ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 598/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Λέκκου Κωνσταντίνα, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …….., για να δικάσει τις κάτωθι υποθέσεις μεταξύ:
Των εκκαλούντων: 1) ………και 2) ……….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Οι ενάγοντες, …….. και ……….., ήγειραν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατά της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «………..» την από 25.08.2023 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου ……../20.09.2023) αγωγή τους. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης την 04.04.2024, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 4064/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Οι εν όλω ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό ενάγοντες με την από 15.07.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../06.08.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../06.08.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου), προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση του ανωτέρω δικογράφου στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, το οποίο εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν τις προτάσεις τους και με σχετική δήλωσή τους δήλωσαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθούν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 15.07.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………/06.08.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεση των εκκαλούντων –εναγόντων, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 4064/11.12.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 25.08.2023 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου ……./20.09.2023) αγωγής των εκκαλούντων …….. και ……… σε βάρος της ήδη εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «…………», αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή ως μη νόμιμη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 11.12.2024 αφού, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, η ένδικη έφεση κατετέθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 06.08.2025, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, και ήδη § 3 εδ. τελευταίο του ιδίου άρθρου, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής, οι εκκαλούντες δε εκ περισσού προκατέβαλαν το με αριθμό ……………./2025 ηλεκτρονικό παράβολο των εκατό (100) ευρώ. Εφόσον δε η ένδικη έφεση αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της κατά την αυτή διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 περ.3 ΚΠολΔ), αφού η ένδικη διαφορά, όπως αναλυτικότερα εκτίθεται ακολούθως αφορά διαφορά από την παροχή εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των εναγόντων – εργαζομένων και της εναγομένης – εργοδότριας αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ.
ΙΙ. Οι ενάγοντες, …….. και …………., με την ένδικη αγωγή τους όπως αυτή παραδεκτώς διορθώθηκε, ισχυρίστηκαν ότι, ως απογεγραμμένοι ναυτικοί, δυνάμει συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισαν με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, η οποία τυγχάνει δημόσια επιχείρηση και λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχει δε ως σκοπό της τη διευκόλυνση της διέλευσης και την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων διέλευσης των πλοίων από τη ………………, ναυτολογήθηκαν με την αναφερόμενη ειδικότητα έκαστος και απασχολήθηκαν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα στα αναφερόμενα στην αγωγή σκάφη και πλωτά μέσα, πλοιοκτησίας της εναγομένης, αντί των προβλεπομένων από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην ………., αποδοχών, που ανέρχονταν κατά την 1.1.2011 στο αναφερόμενο στην αγωγή για έκαστο των εναγόντων ποσό. Ότι η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, την 1.1.2013, αν και αυτοί (ενάγοντες) ήταν εργαζόμενοι με καθεστώς ναυτικής εργασίας και παρείχαν την εργασία τους με πλήρη ευσυνειδησία, αυτή (εναγομένη) μονομερώς και αυθαιρέτως, χωρίς καμία προηγούμενη συμφωνία με τους ενάγοντες και χωρίς σαφή υπόδειξη από αρμόδιο δημόσιο φορέα, παράνομα και δη ενεργώντας αντίθετα προ την αρχή της αναλογικότητας για τη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, προς την αρχή της αναγκαιότητας, προς την αρχή της προσφορότητας του μέτρου (άρθρο 4 παρ.1 και 5 ου Συντάγματος), προς την αρχή της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 23 του Συντάγματος), προς την αρχή του Συνταγματικώς προστατευμένου δικαιώματος στο μισθό και στην εργασία, παραβιάζοντας επιπρόσθετα τις διατάξεις της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ισόνομη ρύθμιση των ομοίων που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν.Δ. 53/1974), του άρθρου 4 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη για το δικαίωμα για δίκαιη αμοιβή που κυρώθηκε με τον Ν. 1426/1984, του άρθρου 7αΙ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα που κυρώθηκε με τον Ν. 1532/1985 και των άρθρων 2 παρ.1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997, εξομοίωσε αυτούς (ενάγοντες) μισθολογικά με τους λοιπούς εργαζομένους της και απασχολούμενους υπό καθεστώς χερσαίας εργασίας και ακολούθως, ενέταξε και αυτούς στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και δη στις διατάξεις του Ν. 4024/2011, εφαρμόζοντας αυθαιρέτως του διατάξεις του Ν. 4093/2012 και εν τέλει, χωρίς δικαίωμα, αλλά υποκαθιστώντας τον Εθνικό Νομοθέτη, απεφάσισε την εφαρμογή και σε αυτούς των δημοσιονομικών μέτρων και προχώρησε στις αναφερόμενες αναλυτικά στο δικόγραφο περικοπές των αποδοχών τους από την 1.1.2013 και εφεξής, παραβλέποντας επιπλέον την εξαίρεσή τους από το ειδικώς φορολογικό καθεστώς λόγω της ιδιότητός τους ως ναυτικών, χωρίς εν τούτοις παράλληλα να μειώσει ανάλογα και τις ασφαλιστικές τους εισφορές υπέρ του ΝΑΤ και του Ταμείου Προνοίας Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού. Ότι, το παράνομο της ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης έχει ήδη κριθεί τελεσιδίκως με τη με αριθμό 286/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επί αγωγής ετέρων συναδέλφων τους, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 1668/2022 του Αρείου Πάγου, οπότε, το 2020 και σε κάθε περίπτωση το 2022, αυτοί (ενάγοντες) έλαβαν γνώση του παρανόμου της συμπεριφοράς της ενάγουσας. Ότι η εναγομένη εξεδήλωσε την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά της δολίως και επιδιώκοντας να καταβαραθρωθεί η ηθική υπόσταση αυτών (εναγόντων) ως εργαζομένων, άλλως από βαρεία αμέλεια. Ότι συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης και της σημαντικής περικοπής του μισθού τους, υπέστησαν οικονομική ζημία και επιπλέον ανατράπηκε ο προσωπικός και οικογενειακός τους προϋπολογισμός, υποβαθμίσθηκε ιδιαιτέρως το βιοτικό τους επίπεδο, δεν ηδύναντο, άλλως ηδύναντο δυσχερώς να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της καθημερινότητάς τους και τις προσωπικές και οικογενειακές τους υποχρεώσεις, λόγω δε των διαρκώς μειούμενων αποδοχών τους που τους εμπόδιζε να διατηρούν ένα σταθερό οικονομικό πρόγραμμα για τη διαβίωση αυτών και των οικογενειών τους, οδηγήθηκαν σε παραίτηση το έτος 2014 και μάλιστα, όντες σε παραγωγική εισέτι ηλικία, με περαιτέρω συνέπεια τη στέρηση της επαγγελματικής τους εξέλιξης και της ανοδικής επαγγελματική τους πορείας, γεγονός που τους επέφερε έτι περαιτέρω ζημία, αφού εάν η εναγομένη δεν προέβαινε σε περικοπή του μισθού τους και αυτοί δεν παραιτούνταν, αλλά συνέχιζαν να εργάζονται, θα ελάμβαναν εν τέλει ποσό μηνιαίας συντάξεως ανώτερο του ήδη υπ’ αυτών λαμβανομένου. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι επιπλέον της οικονομικής ζημίας από την περικοπή του μισθού τους, αυτοί (ενάγοντες) κατελήφθησαν από έντονα συναισθήματα ψυχικού άλγους, στεναχώριας, φόβου, άγχους και απελπισία, αφού αποστερήθηκαν αιφνιδίως σημαντικό μέρος των αποδοχών τους και οδηγήθηκαν αναγκαστικά σε καθεστώς συνταξιοδότησης. Με βάση το πραγματικό αυτό, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δια δηλώσεως του πληεξουσίου τους δικηγόρου, εζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει εις έναν έκαστον εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν στην προσωπικότητά τους από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, το ποσό των ευρώ 50.000, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 4064/2024 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα αυτής, απορρίπτοντας ισχυρισμό της εναγομένης ότι κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως εκ της έδρας της και ότι έπρεπε επ’ αυτής να εφαρμοσθεί η τακτική διαδικασία, ακολούθως απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία κυρίως ότι η υπό της εναγομένης υπαγωγή των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο με συνέπεια την περικοπή των αποδοχών τους, δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά ούτε θεμελιώνει υπαιτιότητα της εφεσίβλητης, καθώς αυτή φέρεται να εφάρμοσε στις ένδικες συμβάσεις των εναγόντων νομικές διατάξεις σε χρόνο κατά τον οποίο, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, υπήρχε αμφιβολία για το εάν αυτοί υπάγονταν πράγματι στις διατάξεις αυτές, αφού υπήρχαν εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις και επαλλήλως διότι, η παράλειψη της εφεσίβλητης να χορηγήσει στους εκκαλούντες την αμοιβή που οφείλει από τη σύμβαση και το νόμο δεν συνιστά αδικοπραξία και συμψήφισε τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, λόγω της εύλογης αμφιβολίας των εναγόντων για την έκβαση της δίκης. Την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [το οποίο ήταν κατά τόπο και καθ’ ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, αφού η ένδικη υπόθεση αφορά σε διαφορά από την επικαλούμενη από τους ενάγοντες σύμβαση ναυτικής εργασίας επί των αναφερομένων στην αγωγή σκαφών πλοιοκτησίας της εναγομένης, τις οποίες (συμβάσεις ναυτικής εργασίας) αυτοί είχαν καταρτίσει με την εναγομένη εργοδότριά τους και στην οποία αποδίδουν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά η οποία προσέβαλε την προσωπικότητά τους και τους προκάλεσε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας αξιώνουν χρηματική ικανοποίηση και κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2172/1993 υπάγεται ως εκ της έδρας της εναγομένης – εργοδότριας εταιρείας στην αρμοδιότητα του Ναυτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά σε πρώτο βαθμό και μάλιστα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 614 περ. 3 ΚΠολΔ, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης που επαναφέρεται με τις προτάσεις], προσέβαλαν με την ένδικη έφεσή τους οι ενάγοντες, έχοντες έννομο συμφέρον ως ολικώς ηττηθέντες διάδικοι, όπως προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης, για παραβίαση του δεδικασμένου που προκύπτει από τη με αριθμό 286/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επικυρώθηκε με τη με αριθμό 1668/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με τον πρώτο λόγο έφεσης και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ομοίως με τον πρώτο λόγο έφεσης. Εζήτησαν δε γενομένης δεκτής της ένδικης εφέσεως να ανακληθεί, ακυρωθεί και εξαφανισθεί άλλως μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ως άνω αγωγή τους και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στη δικαστική τους δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Οι ως άνω λόγοι έφεσης τυγχάνουν επαρκώς ορισμένοι και ω εκ τούτου παραδεκτοί, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εφεσίβλητης, πλην του λόγου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγος ο οποίος αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και δεν ερεύνησε την ένδικη διαφορά στην ουσία της και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, “όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, ήτοι τη συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις. Επίσης, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο του Ν. 690/1945 τιμωρείται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, με τις ποινές που προβλέπονται εκεί, κάθε εργοδότης που δεν καταβάλλει εμπροθέσμως στους απασχολούμενους σ` αυτόν με μισθό τις αποδοχές ή κάθε φύσεως χορηγίες που τους οφείλει από τη σχέση εργασίας. Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για πληρωμή του μισθού που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη όμως της πληρωμής (εν όλω ή εν μέρει) αυτού, ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία τη, σε σχέση με το Ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη. Παρέπεται ότι η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία (ΑΠ 1839/2022, ΑΠ 359/2020 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις – εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), όπως προαναφέρθηκε και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π.) [ΑΠ 1813/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Επίσης, ο εργοδότης, ασκώντας το κατ` άρθρο 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από τον ίδιο ως πλέον αποτελεσματικά γι` αυτήν κριτήρια. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθ. 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη, όταν δηλαδή ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων της συμβάσεως εργασίας χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, προκαλεί δε στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή και ηθική μόνο ζημία, περίπτωση που συντρέχει και στην περίπτωση περικοπής του μισθού, αφού η μονομερής μείωση του μισθού του εργαζόμενου αποτελεί σε κάθε περίπτωση επέμβαση στον πυρήνα της εργασιακής σχέσης [ΑΠ 1556/2025 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου], όχι όμως στην περίπτωση απλής καθυστέρησης καταβολής του μισθού, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του [ΑΠ 1203/1998 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ], δεν συνεπάγεται τη λύση της ναυτικής εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο εργαζόμενο ναυτικό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται την μεταβολή, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 του ΚΙΝΔ, σύμφωνα με τις οποίες «Σύμβασις ναυτολογήσεως ωρισμένου ή αορίστου χρόνου δύναται να καταγγελθή υπό του ναυτικού κατά πάντα χρόνον εάν ο πλοίαρχος υποπέση εις βαρείαν παράβασιν των έναντι του ναυτικού καθηκόντων.», είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας στην οποία ο τελευταίος περιήλθε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στη σύμβαση ναυτικής εργασίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 656 και 672 ΑΚ [ΕΠ 700/2023 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς], ούτε εκείνες του Ν. 2112/1920, όπως ο τελευταίος τροποποιήθηκε [ΑΠ 1224/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕΠ 700/2023]. Από τον συνδυασμό δε των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 του Α.Κ., με τις διατάξεις 648 και 652 ΑΚ και 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, αν η ως άνω μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 1417/2024 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ. παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. Α.Κ.) [ΑΠ 1146/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου].
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες αποδίδουν στους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, συνισταμένη στην υπαίτια και δη εκ δόλου με σκοπό την ηθική τους μείωση, άλλως εκ βαρείας αμελείας των νομίμων εκπροσώπων αυτής (εναγομένης), αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχουσα καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής (εναγομένης) ως εργοδότριας, μονομερή εκ μέρους της μεταβολή των όρων των ενδίκων συμβάσεων ναυτικής εργασίας και δη του συνομολογηθέντος μισθού αυτών, η οποία έλαβε χώρα υπό τις ως άνω περιγραφόμενες στην αγωγή ειδικές περιστάσεις, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους και δη της αξιοπρέπειάς τους, με αποτέλεσμα την πρόκληση σε αυτούς ηθικής βλάβης από την επαγγελματική τους μείωση και όχι, όπως διατείνεται η εναγομένη, στην απλή καθυστέρηση του μισθού τους η οποία πράγματι, δεν συνιστά αδικοπραξία και δεν θεμελιώνει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας [ΑΠ 1114/2013 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου], τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 71, 914, 299, 330, 932, 340, 345, 346 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο, κατά τούτο πρώτο και δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης, με τους οποίους προσάπετεται σε αυτήν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 914 ΑΚ και πρέπει να εξαφανισθεί και το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΑΚ). Η ένδικη αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.
ΙV. Από την εκτίμηση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δίχως όρκο, εξέτασης του πρώτου ενάγοντος που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται, κατά τα άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες, όπως αναφέρουν στην ένδικη αγωγή τους και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό της εναγομένης, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν Έλληνες απογεγραμμένοι ναυτικοί και κάτοχοι των με αριθμό …. και …………, αντίστοιχα, ναυτικών φυλλαδίων. Επίσης, ήταν κάτοχοι ο πρώτος εξ αυτών του με αριθμό …………/7.6.2001 διπλώματος ναυτικής ικανότητας Κυβερνήτη Ρυμουλκών και των υπ’ αριθμ. …./28.8.2001 και …./1.10.2022 διπλωμάτων ναυτικής ικανότητας Κυβερνήτη Β Τάξεως και ο δεύτερος του με αριθμό …../2003 διπλώματος – άδειας ναυτικής ικανότητας Κυβερνήτη Ρυμουλκών. Κατόπιν συμβάσεων ναυτικής εργασίας που αυτοί κατήρτησαν με την εναγομένη εταιρεία την 16.8.1993, αυτοί (ενάγοντες), ναυτολογήθηκαν, όπως ομοίως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, στα ακολούθως αναφερόμενα πλοία και πλωτά μέσα, πλοιοκτησίας της εναγομένης, κατά τα ακολούθως αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και με τις ακολούθως αναφερόμενες ειδικότητες, εντός της χρονικής περιόδου από 16.8.1993 έως 15.7.2014 οπότε αμφότεροι συνταξιοδοτήθηκαν από τον ασφαλιστικό τους φορέα ΝΑΤ. Συγκεκριμένα, ο πρώτος των εναγόντων ναυτολογήθηκε και υπηρέτησε ως μέλος του οργανωμένου πληρώματος: (α) κατά το χρονικό διάστημα από 16.8.1993 έως 30.2.1994 με την ειδικότητα του ναυτόπαιδα στο Α/Κ Θ, (β) κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.1994 έως 24.8.1994 με την ειδικότητα του ναύτη στο ίδιο ως άνω Α/Κ Θ, (γ) κατά το χρονικό διάστημα από 9.2.1995 έως 9.1.1998 με την ειδικότητα του ναύτη στο Α/Κ Η, (δ) κατά το χρονικό διάστημα από 10.1.1998 έως 8.5.2001 με την ειδικότητα του ναύτη στο Ρ/Κ ΣΤ και (ε) κατά το χρονικό διάστημα από 11.9.2001 έως 15.7.2014, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του ενόψει συνταξιοδοτήσεώς του, με την ειδικότητα του Κυβερνήτη ΑΝΔ στο Α/Κ ΗΒ. Και ο δεύτερος των εναγόντων (α) κατά το χρονικό διάστημα από 16.8.1993 έως 30.2.1994 με την ειδικότητα του ναυτόπαιδα στο Ρ/Κ ΣΤ, (β) κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.1994 έως 24.8.1994 με την ειδικότητα του ναύτη στο ίδιο ως άνω Α/Κ ΗΒ, (γ) κατά το χρονικό διάστημα από 16.8.1995 έως 18.3.1996 με την ειδικότητα του ναύτη στο Α/Κ ΗΒ, (δ) κατά το χρονικό διάστημα από 10.7.1996 έως 9.1.1998 με την ειδικότητα του ναύτη στο ίδιο ως άνω σκάφος, (ε) κατά το χρονικό διάστημα από 10.1.1998 έως 30.12.2000 με την αυτή ειδικότητα του Ναύτη στο Ρ/Κ ΤΡ, (στ) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 30.6.2006 με την αυτή ειδικότητα του Ναύτη στο Ρ/Κ ΣΤ, (ζ) κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2006 έως 19.5.2011 με την ειδικότητα του Κυβερνήτη ΑΝΔ στο Α/Κ ΗΒ και (η) κατά το χρονικό διάστημα από 20.5.2011 έως 15.7.2014 με την ειδικότητα του Κυβερνήτη ΑΝΔ στο Α/Η ΗΒ, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του ενόψει συνταξιοδοτήσεώς του. Επίσης, όπως οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους και ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από την εναγομένη, κατά το έτος 2011 οι συμφωνημένες αποδοχές τους ανέρχονταν, όσον αφορά στον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των ευρώ 28.498,12 ετησίως και μηνιαίως στο ποσό των ευρώ 2.374,00 περίπου και όσον αφορά στον δεύτερο ενάγοντα στο ποσό των ευρώ 1..800, υπολογιζόμενος, κατά συμφωνία των διαδίκων, με βάση την ειδικότητα και τα προσόντα τους, κατά τους όρους της από 16.9.2008 συλλογικής σύμβασης εργασίας αναφορικά προς την κατάρτιση των όρων αμοιβής και παροχής εργασίας των εργαζομένων …………….., που είχε καταρτισθεί μεταξύ του σωματείου «ο Τρ» το οποίο εκπροσωπούσε τους εργαζομένους του εν λόγω Πλοηγικού Σταθμού και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ………………, η οποία δυνάμει συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης, την 18.5.2001 και λειτούργησε έως την καταγγελία της τον μήνα Φεβρουάριο 2010, ανέλαβε το αποκλειστικό δικαίωμα λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως της ………….. Περαιτέρω, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται και δεν αμφισβητείται ειδικώς υπό της εναγομένης, απεδείχθη ότι, η εναγομένη από την 1.1.2013, δια των νομίμων εκπροσώπων της, εφάρμοσε χωρίς τη συμφωνία τους στους ενάγοντες αλλά και σε όλο το διοικητικό, τεχνικό κα ναυτολογημένο προσωπικό της, το ενιαίο μισθολόγιο που προβλέπονταν με τις διατάξεις του Ν. 4024/2011, με αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών των εναγόντων με αποτέλεσμα ο μηνιαίος μισθός αυτών να περιορισθεί (α) του πρώτου εξ αυτών στο ποσό των ευρώ 1.084,60 κατά τον μήνα Ιανουάριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.014,68 κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.035,24 κατά τον μήνα Μάρτιο 2013, στο ποσό των ευρώ 896,34 κατά τον μήνα Απρίλιο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.062,11 κατά τον μήνα Μάιο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.100,78 κατά τον μήνα Ιούνιο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.047,98 κατά τον μήνα Ιούλιο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.028,64 κατά τον μήνα Αύγουστο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.112,22 κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.100,22 κατά τον μήνα Οκτώβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.135,21 κατά τον μήνα Νοέμβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 781,26 κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.128,98 κατά τον μήνα Ιανουάριο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.622,26 κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.086,11 κατά τον μήνα Μάρτιο 2014, στο ποσό των ευρώ 992,47 κατά τον μήνα Απρίλιο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.066,39 κατά τον μήνα Μάιο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.091,02 κατά τον μήνα Ιούνιο 2014 και στο ποσό των ευρώ 600,00 κατά τον μήνα Ιούλιο 2014 και (β) του δευτέρου των εναγόντων στο ποσό των ευρώ 1.122,29 κατά τον μήνα Ιανουάριο 2013, στο ποσό των ευρώ 703,49 κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.050,24 κατά τον μήνα Μάρτιο 2013, στο ποσό των ευρώ 671,47 κατά τον μήνα Απρίλιο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.057,82 κατά τον μήνα Μάιο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.045,73 κατά τον μήνα Ιούνιο 2013, στο ποσό των ευρώ 940,91 κατά τον μήνα Ιούλιο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.140,94 κατά τον μήνα Αύγουστο 2013, στο ποσό των ευρώ 912,78 κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.081,70 κατά τον μήνα Οκτώβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.083,28 κατά τον μήνα Νοέμβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.162,13 κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2013, στο ποσό των ευρώ 1.112,90 κατά τον μήνα Ιανουάριο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.098,09 κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.108,05 κατά τον μήνα Μάρτιο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.058,83 κατά τον μήνα Απρίλιο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.145,50 κατά τον μήνα Μάιο 2014, στο ποσό των ευρώ 1.034,20 κατά τον μήνα Ιούνιο 2014 και στο ποσό των ευρώ 600,00 κατά τον μήνα Ιούλιο 2014. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, με τις διατάξεις του Ν. 3142/1955 «περί Πλοηγικής Υπηρεσίας», ρυθμίσθηκαν ζητήματα της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους με την πρόβλεψη στο άρθρο 15 αυτού ότι για την πλοήγηση των πλοίων στους λιμένες και όρμους, πορθμούς, διώρυγες, διαύλους ή άλλους τόπους διόδου ή αγκυροβολίας πλοίων λειτουργούν παρ` αυτοίς Πλοηγικοί Σταθμοί, οι οποίοι συνιστώνται ή καταργούνται, με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής με το οποίο (προεδρικό διάταγμα) ορίζεται και η περιοχή αρμοδιότητας εκάστου Πλοηγικού Σταθμού. Με τους όρους του άρθρου 7 του εν λόγω νόμου, προβλέφθηκε ότι, η Πλοηγική Υπηρεσία του Κράτους διεξάγεται από τακτικό μόνιμο υπαλληλικό προσωπικό, έχοντος τη διαβάθμιση και τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και υπό ημερομισθίων εργατοτεχνιτών, ενώ με τις διατάξεις 7 του ιδίου Νόμου προβλέφθηκε το προσωπικό των Πλοηγικών Σταθμών και δη ότι αυτό θα αποτελείται από το ανώτερο προσωπικό και δη του Αρχιπλοηγούς και Πλοηγούς και το κατώτερο βοηθητικό προσωπικό και δη τους Κυβερνήτες, Μηχανοδηγούς, Αποθηκάριους, Ξυλουργούς και λεμβούχους, κατά τις προβλέψεις του ιδίου άρθρου. Με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ιδίου Νόμου, στην αρχική του μορφή, προβλέφθηκαν ότι, το προσωπικό του Πλοηγικού Σταθμού της ………….. θα μισθοδοτείται από την Ανώνυμη Εταιρεία ………… και οι αποτελούντες αυτό (προσωπικό) θα είναι υπάλληλοι της Εταιρείας, οι δε αποδοχές τους θα καθορίζονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας καταρτιζόμενες για μεν το ναυτολογημένο προσωπικό κατά τις διατάξεις του ναυτικού δικαίου, για δε το λοιπό προσωπικό κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ενώ περιείχε πρόβλεψη για την περίπτωση αδυναμίας καταρτίσεως συλλογικής συμβάσεως εργασίας, από έλλειψη συνδικαλιστικής εκπροσωπήσεως του προσωπικού. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» (……………….) συνεστήθη με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.1067/1980, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα την Αθήνα. Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου του ιδρυτικού της εταιρίας αυτής νόμου, όπως η παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 2733/1999 και, ακολούθως, αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν.2992/2002 «2. Η ………… λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται υπό των διατάξεων της νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιριών, εκτός αν άλλως ορίζεται εν τω παρόντι, είναι δε αορίστου διαρκείας και τελεί υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του επί των Οικονομικών Υπουργού. 3. Η ………. διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, του Κ.Ν.2190/1920 και το καταστατικό της». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 25 του Ν. 2733/1999 και η περίπτ. δ της παρ. 1 του άρθρου αυτού προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 34 του Ν. 2768/1999 «1. Η ……… έχει τα αποκλειστικά και μεταβιβαστά δικαιώματα (εφεξής συλλογικά τα “Δικαιώματα …..”) μελέτης, κατασκευής, συντήρησης, βελτίωσης, οργάνωσης, διοίκησης, λειτουργίας, εκμετάλλευσης και τουριστικής ανάπτυξης: (α) της ………….., καθώς και των πλωτών-βυθιζόμενων γεφυρών που βρίσκονται στις εισόδους των στομίων της ….. και …. μετά των παραρτημάτων τους, (β) των εκατέρωθεν της …. ακινήτων, όπως περιγράφονται στο άρθρο 3 του παρόντος, και (γ) των λιμενοβραχιόνων που βρίσκονται στις εκατέρωθεν εισόδους των στομίων της ….. και ……. δ) Ετέρων ακινήτων ιδιοκτησίας της. 2. Αποκλειστικός σκοπός της ……….. είναι η άσκηση και εκμετάλλευση των Δικαιωμάτων …….. προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή και συνεχής λειτουργία αυτής». Κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αποτελείται μεταξύ άλλων, από το «Εις το Ελληνικόν Δημόσιον, συμφώνως τη από 10.10.1947 συμβάσει, κυρωθείση δια του ν.δ. 600/1970, ανήκον μερίδιον εκ 30% επί των κερδών της ήδη εκμεταλλευομένης την …… ανωνύμου εταιρίας κατά την οικονομικήν χρήσιν του έτους 1979» (περίπτ. ε), κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του νόμου αυτού «Μετά την εκτίμησιν του κεφαλαίου θα εκδοθούν αι ανάλογοι επ’ ονόματι του Ελληνικού Δημοσίου μετοχαί, παριστώσαι το σύνολον του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου, φέρουσαι την χρονολογίαν της εκδόσεώς των, την σφραγίδα της εταιρίας και τας υπογραφάς του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και ενός μέλους, τούτου οριζομένου υπό του ιδίου Συμβουλίου» και κατά την παρ. 1 του άρθρου 12 «Ποσοστόν 40% επί των καθαρών ετησίων κερδών της εταιρίας, εισάγεται ως δημόσιον έσοδον εις τον κρατικόν προϋπολογισμόν». Στο άρθρο 14 του ιδρυτικού αυτού νόμου ορίζεται ότι «Τα κατά την νομοθεσίαν περί Ανωνύμων Εταιριών ή τον παρόντα νόμον δικαιώματα του Δημοσίου, ως μετόχου, εις την Γενικήν Συνέλευσιν, ασκούνται δια του Υπουργού των Οικονομικών». Τέλος, στο άρθρο 17 ορίζεται ότι «Μέχρι της 1.11.1980 το Δ.Σ. της δια του παρόντος συνιστωμένης εταιρίας, δέον να έχη καταρτίσει το καταστατικόν ταύτης και να έχη προβή εις πάσαν αναγκαίαν πράξιν δια την έναρξιν της εκμεταλλεύσεως υπ’ αυτής της Διώρυγος της Κορίνθου. Εντός εξ μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος το Δ.Σ. δέον να καταρτίση τους Κανονισμούς Προσωπικού, τον Κανονισμόν διενεργείας προμηθειών και εκτελέσεως έργων και ό,τι άλλο απαιτείται δια την εύρυθμον λειτουργίαν της Εταιρίας. Το καταστατικόν της εταιρίας και οι κανονισμοί αυτής εγκρίνονται δι` αποφάσεως του επί των Οικονομικών Υπουργού». Με την 2/70483/0025/3.12.2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1546/11.12.2002) εγκρίθηκε το καταστατικό της εναγομένης «κωδικοποιημένο, το οποίο τροποποιήθηκε και εναρμονίστηκε με τις διατάξεις των νόμων 1067/1980, 2733/1999, 2768/1999, 2992/2002 και 2190/1920 από το Διοικητικό Συμβούλιο της». Σύμφωνα με το άρθρο 4 του καταστατικού αυτού «Η διάρκεια της εταιρείας είναι αορίστου χρόνου. Η Εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του ιδρυτικού της νόμου 1067/1980 (ΦΕΚ 187/18-8-80, Τεύχος Α), τις διατάξεις του νόμου 2733/1999 (ΦΕΚ 155/30-7-99, Τεύχος Α), τις διατάξεις του νόμου 2992/2002 (ΦΕΚ 54/20-3-02, Τεύχος Α), τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/20, το καταστατικό της και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού των Οικονομικών». Κατά την παρ. 4 του άρθρου 15 του καταστατικού αυτού «Εφόσον όλες οι μετοχές ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ο Υπουργός των Οικονομικών δικαιούται να αποφασίζει ως Γενική Συνέλευση, χωρίς τήρηση των διαδικασιών του άρθρου 11 του παρόντος», ενώ κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 19 «Τα κατά τη νομοθεσία του Κωδ. Νόμου 2190/1920 περί Ανωνύμων Εταιριών και του Ν. 1067/80 περί συστάσεως με το παρόν της Εταιρείας (………….) δικαιώματα του Δημοσίου ως μετόχου στη Γενική Συνέλευση ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών». Οι τελευταίες αυτές διατάξεις περιέχονται στην παρ. 4 του άρθρου 15 και στο άρθρο 19 του τροποποιημένου καταστατικού της, όπως αυτό έχει ήδη προσαρμοσθεί προς τις διατάξεις του Ν.3429/2005 «Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)» [σχετικά ΕΠ 286/2020 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιά]. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, η εναγομένη εταιρεία, η οποία με το άρθρο 1 του Ν. 2414/1996 «Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις», το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 20 του Ν.3429/2005, είχε ρητά υπαχθεί στις δημόσιες επιχειρήσεις, που διέπονταν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, πλέον θεωρείται δημόσια επιχείρηση και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α΄ του Ν.3429/2005 “Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)”, συνεπεία της άσκησης αποφασιστικής επιρροής από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της καθολικής συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο, εφόσον όλες οι μετοχές της ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 15 παρ.4 Καταστατικού της) [όμοια ΕΠ 286/2020, ο.π.]. Συγκεκριμένα, με τη διάταξη του άρθρου 1 υπό τον παράτιτλο “Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής” του κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο “Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών” του Ν. 3429/2005 “Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)” (ΦΕΚ Α 314) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) “Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως “δημόσια επιχείρηση” νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν”, (Παρ. 2) “Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου: α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό” και (Παρ. 3) “Ως “δημόσια επιχείρηση” νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει”. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του ν. 3429/2005 “ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ” (ΔΕΚΟ), “1. Κάθε δημόσια επιχείρηση οφείλει: α) να εφαρμόζει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και να συμμορφώνεται απαρέγκλιτα προς τις διατάξεις των νόμων και των κανονιστικών διαταγμάτων και πράξεων, β) να τηρεί τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, του εποπτεύοντος Υπουργού, καθώς και τις οδηγίες και εγκυκλίους του ΓΛΚ, γ) να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων των στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων της δημόσιας επιχείρησης, στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, της παραγωγικότητας και στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, δ) να τηρεί την εισοδηματική, τιμολογιακή, δανειοληπτική πολιτική της Κυβέρνησης». Επίσης, απεδείχθη ότι, με τον Ν.3833/2010 και ακολούθως με τον Ν.3845/2010 επιβλήθηκαν και στις δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, οι αναφερόμενες εκεί περικοπές των αποδοχών, οι οποίες ισχύουν από 1-1-2010, για όλους γενικά τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία. Εξαίρεση, εισήχθη με το άρθρο 6 του Ν. 3872/2010 (ΦΕΚ Α 148), σύμφωνα με το οποίο “από τις διατάξεις των παρ.2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ.1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής με οποιονδήποτε τρόπο αυξήσεων, καθώς και από τις διατάξεις των παρ.1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1.1.2010 και από 1.6.2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας”. Επίσης, με τον Ν.4024/2011 “Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 – 2015”, στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού, υπό τον τίτλο “Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις”, προβλέφθηκε ότι (άρθρο 4 παρ. 1) στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α), καθώς και όσες κατηγορίες υπαλλήλων αναφέρονται ειδικώς (εκπαιδευτικοί, κληρικοί, υπάλληλοι Βουλής κλπ), ενώ με το άρθρο 6 παρ.1 επανακαθορίστηκε το σύστημα βαθμολογικής κατάταξης των υπαλλήλων ορίζοντας ότι οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης – Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) – κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής: Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ”. Στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, προβλέπονται τα της βαθμολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων, η οποία γίνεται κατόπιν αξιολογήσεως τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα σ’αυτό κριτήρια, ενώ προβλέπεται και ποσόστωση προακτέων επί των κάθε φορά κρινομένων, καθώς και ελάχιστος χρόνος παραμονής στο βαθμό. Περαιτέρω, όσον αφορά στην μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων, στο άρθρο 12 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι αυτοί λαμβάνουν το βασικό μισθό, που αντιστοιχεί στο βαθμό τους, ενώ στη συνέχεια προβλέπονται μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.), τα οποία αντιστοιχούν σε κάθε βαθμό, η δε εξέλιξη των υπαλλήλων σε αυτά γίνεται αυτοδικαίως με την παρέλευση του χρόνου, που ορίζεται στο άρθρο τούτο. Στο άρθρο 13 προσδιορίζεται κατά ποσό ο εισαγωγικός μηνιαίος μισθός του βαθμού ΣΤ΄ της ΥΕ κατηγορίας, ο οποίος στην συνέχεια ορίζεται ως βάση για τον υπολογισμό του βασικού μισθού των υπόλοιπων κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ), οι δε βασικοί μισθοί των μισθολογικών κλιμακίων των βαθμών διαμορφώνονται με προσαύξηση του βασικού μισθού κάθε βαθμού. Τέλος, η επανακατάταξη σε βαθμούς των υπαλλήλων με βάση την οικεία κλίμακα του Ν.4024/2011, γίνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 28, με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, σύμφωνα και με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 98 του Υ.Κ. και τον χρόνο προϋπηρεσίας στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, που έχει αναγνωρισθεί για την βαθμολογική ή την μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου. Συνεπώς, οι αποδοχές των υπαλλήλων συναρτώνται άμεσα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν και τον βαθμό που κατέχουν. Η ένταξη σε κατηγορία εξακολουθεί να γίνεται με βάση τον τίτλο σπουδών, που κατέχει ο υπάλληλος, ενώ η βαθμολογική ένταξη στην ισχύουσα βαθμολογική κλίμακα συναρτάται προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του. Η βαθμολογική τους εξέλιξη επηρεάζει άμεσα την μισθολογική τους εξέλιξη, η οποία όμως συναρτάται και με τα προβλεπόμενα σε κάθε βαθμό μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία εξελίσσεται αυτοδικαίως ο υπάλληλος, αναλόγως του χρόνου υπηρεσίας του. Ακολούθησε ο Ν. 4093/2012 “Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016”, ο οποίος όρισε στην παράγραφο Γ`, υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο “Μισθολογικές Διατάξεις του Δημόσιου Τομέα”, περιπτώσεις 3 και 12, αντιστοίχως, τα εξής: “Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α` 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012” και “Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212). Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2” (ΑΠ 1349/2019, ΑΠ 1459/2018, ΑΠ 763/2018, ΔΠΠ 8404/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης, από 1.1.2013 προέβησαν πράγματι στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Δευτέρου Κεφαλαίου του Ν.4024/2011, αναφορικά με το σύστημα μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων του άρθρου 4 τούτου, τις μηνιαίες αποδοχές εκάστου μισθολογικού κλιμακίου και τις “Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα” του άρθρου 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, καθώς επίσης της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου, περίπτωσης 12, του ν. 4093/2012, ως εκ του χαρακτήρα της, όπως προελέχθη, ως δημόσιας επιχείρησης. Εφάρμοσαν δε αυτές τόσο στο διοικητικό και τεχνικό της προσωπικό, όσο και στο προσωπικό της πλοηγικής υπηρεσίας του, στο οποίο εντάσσονταν και οι ενάγοντες ως μέλη του πληρώματος των ανωτέρω σκαφών της. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως υπήχθησαν και αυτοί στις ανωτέρω διατάξεις, ενόψει της ειδικότητάς τους με την οποία απασχολούνταν στην εναγομένη, υπαγωγή η οποία είχε ως αποτέλεσμα την περικοπή του μισθού τους. Πράγματι, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, οι αποδοχές του προσωπικού του πλοηγικού σταθμού της ………….. ρυθμίσθηκαν νομοθετικά με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 3142/1955, με τις διατάξεις του οποίου (Ν. 3142/1955) ρυθμίζονταν τα γενικότερα ζητήματα της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους. Ακολούθησε, ο Ν.1395/1983, με το άρθρο 6 παρ. 2 του οποίου, αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν.3142/1955 «περί Πλοηγικής Υπηρεσίας» και ορίσθηκε ότι “Το προσωπικό του Πλοηγικού Σταθμού …………. μισθοδοτείται από την Ανώνυμη Εταιρεία ………………. Οι αποτελούντες αυτό είναι υπάλληλοι της Εταιρείας και οι αποδοχές τους καθορίζονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας καταρτιζόμενες για μεν το ναυτολογημένο προσωπικό κατά τις διατάξεις του ναυτικού δικαίου για δε το λοιπό προσωπικό κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση αδυναμίας καταρτίσεως συλλογικής συμβάσεως εργασίας, από έλλειψη συνδικαλιστικής εκπροσωπήσεως του προσωπικού, οι αποδοχές καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των αρμόδιων κατά περίπτωση Υπουργών ύστερα από σχετική πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμη Εταιρεία ………. Συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που έχουν καθορίσει διαφορετικές αποδοχές του παραπάνω προσωπικού μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κατισχύουν των διατάξεων του ν. 3142/1955”. Περαιτέρω, με το άρθρο 17 παρ. 4 και 5 του Ν. 2322/1995 με τον τίτλο «…………….», ορίσθηκαν τα ακόλουθα “4. Οι πλοηγοί του Πλοηγικού Σταθμού ………….. χαρακτηρίζονται ως πλοηγοί διέλευσης. Τα υπό του άρθρου 8 του ν. 3142/1955 προβλεπόμενα για το διορισμό πλοηγών προσόντα ισχύουν και για το διορισμό πλοηγών διέλευσης. Κατ` εξαίρεση για τους πλοηγούς διέλευσης απαιτείται υπερτριετής πραγματική θαλάσσια υπηρεσία και όχι υπερδεκαετής. 5. Οι αποδοχές των πλοηγών διέλευσης …………. από της εφαρμογής του παρόντος καθορίζονται με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν.1395/1983 αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 3/4 των αντίστοιχων αποδοχών των πλοηγών του Λιμένα Πειραιά. Η τυχόν προκύπτουσα εκ της εφαρμογής του παρόντος άρθρου διαφορά αποδοχών διατηρείται ως προσωπική διαφορά και συμψηφίζεται με τις καθ` οιονδήποτε τρόπο μελλοντικές αυξήσεις αποδοχών συμπεριλαμβανομένης και της Α.Τ.Α.”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ενώ υπό την ισχύ του Ν. 3142/1955, οι αποδοχές των πλοηγών της ……………. καθορίζονταν σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους ακολούθως, με τη σύσταση της εναγομένης εταιρείας αρχικά με τον Ν.1395/1983 και στη συνέχεια με τον Ν.2322/1995, οι αποδοχές των πλοηγών της ……………….. οι οποίοι ονομάσθηκαν “ πλοηγοί διέλευσης ” αποσυνδέθηκαν από τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους, οι οποίοι θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι και ρυθμίσθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του ν.2322/1995, ήτοι με την πρόβλεψη κατάρτισης συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣτΕ 2860/2016, ΑΠ 968/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις επομένως αποδεικνύεται ότι ενώ οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης, από 1.1.2013, σύμφωνα με την παράγραφο Γ1 της παραγράφου Γ του ν.4093/2012 (ΦΕΚ 222), ορθά εφάρμοσαν σε όλο το διοικητικό και τεχνικό προσωπικό της το ενιαίο μισθολόγιο, έχοντας την διαβάθμιση και τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού η εναγομένη αποτελούσε δημόσια επιχείρηση, εσφαλμένως εν τούτοις και δη κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ισόνομη ρύθμιση των ομοίων, που κυρώθηκε με το ν.945/1979, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ν.δ.53/1974), του άρθρου 4 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, για το δικαίωμα για δίκαιη αμοιβή, που κυρώθηκε με τον ν.1426/1984, του άρθρου 7, α, I του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.1532/1985 και των άρθρων 2 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν.2462/1997, εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις και επί των εναγόντων ναυτικών, που υπηρετούσαν κατ’ εκείνο το χρόνο στον πλοηγικό σταθμό της. Τούτο διότι το προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας αυτής (εναγομένης), διέπονταν ήδη υπό την προϊσχύσασα νομοθεσία, σε ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς στο πλαίσιο οργάνωσης του ευρύτερου δημόσιου τομέα αφού, όπως προελέχθη, υπό την ισχύ του Ν. 3142/1955 οι αποδοχές των πλοηγών της …………….. καθορίζονταν σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους, ενώ ακολούθως, με τη σύσταση της εναγομένης εταιρείας προς εκμετάλλευση της …….., αρχικά με τον Ν.1395/1983 και στη συνέχεια με τον Ν.2322/1995, οι αποδοχές των πλοηγών της ……………, οι οποίοι ονομάσθηκαν “πλοηγοί διέλευσης”, αποσυνδέθηκαν από τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας, οι οποίοι θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι και ρυθμίσθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του Ν.2322/1995 με συλλογικές συμβάσεις εργασίας καταρτιζόμενες κατά τις διατάξεις του ναυτικού δικαίου. Τόσο τα προσόντα διορισμού των πλοηγών της ……………., που είναι τα προβλεπόμενα (άρθρο 8 ν.3142/1955) για το διορισμό πλοηγών Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους, με εξαίρεση την υπερτριετή θαλάσσια υπηρεσία και προϋποθέτουν και πιστοποιούν ναυτικές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες, όσο και τα καθήκοντα τους, προσιδιάζουν στην άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, παρά στα καθήκοντα των διοικητικών υπαλλήλων. Οι αποδοχές των πλοηγών διέλευσης …………… επομένως συνέχισαν να καθορίζονται με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν.1395/1983 [σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 3/4 των αντίστοιχων αποδοχών των πλοηγών του Λιμένα Πειραιά (άρθρο 17 παρ.5 ν.2322/1995)], ήτοι να ρυθμίζονται σε σχέση με εκείνες του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους, οι οποίες καθορίζονται βάσει των αντίστοιχων αποδοχών των πληρωμάτων των ελληνικών επιβατικών πλοίων εσωτερικού, όπως αυτές διαμορφώνονται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών Σ.Σ.Ν.Ε. και δεν συναρτώνται προς τα ισχύοντα μισθολογικά κλιμάκια και τους βαθμούς της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, με βάση τα οποία προσδιορίζεται ο μισθός των διοικητικών δημοσίων υπαλλήλων. Υπέρ αυτής της ερμηνείας συνηγορεί και (α) το γεγονός ότι το ναυτικό προσωπικό της εναγομένης, στο οποίο εντάσσονταν και οι ενάγοντες-εκκαλούντες κατά την επίδικη περίοδο, τελούσε σε διαφορετικό ασφαλιστικό καθεστώς από το υπόλοιπο προσωπικό της εναγομένης, υπαγόμενο στην ασφάλιση του Ν.Α.Τ για τη χορήγηση κύριας σύνταξης και του Κ.Ε.Α.Ν. για τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης, οι δε ασφαλιστικές τους εισφορές ήταν ανάλογες αυτών των ρυμουλκών λιμένος εσωτερικού και (β) το εν λόγω προσωπικό, δεν συμπεριλήφθηκε στις κατηγορίες εκείνες των υπαλλήλων, για τις οποίες έγινε ειδική μνεία υπαγωγής τους στο πεδίο εφαρμογής του Ν.4024/2011 ενόψει των ιδιαιτεροτήτων τους (εκπαιδευτικοί, υπάλληλοι γραμματείας Δικαστηρίων και Εισαγγελειών, υπάλληλοι της Βουλής, θρησκευτικοί λειτουργοί κ.λ.π.). Υπέρ αυτής της ερμηνευτικής προσέγγισης συνηγορεί και το γεγονός ότι, οι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους, εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του Ν.3833/2010 και του Ν.4024/2011, ένεκα του ειδικού μισθολογικού καθεστώτος, που την διέπει (αιτιολογική έκθεση Ν.4024/2011), παρά το ότι οι υπάλληλοι της θεωρούνται εκ του νόμου δημόσιοι υπάλληλοι και συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, για τον λόγο ότι η λειτουργία της υπηρεσίας αυτής και τα ειδικά καθήκοντα του προσωπικού της, δεν προσιδιάζουν με εκείνα των διοικητικών υπαλλήλων, αλλά των ναυτικών. Επίσης, με το άρθρο 34 του Ν.4256/2014 «Τουριστικά πλοία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 92), αφενός επήλθε νομοθετική μείωση των μηνιαίων βασικών μισθών του προσωπικού των Πλοηγικών Σταθμών (άρθρο 34 παρ. 3 περ. γ`) στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής στα μισθολογικά ζητήματα του προσωπικού του Δημοσίου και των φορέων του δημόσιου τομέα, αφετέρου εξαιρέθηκαν οι αποδοχές του εν λόγω ναυτικού προσωπικού από τις διατάξεις του Ν.4024/2011 (ΦΕΚ Α΄ 226), καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.3833/2010 (ΦΕΚ Α`40), (άρθρο 34 παρ. 3 περ. α΄ και β΄) και ακολούθως του άρθρου 28 του Ν.4354/2015, ΦΕΚ Α΄ 176 (κατόπιν αντικατάστασης του άρθρου 34 του Ν.4256/2014 με την παρ. 1 του τετάρτου άρθρου του Ν.4480/2017 (ΦΕΚ Α΄ 97)). Θα αποτελούσε, επομένως, αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση προς το ναυτολογημένο προσωπικό της εναγομένης η διαμόρφωση των αποδοχών αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4024/2011, εφόσον και στο πρόσωπο αυτών συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της παροχής ναυτικής εργασίας υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με αυτές των υπηρετούντων στην Πλοηγική Υπηρεσία του Κράτους και όχι διοικητικής υπηρεσίας και δεν διαπιστώνεται η συνδρομή λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, που να το απαγορεύουν. Εν τούτοις, η μείωση των αποδοχών των εναγόντων αν και παράνομη, ως ανωτέρω απεδείχθη και αναλύεται, δεν απεδείχθη ότι ήταν αποτέλεσμα υπαίτιας συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης. Συγκεκριμένα, δεν απεδείχθη, ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την αγωγή τους ότι, αυτοί (νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης) ενήργησαν δολίως και με σκοπό να πλήξουν την αξιοπρέπεια των εναγόντων ως εργαζομένων. Τούτο διότι ως απεδείχθη, στην εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων προέβησαν αδιακρίτως σε όλο της το προσωπικό της εναγομένης συμπεριλαμβανομένου και ολόκληρου του προσωπικού που υπηρετούσε στον εν λόγω πλοηγικό σταθμό με σύμβαση ναυτικής εργασίας και όχι μόνον στη σχέση της με τους ενάγοντες. Τούτο δε δεν απεδείχθη ότι έγινε με σκοπό να υποχρεώσει σε παραίτηση όλο το ναυτολογημένο προσωπικό της, αφού σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επιχείρηση αφού το ναυτολογημένο προσωπικό της ήταν απαραίτητο για την ομαλή και συνεχή λειτουργία αυτής. Επιπροσθέτως, στις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπονταν ρητά η μη εφαρμογή αυτών (εν λόγω διατάξεων) ειδικώς στο προσωπικό της εναγομένης δημόσιας επιχείρησης που απασχολούνταν δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας, όπως στην περίπτωση των Πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Κράτους, που όπως αναλύθηκε ανωτέρω ρητά εξαιρέθηκαν από το ενιαίο μισθολόγιο. Η εξαίρεση των εναγόντων και εν γένει του ναυτολογημένου προσωπικού της εναγομένης από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει κατόπιν ερμηνείας αυτών η οποία μάλιστα τυγχάνει ιδιαιτέρως δυσχερής, με αποτέλεσμα να μην προσάπτεται στους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης ούτε αμέλεια, αφού δεν απεδείχθη ότι αυτοί (νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης κατά την 1.1.2013) ήταν γνώστες της νομικής επιστήμης, κυρίως δε δεν απεδείχθη ότι αυτοί διέθεταν τις γνώσεις και τη δυνατότητα ακόμη και να αντιληφθούν ότι ενόψει των ειδικών συνθηκών εργασίας των εναγόντων και του εν γένει ναυτολογημένου προσωπικού της, συνέτρεχε νομικό ζήτημα από την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και δεν κατέφυγαν, προ της εφαρμογής τους, σε υπηρεσίες του Δημοσίου ή του ΝΣΚ, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Το δυσχερές του νομικού ζητήματος που κλήθηκαν να επιλύσουν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης, προκύπτει και από το γεγονός ότι, όταν έτεροι συνάδελφοι των εναγόντων, συνδεόμενοι με την εναγομένη με σύμβαση ναυτικής εργασίας ήγειραν την από 22.12.2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, αξιώνοντας τις διαφορές αποδοχών τους μεταξύ των συμφωνημένων και των καταβαλλομένων, κατόπιν των περικοπών, μετά δηλαδή την 1.1.2013, συνεπεία της εφαρμογής, από τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, των ως άνω διατάξεων, εξεδόθη η με αριθμό 3872/2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή, διότι κατά τη δικανική της κρίση, οι ενάγοντες της αγωγής εκείνης αν και ναυτολογημένοι, υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4024/2011 και δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους ειδικοί λόγοι αναγόμενοι στη φύση των καθηκόντων, τους όρους εργασίας του και τις θέσης ευθύνης τους που να δικαιολογούν εξαίρεσή τους από το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς επίσης ότι οι, κατ΄ εφαρμογή του Νόμου αυτού, προκύπτουσες μειώσεις αποδοχών αυτών (εναγόντων της ανωτέρω αγωγής) δεν αντίκεινται σε κάποια συνταγματική διάταξη, ούτε διεθνή σύμβαση, καταλήγοντας ότι νόμιμα η εναγομένη προέβη στην ένταξη των εναγόντων της αγωγής εκείνης στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων του Ν. 4024/2011 και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε την ως άνω αγωγή. Σε αντίθετη ερμηνεία έναντι των παραδοχών της ως άνω με αριθμό 3872/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προέβη, ακολούθως το παρόν Δικαστήριο με τη με αριθμό 286/2020 απόφασή του, η οποία αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατ’ αποδοχή της εφέσεως των εκεί εναγόντων, επεδίκασε τις αιτούμενες με την αγωγή αυτή διαφορές αποδοχών, διότι κατά τον δικανικό της συλλογισμό το βαθμολογικό, προαγωγικό και μισθολογικό σύστημα που καθιερώθηκε με τον Ν. 4024/2011 για το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, δεν έχει καμία συνάφεια, σχέση ή συμβατότητα με τους ενάγοντες της αγωγής εκείνης, απογεγραμμένους ναυτικούς που αποτελούν διαφορετική, διακριτή κατηγορία εργαζομένων της εναγομένης έναντι των διοικητικών της υπαλλήλων, εφόσον υπηρετούν στα ρυμουλκά και άλλα πλωτά μέσα αυτής, υπό ναυτική ειδικότητα, βάσει της ναυτικής ικανότητας και εμπειρίας τους και υπό τους όρους εργασίας και αμοιβής που καθορίζονται από την εκάστοτε συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας και περαιτέρω ότι αδικαιολόγητα, σε αντίθεση με το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις εφαρμόσθηκε και στους ενάγοντες εκείνης της αγωγής περικοπή των αποδοχών τους. Μάλιστα, την τελευταία αυτή απόφαση, η οποία δεν παράγει δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, όπως εσφαλμένως διατείνονται οι ενάγοντες στα πλαίσια του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσής τους, διότι ελλείπει το στοιχείο της ταυτότητας διαδίκων, αφού οι ήδη ενάγοντες δεν ήταν ενάγοντες και στην αγωγή εκείνη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 325 του ΚΠολΔ «Το Δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά 1) των διαδίκων, 2) εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, 3) εκείνων που νέμονται ή κατέχουν το επίδικο πράγμα στο όνομα κάποιου διαδίκου ή διαδόχου του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέσεις εμπράγματες ή ενοχικές. Το Δεδικασμένο δεν ισχύει απέναντι σε εκείνον που απέκτησε δικαιώματα σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου με μεταβίβαση από μη δικαιούχο», περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, η εναγομένη προσέβαλε με αναίρεση, η οποία απερρίφθη με τη με αριθμό 1668/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού κρίθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο, με τη με αριθμό 286/2020 απόφασή του, προσηκόντως ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011 και της παρ. Γ υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και δεν παραβίασε αυτές με τη μη εφαρμογή τους, αφού η εναγομένη ως εταιρεία του Ελληνικού Δημοσίου υπήχθη από 1.1.2013 ως προς το μισθολογικό και βαθμολογικό καθεστώς του προσωπικού της στις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011 ενιαίου μισθολογίου, οι ρυθμίσεις όμως αυτές δεν καταλαμβάνουν και το ναυτολογημένο προσωπικό του πλοηγικού σταθμού της εναγομένης, το οποίο αποτελεί διαφορετική, διακριτή κατηγορία εργαζομένων της, εφόσον υπηρετούν σε ρυμουλκά και λοιπά πλωτά μέσα της, υπό ναυτική ιδιότητα, βάσει της ναυτικής ικανότητας και εμπειρίας του και υπό τους όρους αμοιβής και εργασίας που καθορίζονται από την εκάστοτε συλλογική σύμβαση εργασίας. Εν τούτοις, οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις και δη αρχικά η με αριθμό 286/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και ακολούθως η με αριθμό 1668/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου εξεδόθησαν μετά την 1.1.2013, οπότε η διοίκηση της εναγομένης – δημόσιας επιχείρησης εκλήθη να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις. Εξάλλου, δόλια προαίρεση της ενάγουσας κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αλλά ακόμη και αμέλεια στην εφαρμογή τους δεν δύναται να αποδειχθεί ούτε από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δίχως όρκο εξέταση του πρώτου ενάγοντος, αφού αυτός δεν κατέθεσε και μάλιστα σαφώς ότι οι νόμιμοι εκπρόσωπο της εναγομένης εγνώριζαν ή από αμέλειά τους αγνοούσαν ότι κατόπιν ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων προέκυπτε ότι, ως προς το μισθολογικό και βαθμολογικό καθεστώς του ναυτολογημένου προσωπικού της, αυτοί δεν έπρεπε να εφαρμόσουν τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου και παρά ταύτα τις εφάρμοσαν ή ότι αντιλήφθηκαν ότι οι ανωτέρω διατάξεις έχρηζαν ερμηνείας και δεν κατέφυγαν στη λήψη νομικής συμβουλής. Και πράγματι η μονομερής εκ μέρους της εναγομένης μεταβολή του μισθού των εναγόντων αποτελούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στον πυρήνα της εργασιακής σχέσης, πλην όμως υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα και δη η περικοπή μισθού σε όλους του απασχολούμενους με σύμβαση ναυτικής εργασίας στην πλοηγική υπηρεσία της (εναγομένης), όχι από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους έναντι αυτών και ιδίως των εναγόντων, δεν έγινε με σκοπό να προσβάλει την επαγγελματική υπόληψη και τιμή των εναγόντων στο κοινωνικό και επαγγελματικό τους περιβάλλον, αφού δεν απεδείχθη ότι έγινε με σκοπό να εξαναγκάσει αυτούς σε παραίτηση, αλλά κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, μη αντιλαμβανόμενοι ως εκ της δυσχέρειας στην ερμηνεία αυτών ότι αυτές δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν. Επίσης δεν απεδείχθη ότι η εναγομένη δημιούργησε συνθήκες, που, κατ’ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, κατέστησαν την εξακολούθηση της εργασίας των εναγόντων στο χώρο της αδύνατη ή εκτάκτως δυσχερής, αφού η ανωτέρω μονομερής περικοπή των αποδοχών τους δεν συνοδεύτηκε με δυσμενείς συνθήκες εργασίας ειδικώς για τους ενάγοντες περιέχουσες ηθική μείωση στην προσωπικότητά τους, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους και να καταστήσουν δυσχερή την περαιτέρω συνέχιση της εργασίας τους, η οποία αντίθετα συνεχίσθηκε με τις ίδιες συνθήκες εργασίας (πλην του μειωμένου μισθού), οι ενάγοντες δε έληξαν την εργασιακή τους σχέση ενόψει της συνταξιοδοτήσεώς τους. Με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων (ήτοι μείωση της υπόληψης και της αξιοπρέπειάς τους ή απαξίωση της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους) υπό της εναγομένης, ούτε καταφάσκεται ευθύνη αυτής από αδικοπραξία, ώστε να υφίσταται υποχρέωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δοθέντος μάλιστα ότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, η μη καταβολή του οφειλομένου μισθού, άνευ άλλου τινός, δεν αποτελεί αδικοπραξία.
Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο πρέπει, η ένδικη αγωγή, η οποία τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 71, 914, 299, 330, 932, 340, 345, 346 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης, αφού στο ελάχιστο περιεχόμενο αυτής (ένδικης αγωγής) αναφορικά με την αξιούμενη χρηματική ικανοποίηση αναφέρεται με επάρκεια η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης ενόψει της οποίας προσεβλήθη η προσωπικότητα των εναγόντων, όπως επίσης αναφέρεται ότι η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε ηθική ζημία σε αυτούς, να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 ΚΠολΔ) και να επιστραφεί στους ενάγοντες το αχρεωστήτως προκαταβληθέν παράβολο των εκατό [100] ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την ένδικη έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή τυπικά και κατ’ ουσίαν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 4064/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του με αριθμό …………./ 2025 προκαταβληθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου των εκατό (100) ευρώ στους εκκαλούντες.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει εξαρχής την υπόθεση επί της από 25.08.2023 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου ……./20.09.2023) αγωγής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανωτέρω αγωγή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 9.9.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ