Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 681/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ    681/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων : 1) εως και 11) ………………….., οι οποίοι άπαντες εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Κοντοσέα (ΑΜΔΣΠ : …….).

Της εφεσίβλητης : Της εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στη ……………. και διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά, οδός ………….., με την επωνυμία «…………….», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Λύρα (ΑΜΔΣΠ : …..).

Οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27-12-2019 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2019 αγωγή τους κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 1284/2023 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τον έκτο των εναγόντων και απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό έκτος των εναγόντων και οι ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό λοιποί ενάγοντες και ήδη άπαντες εκκαλούντες με την από 28-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 28-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του εν μέρει ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό έκτου των εναγόντων και των ηττηθέντων στον πρώτο βαθμό λοιπών εναγόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 1284/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ ), επί της ασκηθείσας σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης από 27-12-2019 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./2019 αγωγής των εκκαλούντων – εναγόντων, Ελλήνων απογεγραμμένων ναυτικών, διωκόντων με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών τους σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 19.838,56 ευρώ, 18.961,31 ευρώ, 11.939,15 ευρώ, 17.834,99 ευρώ, 12.545,05 ευρώ, 6.524,69 ευρώ, 8.648,78 ευρώ, 16.022,19 ευρώ, 16.713,40 ευρώ, 15.772,49 ευρώ και 22.069,30 ευρώ, αντίστοιχα, εντόκως νομίμως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, απορρεουσών από επικαλούμενες συμβάσεις ναυτικής εργασίας στο υπό σημαία Κύπρου Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοο πλοίο WCJ, πλοιοκτησίας της εφεσίβλητης – εναγόμενης, με την αναφερόμενη στην αγωγή ειδικότητα για κάθε εκκαλούντα – ενάγοντα, αντίστοιχα, που ναυτολογήθηκαν στο εν λόγω πλοίο κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο χρονικά διαστήματα, αντίστοιχα και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς τον έκτο των εκκαλούντων – εναγόντων και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες – ενάγοντες, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 28-1-2025 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../28-1-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα την 31-12-2024, προς την εναγόμενη, με παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου των εναγόντων Ειρήνης Κοντοσέα (ΑΜΔΣΠ : …..), όπως προκύπτει από τη με αριθμό …… Ε/31-12-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ……………, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, ενόψει και του ότι η προθεσμία, που αρχίζει με την επίδοση εγγράφου, τρέχει εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ) και άρα εν προκειμένω και εναντίον των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 27-12-2019 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2019 αγωγή τους, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι είναι ναυτικοί, μέλη, έκαστος, διαφορετικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες είναι μέλη της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (Π.Ν.Ο.) και η εναγόμενη ναυτιλιακή εταιρία – πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου και με αριθμό νηολογίου Λεμεσού ………. και με αριθμό ΙΜΟ …… Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου WCJ, ολικής χωρητικότητας 6.402 κόρων – είναι μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας, καθώς και ότι η εναγόμενη συμμετέχει στον όμιλο εταιριών με το διακριτικό τίτλο «…………..», που εκμεταλλεύεται κυρίως ταχύπλοα πλοία, τα οποία δεν διαθέτουν κατάλληλους χώρους ενδιαίτησης για το πλήρωμα και εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΔ 381/2001, που ορίζει το χρόνο απασχόλησης των πληρωμάτων σε 8 ώρες ημερησίως, οι οποίες δεν δύνανται να παραταθούν πέραν των 10 ή 11 ωρών ημερησίως, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίοδο επτά ημερών το σύνολο των ωρών απασχόλησης δεν θα υπερβαίνει τις 70 ώρες. Στη συνέχεια, ανέφεραν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων παροχής εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου ναυτολογήθηκαν στο παραπάνω ταχύπλοο πλοίο με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες αντίστοιχα, έκαστος, αντί των προβλεπομένων από την εκάστοτε ισχύουσα κατ’ έτος για την ειδικότητα του καθενός τους Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (Σ.Σ.Ν.Ε.) πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, πλέον κατ’ αποκοπήν αμοιβής για εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες, όπως συμφωνείτο κάθε φορά κατά την πρόσληψή τους και απασχολήθηκαν πραγματικά έκαστος κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο δικόγραφο ημέρες και (σύντομα) χρονικά διαστήματα εντός του έτους 2019 στο ανωτέρω πλοίο, που εκτελούσε τα επίσης αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή τακτικά ακτοπλοϊκά δρομολόγια, με αφετηρία το λιμένα του Πειραιώς και προορισμό τους λιμένες διαφόρων νήσων των Κυκλάδων, ασκώντας τα καθήκοντα της ειδικότητάς τους, που παραθέτουν στο δικόγραφο, ως μέλη του «δεύτερου» πληρώματος του πλοίου, ο δε έκτος των εναγόντων και ως μέλος του «πρώτου» πληρώματος, το οποίο (δεύτερο πλήρωμα) προσλαμβανόταν, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνον σε τμήματα των δρομολογίων του, ώστε οι ώρες της ημερήσιας απασχόλησης του «πρώτου» βασικού πληρώματός του να μην υπερβαίνουν τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΔ 381/2001, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις εργασίας τους να λύνονται κάθε φορά εντός ελαχίστων ημερών ή ακόμα και αυθημερόν και να απολύονται. Ακόμα, ισχυρίζονταν ότι, αν και ο μισθός τους είχε συνομολογηθεί κατά μήνα και οι ανωτέρω ναυτολογήσεις τους διήρκησαν χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός, εντούτοις δεν τους καταβάλλονταν πλήρεις οι μηνιαίες αποδοχές τους, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, παρά μόνον οι αποδοχές, που αναλογούσαν στις ημέρες και χρονικές περιόδους της πραγματικής απασχόλησής τους κάθε μήνα, ούτε συνυπολογίζονταν αυτές στο σύνολό τους για τον προσδιορισμό και την καταβολή της αναλογίας του επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2019, τα οποία δικαιούνται. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.838,56 ευρώ, 18.961,31 ευρώ, 11.939,15 ευρώ, 17.834,99 ευρώ, 12.545,05 ευρώ, 6.524,69 ευρώ, 8.648,78 ευρώ, 16.022,19 ευρώ, 16.713,40 ευρώ, 15.772,49 ευρώ και 22.069,30 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων, αντίστοιχα, ως διαφορές των μηνιαίων αποδοχών τους και ως διαφορές της αναλογίας   επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2019, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας απόλυσής τους από το ένδικο πλοίο και συγκεκριμένα από την 1-10-2019 για τον πρώτο, τον τέταρτο και τον ένατο, από την 15-10-2019 για το δεύτερο και το δέκατο, από την 25-7-2019 για τον τρίτο, από την 2-8-2019 για τον πέμπτο, από την 9-9-2019 για τον έκτο, από την 23-9-2019 για τον έβδομο και από την 16-9-2019 για τον όγδοο και την ενδέκατη των εναγόντων, άλλως επικουρικά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, ζήτησαν να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η προσβαλλόμενη με αριθμό 1284/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), δυνάμει της οποίας, αφού κρίθηκε ότι είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, λόγω και του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς και έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκασή της, δεδομένου ότι στον Πειραιά είναι εγκατεστημένη η εναγόμενη (άρθρα 14 παρ. 2, 16 περ. 2, 25 παρ. 2, 33, 74, 621 ΚΠολΔ, άρθρο 51 παρ. 1 στοιχ. α, παρ. 2 εδ. α και παρ. 3 Α του Ν. 2172/1993, άρθρο 20 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΕ) υπ’ αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις) και αφού δέχθηκε ότι εφαρμοστέο είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 εδ. α της από 19-6-1980 Σύμβασης της Ρώμης «Για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», ως το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης [ίδια ρύθμιση προβλέπει και ο ήδη ισχύων Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) και δη στο άρθρο 8 παρ. 2] και ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 648, 653, 655 ΑΚ, 1, 2, 53, 54, 60, 82, 84 του ΚΙΝΔ, στις διατάξεις της από 24-7-2019 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019, που κυρώθηκε με τη με αριθμό 2242.5-1.5/56040/2019 ΥΑ του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β 3170/12-8-2019), καθώς και στις διατάξεις του άρθρου μόνου της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.1981/7.1.1982 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιουμένους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/1982), έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς τον έκτο των εναγόντων, υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 39,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 9-9-2019 μέχρι την εξόφληση, κηρύχθηκε η απόφαση ως προς την εν λόγω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινώς εκτελεστή, ενώ απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και συμψηφίστηκαν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους. Κατά της απόφασης αυτής (1284/2023) παραπονούνται οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή τους, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στο δικόγραφο λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 60 του ισχύοντος κατά το χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ΚΙΝΔ “Εάν  ο  μισθός  συνωμολογήθη κατά μήνα, ο ναυτικός δικαιούται εις τον μισθόν των μηνών και ημερών, καθ’ ας  διήρκεσεν  η  ναυτολόγησις.  Εάν όμως αύτη διήρκεσεν έλασσον του μηνός, ο ναυτικός δικαιούται εις πλήρη μηνιαίον μισθόν. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται και η απλώς αρξαμένη.”. Προϋποθέτει σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελία από τον Πλοίαρχο (ΕφΠειρ 161/1997 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1996-1997 σελ. 573, Κοροτζή Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο 1990, 120). Επίσης προϋπόθεση αξίωσης και λήψη ολόκληρου του μηνός είναι η σύμβαση να μη λύθηκε με υπαιτιότητα ή αποκλειστική βούληση του ναυτικού, ο ισχυρισμός δε αυτός αποτελεί ένσταση του εργοδότη (ΕφΠειρ 1270/1997 σε Νομολογία Ναυτικού Τμήματος 1996-1997. 41επ). Η απόλυση του ναυτικού αμοιβαία συναινέσει δεν συνιστά παράπτωμα ή υπαιτιότητα του (Καμβύση Ναυτεργατικό Δίκαιο β΄ έκδοση 1994, 192 σημ. 9). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 53 και 54 του ΚΙΝΔ προκύπτει ότι η σύμβαση ναυτολόγησης, που συνομολογείται μεταξύ του πλοιάρχου και του ναυτολογουμένου και συντελείται με την εγγραφή της στο ναυτολόγιο του πλοίου, καταρτίζεται για την ανάληψη υπηρεσιών σε ορισμένο πλοίο. Ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, δεν έχουν το δικαίωμα να μεταθέσουν το ναυτικό σε άλλο πλοίο έστω και του ίδιου πλοιοκτήτη. Όμως κατ’ εφαρμογήν της από το άρθρο 361 ΑΚ αναγνωριζόμενης αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, μπορεί να περιληφθεί εγκύρως στη συναπτόμενη μεταξύ του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και του ναυτικού προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία περιέχει τους όρους της ναυτολόγησης, που επακολουθεί, ή και στην ίδια τη σύμβαση ναυτολόγησης σε ορισμένο πλοίο, πρόσθετη συμφωνία, με την οποία παρέχεται στον πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή και στον πλοίαρχο το δικαίωμα να μεταθέτει το ναυτικό, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, σε άλλο, κατονομαζόμενο ή μη, πλοίο του ίδιου πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή. Η τυχόν επακολουθούσα δήλωση του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου για τη μετάθεση του ναυτικού στο άλλο πλοίο, πρέπει να είναι ορισμένη, να αφορά δηλαδή συγκεκριμένο πλοίο, να μνημονεύει τον τόπο και το χρόνο της νέας ναυτολόγησης και να γίνεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, δεν είναι δε νόμιμη αν επιφέρει ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ναυτεργασιακής σχέσης. Με την περιέλευση στο ναυτικό της περί μεταθέσεως του, ορισμένης και έγκυρης δήλωσης, με την οποία ενασκείται το ως άνω διαπλαστικό δικαίωμα του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου, επέρχεται λύση της αρχικής σύμβασης ναυτολόγησης με αμοιβαία συναίνεση, διότι η συναίνεση του ναυτικού εμπεριέχεται στην πρόσθετη ως άνω συμφωνία. Συγχρόνως, με την ίδια δήλωση του πλοιάρχου ή του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και με την περιέλευση της στο ναυτικό επέρχεται κατάρτιση νέας σύμβασης ναυτολόγησης, εφόσον βεβαίως τηρηθεί και ο από το άρθρο 53 ΚΙΝΔ προβλεπόμενος πρόσθετος όρος (ΕφΠειρ 724/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1115/2009  ΑΡΜ 2009. 1217, ΕφΠειρ 482/2007 ΕΝΔ 2007. 398). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 14 της σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1981 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται ακέραιο, εφόσον η σχέση εργασίας διήρκεσε από 1.5 έως 31.12 και σε διαφορετική περίπτωση καταβάλλονται τα 2/25 του μισθού ή δύο ημερομίσθια για κάθε 19ημερο εργασίας, ενώ αναφορικά με το επίδομα εορτών Πάσχα οι ναυτικοί δικαιούνται μισθό 15 μερών, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου αντιστοίχως, ή 1/15 ημίσεος μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή ανάλογο κλάσμα επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του οκταημέρου, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου. Επιπλέον να λεχθεί ότι λαμβάνεται υπόψη ο μισθός που καταβαλλόταν την 15η ημέρα προ του Πάσχα και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβαλλόταν ή έπρεπε να καταβληθεί από την εργοδότρια ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, δηλαδή το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή, το επίδομα αδείας, η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές μεταξύ των οποίων είναι και η τροφοδοσία είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως. Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης θεωρούνται ο μισθός, καθώς και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας, τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου. Ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικά στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση : α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίνεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η υπερωριακή αμοιβή για παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος πάγια και τακτικά ανά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικά, γ) οι λοιπές, τακτικά και πάγια, καταβαλλόμενες παροχές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜΕφΠειρ 647/2014, 412/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), η τροφοδοσία, είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτούσια και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜΕφΠειρ 18/2016, 19/2016, 371/2016, 73/2016, 160/2014, 36/2014, 71/2014 όλες σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 506/2011 ΕΝαυτΔ 2011.387), και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της σσνε (ΜΕφΠ 442/2023 δημ. σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Το κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 20 της σσνε πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, μηνιαίως καταβαλλόμενο στα μέλη του κατώτερου πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, στα οποία ανήκουν και τα μέλη του πληρώματος καταστρώματος (ναύκληρος και ναύτες), χρηματικό ποσό ως επίδομα ιματισμού τους για την αντιμετώπιση των δαπανών προμήθειας της καθιερωμένης στολής του Εμπορικού Ναυτικού, την οποία υποχρεούνται να φέρουν, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των δώρων εορτών (ΜΕφΠειρ 196/2020, 117/2016, 676/2014 δημ. σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 434/2013 ΕΝαυτΔ 2013.204, ΜΕφΠειρ 377/2011 ΕΝαυτΔ 2011.262), για το λόγο ότι δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, αφού, όπως σαφώς από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, αιτία της χορήγησής του αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου (ΑΠ 774/2003 ΕΕΔ 2005.237, ΑΠ 226/2003 ΕΕΔ 2004. 790, ΕφΠειρ 177/2012 ΠειρΝ 2012.354,  ΜΕφΠειρ 377/2011 ΕΝαυτΔ 2011.262, ΕφΠειρ 283/2009 ΕΝαυτΔ 2009.102, ΜΕφΠειρ 671/2015, 647/2014, 605/2014 σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ και ΜΕφΠειρ 434/2013 ΕΝαυτΔ 2013.204) [ΜονΕφΠειρ 35/2026, ΜονΕφΠειρ 386/2025, ΜονΕφΠειρ 121/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

IV. Από τη με αριθμό ………../24-6-2020 ένορκη βεβαίωση του …………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό ………/18-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ………. με συνημμένη σε αυτήν την από 18-6-2020 γνωστοποίηση μαρτύρων και πρόσκληση, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, από τις με αριθμό …/6-7-2020, …/6-7-2020 και …./6-7-2020 ένορκες βεβαιώσεις του Επαμεινώνδα Τριανταφύλλου του Ευθυμίου, του ………………και της …………… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, αντιστοίχως, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό ………. Γ/26-6-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …………. με συνημμένη σε αυτήν την από 26-6-2020 πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στην υπογράφουσα το δικόγραφο της αγωγής ως πληρεξούσια δικηγόρο και κατά νόμο αντίκλητο (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) των εναγόντων . ……. (ΑΜΔΣΠ : ….), που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγόμενη, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίζονταν μεταξύ ενός εκάστου των εναγόντων και της εναγόμενης εταιρίας, πλοιοκτήτριας του υπό σημαία Κύπρου και με αριθμό νηολογίου Λεμεσού ……. και με αριθμό ΙΜΟ …….. και υπό Διεθνές Διακριτικό Σήμα ….. Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου WCJ, ολικής χωρητικότητας 6.402 κόρων, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, Έλληνες απογεγραµµένοι ναυτικοί, προσλαμβάνονταν και ναυτολογούνταν στο ως άνω πλοίο, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων μηνιαίων αποδοχών, ο πρώτος µε την ειδικότητα του ναυκλήρου, ο δεύτερος αρχικά με την ειδικότητα του ναύτη και στη συνέχεια με την ειδικότητα του ναυκλήρου, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος με την ειδικότητα του ναύτη, ο έβδομος, ο όγδοος και ο ένατος με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, ο δέκατος με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής χωρίς άδεια θερμαστή και η ενδέκατη των εναγόντων με την ειδικότητα της ανθυποπλοίαρχου. Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη συμμετέχει δε, μαζί με άλλες πλοιοκτήτριες εταιρίες, που δραστηριοποιούνται, με τα πλοία τους, στην ελληνική ακτοπλοΐα, στον όμιλο εταιριών με το διακριτικό τίτλο «……», που τύγχανε μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) μέχρι το 2021, υπό τον οποίο δραστηριοποιούνται οι κοινοπραξίες «……………..» και το διακριτικό τίτλο «…………» με αριθμό ΓΕΜΗ ………. και η «………………» και το διακριτικό τίτλο «…………» με αριθμό ΓΕΜΗ ……………. Σε αυτές κοινοπρακτούν μεταξύ άλλων, πέραν της εναγόμενης με το πλοίο WCJ, η εταιρία ……………, με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο TJ, η εταιρία …………….., με το υπό ελληνική σημαία πλοίο AB, η εταιρία ……………….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο CJ1, η εταιρία ……………, με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο ANJ, η εταιρία …………………….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο PJ, η εταιρία ………………….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο CV, η εταιρία ……………., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο SJ, η εταιρία ……………., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο CJ2 και η εταιρία . ……., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο ΡOJ. Η ενασχόληση των ναυτικών σε αυτά τα ταχύπλοα διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΔ 381/2001 «Κύρωση Κανονισμού περί μεγίστου χρόνου απασχόλησης πληρωμάτων Ε/Γ και Ε/Γ-Ο/Γ ταχυπλόων πλοίων» (Α΄ 252), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 9 και 13 του ν. 1045/1980 (Α΄ 95) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ΠΔ 166/2005 (Α΄ 220), στο οποίο ορίζονται τα εξής : «Ο χρόνος απασχόλησης των πληρωμάτων των Ε/Γ και Ε/Γ-Ο/Γ πλοίων που εκτελούν πλόες εσωτερικού και εμπίπτουν στην εφαρμογή του Κώδικα Ταχυπλόων Πλοίων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) ή του Κώδικα Δυναμικώς Υποστηριζομένων Σκαφών του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), έχει ως ακολούθως: Οκτώ (8) ώρες απασχόλησης ημερησίως μη δυνάμενη να παραταθεί πέραν των δύο (2) ωρών ανά 24ωρο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατή η ημερήσια απασχόληση μέχρι μία (1) επιπλέον ώρα δηλαδή ένδεκα (11) ώρες συνολικά, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίοδο επτά ημερών το σύνολο των ωρών απασχόλησης δεν θα υπερβαίνει τις εβδομήντα (70) ώρες. Ο προαναφερόμενος χρόνος απασχόλησης θα αναφέρεται στην άδεια λειτουργίας του κάθε ταχυπλόου πλοίου. Ο χρόνος απασχόλησης είναι συνεχής από την έναρξη άσκησης των καθηκόντων της ειδικότητας του ναυτικού…. Η εφαρμογή της απαίτησης περί χρόνου απασχόλησης ελέγχεται με βάση αρχείο στο οποίο καταγράφεται ο ημερήσιος χρόνος απασχόλησης κάθε μέλους του πληρώματος του ταχυπλόου πλοίου. Η ύπαρξη και τήρηση του αρχείου αποτελεί στοιχείο για τη χορήγηση και διατήρηση της άδειας λειτουργίας του ταχυπλόου πλοίου. Παρεκκλίσεις από την εφαρμογή της απαίτησης περί χρόνου απασχόλησης επιτρέπονται: α. σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης που αφορά την ασφάλεια του … Υπεύθυνοι για την τήρηση του παρόντος Κανονισμού και τη μη εκτέλεση πλόων σε περίπτωση υπέρβασης του χρόνου απασχόλησης είναι οι πλοίαρχοι των ταχυπλόων πλοίων: Οι πλοιοκτήτες ή διαχειριστές των ταχυπλόων πλοίων υποχρεούνται να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την τήρηση του παρόντος Κανονισμού….». Η εναγόμενη, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του ανωτέρω Κανονισμού, απασχολούσε δύο πληρώματα επί του ανωτέρω πλοίου, εκ των οποίων το δεύτερο σε τμήματα του δρομολογίου του πλοίου. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι τα ναυτολογημένα στα ανωτέρω πλοία του ομίλου μέλη του πληρώματος αυτών και ιδίως τα μέλη του δεύτερου πληρώματος, μετακινούνταν λόγω μεταθέσεως σε διάφορα ταχύπλοα σκάφη του ομίλου και δη αποναυτολογούντο από τα πλοία απασχόλησής τους λόγω μεταθέσεως αυτών σε έτερα πλοία του αυτού ομίλου, στα οποία ναυτολογούντο με τους αυτούς όρους. Κατά τον επίδικο χρόνο, μέλη του προαναφερόμενου δεύτερου πληρώματος του ένδικου πλοίου της εναγόμενης ήταν ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος, ο έβδομος, ο όγδοος, ο ένατος, ο δέκατος και η ενδέκατη των εναγόντων, ενώ ο έκτος των εναγόντων ήταν κατά τα ακολούθως αναφερόμενα χρονικά διαστήματα μέλος του πρώτου πληρώματος του αυτού πλοίου. Ειδικότερα, 1) όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του πρώτου ενάγοντος, αυτός προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγόμενης WCJ με την ειδικότητα του ναυκλήρου (σχετικά με το εδώ ενδιαφέρον διάστημα) την 2.5.2019 και αποναυτολογήθηκε αμοιβαία συναινέσει του ίδιου και του πλοιάρχου την 7.5.2019, ναυτολογήθηκε εκ νέου αυθημερόν, την 7.5.2019, στο πλοίο CJ2, οπότε αποναυτολογήθηκε την επομένη, την 8.5.2019, λόγω μετάθεσης στο πλοίο WCJ της εναγόμενης, όπου ναυτολογήθηκε αυθημερόν, την 8.5.2019, και την επομένη, την 9.5.2019, αποναυτολογήθηκε λόγω μετάθεσης στο πλοίο NJ, όπου ναυτολογήθηκε την επομένη, την 10.5.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε αυθημερόν, την 10.5.2019, λόγω μετάθεσης στο πλοίο CJ2, στο οποίο ναυτολογήθηκε την επομένη, την 11.5.2019, και αποναυτολογήθηκε την 14.5.2019 λόγω μετάθεσης στο πλοίο WCJ της εναγόμενης, στο οποίο ναυτολογήθηκε την επομένη, την 15.5.2019 και αποναυτολογήθηκε την 17.5.2019 λόγω μετάθεσης στο πλοίο CV, στο οποίο ναυτολογήθηκε αυθημερόν, την 17.5.2019, και αυθημερόν αποναυτολογήθηκε λόγω μετάθεσης στο πλοίο CJ2, στο οποίο ναυτολογήθηκε αυθημερόν, την 17.5.2019, και την επομένη, την 18.5.2019, κατόπιν αποναυτολόγησης λόγω μετάθεσης, ναυτολογήθηκε στο πλοίο CV μέχρι την 20.5.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μετάθεσης και ναυτολογήθηκε αυθημερόν, την 20.5.2019, στο πλοίο CJ2, οπότε την επομένη, την 21.5.2019, κατόπιν αποναυτολόγησης λόγω μετάθεσης, ναυτολογήθηκε στο πλοίο CV μέχρι την 23.5.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μετάθεσης στο πλοίο WCJ της εναγόμενης, στο οποίο ναυτολογήθηκε την επομένη, την 24.5.2019, και αποναυτολογήθηκε αυθημερόν, την 24.5.2019, λόγω μετάθεσης στο πλοίο CV, στο οποίο αυθημερόν ναυτολογήθηκε. Με τον ίδιο τρόπο, ο πρώτος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης, πάντοτε κατόπιν αποναυτολόγησής του από άλλο πλοίο εταιρίας της κοινοπραξίας και αποναυτολογήθηκε αμοιβαία συναινέσει λόγω μετάθεσης, πάντοτε για να ναυτολογηθεί σε άλλο πλοίο της κοινοπραξίας, αυθημερόν ή την επομένη, κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες: από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 1.7.2019 έως 2.7.2019, εκ νέου από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 12.7.2019 έως 13.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019, από 25.7.2019 έως 26.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019, από 1.8.2019 έως 2.8.2019, από 8.8.2019 έως 9.8.2019, την 10.8.2019, από 17.8.2019 έως 18.8.2019, από 24.8.2019 έως 25.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019, από 15.9.2019 έως 16.9.2019, από 22.9.2019 έως 23.9.2019, από 28.9.2019 έως 29.9.2019 και την 1.10.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 57 ημέρες. 2) Αντίστοιχα, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο δεύτερος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης με την ειδικότητα του ναύτη κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 8.5.2019 έως 9.5.2019, από 15.5.2019 έως 17.5.2019, την 24.5.2019, από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 1.7.2019 έως 2.7.2019, εκ νέου από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 12.7.2019 έως 13.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019, από 25.7.2019 έως 26.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019, από 1.8.2019 έως 2.8.2019, από 8.8.2019 έως 9.8.2019, την 10.8.2019, από 17.8.2019 έως 18.8.2019, από 24.8.2019 έως 25.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019, από 15.9.2019 έως 16.9.2019, από 22.9.2019 έως 23.9.2019, από 28.9.2019 έως 29.9.2019, την 1.10.2019, από 2.10.2019 έως 4.10.2019, από 6.10.2019 έως 8.10.2019 και την 9.10.2019 και συνολικά επί 58 ημέρες και στη συνέχεια, ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του ναυκλήρου, από 9.10.2019 έως 12.10.2019 και από 13.10.2019 έως 15.10.2019 και συνολικά επί 7 ημέρες, ήτοι απασχολήθηκε κατά το έτος 2019 για 58 ημέρες ως ναύτης και για 7 ημέρες ως ναύκληρος. 3) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο τρίτος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως ναύτης κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 8.5.2019 έως 9.5.2019, από 15.5.2019 έως 17.5.2019, την 24.5.2019, από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 12.7.2019 έως 13.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019 και την 25.7.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 26 ημέρες. 4) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο τέταρτος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως ναύτης κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 2.5.2019 έως 7.5.2019, από 8.5.2019 έως 9.5.2019, από 15.5.2019 έως 17.5.2019, την 24.5.2019, από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 12.7.2019 έως 13.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019, από 25.7.2019 έως 26.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019, από 1.8.2019 έως 2.8.2019, από 8.8.2019 έως 9.8.2019, την 10.8.2019, από 24.8.2019 έως 25.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019, από 15.9.2019 έως 16.9.2019, από 22.9.2019 έως 23.9.2019, από 28.9.2019 έως 29.9.2019 και την 1.10.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 54 ημέρες. 5) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο πέμπτος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως ναύτης κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 2.5.2019 έως 7.5.2019, από 8.5.2019 έως 9.5.2019, από 15.5.2019 έως 17.5.2019, την 24.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019 και από 1.8.2019 έως 2.8.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 28 ημέρες. 6) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο έκτος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως ναύτης ως μέλος του πρώτου πληρώματος κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 18.3.2019 έως 4.4.2019, ήτοι για 18 ημέρες και με την ίδια ειδικότητα ως μέλος του δεύτερου πληρώματος κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019 και από 8.9.2019 έως 9.9.2019, ήτοι για 5 ημέρες και άρα, απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 συνολικά για 23 ημέρες. 7) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο έβδομος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως θαλαμηπόλος κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 8.8.2019 έως 9.8.2019, την 10.8.2019, από 17.8.2019 έως 18.8.2019, από 24.8.2019 έως 25.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019, από 15.9.2019 έως 16.9.2019 και από 22.9.2019 έως 23.9.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 16 ημέρες. 8) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο όγδοος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως θαλαμηπόλος κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 15.5.2019 έως 17.5.2019, την 24.5.2019, από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 12.7.2019 έως 13.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019, από 25.7.2019 έως 26.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019, από 1.8.2019 έως 2.8.2019, από 8.8.2019 έως 9.8.2019, την 10.8.2019, την 17.8.2019, από 24.8.2019 έως 25.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019 και από 15.9.2019 έως 16.9.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 40 ημέρες. 9) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο ένατος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως θαλαμηπόλος κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : την 24.5.2019, από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 1.7.2019 έως 2.7.2019, από 12.7.2019 έως 13.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019, από 25.7.2019 έως 26.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019, από 1.8.2019 έως 2.8.2019, από 8.8.2019 έως 9.8.2019, την 10.8.2019, από 17.8.2019 έως 18.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019, από 15.9.2019 έως 16.9.2019, από 22.9.2019 έως 23.9.2019, από 28.9.2019 έως 29.9.2019 και την 1.10.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 43 ημέρες. 10) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο του, ο δέκατος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγόμενης ως καθαριστής μηχανής χωρίς άδεια θερμαστή κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 2.5.2019 έως 7.5.2019, από 8.5.2019 έως 9.5.2019, από 15.5.2019 έως 17.5.2019, την 24.5.2019, από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 14.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019, από 25.7.2019 έως 26.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019, από 1.8.2019 έως 2.8.2019, την 10.8.2019, από 17.8.2019 έως 18.8.2019, από 24.8.2019 έως 25.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019, από 15.9.2019 έως 16.9.2019, από 22.9.2019 έως 23.9.2019, από 28.9.2019 έως 29.9.2019, από 2.10.2019 έως 4.10.2019, από 6.10.2019 έως 8.10.2019, από 9.10.2019 έως 12.10.2019 και από 13.10.2019 έως 15.10.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 65 ημέρες. 11) Όπως δε, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ναυτικό φυλλάδιο της, η ενδέκατη ενάγουσα ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες της στο πλοίο της εναγόμενης ως ανθυποπλοίαρχος κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες : από 30.4.2019 έως 7.5.2019, από 8.5.2019 έως 9.5.2019, από 15.5.2019 έως 17.5.2019, την 24.5.2019, από 30.5.2019 έως 31.5.2019, από 5.6.2019 έως 6.6.2019, από 12.6.2019 έως 13.6.2019, από 17.6.2019 έως 18.6.2019, την 23.6.2019, εκ νέου από 23.6.2019 έως 24.6.2019, από 28.6.2019 έως 29.6.2019, από 2.7.2019 έως 3.7.2019, από 12.7.2019 έως 13.7.2019, από 18.7.2019 έως 19.7.2019, την 20.7.2019, από 25.7.2019 έως 26.7.2019, από 28.7.2019 έως 29.7.2019, από 1.8.2019 έως 2.8.2019, από 8.8.2019 έως 9.8.2019, την 10.8.2019, από 17.8.2019 έως 18.8.2019, από 24.8.2019 έως 25.8.2019, από 31.8.2019 έως 1.9.2019, την 6.9.2019, από 8.9.2019 έως 9.9.2019 και από 15.9.2019 έως 16.9.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγόμενης κατά το έτος 2019 για 53 ημέρες. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας ενός εκάστου των εναγόντων, με ημερομηνία 25.4.2019, 7.5.2019, 15.3.2019, 1.4.2019, 19.4.2019, 14.2.2019, 3.4.2019, 10.5.2019, 18.5.2019, 19.4.2019 και 19.4.2019 αντίστοιχα, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγόμενη, σε αυτές έχει ρητά συμπεριληφθεί ο με αριθμό 3 συμπληρωματικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο «Η εταιρία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρίας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.». Επιπλέον, με το με αριθμό 7 συμπληρωματικό όρο των ανωτέρω εγγράφων συμβάσεων εργασίας προβλέφθηκε ότι «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στον βαθμό και στην ειδικότητά του με επιμέλεια, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελεί διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη. Ο Ναυτικός υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε επί του ίδιου πλοίου που υπηρετεί και που με απόφαση της εταιρίας αλλάζει δρομολόγιο είτε επί άλλου πλοίου των ίδιων οικονομικών συμφερόντων και θα αμείβεται με την τυχόν μισθοδοτική σύμβαση που ισχύει για το νέο δρομολόγιο ή για το άλλο πλοίο αντίστοιχα.». Οι ενάγοντες με το υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο τους ισχυρίζονται ότι για τις ημέρες ναυτολόγησής τους κάθε μήνα στο ένδικο πλοίο, στο οποίο ναυτολογήθηκαν, υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση της πλοιοκτήτριας αυτού να τους καταβάλει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, έναν πλήρη μηνιαίο μισθό. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι, εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση καθεμία από τις προαναφερθείσες ναυτολογήσεις τους στο ανωτέρω πλοίο διήρκεσε για χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός, υποχρεούται η εναγόμενη να τους καταβάλει κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διάταξης, όχι μόνον τις αποδοχές για την πραγματικά παρασχεθείσα εργασία τους κατά τις διαλαμβανόμενες ημέρες κάθε μήνα, αλλά έναν πλήρη μηνιαίο μισθό, ήτοι τις νόμιμες αποδοχές τους και των υπολοίπων ημερών του αντίστοιχου μήνα των επίδικων ναυτολογήσεών τους. Ωστόσο, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να λάβουν το αιτούμενο για την ανωτέρω αιτία χρηματικό ποσό, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι οι ναυτολογήσεις τους διαρκούσαν έλασσον του μηνός, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ώστε καθένας τους να δικαιούται πλήρη το μηνιαίο μισθό του, δηλαδή και για τις υπόλοιπες ημέρες του μήνα, κατά τις οποίες δεν απασχολήθηκαν πραγματικά στο συγκεκριμένο πλοίο. Πλέον συγκεκριμένα, η ναυτολόγηση ενός εκάστου εξ αυτών λυνόταν λόγω μετάθεσης σε άλλο πλοίο του ιδίου ομίλου, σε εκτέλεση ρητού όρου των εργασιακών τους συμβάσεων κατά τα προεκτεθέντα, πλην όμως τυπικά, διότι ουσιαστικά συνεχιζόταν χωρίς διακοπή και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα του μήνα, με τους ίδιους ακριβώς εργασιακούς όρους και συνθήκες, σε άλλα πλοία του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου και των αυτών οικονομικών συμφερόντων, ήτοι στην πραγματικότητα στον ίδιο εργοδότη, χωρίς ουσιαστική αλλαγή ή δυσμενή μεταβολή στην εργασιακή τους κατάσταση, σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, όπως αποτυπώθηκε στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, οι οποίοι κατά την πρόσληψή τους τελούσαν σε γνώση ότι θα κληθούν να απασχοληθούν όχι μόνον σε ένα συγκεκριμένο πλοίο, αλλά σε περισσότερα του ενός πλοία της ίδιας επιχείρησης ως δεύτερο πλήρωμα και δη πλειστάκις εντός του ιδίου μηνός και συμφώνησαν να παρέχουν τοιουτοτρόπως τις υπηρεσίες τους, ελάμβαναν μάλιστα για την εργασία τους σε κάθε πλοίο στο σύνολό τους τις αναλογούσες στο διάστημα της εργασίας τους σ’ αυτό αποδοχές. Εξάλλου, δεν συντρέχει και ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ο οποίος, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν είναι μόνον η αποθάρρυνση της πρόωρης απόλυσης του ναυτικού, αλλά και η κατά το δυνατόν εξασφάλιση των μέσων διαβίωσής του σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας της εργασίας του παρά τη θέλησή του και χωρίς υπαιτιότητά του, ενόσω βρίσκεται σε αναζήτηση εργασίας, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, οι οποίοι κατά την πρόσληψή τους είχαν συμφωνήσει σε επικείμενη ναυτολόγησή τους σε άλλο πλοίο, συνέχιζαν να ναυτολογούνται χωρίς διακοπή στα πλοία του ομίλου (ΜονΕφΠειρ 578/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Επομένως, ο προαναφερθείς περί μεταθέσεως των εναγόντων όρος σε πλοίο άλλης εταιρίας του ίδιου ομίλου τυγχάνει έγκυρος με την επισήμανση ότι η εναγόμενη δεν είχε υποχρέωση να κατονομάσει συγκεκριμένο πλοίο στο οποίο μπορούσε ο αντισυμβαλλόμενος ναυτικός να μετατεθεί, τέτοια δε υποχρέωση είχε μόνον όταν συντελούταν η ναυτολόγηση του ναυτικού στο νέο πλοίο με την απεύθυνση της σχετικής δήλωσης μετάθεσης του ναυτικού, η οποία έπρεπε να είναι ορισμένη σχετικά με το πλοίο στο οποίο θα υπηρετούσε ο μετατιθέμενος ναυτικός, καθώς και με τον τόπο και το χρόνο της νέας ναυτολόγησης. Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη απόφαση (1284/2023), η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το αίτημα των εναγόντων να λάβουν τις αιτούμενες «συμπληρωματικές» αποδοχές για τις ημέρες των επίδικων χρονικών διαστημάτων, που δεν εργάσθηκαν στο πλοίο της εναγόμενης, αλλά σε έτερα πλοία του ομίλου και επιπλέον, απέρριψε το αίτημα αυτών καταβολής από την εναγόμενη του υπόλοιπου μισθού, έως συμπληρώσεως αποδοχών ενός πλήρους μηνιαίου μισθού από την τελευταία αποναυτολόγηση από το πλοίο της εναγόμενης, ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και αξιολόγησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο και με το κύριο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσής τους πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Άλλωστε, σε ακολουθία των ανωτέρω, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν δικαίωμα επί των αξιούμενων συμπληρωματικών αποδοχών κατ’ άρθρο 60 ΚΙΝΔ, ως εκ τούτου, δεν νοείται παραίτησή τους από ανύπαρκτο δικαίωμα, όσα δε υποστηρίζουν περί του αντιθέτου οι εκκαλούντες με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου έφεσης, περί μη παραίτησής τους από τις αξιώσεις τους, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα, ερειδόμενα επί αναληθούς προϋπόθεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης των ανωτέρω αξιώσεων, που πρόβαλε πρωτοδίκως η εναγόμενη και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες αιτιώνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση (1284/2023) απέρριψε την αγωγή τους και κατά το σκέλος της με το οποίο αυτοί αιτούνταν την επιδίκαση των δεδουλευμένων αποδοχών τους για τις ημέρες που υπηρέτησαν στο πλοίο. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, καθόσον, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της αγωγής, οι εκκαλούντες αξιώνουν αποδοχές για το σύνολο των ανωτέρω διαστημάτων, απαρτιζόμενων τόσο από τις δεδουλευμένες αποδοχές τους για τις ημέρες που πράγματι εργάσθηκαν στο πλοίο όσο και από τις συμπληρωματικές αποδοχές τους κατ’ άρθρο 60 ΚΙΝΔ, η δε εκκαλουμένη απόφαση, αν και ορθά απέρριψε το αίτημα επιδίκασης των συμπληρωματικών αποδοχών, απέρριψε σιγή, χωρίς να το ερευνήσει, και το αίτημα καταβολής των αποδοχών τους, που αντιστοιχούσαν στην πραγματική απασχόλησή τους στο πλοίο. Επομένως, ο λόγος αυτός, ο οποίος τυγχάνει νόμιμος, πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εναγόμενης περί ομολογίας των εναγόντων για ανυπαρξία απαίτησής τους, επειδή στο δικόγραφο της έφεσής τους αναφέρουν ότι τους «καταβάλλονταν αποδοχές για την παρεχόμενη υπηρεσία» τους «μόνο σε ένα (πλοίο) εξ αυτών και όχι σε όλα» (σελ. 3), αφού, από την εκτίμηση του συνολικού περιεχομένου της ένδικης έφεσης, ουδόλως συνάγεται ομολογία τους περί εξόφλησης των δεδουλευμένων αποδοχών τους, τις οποίες και αναλυτικά προσδιόριζαν με την αγωγή τους, παραθέτοντας τις ημέρες πραγματικής απασχόλησής τους και τις οφειλόμενες για αυτές αποδοχές τους μαζί με τις «συμπληρωματικές», ενώ με την έφεσή τους προβαίνουν σε ειδικότερο προσδιορισμό των αναλογουσών αποδοχών, χωριστά για την πραγματική τους απασχόληση. Ο προσδιορισμός αυτός, στον οποίο επικουρικά προβαίνουν, ουδόλως αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγόμενη, αφού με την αγωγή τους, όπως εκτέθηκε, ζητούσαν το μείζον, το σύνολο των αποδοχών τους, που περιλάμβανε και το έλασσον, επικουρικά προσδιοριζόμενο ειδικότερα με τον τρίτο λόγο έφεσης, αίτημα επιδίκασης των δεδουλευμένων αποδοχών τους, οι οποίες ούτως ή άλλως σαφώς αναλύονταν και προσδιορίζονταν στην αγωγή. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι οι ενάγοντες παρανόμως ζητούν την επιδίκαση αποδοχών από κάθε εταιρία για την εργασία τους σε περισσότερες εταιρίες εντός της ίδιας ημέρας, τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθώς δεν προσδιορίζει σε ποιες ημέρες ναυτολόγησης κάθε ενάγοντα αναφέρεται, από ποια εκ των περισσότερων εταιριών, στις οποίες ναυτολογήθηκε, καταβλήθηκε η ημερήσια αμοιβή, ούτε πώς η αμοιβή αυτή επιμερίζεται στις εργοδότριες εταιρίες ανά ημέρα, ανάλογα με τις ώρες απασχόλησης του ναυτικού σε κάθε μία από αυτές. Σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε (άρθρο 60 εδ. γ ΚΙΝΔ), η απλώς αρξάμενη ημέρα ναυτολόγησης, ήτοι ακόμα κι αν αυτή διήρκεσε ελάχιστα λεπτά της ώρας, θεωρείται πλήρης ημέρα ναυτολόγησης και συνεπώς, οφείλονται γι’ αυτήν ολόκληρες οι αποδοχές μιας πλήρους ημέρας απασχόλησης (ΜονΕφΠειρ 439/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).

Ακολούθως αποδείχθηκε, αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα, ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 57 ημέρες ως ναύκληρος, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των [µισθός ενεργείας 1.313,13 ευρώ, επίδοµα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του µισθού ενεργείας 288,89 ευρώ, αντίτιμο τροφής (19,98 ευρώ Χ30=) 599,40 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας από 5 ηµεροµίσθια το µήνα {[(1.313,13 ευρώ + 288,89 ευρώ / 22) + 19,98 ευρώ]  Χ 5 ημέρες =} 464 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, ειδικό επίδομα ναυκλήρου 24,93 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ] 2.785,77 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 515,74 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύκληρους (σε αντίθεση με άλλες ειδικότητες όπως του πλοιάρχου – σχετ. ΜονΕφΠειρ 386/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα, επειδή δεν είναι μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ), τυγχάνει απορριπτέος, καθώς ο όμιλος, στον οποίο υπάγεται η εναγόμενη, ήταν μέλος του ΣΕΕΝ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και μέχρι το 2021, ο οποίος συνέπραξε από πλευράς εργοδοτών στην κατάρτιση της ΣΣΝΕ και ισχύει, όπως ορίζεται στο άρθρο 39 αυτής, από την 1 Ιανουαρίου του αντίστοιχου έτους, οι δε ενάγοντες τύγχαναν μέλη των αντίστοιχων ανά ειδικότητα συνδικαλιστικών φορέων (Π.Ε.Ν.Ε.Ν., Π.Ε.Αρχιθαλαμηπόλων – Θαλαμηπόλων Ε.Ν., Π.Ε.Μ.Ε.Ν. και Π.Ε.Π.Ε.Ν.), που συμβλήθηκαν για λογαριασμό τους στην εν λόγω ΣΣΝΕ. Επομένως, ο πρώτος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του στο πλοίο της εναγόμενης επί 57 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [2.785,77 ευρώ + (2.785,77 :30Χ27) =] 5.292,96 ευρώ. Επιπλέον, ο πρώτος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.726,99 ευρώ/25=) 109,08 ευρώ Χ 2 =] 218,16 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (57 ημέρες : 19 =) 3 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (3 Χ 218,16 ευρώ =) 654,48 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης (άρθρα 416 ΑΚ, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 7.119,11 ευρώ για δεδουλευμένα και 848,27 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 2.680,58 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 321,26 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις πέντε (5) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες φέρουν την υπογραφή του (πλην μίας), αλλά και τις συνημμένες σε αυτές έξι (6) αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον πρώτο ενάγοντα (καθότι η μισθοδοσία μηνός Μαΐου 2019 του συγκεκριμένου ενάγοντος κατατέθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό από την εναγόμενη τμηματικά, σε δύο δόσεις), γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Αντίθετα, ως προς τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται, δεν προκύπτει ότι αυτές έγιναν σε εξόφληση της ανωτέρω οφειλής της εναγόμενης, καθώς αφορούν σε καταβολές άλλων εταιριών του ομίλου για την υπηρεσία του πρώτου ενάγοντος στα πλοία τους και όχι στο επίδικο πλοίο της εναγόμενης. Καμία αναφορά στις εν λόγω αποδείξεις δεν γίνεται ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και τις ένδικες απαιτήσεις του πρώτου ενάγοντος κατά της εναγόμενης και ότι έγιναν κατ’ άρθρο 317 ΑΚ για λογαριασμό της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής με εντολέα έτερη εταιρία του ομίλου και όχι την εναγόμενη. Άλλωστε, από μόνη την καταβολή των ανωτέρω ποσών, δοθέντος ότι ο πρώτος ενάγων εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις του πρώτου ενάγοντος έναντι της εναγόμενης. Μάλιστα, η ίδια η εναγόμενη στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιριών, έναντι των ένδικων απαιτήσεων του πρώτου ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο τούτο δεν δύναται να αχθεί από την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση της …………., υπεύθυνης πληρωμάτων του εν λόγω ομίλου, η οποία κατέθεσε σχετικά : «…. Οι πληρωμές των αποδοχών των παραπάνω ναυτικών για κάθε ημέρα υπηρεσίας τους, γινόντουσαν διατραπεζικά με εμβάσματα σε ατομικούς λογαριασμούς τους στην τράπεζα ALPHA BANK. Κάθε μήνα εκδίδετο από το κοινό λογιστήριο του Ομίλου «…..» στον Πειραιά, αναλυτική απόδειξη πληρωμής αποδοχών στην οποία αναφερόντουσαν ακριβώς οι ημέρες εργασίας κάθε ναυτικού και τα ποσά που πληρωνόντουσαν για κάθε συγκεκριμένη αιτία. Οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος κάθε μήνα, πληρωνόντουσαν στους ναυτικούς από οποιαδήποτε εταιρία του Ομίλου, ή ακόμη και από την διαχειρίστρια των πλοίων εταιρία «… …». Για το σύνολο των ημερών εργασίας σε όλα τα πλοία μέσα στο μήνα, έβγαινε εκκαθαριστικό από μία ή περισσότερες εταιρίες, το οποίο κάλυπτε τις αποδοχές των ημερών αυτών υπηρεσίας των ναυτικών μέσα στο μήνα. Αυτά τα αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα – αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, έβγαιναν στο τέλος κάθε μήνα από το μοναδικό λογιστήριο της επιχείρησης “……” στον Πειραιά και αφορούσαν τις αποδοχές για τις ημέρες υπηρεσίας του κάθε ναυτικού μέσα στο μήνα, και ο κάθε ναυτικός έπαιρνε αντίγραφο…». Η εν λόγω κατάθεση είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν αναφέρει ποια εκ των ανωτέρω εταιριών του ομίλου κατέβαλε πότε και ποιο ποσό προς εξόφληση της απαίτησης του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγόμενης. Ωσαύτως και οι όμοιου περιεχομένου ένορκες βεβαιώσεις των ………. και . ………….., πρώην εργαζόμενων σε πλοία του ομίλου με την ειδικότητα του Πλοιάρχου και του θαλαμηπόλου, αντίστοιχα, είναι παντελώς αόριστες, αφού οι ανωτέρω μάρτυρες ομοίως δεν κατέθεσαν ποιο ποσό καταβλήθηκε από ποια εκ των ανωτέρω εταιριών του ομίλου και πότε, έναντι των απαιτήσεων του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο πλοίο της εναγόμενης. Σε κάθε περίπτωση, εάν πράγματι με τις ανωτέρω καταβολές οι ανωτέρω τρίτες εταιρίες του ομίλου εξοφλούσαν τις ένδικες ως άνω απαιτήσεις του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στην εναγόμενη, λογικό και αναμενόμενο ήταν, αυτές να αναγράψουν σαφώς στις ως άνω έγγραφες αποδείξεις τους, τα ποσά που κατέβαλαν για λογαριασμό της εναγόμενης, αφού πρόκειται για εξόφληση ξένης απαίτησης. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον πρώτο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (5.292,96 – 2.680,58) 2.612,38 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (654,48 – 321,26) 333,22 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 2.945,60 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με το δεύτερο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 58 ημέρες ως ναύτης, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των [µισθός ενεργείας 1.204,77 ευρώ, επίδοµα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του µισθού ενεργείας 265,05 ευρώ, αντίτιμο τροφής (19,98 ευρώ Χ30=) 599,40 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας από 5 ηµεροµίσθια το µήνα {[(1.204,77 ευρώ + 265,05 ευρώ / 22) + 19,98 ευρώ]  Χ 5 ημέρες =} 433,95 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ] 2.598,59 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύτες (σε αντίθεση με άλλες ειδικότητες όπως του πλοιάρχου – σχετ. ΜονΕφΠειρ 386/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του ως ναύτης στο πλοίο της εναγόμενης επί 58 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [2.598,59 ευρώ + (2.598,59 :30Χ28) =] 5.023,95 ευρώ. Επιπλέον, ο δεύτερος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (58 ημέρες : 19 =) 3,05 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (3,05 Χ 203,18 ευρώ =) 619,69 ευρώ. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο ο δεύτερος ενάγων απασχολήθηκε για 7 ημέρες ως ναύκληρος, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των [µισθός ενεργείας 1.313,13 ευρώ, επίδοµα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του µισθού ενεργείας 288,89 ευρώ, αντίτιμο τροφής (19,98 ευρώ Χ30=) 599,40 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας από 5 ηµεροµίσθια το µήνα {[(1.313,13 ευρώ + 288,89 ευρώ / 22) + 19,98 ευρώ] Χ 5 ημέρες =} 464 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, ειδικό επίδομα ναυκλήρου 24,93 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ] 2.785,77 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 515,74 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύκληρους (σε αντίθεση με άλλες ειδικότητες όπως του πλοιάρχου – σχετ. ΜονΕφΠειρ 386/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Ο δε ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του ως ναύκληρος στο πλοίο της εναγόμενης επί 7 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [(2.785,77 :30Χ7) =] 650,01 ευρώ. Επιπλέον, ο δεύτερος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.726,99 ευρώ/25=) 109,08 ευρώ Χ 2 =] 218,16 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (7 ημέρες : 19 =) 0,36 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (0,36 Χ 218,16 ευρώ =) 78,53 ευρώ. Συνεπώς, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των (5.023,95 + 650,01) 5.673,96 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές έτους 2019 και το συνολικό ποσό των (619,69 + 78,53) 698,22 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 6.412,21 ευρώ για δεδουλευμένα και 773,90 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 2.977,46 ευρώ (μικτά) και έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 340,14 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις πέντε (5) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες φέρουν την υπογραφή του, αλλά και τις συνημμένες σε αυτές πέντε (5) αποδείξεις τραπεζικής κατάθεσης της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον εν λόγω ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς το δεύτερο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τον πρώτο ενάγοντα αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στο δεύτερο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (5.673,96–  2.977,46) 2.696,50 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (698,22 – 340,14) 358,08 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 3.054,58 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον τρίτο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 26 ημέρες ως ναύτης, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των 2.598,59 ευρώ, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύτες, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο τρίτος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του στο πλοίο της εναγόμενης επί 26 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [(2.598,59 :30Χ26) =] 2.252,12 ευρώ. Επιπλέον, ο τρίτος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (26 ημέρες : 19 =) 1,36 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (1,36 Χ 203,18 ευρώ =) 276,32 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.645,95 ευρώ για δεδουλευμένα και 287,70 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 407,03 ευρώ (μικτά) και έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 50,39 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από μία απόδειξη πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στην οποία ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο, αλλά και τη συνημμένη σε αυτήν απόδειξη τραπεζικής κατάθεσης της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον εν λόγω ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς τον τρίτο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τον πρώτο ενάγοντα αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον τρίτο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (2.252,12 – 407,03) 1.845,09 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (276,32 – 50,39) 225,93 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 2.071,02 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον τέταρτο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 54 ημέρες ως ναύτης, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των 2.598,59 ευρώ, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύτες, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο τέταρτος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του στο πλοίο της εναγόμενης επί 54 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [2.598,59 ευρώ + (2.598,59 :30Χ24) =] 4.677,47 ευρώ. Επιπλέον, ο τέταρτος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (54 ημέρες : 19 =) 2,84 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (2,84 Χ 203,18 ευρώ =) 577,03 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 6.230,28 ευρώ για δεδουλευμένα και 684,41 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 3.139,48 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 390,53 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις πέντε (5) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες φέρουν την υπογραφή του (πλην μίας), αλλά και τις συνημμένες σε αυτές πέντε (5) αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον τέταρτο ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς τον τέταρτο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τον πρώτο ενάγοντα αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον τέταρτο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (4.677,47 – 3.139,48) 1.537,99 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (577,03 – 390,53) 186,50 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 1.724,49 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον πέμπτο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 28 ημέρες ως ναύτης, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των 2.598,59 ευρώ, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε,  με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύτες, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο πέμπτος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του στο πλοίο της εναγόμενης επί 28 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [(2.598,59 :30Χ28) =] 2.425,36 ευρώ. Επιπλέον, ο πέμπτος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (28 ημέρες : 19 =) 1,47 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (1,47 Χ 203,18 ευρώ =) 298,67 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.949,16 ευρώ για δεδουλευμένα και 348,23 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 1.506,37 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 188,98 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις τρεις (3) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες άπασες φέρουν την υπογραφή του, αλλά και τις συνημμένες σε αυτές δύο (2) αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον πέμπτο ενάγοντα (η τελευταία, από 31-8-2019, απόδειξη πληρωμής αποδοχών με την υπογραφή του ως άνω ενάγοντος δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη απόδειξη τραπεζικής κατάθεσης), γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς τον πέμπτο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τον πρώτο ενάγοντα αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον πέμπτο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (2.425,36 – 1.506,37) 918,99 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (298,67 – 188,98) 109,69 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 1.028,68 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον έκτο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 18 ημέρες ως μέλος του πρώτου πληρώματος με την ειδικότητα του ναύτη και για 5 ημέρες ως μέλος του «δεύτερου» πληρώματος με την ίδια ειδικότητα και συνολικά για 23 ημέρες, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των 2.598,59 ευρώ, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύτες, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο έκτος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του στο πλοίο της εναγόμενης επί 23 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [(2.598,59 :30Χ23) =] 1.992,26 ευρώ. Επιπλέον, ο έκτος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (23 ημέρες : 19 =) 1,21 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (1,21 Χ 203,18 ευρώ =) 245,85 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.227,42 ευρώ για δεδουλευμένα και 248,99 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 1.531 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 153,12 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις δύο (2) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες φέρουν την υπογραφή του (πλην μίας), αλλά και τις συνημμένες σε αυτές δύο (2) αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον έκτο ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς τον έκτο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τον πρώτο ενάγοντα αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον έκτο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (1.992,26 – 1.531) 461,26 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (245,85 -153,12) 92,73 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 553,99  ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον έβδομο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 16 ημέρες ως θαλαμηπόλος, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των [µισθός ενεργείας 1.204,77 ευρώ, επίδοµα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του µισθού ενεργείας 265,05 ευρώ, αντίτιμο τροφής (19,98 ευρώ Χ30=) 599,40 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας από 5 ηµεροµίσθια το µήνα {[(1.204,77 ευρώ + 265,05 ευρώ / 22) + 19,98 ευρώ]  Χ 5 ημέρες =} 433,95 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ] 2.598,59 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους θαλαμηπόλους (σε αντίθεση με άλλες ειδικότητες όπως του πλοιάρχου – σχετ. ΜονΕφΠειρ 386/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο έβδομος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του ως θαλαμηπόλος στο πλοίο της εναγόμενης επί 16 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [(2.598,59 :30Χ16) =] 1.385,92 ευρώ. Επιπλέον, ο έβδομος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (16 ημέρες : 19 =) 0,84 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (0,84 Χ 203,18 ευρώ =) 170,67 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 1.618,27 ευρώ για δεδουλευμένα και 201,20 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ωστόσο, έναντι αυτών η εναγόμενη ουδέν του κατέβαλε, απορριπτόμενης της συναφούς ένστασης εξόφλησης ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν, αφού δεν προκύπτουν οι επικαλούμενες καταβολές των ανωτέρω ποσών από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου, κατά τα συναφώς ανωτέρω αναφερόμενα και ως προς τους λοιπούς ως άνω ενάγοντες. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον έβδομο ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές έτους 2019 το ποσό των 1.385,92 ευρώ και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των 170,67 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 1.556,59 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον όγδοο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 40 ημέρες ως θαλαμηπόλος, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των 2.598,59 ευρώ, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους θαλαμηπόλους, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο όγδοος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του ως θαλαμηπόλος στο πλοίο της εναγόμενης επί 40 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [2.598,59 ευρώ + (2.598,59 :30Χ10) =] 3.464,79 ευρώ. Επιπλέον, ο όγδοος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (40 ημέρες : 19 =) 2,10 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (2,10 Χ 203,18 ευρώ =) 426,67 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 3.920,17 ευρώ για δεδουλευμένα και 485,92 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 1.257,86 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 163,78 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις τέσσερις (4) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες φέρουν την υπογραφή του (πλην μίας), αλλά και τις συνημμένες σε αυτές τέσσερις (4) αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον όγδοο ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς τον όγδοο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τους λοιπούς ως άνω ενάγοντες αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον όγδοο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (3.464,79 – 1.257,86) 2.206,93 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (426,67 – 163,78) 262,89 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 2.469,82 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ένατο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 43 ημέρες ως θαλαμηπόλος, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των 2.598,59 ευρώ, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους θαλαμηπόλους, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο ένατος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του ως θαλαμηπόλος στο πλοίο της εναγόμενης επί 43 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [2.598,59 ευρώ + (2.598,59 :30Χ13) =] 3.724,65 ευρώ. Επιπλέον, ο ένατος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.539,81 ευρώ/25=) 101,59 ευρώ Χ 2 =] 203,18 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (43 ημέρες : 19 =) 2,26 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (2,26 Χ 203,18 ευρώ =) 459,18 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 3.958,55 ευρώ για δεδουλευμένα και 496,82  ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 1.354,62 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 176,38  ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις πέντε (5) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες άπασες φέρουν την υπογραφή του, αλλά και τις συνημμένες σε αυτές πέντε (5) αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον ένατο ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς τον ένατο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τους λοιπούς ως άνω ενάγοντες αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στον ένατο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (3.724,65 –  1.354,62) 2.370,03 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (459,18 – 176,38) 282,80 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 2.652,83 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με το δέκατο ενάγοντα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 65 ημέρες ως καθαριστής μηχανής χωρίς άδεια θερμαστή, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των [µισθός ενεργείας 947,16 ευρώ, επίδοµα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του µισθού ενεργείας 208,38 ευρώ, αντίτιμο τροφής (19,98 ευρώ Χ30=) 599,40 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας από 5 ηµεροµίσθια το µήνα {[(947,16 ευρώ + 208,38 ευρώ / 22) + 19,98 ευρώ]  Χ 5 ημέρες =} 362,50 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ, ειδικό επίδομα για την παρακολούθηση της λειτουργίας των βοηθητικών μηχανημάτων του πλοίου 20,61 ευρώ, επίδομα για την εκτέλεση έξτρα εργασιών 36,91 ευρώ] 2.270,38 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 371,75 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους καθαριστές μηχανής (σε αντίθεση με άλλες ειδικότητες όπως του πλοιάρχου – σχετ. ΜονΕφΠειρ 386/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, ο δέκατος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του ως καθαριστής μηχανής χωρίς άδεια θερμαστή στο πλοίο της εναγόμενης επί 65 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [2.270,38 ευρώ Χ 2 + (2.270,38 :30Χ5) =] 4.919,11 ευρώ. Επιπλέον, ο δέκατος ενάγων, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(2.211,60 ευρώ/25=) 88,46 ευρώ Χ 2 =] 176,92 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (65 ημέρες : 19 =) 3,42 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (3,42 Χ 176,92 ευρώ =) 605,06 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 5.264,01 ευρώ για δεδουλευμένα και 683,10 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των  3.353,36 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των  436,61 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις επτά (7) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες άπασες φέρουν την υπογραφή του, αλλά και τις συνημμένες σε αυτές αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο το δέκατο ενάγοντα (πλην μίας), γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς το δέκατο ενάγοντα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τους λοιπούς ως άνω ενάγοντες αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στο δέκατο ενάγοντα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (4.919,11 – 3.353,36) 1.565,75 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (605,06 – 436,61) 168,45 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 1.734,20 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με την ενδέκατη ενάγουσα αποδείχθηκε ότι για το επίδικο διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 53 ημέρες ως ανθυποπλοίαρχος, ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 ΦΕΚ τ. Β 3170/12.8.2019) στο ποσό των [µισθός ενεργείας 1.531,69 ευρώ, επίδοµα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του µισθού ενεργείας    336,97 ευρώ, αντίτιμο τροφής (19,98 ευρώ Χ30=) 599,40 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας από 5 ηµεροµίσθια το µήνα {[(1.531,69  ευρώ + 336,97  ευρώ / 22) + 19,98 ευρώ]  Χ 5 ημέρες =} 524,60 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, ειδικό επίδομα Πλοιάρχου Γ΄ 30,79 ευρώ, επίδομα για την παραλαβή, έλεγχο στοιβασίας και επίβλεψη φορτοεκφορτώσεως οχημάτων 182,20 ευρώ] 3.242,29  ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό της η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού  601,32 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τον ανθυποπλοίαρχο (σε αντίθεση με άλλες ειδικότητες όπως του πλοιάρχου – σχετ. ΜονΕφΠειρ 386/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας της. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν δεσμεύεται από τη ΣΣΝΕ έτους 2019 για το προ της κυρώσεώς της χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επομένως, η ενδέκατη ενάγουσα δικαιούται για την απασχόλησή της ως ανθυποπλοίαρχος στο πλοίο της εναγόμενης επί 53 ημέρες κατά το έτος 2019 το ποσό των [3.242,29 ευρώ + (3.242,29 :30Χ23) =] 5.727,90 ευρώ. Επιπλέον, η ενδέκατη ενάγουσα, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού της ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(3.242,29 ευρώ/25=) 129,69 ευρώ Χ 2 =] 259,38 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (53 ημέρες : 19 =) 2,78 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (2,78 Χ 259,38 ευρώ =) 721,07 ευρώ. Η δε εναγόμενη επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις της την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 5.926,90 ευρώ για δεδουλευμένα και 744,18 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 2.329,16 ευρώ (μικτά) και τμηματικά έναντι της ένδικης οφειλής της για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των  303,24 ευρώ (μικτά), όπως προκύπτει από τις πέντε (5) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγόμενης, στις οποίες ρητά αναγράφεται η επωνυμία της εναγόμενης και το επίδικο πλοίο και οι οποίες άπασες φέρουν την υπογραφή της, αλλά και τις συνημμένες σε αυτές αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο την ενδέκατη ενάγουσα (πλην δύο), γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν ως προς τα ως άνω ποσά, αντίστοιχα. Ως προς δε τις λοιπές καταβολές, που η εναγόμενη επικαλείται ως προς την ενδέκατη ενάγουσα, ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για τους λοιπούς ως άνω ενάγοντες αναφορικά με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιριών του ομίλου. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη οφείλει στην ενδέκατη ενάγουσα για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2019 το ποσό των (5.727,90 – 2.329,16) 3.398,74 ευρώ και για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του αυτού έτους το ποσό των (721,07 – 303,24) 417,83 ευρώ και άρα, το συνολικό ποσό των 3.816,57 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.945,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.054,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 15.10.2019, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 2.071,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 25.7.2019, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 1.724,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019, στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 1.028,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 2.8.2019, στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 553,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 9.9.2019, στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 1.556,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 23.9.2019, στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των 2.469,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 16.9.2019, στον ένατο ενάγοντα το ποσό των 2.652,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019, στο δέκατο ενάγοντα το ποσό των 1.734,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 15.10.2019 και στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των 3.816,57 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 16.9.2019 (χρόνος τελευταίας απόλυσης ενός εκάστου των εναγόντων, αντίστοιχα) [ΜονΕφΠειρ 35/2026 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ] και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (1284/2023) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 39,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 9.9.2019 μέχρι την εξόφληση και απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες – ενάγοντες με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα και γενομένου δεκτού του ως άνω σχετικού λόγου έφεσης, που ευδοκίμησε, ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση των εκκαλούντων – εναγόντων ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (1284/2023) στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη ανατραπέν μέρος της, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΤριμΕφΠειρ 700/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 544/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), συμπεριλαμβανομένης και της διάταξής της περί δικαστικής δαπάνης που θα καθοριστεί εξαρχής και ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.945,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.054,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 15.10.2019, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 2.071,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 25.7.2019, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 1.724,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019, στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 1.028,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 2.8.2019, στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 553,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 9.9.2019, στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 1.556,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 23.9.2019, στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των 2.469,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 16.9.2019, στον ένατο ενάγοντα το ποσό των 2.652,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019, στο δέκατο ενάγοντα το ποσό των 1.734,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 15.10.2019 και στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των 3.816,57 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 16.9.2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, μετά τον καταμερισμό της δικαστικής δαπάνης ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός από τους διαδίκους, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων – εναγόντων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά μερική παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος των τελευταίων, να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 28-1-2025 έφεση κατά της με αριθμό 1284/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 1284/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 27-12-2019 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../2019 αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει :

1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και εξήντα λεπτών (2.945,60 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019,

2) στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων πενήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (3.054,58 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 15.10.2019,

3) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων εβδομήντα ενός ευρώ και δύο λεπτών (2.071,02 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 25.7.2019,

4) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των χιλίων επτακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (1.724,49 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019,

5) στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των χιλίων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (1.028,68 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 2.8.2019,

6) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων πενήντα τριών ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (553,99 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 9.9.2019,

7) στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων πενήντα έξι ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (1.556,59 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 23.9.2019,

8) στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (2.469,82 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 16.9.2019,

9) στον ένατο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων πενήντα δύο ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (2.652,83 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 1.10.2019,

10) στο δέκατο ενάγοντα το ποσό των χιλίων επτακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι λεπτών (1.734,20 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 15.10.2019 και

11) στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων δεκαέξι ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (3.816,57 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 16.9.2019.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων – εναγόντων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00)  ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 30η  Οκτωβρίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ