτεται ο κίνδυνος της αστικής ευθύνης της λήπτριας της ασφάλισης – ασφαλισμένης και των προστηθέντων αυτής, ως διαμεταφορέα διεθνών και εθνικών μεταφορών, δια θαλάσσης ή/και οδικώς ή/και αεροπορικώς, μέχρι των οριζόμενων ανώτατων ορίων ευθύνης ανά μεταφορικό μέσο, αποκλειστικά και μόνο για την περίπτωση της απώλειας, ζημίας ή καταστροφής των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, ή/και των εμπορευμάτων που διανέμονται τοπικά, ή/και των εμπορευμάτων που περισυλλέγονται, ή/και των εμπορευμάτων που αποθηκεύονται προσωρινά σε αποθήκες τρίτων, ή/και των εμπορευμάτων όταν το μεταφορικό μέσο ευρίσκεται εντός ferry boats ή σιδηροδρομικών συρμών ή πλοίων γραμμής ή αεροσκαφών, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους και εφόσον έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δεν συντρέχει περίπτωση γενικής ή ειδικής εξαίρεσης σύμφωνα με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ορίσθηκε επίσης στον όρο 2.2 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ότι «Στην περίπτωση ενός συμβάντος που είναι πιθανό να καταλήξει σε απαίτηση κατά των ασφαλιστών, ο λήπτης της ασφάλισης – ασφαλισμένος θα πρέπει να ειδοποιεί άμεσα, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός οκτώ ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, τους ασφαλιστές δια της εξουσιοδοτημένης ανταποκρίτριάς τους εταιρείας «…………», ή/και τους πραγματογνώμονες που αναφέρονται στο ασφαλιστήριο, και θα πρέπει να παράσχει πλήρη στοιχεία σχετικώς και να διαβιβάσει κάθε σχετική ειδοποίηση ή/και διαμαρτυρία ή/και ένταλμα ή/και κλήτευση ή/και αγωγή, άμεσα με τη λήψη τους έναντι απόδειξης παραλαβής. Ο λήπτης της ασφάλισης – ασφαλισμένος ειδικώς οφείλει να αναγγείλει άμεσα τη ζημία εγγράφως και να προσκομίσει κάθε σχετικό στοιχείο, όπως τιμολόγια, φορτωτική και δελτία αποστολής που συνοδεύουν τα εμπορεύματα, έγγραφη διαμαρτυρία, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με τη ζημία έγγραφο, που είναι απαραίτητα για την διακρίβωση των αιτιών της ζημίας και τον προσδιορισμό του ύψους της. Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης – ασφαλισμένος παραβούν, από δόλο ή αμέλεια, οποιαδήποτε από τις παραπάνω υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα την αδυναμία των ασφαλιστών να προασπίσουν τα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντά τους ή την πρόκληση ζημίας στους ασφαλιστές, οι ασφαλιστές έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την καταβολή ασφαλίσματος βάσει του παρόντος ασφαλιστηρίου ή να ζητήσουν την αποκατάσταση της ζημίας τους». Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι στο επίδικο υπ’ αριθ. …….. από 29.12.2017 ασφαλιστήριο συμβόλαιο συμπεριλήφθηκε ρητός όρος για την αναγγελία των αξιώσεων, σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη κυρίως εναγόμενη, πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β’ έφεσης – ασκούσα τους υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετους λόγους έφεσης – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ως λήπτρια της ασφάλισης – ασφαλισμένη, όφειλε να ειδοποιήσει άμεσα, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός οκτώ ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, την δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β’ έφεσης – δεύτερη καθ’ ης των υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετων λόγων έφεσης – παρεμπιπτόντως εναγόμενη, ως ασφαλίστρια, ή/και τους πραγματογνώμονες που αναφέρονται στο ασφαλιστήριο, ενώ σε περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσής της, με αποτέλεσμα την αδυναμία της ασφαλίστριας να προασπίσει τα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντά της ή την πρόκληση ζημίας σε αυτήν, έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή του ασφαλίσματος. Η δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β’ έφεσης – δεύτερη καθ’ ης των υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετων λόγων έφεσης – παρεμπιπτόντως εναγόμενη, με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου επαναφέρει την πρωτοδίκως προβαλλόμενη ένστασή της περί ρήτρας «αξίωσης που θα προβληθεί» επικαλούμενη ότι δεν έχει γεννηθεί κατ’ αυτής αξίωση της πρώτης κυρίως εναγόμενης, πρώτης εκκαλούσας της υπό στοιχείο Β’ έφεσης – ασκούσας τους υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετους λόγους έφεσης – παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ως λήπτριας της ασφάλισης – ασφαλισμένης, προς είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης, αφού το επίδικο συμβάν ουδέποτε αναγγέλθηκε στην ίδια από την τελευταία, εντός οκτώ ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, αλλά αντιθέτως αναγγέλθηκε εκτός του επιβαλλόμενου από την ως άνω ρήτρα χρονικού διαστήματος, με την επίδοση της κρινόμενης από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2019 και ειδικό …./2019 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, ενώ στην από 29.06.2018 αναγγελία του επίδικου συμβάντος από την δεύτερη κυρίως εναγόμενη, δεύτερη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β’ έφεσης – παρεμπιπτόντως ενάγουσα της από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, ουδόλως γίνεται αναφορά στην πρώτη κυρίως εναγόμενη και σε τυχόν εμπλοκή της στη ζημία ως μεταφορέα των κλαπέντων εμπορευμάτων. H ένσταση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, αφού η προβλεπόμενη στην ως άνω απαλλακτική ρήτρα υποχρέωση αναγγελίας εντός οκτώ ημερών από τότε που η λήπτρια της ασφάλισης – ασφαλισμένη έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, είναι έγκυρη και συνιστά προϋπόθεση, από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσης της ασφαλισμένης προς αποζημίωση. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η ένδικη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης της πρώτης κυρίως εναγόμενης ως διαμεταφορέα διεθνών και εθνικών μεταφορών, δυνάμει του προσκομιζόμενου υπ’ αριθ. ……. από 29.12.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εμπίπτει στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, ήτοι κινδύνων που προέρχονται από την επαγγελματική δραστηριότητα της λήπτριας της ασφάλισης – ασφαλισμένης, και ως εκ τούτου οι όροι αυτής διαμορφώνονται ελεύθερα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη οικεία νομική σκέψη, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δύναται να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας, και συνεπώς εγκύρως συμφωνήθηκε η ανωτέρω ρήτρα, η οποία δεν αποτελεί απλό ασφαλιστικό βάρος, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, ώστε σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης της ασφαλισμένης να δικαιούται αυτή εξακολουθητικά το ασφάλισμα, αλλά αντιθέτως συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσης της ασφαλισμένης προς αποζημίωση (βλ. ΑΠ 697/2023 ΝΟΜΟΣ). Αποδείχθηκε επίσης ότι η ανωτέρω απαλλακτική ρήτρα με την οποία προβλέπεται υποχρέωση αναγγελίας, συμφωνήθηκε πως υπερισχύει κάθε άλλου γενικού ή ειδικού έντυπου όρου του υπ’ αριθ. …….. από 29.12.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ενώ όλοι αυτοί οι ειδικοί όροι (διάρκειας της ασφάλισης, ασφαλισμένων ταξιδιών, μεταφορικών μέσων, ανώτατων ορίων ευθύνης, απαλλαγών, ποσοστού ασφαλίστρου, κινδύνων που καλύπτονται, χρόνου και τόπου έκδοσης του ασφαλιστηρίου), όπως και ο κρίσιμος όρος 2.2 για την αναγγελία των αξιώσεων, περιλήφθηκαν στα εξατομικευμένα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, δηλαδή στους όρους εκείνους, οι οποίοι περιέχουν, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, τη συγκεκριμένη κάλυψη που αγόρασε η λήπτρια της ασφάλισης – πρώτη κυρίως εναγόμενη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, και οι οποίοι συντάχθηκαν μετά από διαπραγμάτευση με την τελευταία, μη εφαρμοζόμενων των προστατευτικών υπέρ του καταναλωτή διατάξεων του Ν. 2251/1994, αν και ως τέτοια θεωρείται εν προκειμένω η λήπτρια της ασφάλισης – πρώτη κυρίως εναγόμενη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, καθόσον είναι η τελική αποδέκτρια του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, το δε υπ’ αριθ. 12142 από 29.12.2017 ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε συναφθεί έως την έναρξη ισχύος του Ν. 4512/2018, την 17.03.2018 (άρθρο 111 του Ν. 4512/2018), σύμφωνα με τον οποίο στην έννοια του καταναλωτή εμπίπτουν μόνο φυσικά πρόσωπα που ενεργούν για λόγους, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική τους δραστηριότητα. Επομένως, δεν αποτελεί Γενικό Όρο Συναλλαγών κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2251/1994, δηλαδή ασφαλιστικό όρο προδιατυπωμένο και καθορισμένο εκ των προτέρων από τον ασφαλιστή κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσει το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού παρόμοιων συμβάσεων με άλλα πρόσωπα, διότι η ρήτρα αυτή δεν αναφέρεται σε κάποιο ομοιόμορφο και προς χρήση για αόριστο αριθμό άλλων συμβάσεων ζήτημα, αλλά σε ένα από τα εξατομικευμένα στοιχεία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, για τον ανωτέρω ειδικό όρο, ο οποίος έχει διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, χωρίς να έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας, και ο οποίος αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, δεν τίθεται θέμα καταχρηστικότητας, κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του Ν. 2251/1994 (βλ. ΑΠ 788/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 15/2024 ΝΟΜΟΣ), και συνεπώς κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός (αντένσταση) που προβλήθηκε πρωτοδίκως από την πρώτη κυρίως εναγόμενη, πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β’ έφεσης – ασκούσα τους υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετους λόγους έφεσης – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει, δεκτής γενομένης ως και ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από την δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β’ έφεσης – δεύτερη καθ’ ης των υπό στοιχείο Γ’ πρόσθετων λόγων έφεσης – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ένστασης περί απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεση, ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ, το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα – κυρίως ενάγουσα, λόγω της ήττας της, επιπλέον δε πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν η υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση κατά τον πέμπτο λόγο της και δεκτοί κατ’ ουσίαν οι υπό στοιχείο Γ’ από 11.11.2025 πρόσθετοι λόγοι έφεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση κατ’ ουσίαν, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2656/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, να κρατηθεί και να δικασθεί η ανωτέρω προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεκτής γενομένης ως και ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας ως άνω ένστασης περί απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2019 και ειδικό ……./2019 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, ενώ τα δικαστικά έξοδα των λοιπών διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει επίσης να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόστηκαν, αλλά και διότι εκτιμωμένων των περιστάσεων υπήρχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 116 παρ. 1β’ του Ν. 4842/2021 και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 ΦΕΚ Α’ 246/10.12.2021 και εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς υποθέσεις ως ειδικότερο του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεση, την υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση και τους υπό στοιχείο Γ’ από 11.11.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης, κατά της υπ’ αριθ. 2656/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεση.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση κατά τον πέμπτο λόγο της και δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν τους υπό στοιχείο Γ’ από 11.11.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης, και απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεση κατ’ ουσίαν.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …./2019 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας.
Κρατεί και δικάζει την από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …/2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
Απορρίπτει την από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό …./2019 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. …………./2023 ηλεκτρονικό παράβολο, συνολικού ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α’ από 13.10.2023 έφεσης.
Διατάσσει την επιστροφή στις εκκαλούσες της υπό στοιχείο Β’ από 23.11.2023 έφεσης, του παραβόλου ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ, που καταβλήθηκε κατά την άσκησή της με το υπ’ αριθ. …………./2023 ηλεκτρονικό παράβολο.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της από 10.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό …./2019 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους, μεταξύ των λοιπών διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 25.06.2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 30.09.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ