Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 680/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός αποφάσεως   680/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2o Τμήμα)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος ……….., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Σαπουντζάκη (Α.Μ Δ.Σ Πειραιά …….).

Του εφεσίβλητου ……………, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Δεληγεώργη (Α.Μ Δ.Σ.Α ………..), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 20/5/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2024 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 5/12/2024, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 4009/2025 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, o εναγόμενος άσκησε την από 18/10/2025 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου …………/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18/10/2025 έφεση του εναγομένου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………/2025 και β) δικογράφου ………/2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 4009/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών, επί της από 20/5/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2024 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 22/10/2025, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον εναγόμενο, που έλαβε χώρα στις 2/10/2025 (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………, σε ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 ΚΠολΔ).

Α. Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Β. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361 – 363 ΠΚ (όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης – άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), που μπορεί να περιέχονται σε κάθε σύγχρονο μέσο διάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων (τύπος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο), αφού η κατοχυρωμένη, με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία, υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Σ). Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361 – 363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με εκπομπές των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε), εξυβριστικές ή δυσφημιστικές για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ’ όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Δεν αποκλείεται δε στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις μέσω αυτών, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΠΚ. Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν, ενώπιον τρίτου, γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του, τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 -367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 Π.Κ. ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ’ αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 Π.Κ., και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 1265/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1573/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι δε αναγκαίο, να προσδιορισθούν ειδικώς και οι φράσεις και οι εκφράσεις, οι οποίες ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τον εναγόμενο, αντί των χρησιμοποιηθέντων εξυβριστικών, λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του παθόντος (ΑΠ 628/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 129/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων, πρόεδρος του σωματείου με την επωνυμία «…………….», εκθέτει ότι ο εναγόμενος, πρόεδρος του Δ.Σ του σωματείου με την επωνυμία «……………..», σε κείμενο που συνέταξε και ανήρτησε δημοσίως στις 19/11/2023, με συνημμένη την φωτογραφία του ενάγοντος, στο λογαριασμό που διατηρεί η …………… στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης FACEBOOK, διέλαβε τους, αναλυτικά αναφερόμενους στην αγωγή, συκοφαντικούς ισχυρισμούς για το πρόσωπο του, που περιήλθαν σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων, γνωρίζοντας την αναλήθεια αυτών και προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπικότητα του. Ότι, παρότι με την από 7/2/2024 εξώδικη δήλωση του, υπέδειξε στον εναγόμενο προς ανάρτηση, κείμενο αποκαταστατικό της τιμής και της υπόληψης του, εντούτοις ο εναγόμενος ουδέν έπραξε. Ότι η παραπάνω συμπεριφορά του εναγομένου αποτελεί παράνομη προσβολή του απόλυτου δικαιώματος της προσωπικότητάς του, συνεπεία της οποίας ο ίδιος υπέστη ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητά να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του τελευταίου, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 4009/2025 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση του, ο εναγόμενος προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί εν όλω η αγωγή.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, ……….. και …………, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των με αριθ. πρωτ. ΔΣΠ_ΕΒ_…..22/11/2024, ΔΣΠ_ΕΒ_…_22/11/2024 και ΔΣΠ_ΕΒ_……..22/11/2024 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ……….. αντίστοιχα, ενώπιον του δικηγόρου Πειραιά ………. (Α.Μ Δ.Σ.Π ………), οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου (βλ. την με αριθμό …./15.11.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, . ….), των υπ’ αριθ. …….. και ………../4.12.2024 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ……….., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ………, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια του εναγομένου, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την με αριθμό …./29.11.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων είναι πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού με πολυετή επαγγελματική εμπειρία, δραστηριοποιείται, δε, στο χώρο του συνδικαλισμού, από το έτος 2023 ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του νεοσυσταθέντος σωματείου με την επωνυμία «………» (εφεξής ……..), ενώ και κατά το παρελθόν είχε διατελέσει ταμίας έτερου παρεμφερούς σωματείου, από το οποίο έχει αποχωρήσει. Ο εναγόμενος είναι πρόεδρος, επί σειρά πολλών ετών, του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου με την επωνυμία ««………….» (εφεξής ……..) και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της «……….», ενώ έχει διατελέσει και αντιπρόεδρος του «………». Λόγω, δε, της πολυετούς – πάνω από μία τριακονταετία – συνδικαλιστικής του δράσης αποτελεί πρόσωπο ευρέως γνωστό στο χώρο της ναυτιλίας. Η …….. διατηρεί λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook με το όνομα «……….». Διαχειριστής του εν λόγω λογαριασμού και συνεπώς αρμόδιος για τον έλεγχο των κειμένων που αναρτώνται στον εν λόγω λογαριασμό, με τρόπο ώστε αυτά να είναι πλέον προσβάσιμα στον καθένα, είναι ο εναγόμενος. Στις 19.11.2023 ο εναγόμενος ανήρτησε στον εν λόγω λογαριασμό της ……. στο Facebook κείμενο, με συνημμένη τη φωτογραφία του ενάγοντος, με τίτλο «Συνάντηση ΠΝΟ – ………. – Έντονο επεισόδιο του Προέδρου της ………. με τον Υπουργό Ε.Ν!» και με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Στην τοποθέτησή του ο Πρόεδρος της …….. ………. υπογράμμισε την απαράδεκτη στάση και τις ευθύνες του κ. …………, ότι ήταν απαξιωτικός για τον Ναυτεργατικό κόσμο της χώρας και επέλεξε να δει τους πάντες αφήνοντας περιφρονητικά και προσβλητικά την συνάντηση με τούς εκπροσώπους των Ναυτεργατών να σέρνεται πάνω από δύο μήνες. Αυτό το ίδιο διάστημα που έχει διορισθεί ως Υπουργός Ε.Ν συνάντησε την ΕΕΕ, τον ΣΕΕΝ, μετέβη στο Λονδίνο (ΙΜΟ), είχε συναντήσεις με ομολόγους του από Μάλτα – Κύπρο, συναντήθηκε με πρεσβευτές αλλά και με μεμονωμένους εφοπλιστές ακόμη και με πρόσωπα τα οποία δεν εκπροσωπούν τίποτα στο Ναυτεργατικό κίνημα. Ενδεικτικά ανέφερε ότι είχε συνάντηση με τον αυτοαποκαλούμενο πρόεδρο του διασπαστικού παρασωματείου “………..” το οποίο έχει στηθεί με σκοπό την υπονόμευση της ΣΣΕ στην κατηγορία αυτή των πλοίων! Ο φερόμενος ως πρόεδρός του εμφανίζει το μόρφωμα αυτό ως κομματικό παράρτημα της …….. και το χρησιμοποιεί ως προσωπικό φέουδο στην βρώμικη επιχείρηση να περάσει τις ατομικές συμβάσεις εργασίας και ενεργεί αντιπαραθετικά τόσο με τα Ναυτεργατικά σωματεία όσο και με την “……….” (………….). Ο Πρόεδρος της ……… επέκρινε αυτήν την ανεπίτρεπτη στάση του νέου Υπουργού Ε.Ν ζητώντας εξηγήσεις για αυτή την επιλογή του και ταυτόχρονα ρώτησε τι εκπροσωπεί αυτό το άθλιο κατασκεύασμα και το κυριότερο γιατί ο Υπουργός Ε.Ν του παρέχει νομιμότητα και αναγνώριση; Απαντώντας ο Υπουργός αρνήθηκε έντονα και κατηγορηματικά ότι υπήρχε τέτοια συνάντηση… ότι πιθανόν κάποιος τον επισκέφθηκε ιδιωτικά και φωτογραφήθηκε μαζί του χωρίς να ξέρει κανείς την ιδιότητα του!! Ανταπαντώντας ο Πρόεδρος της ………… δήλωσε ότι ο Υπουργός Ε.Ν ψεύδεται ασύστολα και προσκόμισε σχετικά στοιχεία και φώτο από τα οποία προκύπτει ότι η συνάντηση έγινε, ήταν επίσημη και το χειρότερο ότι ο απίθανος αυτός τύπος που περιφέρεται σε διαδρόμους και γραφεία Υπουργείων και βουλευτών, δεν περιορίστηκε στο δελτίο τύπου που εξέδωσε μόνο στα συντεχνιακά ζητήματα που τον αφορούσαν. Κατόπιν όλων αυτών στο τέλος ο κ. ……. παραδέχθηκε ότι ήταν λάθος η επιλογή του και την απέδωσε στον διευθυντή του γραφείου του!!! Υ.Γ Σημειώνουμε ότι το προαναφερόμενο σωματείο που σκαρώθηκε από πλοιοκτήτες με την συνδρομή της ……. και έχει ως «μπροστινό» τον ……………, δεν έχει την παραμικρή νομιμοποίηση και αναγνώριση από το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας αφού τόσο το Εργατικό Κέντρο Πειραιά όσο και τα αντίστοιχο της Αθήνας το έχουν αποκλείσει από τις γραμμές τους!». Αφορμή για την επίδικη ανάρτηση, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της, αποτέλεσε η στάση του τότε Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Χρήστου Στυλιανίδη, απέναντι στους διαδίκους, υπό την ιδιότητα αυτών ως προέδρων και εκπροσώπων των προαναφερόμενων σωματείων αντίστοιχα. Σημειωτέον ότι από την ίδια την ανάρτηση δεν προκύπτει ο συντάκτης τον επίμαχου κειμένου. Όπως, όμως, αποδεικνύεται από το με αριθ. πρωτ. …../19.11.2023 έγγραφο της διοίκησης της …….., που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, το εν λόγω κείμενο συντάχθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της ………, του οποίου ο εναγόμενος προεδρεύει. Συνεπώς, ο εναγόμενος, τόσο ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου που συνέταξε το επίμαχο κείμενο όσο και ως διαχειριστής του λογαριασμού στον οποίο έλαβε χώρα η επίδικη ανάρτηση, ιδιότητα που εκτιμάται ότι διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής με τις αναφορές σ αυτήν ότι «ο εναγόμενος σε δημόσια ανάρτηση (…) δημοσίευσε» και «μέσω δημόσιας ανάρτησης του εναγομένου», χωρίς να απαιτείται η συμπερίληψη της λέξης «διαχειριστής», ενέχεται αστικά για την επίμαχη ανάρτηση και συνεπώς νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή, απορριπτομένου του πρώτου λόγου εφέσεως του εναγομένου ως αβάσιμου. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι με την επίδικη δημόσια και ορατή σε οιονδήποτε τρίτο ανάρτηση – δημοσίευση, η οποία αναφέρεται ρητά στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο εναγόμενος με πρόθεση προσέβαλε την προσωπικότητα του. Ειδικότερα, στην εν λόγω ανάρτηση ο ενάγων, με εξυβριστικούς και εν γένει προσβλητικούς και μειωτικούς για το πρόσωπό του χαρακτηρισμούς, όπως «αυτοαποκαλούμενος πρόεδρος», «άθλιο κατασκεύασμα», «απίθανος τύπος» και «μπροστινός», επιχειρείται να παρουσιαστεί ως ένα άτομο που, υποστηριζόμενο από πλοιοκτήτες, έχει συστήσει ένα διασπαστικό παρασωματείο και κομματικό παράρτημα του κυβερνώντος κόμματος, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως προσωπικό φέουδο για να περάσει τις ατομικές συμβάσεις εργασίας σε βάρος των συλλογικών, αντιστρατευόμενος με τον τρόπο αυτό τα συμφέροντα των λοιπών παρεμφερών – προϋπαρχόντων σωματείων. Πλην όμως, τα αναφερόμενα στην εν λόγω ανάρτηση γεγονότα δεν αποδεικνύονται βάσιμα και αληθή, διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε μη νόμιμη και αντισυνδικαλιστική συμπεριφορά του ενάγοντος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ………….. είναι ένα νέο, νομίμως ιδρυθέν, σωματείο που, στο πλαίσιο και της αναγνωριζόμενης από το Σύνταγμα αρχής της πολλαπλότητας των σωματείων, λειτουργεί παράλληλα με τα λοιπά προϋπάρχοντα παρεμφερή με αυτό σωματεία, τα οποία ουδόλως αποδείχθηκε ότι ζημιώθηκαν από τη δράση του, ώστε η ίδρυση αυτού να καθίσταται καταχρηστική. Με την επίμαχη ανάρτηση ο εναγόμενος επεδίωξε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και να προσβάλει το κύρος του ως επαγγελματία ναυτικού και συνδικαλιστή. Πράγματι, οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες στην εν λόγω ανάρτηση συκοφαντικές αναφορές ήταν ικανές και πρόσφορες να βλάψουν, όπως και πράγματι έβλαψαν, την προσωπικότητα τον ενάγοντος, προσβάλλοντας την τιμή και την υπόληψή του. Με τον τρόπο άλλωστε που πραγματώθηκε η προσβολή, οιοσδήποτε τρίτος, χρήστης του Facebook, διαδικτυακός φίλος και μη του επίμαχου προφίλ – λογαριασμού της ………., μπορούσε να έχει πρόσβαση στην επίδικη δημόσια ανάρτηση και να καταστεί κοινωνός αυτής, σχηματίζοντας αρνητική εντύπωση για τον ενάγοντα. Ειδικότερα, η επίδικη ανάρτηση προκάλεσε δυσμενή σχόλια για τον ενάγοντα από συναδέλφους του, που αφορούν την ηθική και επαγγελματική του υπόσταση και το κύρος του ως συνδικαλιστή. Επομένως, εφόσον τα αναφερόμενα στην επίδικη ανάρτηση γεγονότα είναι ψευδή, ο, δε, εναγόμενος, ως έμπειρος συνδικαλιστής στο χώρο της ναυτιλίας, γνώριζε το ψεύδος αυτών και είχε συκοφαντικό δόλο, στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος, με αποτέλεσμα εξ αυτού του λόγου να μην αίρεται το άδικο της πράξης του εναγομένου κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ (άρθρο 367 παρ. 2 περ. α ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε έως τις 30.4.2024, ήτοι πριν από την κατάργησή του από το Ν. 5090/2024), απορριπτομένης ως μη νόμιμης της σχετικής ένστασης του τελευταίου περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του σωματείου που εκπροσωπεί ο εναγόμενος για την ενημέρωση του κοινού και παρελκούσης της εξέτασης της αντένστασης του ενάγοντος περί συνδρομής ειδικού σκοπού εξύβρισης κατ’ άρθρο 367 παρ. 2 περ. β ΠΚ, απορριπτομένου παράλληλα και του τρίτου λόγου εφέσεως του εναγομένου. Από την κατά τα ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη θλίψη και στενοχώρια, ήτοι ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις, παραγωγικές ηθικής του ιδίου βλάβης, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη το είδος της προσβολής και τις συνθήκες τέλεσης αυτής (ήτοι μέσω της ευρέως γνωστής διαδικτυακής πλατφόρμας του Facebook και της δημόσιας πρόσβασης σε αυτήν), την έκταση της βλάβης που υπέστη ο ενάγων, την ένταση του δόλου του εναγομένου, καθώς και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, προσδιόρισε στο ποσό των 5.000 ευρώ, τα οποίο έκρινε εύλογο, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας. Ο εκκαλών, το πρώτον με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προβάλλει ένσταση μείωσης του ποσού της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης, πλην όμως αυτή προβάλλεται απαραδέκτως δεδομένου ότι οι λόγοι έφεσης προβάλλονται παραδεκτώς είτε με το δικόγραφο της έφεσης είτε με τους πρόσθετους λόγους αυτής (άρθρο 520 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση του εκκαλούντος, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο εκκαλών, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την  έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 30 Οκτωβρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ                                                             ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ