Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 537/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης     537/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» (πρώην «………..») και το διακριτικό τίτλο «……..» (πρώην «………..»), εδρεύουσας στο ……. Αττικής, στη συμβολή των οδών ………., με ΑΦΜ ………, νόμιμα εκπροσωπούμενης, ενεργούσας εν προκειμένω ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….»), εδρεύουσας στο ………., νόμιμα εκπροσωπούμενης, στην οποία η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……….», νόμιμα εκπροσωπούμενη, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χριστίνα Συλίκου.

Του εφεσίβλητου: ……………ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του  πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ζαννή Σιδέρη, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Ο εφεσίβλητος με την από την από 10/1/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2025) ανακοπή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2844/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 13/10/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμό κατάθεσης ………/2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ………./2025  πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου, κατόπιν δήλωσής του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκε  στο  ακροατήριο του  Δικαστηρίου,  αλλά προκατέθεσε προτάσεις, η δε πληρεξουσία δικηγόρος της εκκαλούσας, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις της.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 13/10/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2025 έφεση της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 2844/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 20/10/2025 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως, κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 23/6/2025, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………./2025 e-παράβολο).

Με την από 10/1/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2025) ανακοπή ο ανακόπτων-εφεσίβλητος ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται στο δικόγραφο, να ακυρωθεί α) η υπ’ αριθμ. …./29-11-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …….., και β) η από 12/11/2024 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του υπ’ αριθμ. …../2023 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …./2023 διαταγής πληρωμής τού Δικαστή τού Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, καθώς και να καταδικασθεί η καθ’ ης δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την ανακοπή, ακύρωσε την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Ήδη με την υπό κρίση έφεση της η εκκαλούσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκανε δεκτή την ως άνω ανακοπή και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολό της.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδάφιο α του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό, ως απαράδεκτα, αν, κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λπ., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή το αντιπαρήλθε σιωπηρά. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και έτσι περιλαμβάνει, χωρίς διακρίσεις, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήρια), όσο και εκείνα η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (ΑΠ 10/2024, ΑΠ 746/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 1034/2019, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 1621/2009, ΕΑ 221/2025, ΕφΠειρ 550/2023 ΤΝΠ Nomos), εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1034/2019 ό.π., ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011 ΤΝΠ Nomos). Τέλος, εάν το Εφετείο, λάβει υπόψη του και δεν αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό, ως απαράδεκτα, σημαίνει, πως δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου αυτών. Ουδόλως απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση ειδική αιτιολογία, ότι η μη προσκομιδή αυτών από το διάδικο στην πρωτόδικη δίκη, δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 1050/2022 ΤΝΠ Nomos).

Εξάλλου, κατά την κρατούσα άποψη, κατά το σύστημα του ελληνικού δικονομικού δικαίου οι λόγοι γενικώς κάθε ανακοπής, άρα και των ανακοπών των άρθρων 933 αλλά και των άρθρων 632-633 ΚΠολΔ, επέχουν θέση ιστορικής βάσεως της αγωγής (ΑΠ 489/1997 ΕΔνη 1998, 103, ΑΠ 54/1990 ΕΔνη 1991. 62, ΕφΘεσ. 1780/1988 Αρμ. 1988. 683, ΕΑ 7487/1985 ΑρχΝ 1987. 440, ΕΑ 7166/1978 Αρμ. 1979. 273, Μπέη, Πολιτ. Δικονομία, άρθρο 585, σ. 2445, Νίκα, οι πραγματικοί ισχυρισμοί στην κατ` έφεση δίκη, 1987, σελ. 71, τον ίδιο, το έννομο συμφέρον, 1981, σελ. 178 και εκεί σημ. 322, Βαθρακοκοίλη, Κ.Πολ.Δ. 933 αρ. 20 και 136, Μπρίνια, αναγκ. εκτ. 1978, άρθρο 933, & 161, σελ. 443-444). Συνεπώς αν στο δικόγραφο ανακοπής περιέχονται περισσότεροι λόγοι ανακοπής για την ακύρωση της ίδιας πράξεως, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση, πρόκειται δηλαδή για δικονομική μορφή σωρεύσεως πολλών βάσεων κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ (ανωτέρω παραπομπές και Κ. Κεραμέα, Αστικό Δικ. Δίκαιο 1986, σελ. 209, Μπέη, ό.π. άρθρο 218, III 2 Ε σελ. 973, Γ. Ράμμο, Εγχειρίδιον Α.Δ. Δικαίου I, 1978, & 174 σελ. 442, Σταυρόπουλο, Ερμ. Κ.Πολ.Δ., άρθρο 218, σελ. 310, ΕΑ 7166/1978 Αρμ. 1979. 273). Συνεπώς, αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρκεσθεί στην έρευνα ενός μόνο λόγου και κατά παραδοχή αυτού ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής ή την  προσβαλλόμενη πράξη εκτελέσεως και μετά την άσκηση εφέσεως το Εφετείο κρίνει εσφαλμένη την παραδοχή του λόγου της ανακοπής, κατά του οποίου στρέφονται και οι λόγοι της εφέσεως, και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, έχει την εξουσία (το Εφετείο) να ερευνήσει τους άλλους λόγους της ανακοπής που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως και για τους οποίους δεν υπάρχει παράπονο στην έφεση, όπως όφειλε να κάνει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στη θέση του οποίου υπεισέρχεται μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΕΑ 1896/1983 Δίκη 15, 204, ΕΑ 5316/1987 Δίκη 19.137, με παρατηρήσεις Β. Παπαχρήστου, (με διαφορετική αιτιολογία) πρβλ. Αγ. Μπακόπουλου, ΕΔνη 1989 σελ. 246 επ., ιδίως σελ. 267 και εκεί υποσ. 16). Από τις διατάξεις δε  των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όταν κατά παραδοχή ως βάσιμου λόγου εφέσεως, εξαφανίζει την εκκληθείσα απόφαση, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που έχουν υποβληθεί, πρωτοδίκως προς οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν κρίνεται αγωγή που έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της αποφάσεως του πρώτου βαθμού δικαστηρίου που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και χωρίς ειδικό παράπονο, κατ` εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 ΚΠολΔ, και στις βάσεις της αγωγής που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, γιατί δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή (ΑΠ 182/1996 Δίκη 28. 1440, ΑΠ 320/1985 Ε Δνη 1985. 665, ΑΠ 143/1988 ΕΕΝ 1989. 114, ΑΠ 497/1984 ΕΕΝ 52. 263, ΕφΘεσ. 79/1997 ΑρχΝ 1998. 226, Σαμουήλ, η Έφεσις, 1986, παρ.660, 665-671, 674 σελ. 202, 204-205).

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα που εξετάσθηκε, επιμελεία του εφεσίβλητου-ανακόπτοντος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 386/2015, ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1804/2012, ΧρΙΔ 2013/372), από την υπ’ αριθμ. ………../29-11-2024 έκθεση ηλεκτρονικής επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………, η οποία νομίμως και παραδεκτώς προσκομίζεται, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αφού ενώπιον του Εφετείου επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1114/2011 ΑΠ 319/2009, ΑΠ 964/2007, ΑΠ 678/2007 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Nomos) και λαμβάνεται υπόψη, καθώς η μη προσκομιδή της στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια (μη απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας για την κρίση αυτή, ΑΠ 175/2017 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Nomos), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Κατόπιν αίτησης της εκκαλούσας, νόμιμα εκπροσωπούμενης, και δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………/3-1-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου, μετά των παραρτημάτων της, ποσού 68.972,50 CHF, συναφθείσας μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως δανείστριας, του ανακόπτοντος, ως οφειλέτη, και του ……………, ως εγγυητή, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ………../2023 διαταγή πληρωμής τού Δικαστή τού Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ο ανακόπτων διατάσσεται να καταβάλει, εις ολόκληρον με τον . …. ………, στην καθ’ ης το ισόποσο σε ευρώ του ποσού των 76.069,13 ελβετικών φράγκων (CHF), με βάση την ισοτιμία ευρώ – CHF κατά το χρόνο πληρωμής, εντόκως από 8/1/2022, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, έως την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και ποσό 1.300 ευρώ, ως δικαστική δαπάνη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Εν συνεχεία, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……./14-11-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά, ……….., κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του υπ’ αριθμ. ………./2023 πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, μετά της ανακοπτόμενης από 12/11/2024 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία ο τελευταίος επιτάχθηκε να καταβάλει στην εκκαλούσα α) για επιδικασθέν κεφάλαιο, το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 76.069,13 CHF, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 8/1/2022, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων (άρθρο 12 Ν. 2601/1998), πλέον εξόδων, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, το ποσό των 1.300 ευρώ, γ) για σύνταξη της επιταγής και της παραγγελίας προς το δικαστικό επιμελητή, το ποσό των €10,00, και για επίδοση αντιγράφου αυτής, το ποσό των €20,00, τα υπό β και γ κονδύλια με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την κοινοποίηση της ως άνω επιταγής έως την πλήρη εξόφληση. Ακολούθως, δυνάμει της ανακοπτόμενης υπ’ αριθμ. ………/29-11-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………., επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο ιδιοκτησία του εφεσίβλητου-ανακόπτοντος, πλέον συγκεκριμένα, σε ένα οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) έκτασης 773,56 τ.μ. με την εντός αυτού οικοδομή, κείμενο στο δήμο Αμπελακίων Σαλαμίνας, και ήδη στη δημοτική κοινότητα και ενότητα Αμπελακίων του δήμου Σαλαμίνας της περιφερειακής ενότητας Νήσων της περιφέρειας Αττικής, στη θέση «………….». Η εκκαλούσα-καθ’ ης η ανακοπή προσκομίζει με επίκληση στο παρόν Δικαστήριο, παραδεκτώς το πρώτον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω και στη νομική σκέψη της παρούσας, την υπ’ αριθμ. …../29-11-2024 έκθεση ηλεκτρονικής επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………., από την οποία αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης επιδόθηκε στον προϊστάμενο του κτηματολογίου της περιφέρειας του κατασχεθέντος ακινήτου, ήτοι του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης ανακοπής, ο οποίος βάλλει κατά του κύρους της υπ’ αριθμ. ………/29.11.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και για το λόγο αυτό πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της υπό κρίση έφεσης ως βασίμου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να κρατηθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, και δη ως προς το παραδεκτό και βάσιμο (νόμω και ουσία) των λοιπών μη ερευνηθέντων πρωτοδίκως  λόγων ανακοπής, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας και ειδικότερα, ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο της ανακοπής, καθώς οι λοιποί λόγοι αυτής (5ος έως 11ος) απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και η κρίση αυτή δεν προσβάλλεται με την υπό κρίση έφεση, ούτε με αντίθετη έφεση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 995 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 77 Ν.4842/2021 (ΦΕΚ Α 190): «1.Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ` ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνηση του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α` 95). 2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να εγγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ` ων η κατάσχεση…3… 4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσης της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/2016…» Σύμφωνα, δε, με την παρ.6 περ. ιβ του άρθρου 116 του ν.4842/2021, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 176 ν.4855/2021 (ΦΕΚ Α` 215/12.11.2021) : «…ιβ) Οι παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιούνται με το άρθρο 77 του παρόντος, εφαρμόζονται για επιδόσεις που πρόκειται να γίνουν μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Σύμφωνα δε με το άρθρο 120 του ν. 4842/2021, η έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου έλαβε χώρα από την ημέρα δημοσίευσης του στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης, η οποία έλαβε χώρα την 13η.10.2021. Η παράλειψη ή το εκπρόθεσμο των διατυπώσεων των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, λχ. η μη επίδοση ή η εκπρόθεσμη επίδοση του αντιγράφου ή της περίληψης της εκθέσεως κατάσχεσης, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της κατάσχεσης, εξαιτίας της σπουδαιότητας που αποδίδει σ΄αυτές ο νομοθέτης και θεμελιώνεται λόγος ανακοπής της διάταξης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης (ΑΠ 1255/2020, ΕφΠειρ 252/2024, ΕφΠειρ 181/2024, ΕφΑθ 55/2024 TNΠ Nomos, ΕφΙωαν 525/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ, Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας 2, Ερμηνεία ΚΠολΔ 2021, άρθρο 995 ΚΠολΔ, αρ. 3, Ορφανίδης σε Κεραμεύς, ΕρμΚΠολΔ 2000, άρθρο 159 ΚΠολΔ, παρ. 8, 9 σελ. 380, Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ, Ειδικό Μέρος, Γ΄ Έκδοση, σελ. 252 επ), ενώ, αντίθετα, οι παραλείψεις ή τα ελαττώματα της εμπρόθεσμης επίδοσης του αντιγράφου ή της περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης, επιφέρουν ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής βλάβης, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται ειδικά στην απόφαση που ακυρώνει την κατάσχεση (ΑΠ 1255/2020, ΑΠ 196/2006, ΑΠ 1470/2004, ΕφΠειρ 252/2024, ΕφΠειρ 181/2024 ΤNΠ Nomos, Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδοση 2021, σελ. 854). Ούτε οι διατυπώσεις της παρ. 4 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, επιβάλλονται με ποινή ακυρότητας. Συνεπώς, η παράλειψη κατάθεσης ή η εκπρόθεσμη κατάθεση των αναφερομένων εγγράφων (λ.χ. του εκτελεστού τίτλου με βάση τον οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση κ.λ.π.) στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, δημιουργεί μεν ευθύνη του δικαστικού επιμελητή, ακυρότητα, όμως, επιφέρει μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρο 995, σελ. 1935, αρ. 5).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η καθ΄ης δεν προέβη σε ανάρτηση στην ιστοσελίδα του e- ΕΦΚΑ – Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων, αντίγραφο της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθώς ο ανακόπτων δεν  εκθέτει την επελθούσα σε αυτόν βλάβη από την παράλειψη αυτή, δεδομένου ότι οι διατυπώσεις της παρ.4 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, δεν επιβάλλονται με ποινή ακυρότητας κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (Εφ Πειρ 155/2025 ΤΝΠ Nomos).

Επίσης με τον τρίτο λόγο ανακοπής, ο ανακόπτων ζητεί να ακυρωθεί η ως άνω έκθεση, διότι στην έκθεση κατάσχεσης δεν γίνεται μνεία των βαρών που έχουν εγγραφεί επί των κατασχεθέντων ακινήτων, με συνέπεια να τυγχάνει άκυρη η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης λόγω της επικαλούμενης παράλειψης.

Όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 993 παρ.2, 954 παρ.2 και 995 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 του ως άνω Κώδικα: α) Ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η ως άνω περιγραφή δεν απαιτείται να είναι σχολαστική, πρέπει, όμως, να είναι τέτοια ώστε να προκύπτει όχι μόνον η τοπική αλλά και η οικονομική ταυτότητα του ακινήτου (ΑΠ 1497/2003, ΧρΙδΔ 2004,239, ΕλλΔνη 2004,433 ΤΝΠ Nomos), να υπάρχει δηλαδή σ’ αυτήν ευκρινής προσδιορισμός του περιεχομένου του μέλλοντος να πλειστηριασθεί αντικειμένου και να μη δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις τους πλειοδότες, οι οποίες ενδέχεται να τους οδηγήσουν σε μειωμένες κατά ποσό πλειοδοσίες (ΜονΕφΑιγ 61/2019 ΤΝΠ Nomos), β) Αναφορά της εκτίμησης της αξίας του κατασχεμένου ακινήτου, που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας που ο επιμελητής προσλαμβάνει, κατά την κρίση του, για τον σκοπό αυτόν. Για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπ’ όψιν η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης, (γ) Τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ακινήτου. Ως τέτοια ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης, (δ) Αναφορά του εκτελεστού τίτλου στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) Αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά επτά μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ μηνών από την ημέρα αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 του ΚΠολΔ εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση το λόγο της αδυναμίας ορισμού συμβολαιογράφου του τόπου εκτέλεσης ή της περιφέρειας του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, από τις διατάξεις των άρθρων 954 και 993 ΚΠολΔ δεν απαιτείται στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης η μνεία των βαρών που τυχόν υπάρχουν επάνω σ’ αυτό {Εφ Πειρ 54/2024 ΤΝΠ Nomos, Εφ Θεσ 301/2023, βλ. και Π. Γέσιου- Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, ΙΙα, Ειδικό Μέρος, Γ` έκδοση (2018), §55 II Ι.β. αρ. 36, υποσημείωση 112, σελ. 298.}

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ, το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Κατά δε το άρθρο 995 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα (ως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά την ημερομηνία σύνταξης της προσβαλλόμενης έκθεσης κατάσχεσης), απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην έκθεση κατασχέσεως, η οποία αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων της εκτελεστικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων και ο υπερθεματιστής, το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει να περιγράφεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, όχι μόνο την «τοπική», αλλά ακόμη και την «οικονομική». Στο δε απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, το οποίο απευθύνεται προς εκείνους που επιθυμούν να πλειοδοτήσουν, πρέπει να περιέχεται συνοπτική περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου, δηλαδή να περιέχονται σε αυτό όλα τα απαραίτητα για την πληροφόρησή τους στοιχεία, κατά τρόπο ώστε να μπορούν να κάνουν τις προσφορές τους. Συγκεκριμένα πρέπει να περιέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία επιδρούν στο ύψος των πλειοδοσιών και του πλειστηριάσματος. Ειδικότερα οι οικοδομές και οι όροφοι, οι οποίοι υπάγονται στα συστατικά του εδάφους (άρθρο 954 παρ.1 αριθμ.1 Α.Κ.), πρέπει να περιγράφονται στην έκθεση κατασχέσεως και στο απόσπασμα αυτής κατά τα παραπάνω, χωρίς όμως να απαιτείται να είναι η περιγραφή τους άκρως λεπτομερειακή και σχολαστική (ΑΠ 1497/2003 ΤΝΠ Nomos). Ως “έκταση” του ακινήτου νοείται η κατά το ισχύον μετρικό σύστημα επακριβής ή κατά προσέγγιση συνολική έκταση του ακινήτου. Εξάλλου, στην έκθεση κατασχέσεως η ατελής περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου ή η έλλειψη ή ανακρίβεια οποιουδήποτε από τα στοιχεία του άρθρου 993 παρ.2 εδ. β` (είδος, θέση, όρια, έκταση), εφόσον γεννά αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της έκθεσης, μόνο όταν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης, δηλαδή όταν η παράβαση της πιο πάνω διατάξεως, προκάλεσε στον καθ’ ου η εκτέλεση βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθμ.3 ΚΠολΔ). Συγκεκριμένα, η ελλιπής ή ανακριβής στην έκθεση κατάσχεσης περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος δικαιολογεί καταρχήν τη διόρθωση της έκθεσης με ανακοπή που ασκείται κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ. Όταν, όμως, η πλημμέλεια της περιγραφής είναι ιδιαίτερα σοβαρή και δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του κατασχεμένου, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλή διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης, τότε, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 159 περ. 3 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκαλείται ακυρότητα της κατάσχεσης που κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, εφόσον η ακρίβεια της περιγραφής συνεπάγεται γι’ αυτόν που την προτείνει αναπότρεπτη αλλιώς βλάβη (ΑΠ 1898/2011, ΕΠολΔ 2012.525, ΑΠ 1074/2006, ΧρΙΔ 2006/984, ΑΠ 1687/2005, ΕλλΔ/νη 2008/1031, Εφ Δωδ 93/2020 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑθ 3738/2011, ΕλλΔ/νη 2012/496, ΕφΠειρ 824/2004, ΕλλΔνη 2006.865, Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, Τόμος ΙΙ/α [2017], σελ. 292 επόμ. και ιδίως 298, αρ. 37 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία, Μ. Μαργαρίτη-Ά. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ [2018], άρθρο 954, αρ.14-15 και άρθρο 993, αρ.9-12, Απαλαγάκη, ΚΠολΔ-Ερμηνεία κατ’ άρθρο [2016], άρθρο 954, αρ.13, Νίκας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως II, Ειδικό Μέρος, 2012, σελ.185-187, Νικολόπουλος σε Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 954, αριθ. 3).

Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης πρέπει να ακυρωθεί διότι πάσχει από αοριστία, καθώς το κατασχεθέν ακίνητο δεν περιγράφεται επακριβώς, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του, καθώς γίνεται μία αόριστη μνεία για μία «υφιστάμενη οικοδομή» εντός του κατασχεθέντος οικοπέδου. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και ειδικότερα στη σελίδα 15 αυτής, προκύπτει ότι σε αυτή αναφέρεται ότι «ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΝΕΙΑ στην Έκθεση εκτίμησης ότι το ως άνω οικόπεδο βρίσκεται στη θέση «……» και βάσει αυτοψίας επί της οδού …………… Επί του οικοπέδου έχει κτιστεί οικοδομή αποτελούμενη από ισόγεια κατοικία 119,68 τ.μ., υπόγειο χώρο αποθήκης και γκαράζ επιφάνειας 86,60 τ.μ. Σύμφωνα με στοιχεία προηγούμενων εκτιμήσεων το ισόγειο συνολικής επιφάνειας 131,38τμ., αποτελείται από τρεις κοιτώνες, κουζίνα, σαλονοτραπεζαρία, μπάνιο και WC. Το υπόγειο συνολικής επιφάνειας 159,10 τμ., αποτελείται από τον χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου και το υπόλοιπο υπόγειο είναι αποθηκευτικός χώρος. Πιο συγκεκριμένα στη στάθμη του υπογείου, βάσει άδειας, υπάρχουν 65,00τμ. μπαζωμένου χώρου. Κατά την αυτοψία ο χώρος αυτός έχει ξεμπαζωθεί και έχει ενσωματωθεί στο υπόλοιπο υπόγειο. Επιπλέον έχει κλειστεί βεράντα εμβαδού 7,50 μ2 και έχει ενσωματωθεί στο υπόγειο. Με βάση την άδεια στο χώρο του λεβητοστασίου έχει κατασκευαστεί εσωτερική κλίμακα που οδηγεί στο ισόγειο. Στη στάθμη του ισογείου έχει κλειστεί η/χ επιφάνειας περίπου 11,70 μ2 και έχει ενσωματωθεί στην κατοικία. Επίσης η είσοδος της κατοικίας επιφάνειας περίπου 10,73 μ2 έχει κλειστεί και έχει δημιουργηθεί χώρος κλιμακοστασίου με εσωτερική κλίμακα που οδηγεί στο υπόγειο. Έχει κατασκευαστεί δώμα επιφάνειας περίπου 15,00 μ2. Πραγματοποιήθηκε εξωτερική αυτοψία κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για υπερυψωμένη ισόγεια κατοικία με υπόγειο και δώμα, συνήθους κατασκευής και καλής εξωτερικής συντήρησης. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία πρόκειται για μονοκατοικία αποτελούμενη από: -Υπόγειο δευτερεύουσας χρήσης επιφάνειας 159,10 τ.μ., -Ισόγειο κύριας χρήσης επιφάνειας 131,38τμ. με κλιμακοστάσιο επιφάνειας 10,73τμ., -Δώμα (απόληξη κλιμακοστασίου) επιφάνειας 15τμ. Και εκτιμάται μονοκατοικία ανηγμένης επιφάνειας 131,38τμ. + 10,73τμ. + 159,10τμ * 20% = 173,93τμ.». Συνεπώς, η ανωτέρω οικοδομή περιγράφεται σαφώς ως προς το είδος, την έκταση, τους ορόφους και την έκταση καθενός, την κατάστασή τους και η περιεχόμενη στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου δεν είναι σε καμία περίπτωση ελλιπής, ούτε προκύπτει ότι υπάρχουν άλλες ελλείψεις που δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, με την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Επομένως, δεν συντρέχει βλάβη του ανακόπτοντος, ούτε δικονομική, ούτε περιουσιακή, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης (με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ) έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, όπως απαιτείται κατ’ άρθρο 159 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, γι’ αυτό, ο υπό κρίση λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως προς τους ανωτέρω λόγους, ενώ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν, κατ’ άρθρο 179 τελ.εδαφ. ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2844/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την από 10/1/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2025) ανακοπή, ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο αυτής.

Απορρίπτει την ανακοπή ως προς τους ανωτέρω λόγους.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 10.8.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ