Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 688/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ  ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης   688/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά Εφέτη και Βασίλειο Τζελέπη Εφέτη – Εισηγητή και από τη  Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, την ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – εφεσίβλητης – καθ’ ης ο πρόσθετος λόγος έφεσης: Εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία εδρεύει στο ……. Αττικής, στη διεύθυνση ………., ΤΚ ……, με Α.Φ.Μ. ……. Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε. Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο    Ιωάννη Νέστωρα [Δ.Ε. ΝΕΣΤΩΡΑΣ – ΤΣΙΤΣΕΛΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ].

Της εφεσίβλητης – εκκαλούσας- ασκούσας πρόσθετο λόγο έφεσης: Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στα ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, στερουμένης ελληνικού Α.Φ.Μ.,  η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Αθηνιώτη (Δ.Ε. ΜΟΥΣΑΣ).

Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη – εκκαλούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 12.9.2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2022 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών). Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3099/2024 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή.

Η εκκαλούσα – εναγόμενη προσβάλει  την απόφαση αυτή με την από 17.12.2025 έφεσή της  που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/30.12.2025 και ειδικό …../30.12.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς  Εφετείου Πειραιώς Τμήματος Ναυτικών Διαφορών με αριθμό κατάθεσης γενικό …./4.2.2026 και ειδικό …./4.2.2026, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η εκκαλούσα – ενάγουσα προσβάλει  την ίδια ως άνω απόφαση: Α)  με την από 10.6.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./10.6.2025 και ειδικό ……/10.6.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς  Εφετείου Πειραιώς Τμήματος Ναυτικών Διαφορών με αριθμό κατάθεσης γενικό …/17.6.2025 και ειδικό …/17.6.2025, προσδιορίστηκε  για τη δικάσιμο αρχικώς της 19.2.2026 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο και (Β) με το από 14.1.2026 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης που κατατέθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./15.1.2026 και ειδικό …../15.1.2026 και προσδιορίστηκε αρχικώς για την δικάσιμο της 19.2.2026 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αμφοτέρων των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο Α) η από 17.12.2025 έφεση της εκκαλούσας – εναγόμενης, Β) η από 10.6.2025 έφεση της εκκαλούσας – ενάγουσας και Γ) ο από 14.1.2026 πρόσθετος λόγος έφεσης της εκκαλούσας – ενάγουσας. Συνεπώς, ενόψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά την αυτοτέλεια τους, τελούν  σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτή παρακολουθηματικό χαρακτήρα [(βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 2009, αρ. 584, σελ. 250) και δικάζονται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. I, άρθρο 520, αρ. 36, σελ. 930, ΕφΑθ 504/2020 ΝΟΜΟΣ), δεν μπορεί να νοηθεί χωριστή συζήτησή τους [(βλ. Χ. Ευθυμίου, σε X. Απαλαγάκη – Σ. Σταματόπουλου, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842& 4855/2021, έκδ. 2022, άρθρο 520, αρ. 6, σελ. 1704-1705)], πρέπει να συνεκδικαστούν άπαντα τα προαναφερθέντα  δικόγραφα διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, και κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ).

Η υπό κρίση από 17.12.2025 έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης κατά της υπ’ αριθ. 3099/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, Τμήματος Ναυτικών Διαφορών η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 9.9.2022 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/12.9.2022 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [(άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016)], ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης, η οποία έλαβε χώρα την 5.7.2024, η υπό κρίση δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 30.12.2025, ως τούτο  προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/30.12.2025, με την επισήμανση ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυψε η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης.  Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα -εναγομένη το παράβολο των 150 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Η υπό κρίση από 10.6.205 έφεση της εκκαλούσας – ενάγουσας κατά της υπ’ αριθ. 3099/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, Τμήματος Ναυτικών Διαφορών η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η προαναφερθείσα αγωγή της κατά της εφεσίβλητης – εναγομένης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση ης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα την 14.7.2022, η υπό κρίση δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 5.7.2024, ως τούτο προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/10.5.2025  με την επισήμανση ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυψε η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα -ενάγουσα το παράβολο των 150 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε διότι πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 238/2001 ΕλλΔνη 42. 1598, ΕφΑθ 328/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα – ενάγουσα άσκησε πρόσθετο λόγο έφεσης με το από 14.1.2026 ιδιαίτερο δικόγραφό της, το οποίο επιδόθηκε στην εφεσίβλητη – εναγομένη την 19.1.2026 (βλ. υπ’ αριθ. …………../19.1.2026 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …….).   Ο μοναδικός πρόσθετος λόγος έφεσης, ο οποίος αφορά σε κεφάλαιο της απόφασης που έχει προσβληθεί με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, διευρύνοντας την αιτιολογία αυτού, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την 15.1.2026, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2026 της γραμματέως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο, και την επίδοση αυτού στον εφεσίβλητο – ενάγοντα την 19.1.2026, αφού τόσο η κατάθεση του δικογράφου, όσο και η επίδοσή του, έλαβαν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών από τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης. Κατόπιν τούτων, το δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτό και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτού, συνεκδικαζόμενο, όπως προαναφέρθηκε, με την υπό κρίση έφεση.

Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό σημαία …………. πλοίου (θαλαμηγού) «Α» και στις 22.2.2017 η διαχειρίστρια αυτού εταιρεία, ενεργώντας για λογαριασμό της, συνήψε με την εναγομένη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την προμήθεια και εγκατάσταση δύο νέων μονάδων υπερσυμπιεστών (turbochargers) τύπου ……………. …., σε αντικατάσταση των υφιστάμενων μονάδων της δεξιάς κύριας μηχανής του πλοίου, έναντι συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 476.160,00 ευρώ. Ότι κατά  τους όρους της σύμβασης οι προς εγκατάσταση μονάδες και τα ανταλλακτικά τους έπρεπε να είναι γνήσιας κατασκευής ……………., να φέρουν τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις του νηογνώμονα …………… και να καλύπτονται από πενταετή εγγύηση καλής εκτέλεσης και συντήρησης. Ότι κατέβαλε ολοσχερώς το συμφωνηθέν τίμημα μετά την ολοκλήρωση και παραλαβή του έργου τον Ιούλιο του 2017. Ότι  τον Ιούλιο του 2020 παρουσιάστηκε σοβαρή βλάβη σε έναν από τους εγκατεστημένους υπερσυμπιεστές και κατόπιν επιθεώρησης της κατασκευάστριας εταιρείας ……………. Ισπανίας, διαπιστώθηκε ότι σημαντικά εξαρτήματα της μονάδας δεν ήταν γνήσιας κατασκευής ……………. αλλά τρίτων κατασκευαστών, με αποτέλεσμα η μονάδα να βρίσκεται σε κακή κατάσταση και να χρήζει πλήρους αντικατάστασης. Ότι ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη, η οποία αρχικώς αναγνώρισε την ευθύνη της για την πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης, δεσμευόμενη να αποκαταστήσει τη ζημία και να αντικαταστήσει τη μονάδα με νέα γνήσια και πιστοποιημένη μονάδα …………….. Ότι, κατόπιν επιθεώρησης και της δεύτερης μονάδας υπερσυμπιεστή, διαπιστώθηκε ότι και αυτή δεν ήταν γνήσιας κατασκευής ……………., ενώ ο νηογνώμονας ……………. έθεσε ως όρο για τη διατήρηση της κλάσης και της αξιοπλοΐας του πλοίου την αντικατάσταση και των δύο μονάδων με γνήσιες, παρά δε τις σχετικές οχλήσεις, η εναγομένη ουδέποτε προέβη στην αποκατάσταση των διαπιστωθέντων ελαττωμάτων. Ότι το έργο έφερε ουσιώδη ελαττώματα και στερούνταν των συνομολογημένων ιδιοτήτων, καθόσον οι εγκατασταθείσες μονάδες και τα χρησιμοποιηθέντα ανταλλακτικά δεν ήταν γνήσια κατασκευής ……………. ούτε πληρούσαν τις απαιτούμενες προδιαγραφές και πιστοποιήσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η κατά προορισμό χρήση του έργου. Για τον λόγο αυτό, με την από 13.5.20221  εξώδικη δήλωσή της,  η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 14.5.2021, άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου κατ’ άρθρο 689 ΑΚ. Ότι,  συνεπεία της ακινητοποίησης του πλοίου στο λιμάνι του Γιβραλτάρ λόγω απώλειας της αξιοπλοΐας του, υπέστη πρόσθετη περιουσιακή ζημία, συνιστάμενη σε δαπάνες μισθοδοσίας και σίτισης του πληρώματος, λιμενικά τέλη, δαπάνες ηλεκτροδότησης και υδροδότησης του πλοίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη σύμβαση έργου λύθηκε συνεπεία της ασκηθείσας υπαναχώρησής της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 476.160,00 ευρώ ως επιστροφή του καταβληθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, με τον νόμιμο τόκο από 15.5.2021, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 238.914,00 ευρώ και το ισάξιο σε ευρώ του ποσού των 85.703,53 λιρών Αγγλίας ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την ακινητοποίηση του πλοίου, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3099/2024 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε ότι η μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης από 23.2.2017 σύμβαση έργου λύθηκε με την από 13.5.2021 δήλωση υπαναχώρησης της ενάγουσας, εκπροσωπούμενης από την αντιπρόσωπό της, διαχειρίστρια εταιρεία του ένδικου σκάφους της, η οποία ασκήθηκε διά της από 13.5.2021 εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης-δήλωσης με επιφύλαξη δικαιωμάτων εκ μέρους της ενάγουσας εργοδότριας, που επιδόθηκε στην εναγόμενη εργολάβο στις 14.5.2021, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τετρακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων εκατόν εξήντα (476.160,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τις 15.5.2021, υπό τον όρο της ταυτόχρονης απόδοσης από την ενάγουσα στην εναγομένη των υπερσυμπιεστών (turbochargers) που η τελευταία είχε εγκαταστήσει στη δεξιά μηχανή του ένδικου σκάφους (θαλαμηγού) με ονομασία «Α», πλοιοκτησίας της  και καταδίκασε την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία όρισε στο ποσό δώδεκα χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα (12.270,00) Ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται αμφότεροι οι διάδικοι των συνεκδικαζόμενων ενδίκων μέσων που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της, με σκοπό το μεν να απορριφθεί η εναντίον της εκκαλούσας – εναγομένης – καθ΄ης ο πρόσθετος λόγος έφεσης αγωγή, το δε, από την πλευρά της εκκαλούσας – ενάγουσας – ασκούσας το πρόσθετο λόγο έφεσης, να εξαφανιστεί εκκαλουμένη κατά το μέρος που αφορά την υποχρέωσή της περί ταυτόχρονης απόδοσης στην εναγομένη των υπερσυμπιεστών (turbochargers) και να συμψηφιστεί η  αξία αυτών προς το υπέρ αυτής καταψηφισθέν με την εκκαλουμένη χρηματικό ποσό.

Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος, ενώ ειδικώς ως προς τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, η ύπαρξη, η νομική προσωπικότητα και η ικανότητα δικαίου αυτών κρίνονται, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, κατά το δίκαιο της έδρας τους. Ως έδρα δε, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, νοείται η πραγματική έδρα, ήτοι ο τόπος όπου ασκείται πράγματι η διοίκηση και αναπτύσσεται η επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου, ανεξαρτήτως της καταστατικής ή τυπικής έδρας αυτού. Συνεπώς η ύπαρξη και η ικανότητα δικαίου του αλλοδαπού νομικού προσώπου διέπονται από το δίκαιο της έδρας του, ενώ η ικανότητά του να παρίσταται ως διάδικος ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κρίνεται από τις διατάξεις των άρθρων 62 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες ως κανόνες της lex fori εφαρμόζονται αυτοτελώς από το επιλαμβανόμενο ελληνικό δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2003, ΑΠ 1390/2001).Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα – εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως απέρριψε την ένστασή της περί ελλείψεως ικανότητας διαδίκου της εφεσίβλητης – ενάγουσας αλλοδαπής εταιρείας ……………., προβάλλοντας ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη και η νομική προσωπικότητα αυτής κατά το δίκαιο της έδρας της, ώστε να δύναται να αποτελεί υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και, συνακόλουθα, να παρίσταται εγκύρως ως διάδικος ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του εισαγωγικού μέρους της εκκαλουμένης προκύπτει ότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχαν προσκομισθεί και τεθεί υπόψη αυτού τα νομιμοποιητικά της συστάσεως του νομικού της προσώπου έγγραφα σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου σύστασης της και δη το από 24.09.2021 Πιστοποιητικό Άσκησης Καθηκόντων (Certificate of Incumbency), το από 27.09.2021 Μητρώο Διευθυντών και Στελεχών (Register of Directors and Officers), το από 24.09.2021 Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας (Certificate of Good Standing), καθώς και τα λοιπά εταιρικά έγγραφα που φέρουν την επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης (Apostille), με τα οποία αποδείχθηκε η νόμιμη σύσταση, η ύπαρξη και η λειτουργία της εφεσίβλητης εταιρείας κατά το δίκαιο των …………….  Επομένως με βάση τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία η εφεσίβλητη επανεπικαλείται και επαναπροσκομίζει στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προκύπτει ότι αυτή αποτελεί υφιστάμενο και ενεργό νομικό πρόσωπο, ικανό να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το εφαρμοστέο επ’ αυτής δίκαιο της έδρας της και ως εκ τούτου, συντρέχει στο πρόσωπό της η κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ απαιτούμενη ικανότητα διαδίκου και ως εκ τούτου πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τα άρθρα 64 παρ. 2, 94, 96, 97, 98, 104 και 107 ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα παρίστανται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων διά των νομίμων εκπροσώπων τους, οι οποίοι παρέχουν τη δικαστική πληρεξουσιότητα προς διεξαγωγή της δίκης με τον τύπο που επιβάλλει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Η πληρεξουσιότητα προς παράσταση ενώπιον των ημεδαπών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική πράξη, η οποία διέπεται ως προς τον τύπο της από το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, ανεξαρτήτως του τόπου κατάρτισής της (ΑΠ 909/2004, ΑΠ 292/2002). Περαιτέρω, ως προς τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, η οργάνωση, η διοίκηση και η εξουσία εκπροσώπησής τους διέπονται, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, από το δίκαιο της έδρας τους (lex societatis), ενώ η ιδιότητα των οργάνων που τα εκπροσωπούν αποδεικνύεται με τα επίσημα εταιρικά έγγραφα που προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, όπως καταστατικό, πιστοποιητικό σύστασης, πιστοποιητικό καλής λειτουργίας, μητρώο διευθυντών ή διοίκησης και έγγραφα εξουσιοδοτημένων υπογραφόντων, εφόσον αυτά φέρουν τις νόμιμες διατυπώσεις νομιμοποίησης και επικύρωσης (ΕφΑιγ 161/2011).Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα – εναγομένη υποστηρίζει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την ένστασή της περί μη νόμιμης εκπροσώπησης και παράστασης της εφεσίβλητης – ενάγουσας αλλοδαπής εταιρείας ……………., ισχυριζόμενη ότι δεν αποδείχθηκε η εξουσία των προσώπων που την εκπροσωπούσαν κατά το δίκαιο της έδρας της ούτε η νομιμότητα της παρασχεθείσας δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τους πληρεξουσίους δικηγόρους της. Στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη προσκόμισε το από 24.9.2021 ειδικό πληρεξούσιο, φέρον θεώρηση γνησίου υπογραφής συμβολαιογράφου των ……………. και επισημείωση Apostille, καθώς και το καταστατικό της, το Certificate of Incorporation, το Certificate of Good Standing, το Register of Directors and Officers και το έγγραφο των Authorised Signatories από τα οποία αποδεικνύεται τόσο η νόμιμη σύσταση και λειτουργία της εταιρείας όσο και η ιδιότητα των προσώπων που αποτελούσαν τα αρμόδια όργανα διοίκησης και εκπροσώπησής της και η εξουσία τους να χορηγήσουν τη δικαστική πληρεξουσιότητα προς τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο. Να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα δεν προέβαλε συγκεκριμένη πλημμέλεια ως προς την αυθεντικότητα, τη νομιμότητα ή το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, αλλά αρκέστηκε σε γενική και αόριστη αμφισβήτηση της αποδεικτικής τους δύναμης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη παραστάθηκε νομίμως διά των νομίμων εκπροσώπων και του πληρεξουσίου δικηγόρου της και απέρριψε την ένσταση της ήδη εκκαλούσας, οπότε και ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων  των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικώς νομιμοποιείται προς άσκηση αγωγής εκείνος που, σύμφωνα με τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, εμφανίζεται ως φορέας του επιδίκου δικαιώματος. Η νομιμοποίηση αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και κρίνεται με βάση την ιστορική βάση της αγωγής, χωρίς να ερευνάται στο στάδιο αυτό η ουσιαστική βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών. Εξάλλου, όταν η διαχείριση πλοίου έχει ανατεθεί σε τρίτη εταιρεία, η τελευταία ενεργεί, κατ’ αρχήν, ως άμεση αντιπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας, οι δε έννομες συνέπειες των πράξεων που διενεργούνται εντός των ορίων της διαχειριστικής εξουσίας επέρχονται απευθείας στη νομική σφαίρα της πλοιοκτήτριας, η οποία καθίσταται υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις σχετικές συμβάσεις. Ως εκ τούτου, την ενεργητική νομιμοποίηση φέρει ο πλοιοκτήτης ως φορέας της έννομης σχέσης και όχι η διαχειρίστρια εταιρεία που ενεργεί για λογαριασμό αυτού (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 55/2020, ΑΠ 154/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 75/2018, ΑΠ 689/2013, ΕφΠειρ 502/2021, ΜΕφΠειρ 247/2020). Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα –εναγομένη διατείνεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας …………, ισχυριζόμενη ότι  φορέας των επιδίκων αξιώσεων δεν είναι η πλοιοκτήτρια εταιρεία αλλά η διαχειρίστρια ……….., η οποία διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις με την εκκαλούσα, αντήλλαξε τη σχετική αλληλογραφία και παρακολούθησε την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην αγωγή η ενάγουσα ………….. είναι η πλοιοκτήτρια του θαλαμηγού σκάφους «Α» για τις ανάγκες του οποίου καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση έργου, ενώ η ……………. ενεργούσε ως διαχειρίστρια του σκάφους, οι δε διαπραγματεύσεις με την εναγομένη, η ανταλλαγή αλληλογραφίας, η παρακολούθηση της εκτέλεσης του έργου και οι σχετικές διαμαρτυρίες για τις εμφανισθείσες δυσλειτουργίες διενεργήθηκαν από τη διαχειρίστρια εταιρεία στο πλαίσιο της διαχείρισης του πλοίου και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της πλοιοκτήτριας. Με βάση, επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στην αγωγή, φορέας των επιδίκων αξιώσεων τυγχάνει η πλοιοκτήτρια ενάγουσα εταιρεία ……………., η οποία φέρεται να υπέστη τη ζημία από την πλημμελή εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και επομένως νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Επισημαίνεται ότι αν τα πραγματικά περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση προς θεμελίωση της νομιμοποίησης της ενάγουσας που ως έννομη συνέπεια έχουν την κτήση του επίδικου δικαιώματος παραμείνουν αναπόδεικτα κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής αυτή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη (ΑΠ 199/2017, 455/2017). Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω η εκκαλούμενη απόφαση η οποία έκρινε τα ίδια και απέρριψε ως απαράδεκτη τη σχετική ένσταση ορθά εφάρμοσε τις προμνησθείσες νομικές διατάξεις, απορριπτέου ως αβάσιμου και του τρίτου λόγου της υπό κρίση έφεσης.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή, πλήρη και ορισμένη έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος και την επέλευση της επιδιωκόμενης έννομης συνέπειας. Το απαιτούμενο περιεχόμενο του δικογράφου προσδιορίζεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου στις οποίες θεμελιώνεται η αξίωση και από τα στοιχεία της πραγματικής βάσης που συγκροτούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, επί αγωγής που στηρίζεται σε σύμβαση έργου και στις έννομες συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, πρέπει να εκτίθενται η κατάρτιση της σύμβασης, το αντικείμενο και οι ουσιώδεις όροι αυτής, οι συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε ο εργολάβος, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, συνιστούν πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ή έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του έργου και θεμελιώνουν το δικαίωμα υπαναχώρησης του εργοδότη, η σχετική δήλωση υπαναχώρησης και η περιέλευσή της στον αντισυμβαλλόμενο, καθώς και οι απορρέουσες από την άσκηση του δικαιώματος αυτού αξιώσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 686, 688, 689 και 690 ΑΚ, ο εργοδότης διαθέτει, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος, δικαιώματα σε περίπτωση ελαττωματικού έργου ή έργου στερούμενου συνομολογημένων ιδιοτήτων, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση. Η υπαναχώρηση συνιστά μονομερή απευθυντέα διαπλαστική δικαιοπραξία, η οποία με την περιέλευσή της στον αντισυμβαλλόμενο επιφέρει την αναδρομική λύση της συμβατικής σχέσης και τη γένεση των νόμιμων συνεπειών που απορρέουν από την κατάργησή της. Ως εκ τούτου, για το ορισμένο της σχετικής αγωγής δεν απαιτείται η εξαντλητική παράθεση τεχνικών δεδομένων ή η λεπτομερής ανάλυση όλων των στοιχείων από τα οποία θα αποδειχθεί η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών, αλλά η έκθεση εκείνων των πραγματικών περιστατικών που καθιστούν εφικτό τον δικαστικό έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων γέννησης και άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης και των συνεπειών του. Εφόσον δε στο δικόγραφο περιλαμβάνονται τα στοιχεία αυτά, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 957/2019, ΕφΠειρ 256/2021).Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα – εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατά κακή εφαρμογή των προαναφερθέντων στην άνω μείζονα σκέψη κανόνων δικαίου απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως ένστασή της περί  αοριστίας της αγωγής, συνιστάμενης στο ότι η ενάγουσα δεν εξέθεσε στο αγωγικό δικόγραφο με την απαιτούμενη σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την επίδικη σύμβαση έργου και τις απορρέουσες από αυτήν αξιώσεις. Ειδικότερα δεν προσδιορίζει επαρκώς τις συγκεκριμένες συμβατικές ιδιότητες που φέρεται ότι συνομολογήθηκαν, ούτε τις ειδικότερες τεχνικές προδιαγραφές από τις οποίες αποκλίνουν τα εγκατασταθέντα turbochargers, δεν εκθέτει δε με σαφήνεια σε τι ακριβώς συνίσταται το επικαλούμενο ελάττωμα ή η ακαταλληλότητα αυτών, ποια συγκεκριμένη συμβατική υποχρέωση της εναγομένης παραβιάσθηκε και ποια περιστατικά θεμελιώνουν το ασκηθέν δικαίωμα υπαναχώρησης. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η αγωγή δεν περιέχει επαρκή έκθεση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων των άρθρων 688 επ. ΑΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της βασιμότητας των προβαλλόμενων αξιώσεων. Στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στο υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο, τούτο περιέχει πλήρη και σαφή έκθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη θεμελίωση των ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση έργου και από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης δεδομένου ότι εκτίθεται η κατάρτιση της από 23.2.2017 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, το αντικείμενο αυτής που συνίστατο στην προμήθεια και εγκατάσταση νέων turbochargers και στην εκτέλεση συναφών εργασιών στη θαλαμηγό  «Α» οι τεχνικές προδιαγραφές και οι ιδιότητες που, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε ότι τα εγκατασταθέντα συστήματα δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης σύμβασης και παρουσίασαν σοβαρές δυσλειτουργίες κατά τη λειτουργία του σκάφους. Επιπλέον εκτίθενται αναλυτικά οι διαμαρτυρίες και οι οχλήσεις της ενάγουσας προς την εναγομένη, τα πορίσματα και οι διαπιστώσεις της κατασκευάστριας εταιρείας ……………. σχετικά με την ακαταλληλότητα των εγκατασταθέντων turbochargers, καθώς και η από 13.5.2021 εξώδικη δήλωση με την οποία η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης από την επίδικη σύμβαση. Τέλος, προσδιορίζονται οι απορρέουσες από την υπαναχώρηση αξιώσεις και η ζημία που, κατά τους ισχυρισμούς της αγωγής, υπέστη η ενάγουσα εξαιτίας της πλημμελούς εκτέλεσης του έργου. Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της επίδικης έννομης σχέσης, των περιστατικών που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, θεμελιώνουν το δικαίωμα υπαναχώρησης και των απορρεουσών αξιώσεων, οι δε αιτιάσεις της εκκαλούσας – εναγομένης,  όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν ευρίσκουν έρεισμα στο περιεχόμενο της αγωγής, στην οποία παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ιστορικό της διαφοράς και θεμελιώνουν τις ασκούμενες αξιώσεις. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία έκρινε τα ίδια και απέρριψε την ένσταση αοριστίας της αγωγής ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις αναφορικά με το ορισμένο της υπό κρίσης αγωγής, οπότε και ο τέταρτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 681 και 683 ΑΚ προκύπτει ότι η διάκριση μεταξύ σύμβασης πώλησης και σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από το αν ο εργολάβος προμηθεύεται και τα υλικά ή τα εξαρτήματα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση του έργου, αλλά από τον προέχοντα οικονομικό και νομικό σκοπό της σύμβασης, όπως αυτός συνάγεται από το σύνολο του περιεχομένου της και την αληθή βούληση των συμβαλλομένων. Ειδικότερα, όταν το ουσιώδες στοιχείο της παροχής συνίσταται στην εκτέλεση συγκεκριμένου έργου και στην παράδοση του συμφωνημένου αποτελέσματος, με την αξιοποίηση των ειδικών γνώσεων και της τεχνικής εμπειρίας του εργολάβου, η σύμβαση έχει τον χαρακτήρα σύμβασης έργου, έστω και αν ο εργολάβος προμηθεύεται και τα αναγκαία υλικά ή εξαρτήματα για την εκτέλεσή της. Αντίθετα, σύμβαση πώλησης υπάρχει όταν η μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος αποτελεί τον κύριο συμβατικό σκοπό, ενώ οι εργασίες εγκατάστασης ή προσαρμογής έχουν απλώς παρεπόμενο χαρακτήρα. Περαιτέρω, η συνύπαρξη στοιχείων περισσότερων συμβατικών τύπων δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να χαρακτηρισθεί η έννομη σχέση ως μικτή σύμβαση, αλλά απαιτείται να διαπιστωθεί αν τα επιμέρους στοιχεία διατηρούν αυτοτελή λειτουργική και οικονομική σημασία ή αν ένα από αυτά αποτελεί το προέχον στοιχείο της συναλλαγής και απορροφά τα λοιπά. Ο δε ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 683 ΑΚ εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης. Ειδικότερα, επί συμβάσεων επισκευής, μετασκευής ή τεχνικής αναβάθμισης πλοίου, η προμήθεια από τον εργολάβο των μηχανημάτων, ανταλλακτικών ή λοιπών εξαρτημάτων που πρόκειται να ενσωματωθούν στο πλοίο δεν μεταβάλλει, αφ’ εαυτής, τον χαρακτήρα της σύμβασης ούτε αρκεί για να προσδώσει σε αυτήν τον χαρακτήρα μικτής σύμβασης πώλησης και έργου, όταν, σύμφωνα με το περιεχόμενό της και την αληθή βούληση των συμβαλλομένων, το κύριο αντικείμενό της συνίσταται στην εκτέλεση εξειδικευμένων ναυπηγοεπισκευαστικών ή μηχανολογικών εργασιών και στην παράδοση του συμφωνημένου λειτουργικού αποτελέσματος, προσαρμοσμένου στις ιδιαίτερες ανάγκες του πλοίου. Στην περίπτωση αυτή η ένδικη σύμβαση υπάγεται στις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ως σύμβαση έργου και όχι στις διατάξεις περί πώλησης (ΑΠ 957/2019, ΑΠ 1273/2018, ΤρΕφΠειρ 485/2020, ΜΕφΠειρ 209/2020). Με τον έκτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα – εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή των προμνησθεισών νομικών διατάξεων χαρακτήρισε την ένδικη σύμβαση ως σύμβαση έργου και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της, το κύριο αντικείμενο της συμβατικής σχέσης ήταν η πώληση δύο υπερσυμπιεστών ……………., οι δε εργασίες εγκατάστασης και προσαρμογής τους είχαν απλώς παρεπόμενο χαρακτήρα. Επικουρικώς δε υποστηρίζει ότι η ένδικη σύμβαση συνιστούσε τουλάχιστον μικτή σύμβαση πώλησης και έργου, με συνέπεια να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί ευθύνης εργολάβου για ελαττώματα έργου και περί υπαναχώρησης από σύμβαση έργου. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην αγωγή, η ενάγουσα, δια της διαχειρίστριας εταιρείας της, συνήψε με την εναγομένη την από 23.2.2017 σύμβαση, με αντικείμενο όχι απλώς την προμήθεια δύο υπερσυμπιεστών ……………., αλλά τη μετασκευή της δεξιάς κύριας μηχανής του σκάφους «A» την επιλογή κατάλληλων μονάδων υπερσυμπιεστών, την απεγκατάσταση των υφιστάμενων turbochargers, την εγκατάσταση και προσαρμογή των νέων μονάδων, τη διενέργεια των αναγκαίων τεχνικών εργασιών και την παράδοση πλήρως λειτουργικού μηχανολογικού αποτελέσματος, κατάλληλου για τις ανάγκες και τις προδιαγραφές του συγκεκριμένου σκάφους. Περαιτέρω εκτίθεται ότι η εναγομένη επελέγη ακριβώς λόγω της εξειδικευμένης τεχνικής εμπειρίας και τεχνογνωσίας της στον τομέα των υπερσυμπιεστών ναυτικών μηχανών, αναλαμβάνοντας την ευθύνη επιλογής, εγκατάστασης και λειτουργικής προσαρμογής του εξοπλισμού. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ορθώς αξιολόγησε η εκκαλουμένη απόφαση, προκύπτει ότι το προέχον στοιχείο της ένδικης συμβατικής σχέσης δεν ήταν η μεταβίβαση της κυριότητας δύο τυποποιημένων μηχανημάτων, αλλά η επίτευξη συγκεκριμένου τεχνικού αποτελέσματος επί της μηχανής του σκάφους μέσω εξειδικευμένων εργασιών και τεχνικής παρέμβασης της εναγομένης, η δε  προμήθεια των υπερσυμπιεστών αποτέλεσε αναγκαίο μέσο για την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου και όχι αυτοτελή ή κυρίαρχη συμβατική παροχή. Επομένως, η επίδικη σύμβαση ορθώς χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση έργου, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση μικτής σύμβασης πώλησης και έργου, αφού τα τυχόν στοιχεία πώλησης απορροφώνται από το κυρίαρχο στοιχείο της μίσθωσης έργου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο έκτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να χαρακτηρισθεί, όμως, καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος δεν αρκεί η πρόκληση ζημίας ή δυσμενών συνεπειών στον υπόχρεο ούτε η απλή άσκηση νόμιμου δικαιώματος μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου. Απαιτείται να έχει διαμορφωθεί, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, πραγματική κατάσταση ικανή να δημιουργήσει ευλόγως στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να εμφανίζεται ως αιφνίδια ανατροπή παγιωμένης κατάστασης και να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Περαιτέρω, η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ προϋποθέτει την παραδοχή της ύπαρξης του επίδικου δικαιώματος, αφού δεν νοείται καταχρηστική άσκηση ανύπαρκτου δικαιώματος. Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ή το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση του αντιδίκου δεν αρκούν για τη θεμελίωση καταχρηστικότητας, εφόσον δεν συντρέχουν πρόσθετες ειδικές περιστάσεις από τις οποίες να προκύπτει προφανής υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 333/2019, ΕφΠειρ 54/2024,  131/2023). Με τον δέκατο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα – εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα άσκησε καταχρηστικώς το δικαίωμα υπαναχώρησης από την ένδικη σύμβαση και τις απορρέουσες από αυτήν αξιώσεις, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ δεδομένου ότι αυτή παρέλαβε το έργο, χρησιμοποίησε επί σειρά ετών τους εγκατασταθέντες υπερσυμπιεστές χωρίς να ζητήσει την αντικατάστασή τους, δεν επικαλέσθηκε συγκεκριμένα ελαττώματα ή ακαταλληλότητες που να καθιστούν το έργο ακατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση του και, παρά ταύτα, μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος προέβη σε δήλωση υπαναχώρησης και άσκησε την κρινόμενη αγωγή, διεκδικώντας την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος και περαιτέρω αποζημίωση. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ιδίως ενόψει της μακροχρόνιας χρήσης του έργου και του ύψους των αξιώσεων που προβάλλονται σε βάρος της, και ως εκ τούτου η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως καταχρηστική. Στη προκειμένη περίπτωση η εν λόγω ένσταση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, ακόμα και εάν τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση της ιστορικής βάσης της υπό κρίση ένστασης  υποτεθούν αληθή, δεν είναι πρόσφορα να θεμελιώσουν την ένσταση της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ καθώς από μόνη την παραλαβή και χρήση του έργου δεν συνάγεται παραίτηση του εργοδότη από τα νόμιμα δικαιώματά του ούτε δημιουργείται εύλογη πεποίθηση στον εργολάβο ότι δεν θα ασκηθούν μελλοντικά οι σχετικές αξιώσεις. Ομοίως, η μη άμεση άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης ή η πάροδος ορισμένου χρονικού διαστήματος μέχρι την άσκησή του δεν συνιστούν, χωρίς την επίκληση περαιτέρω ειδικών περιστάσεων, συμπεριφορά ικανή να θεμελιώσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της εναγομένης περί οριστικής μη άσκησης των δικαιωμάτων της ενάγουσας ενώ το γεγονός ότι με την αγωγή επιδιώκεται η επιδίκαση σημαντικού χρηματικού ποσού ή η επιστροφή του εργολαβικού ανταλλάγματος αποτελεί συνέπεια της άσκησης των δικαιωμάτων που ο νόμος απονέμει στον εργοδότη και δεν συνιστά αφ’ εαυτού στοιχείο καταχρηστικότητας ανεξαρτήτως του ότι η εκκαλουμένη απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής που αφορά τις περαιτέρω ζημίες της ενάγουσας καθώς η απαίτηση αυτού δεν συνάδει με το ασκηθέν δικαίωμα υπαναχώρησης. Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως μη νόμιμη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ΑΚ 281  και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως  αβάσιμος.

Από την εκτίμηση της υπ’ αριθ. ………./2026 ένορκης βεβαίωσης, ενώπιον της συμβολαιογραφούσας – διευθύνουσας το προξενικό γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδας στο Λονδίνο …………., του …………. που δόθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας – εκκαλούσας με επιμέλεια της εφεσίβλητης – εναγομένης   (βλ. την υπ’  αριθμ. ……../19.1.2026 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………….) για χρήση το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (σύμφωνα  με το άρθρο 422 παρ. 3, όπως έχει τροποποιηθεί από 1η.1.2022 δυνάμει των άρθρων 22 και 120 Ν. 4842/2021), όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν και τα οποία εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 336 παρ.3 ΚΠολΔ), χωρίς  να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δε γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723, ΑΠ 1068/2002 ΑρχΝ 2004.70), μεταξύ των οποίων και οι μη αμφισβητούμενης γνησιότητας προσκομιζόμενες με επίκληση  φωτογραφίες (άρθρα 444 παρ.1 περ.γ, 448 παρ.2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ), οι από 1.8.2020 και 4.3.2021 εκθέσεις επιθεώρησης της εταιρείας «…» στο επίδικο σκάφος και η υπ’ αριθ. ……………/5.3.2021 τελική έκθεση επιθεώρησης του «………….» στην αγγλική γλώσσα με συνημμένη μετάφραση, καθώς και από όσα συνομολογούν οι διάδικοι, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα, που κατέθεσαν (ΚΠολΔ 261 εδ.β΄, 352 παρ.1), όπως αναφέρονται ειδικότερα και περιοριστικά παρακάτω, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη είναι πλοιοκτήτρια του, υπό σημαία των νήσων ….., σκάφους (θαλαμηγού) «Α», με αριθμό νηολογίου …. και ΙΜΟ Νο. ……, συνολικού μήκους 147 μέτρων και με χωρητικότητα 167 κλίνες, το οποίο ναυπηγήθηκε το 1982 στη Δανία. Το εν λόγω σκάφος φέρει  δύο κύριες μηχανές (δεξιά και αριστερή), τύπου ……….., μάρκας …………., ιπποδύναμης 7.800 ίππων η καθεμία, ήτοι συνολικής ιπποδύναμης 15.600 ΗΡ, τοποθετημένες στο πρωραίο μέρος του μηχανοστασίου, κάθε μια δε από  αυτές έχει από δύο (2) μονάδες υπερσυμπιεστών/υπετροφοδοτών (turbochangers), ταχύτητας 20 κόμβων. Τον επίδικο χρόνο, τη διαχείριση και λειτουργία του σκάφους η πλοιοκτήτρια είχε αναθέσει στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………..», με έδρα τη ………….. Στις αρχές του έτους 2017, και ενώ το σκάφος ναυλοχούσε στο λιμάνι του Βόλου, η διαχειρίστρια αυτού εταιρεία, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πλοιοκτήτριας, κατ’ εντολή και για λογαριασμό της, απευθύνθηκε στην εναγόμενη εταιρεία, προκειμένου να αναθέσει σε αυτήν τη μετασκευή των υπερσυμπιεστών/ υπερτροφοδοτών (turbochargers) της μίας δεξιάς κύριας μηχανής του σκάφους με την προμήθεια νέων και σύγχρονων υπερσυμπιεστών/ υπερτροφοδοτών. Την 22 Φεβρουαρίου 2017, κατόπιν ενημέρωσης από την εταιρεία «…………….», η οποία δεν διατηρούσε στις αποθήκες της διαθέσιμα ανταλλακτικά τα τελευταία χρόνια για τους ένδικους υπερσυμπιεστές, η εναγόμενη εταιρεία, διά του νόμιμου εκπροσώπου της, επικαλούμενη τη μακροχρόνια εμπειρία της στις μετασκευές παλαιών τύπων υπερσυμπιεστών, απέστειλε στη διαχειρίστρια, ως εκπροσώπου των ιδιοκτητών του επίδικου σκάφους, την πρόσκλησή της για την υποβολή πρότασης για την αντικατάσταση της μίας εκ των δύο μηχανών του ως άνω σκάφους με (την προμήθεια) σύγχρονου τύπου δύο καινούργιων μονάδων υπερσυμπιεστών TURBOCHARGERS ……………. ……. σε αντικατάσταση των υφιστάμενων μονάδων υπερσυμπιεστών του σκάφους τύπου ………….. (περιλαμβανομένου σετ μετασκευής), καθώς και εργασίες αποκατάστασης των προηγούμενων παλαιότερου τύπου υπερσυμπιεστών και εργασίες εγκατάστασης/τοποθέτησης-προσαρμογής νέων μονάδων, αφού προηγουμένως, η εναγομένη είχε προβεί στην επιθεώρηση των τεσσάρων υπερσυμπιεστών του σκάφους της κύριας μηχανής από δικούς της τεχνικούς μαζί με τους τεχνικούς εκπροσώπους της ενάγουσας. Μάλιστα, αυθημερόν η εναγομένη απέστειλε, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στη διαχειρίστρια του σκάφους το υπ’ αριθ. ………….. πιστοποιητικό έγκρισης, με ισχύ έως την 12.7.2018, δυνάμει του οποίου το Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας αυτής, που αφορούσε την κατασκευή, μετασκευή, επισκευή, συντήρηση και πώληση μονάδων υπερσυμπιεστών, καθώς και την κατασκευή, επισκευή και πώληση ανταλλακτικών, είχε εγκριθεί από το «…………..» (Τμήμα Διασφάλισης Ποιότητας), σύμφωνα με το Πρότυπο Συστήματος Διαχείρισης Ποιότητας BS EN ISO 9001:2015. Κατόπιν των ανωτέρω, η διαχειρίστρια εταιρεία του επίδικου σκάφους, ενεργώντας εξ ονόματος και ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας πλοιοκτήτριας συνήψε, για λογαριασμό αυτής με την εναγομένη στον Πειραιά στις 23.2.2017, την υπ’ αριθ. ………. σύμβαση έργου (Repair Word Contract ΡΑΑ ………..), συνταχθείσα στην αγγλική γλώσσα, δυνάμει της οποίας η τελευταία, ως εργολάβος, ανέλαβε αφενός, τη μετασκευή της μιας (δεξιάς) μηχανής του σκάφους με την προμήθεια σύγχρονου τύπου δύο (2) καινούριων μονάδων υπερσυμπιεστών «……………..» σε αντικατάσταση των υφιστάμενων μονάδων υπερσυμπιεστών του σκάφους τύπου «…………..» και αφετέρου, τις εργασίες απεγκατάστασης των προηγούμενων παλαιότερου τύπου υπερσυμπιεστών και εγκατάστασης/τοποθέτησης – προσαρμογής των νέων δύο (2) μονάδων υπερσυμπιεστών στη μία (1) μηχανή (δεξιά) του σκάφους, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 384.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24%, ήτοι συνολικά ποσό 476.160 ευρώ, που αναλύεται, όπως προκύπτει από την ως άνω πρόταση της εναγομένης και το προτιμολόγιο, σε ποσό 180.000 ευρώ ανά μονάδα turbocharger και συνολικά για τις δύο μονάδες 360.000 ευρώ και σε ποσό 12.000 ευρώ για τις εργασίες εγκατάστασης – απεγκατάστασης ανά μονάδα turbocharger και συνολικά για τις δύο μονάδες 24.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24% από ευρώ 92.160. Από τη συνολική αυτή αμοιβή συμφωνήθηκε η εργοδότρια να προκαταβάλει ποσό 200.000 ευρώ, κατά την υπογραφή της σύμβασης και την υποβολή του σχετικού προτιμολογίου, και το υπόλοιπο ποσό των 276.160 ευρώ θα κατέβαλε μετά την ολοκλήρωση των επιτυχημένων θαλάσσιων δοκιμών, την παραλαβή των εργασιών και την υποβολή του σχετικού τελικού τιμολογίου. Οι εργασίες εγκατάστασης και απεγκατάστασης συμφωνήθηκε ότι θα ελάμβαναν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2017 έως 15.5.2017 στο εμπορικό λιμάνι του Βόλου, όπου τότε ναυλοχούσε το σκάφος, και κατά τη διάρκεια της περιόδου ξηράς αγκυροβολίας, τον Μάρτιο, στο ναυπηγείο της Χαλκίδας. Δοθέντος ότι το σκάφος ανήκε στις κλάσεις του διεθνούς νηογνώμονα των «……………….», προβλέφθηκε ειδικός όρος στη σύμβαση ότι οι μονάδες υπερσυμπιεστών και τα ανταλλακτικά θα συνοδεύονταν από πιστοποιητικά του νηογνώμονα «………..» και από την πιστοποίηση του νηογνώμονα αυτού ως προς την καταλληλότητά τους. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η συντήρηση των νεοεγκαταστημένων υπερσυμπιεστών θα διεξάγεται για πέντε έτη χωρίς χρέωση και οι μονάδες υπερσυμπιεστή θα συνοδεύονταν από όλα τα απαραίτητα εγχειρίδια και πλήρες σετ ειδικών εργαλείων. Επιπροσθέτως, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν σε περίοδο εγγύησης (εκ μέρους της εναγομένης) για τις  συμβατικές εργασίες, διάρκειας πέντε ετών μετά την ολοκλήρωση και αποδοχή των εργασιών και είκοσι πέντε ετών για τη διαθεσιμότητα παροχής ανταλλακτικών, καθώς και ότι η εναγομένη θα ευθύνεται αποκλειστικά για την απόκτηση και διατήρηση όλων των απαραίτητων εγκρίσεων και πιστοποιητικών, οποιασδήποτε φύσης, που σχετίζονταν με τις εργασίες αντικατάστασης, που απαιτούνται από τους ρυθμιστικούς φορείς και τις αρμόδιες υπηρεσίες αυτής. Σε εκτέλεση της σύμβασης η εναγομένη εξέδωσε προς τη διαχειρίστρια του σκάφους «……………….», ως εκπρόσωπο της ενάγουσας το με αριθμό …………./23.2.2017 προτιμολόγιο για το συμβατικό τίμημα, η δε διαχειρίστρια προκατέβαλε τη 2.3.2017 για λογαριασμό της ενάγουσας, έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής, στον με αριθμό ΙΒΑΝ ………… τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης, στην τράπεζα «…………….», το ποσό των 200.000 ευρώ. Στις 30.6.2017 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ενημέρωσε την ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία του σκάφους, διά της αυτής ημεροχρονολογίας επιστολής του, ότι ολοκληρώθηκαν οι εργασίες που ανέλαβε η εταιρεία του επί του σκάφους στο λιμάνι του Βόλου, τον Ιούλιο του 2017, υπό τον κωδικό αναφοράς ……., και συγκεκριμένα ότι προέβη σε αντικατάσταση με σύγχρονο τύπο μονάδας υπερσυμπιεστή «TURBOCHARGER ………..» της μίας μηχανής του σκάφους «T/C HELSINGOR VAERFT A/S ΤΥΡΕ: ΤΗ 22 CK  II fitted», 2 μονάδες (συμπεριλαμβανομένου σετ μετασκευής), κύρια μηχανή SEMT PIELSTICK 12PC 2.5.- 400, και σε εργασίες αποκατάστασης των προηγούμενων παλαιότερου τύπου υπερσυμπιεστών και εργασίες εγκατάστασης/τοποθέτησης -προσαρμογής νέων μονάδων. Το έργο παραδόθηκε από την εναγομένη στην ενάγουσα στις 6.7.2017 και, ακολούθως, εκείνη εξέδωσε το υπ’ αριθ. ……/6.7.2017 (οριστικό) τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, με αναγραφόμενο πελάτη την ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία του σκάφους, με την ιδιότητά της αυτή («ως διαχειριστές των ιδιοκτητών του σκάφους»), η οποία και το εξόφλησε καταβάλλοντας στις 7.7.2017 το υπόλοιπο ποσό των 276.160 ευρώ. Το ανωτέρω τιμολόγιο συνοδευόταν από το με αριθμό ………. με ημερομηνία 25.4.2016 αντίγραφο πιστοποιητικού από το γραφείο του «……………» στον Πειραιά (το οποίο προφανώς εκ παραδρομής αναγράφει το έτος 2016, αντί του ορθού έτους 2017), στο οποίο ο επιθεωρητής του «………………..», μέλους του «…………….», πιστοποιούσε ότι στις 25.04.2017 μετέβη στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο ………… Αττικής, προκειμένου να επιθεωρήσει δύο (ολόκληρους) υπερσυμπιεστές κατασκευής «….., τύπου ……….. –», και συγκεκριμένα έναν πλήρη άξονα στροφείου (Rotor Shaft), με σφραγίδα στον τροχό συμπίεσης ….., ένα περίβλημα βαλβίδας καυσαερίου (exhaustgascasing) τύπου …….., ένα περίβλημα αέρα εισόδου (inletaircasing) τύπου ……., έναν πλήρη (1) άξονα στροφείου (Rotor Shaft), με σφραγίδα στον τροχό συμπίεσης …….., ένα περίβλημα βαλβίδας καυσαερίου (exhaustgascasing), τύπου ……. και ένα περίβλημα αέρα εισόδου (inletaircasing) τύπου …………., τα οποία επρόκειτο να συναρμολογηθούν, με σκοπό οι τελικοί υπερσυμπιεστές να χρησιμοποιηθούν στο σκάφος «Α». Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο πιστοποιητικό από τον επιθεωρητή του γραφείου του «…………..» στον Πειραιά, όλα τα ανωτέρω μέρη εξετάσθηκαν οπτικά και διαπιστώθηκαν ικανοποιητικά, η δυναμική εξισορρόπηση των αξόνων του δρομέα πραγματοποιήθηκε ικανοποιητικά με εξοπλισμό ελεγχόμενο από υπολογιστή με απόδοση εντός των αποδεκτών ορίων και για σκοπούς αναγνώρισης, τοποθετήθηκε σφραγίδα στους υπερσυμπιεστές, οι οποίοι φέρουν τη σήμανση «………» για την πλευρά που είναι αντίθετη προς το λιμάνι (starboard) και «………» για την πλευρά προς το λιμάνι (portside). Σημειωτέον ότι, στο τέλος του πιστοποιητικού αναγράφεται ότι η δήλωση, που περιλαμβάνεται σε αυτό, δεν αποτελεί πιστοποίηση των ανωτέρω στοιχείων από το «………….». Από την αντιπαραβολή των ισχυρισμών των διαδίκων, όπως αυτή διατυπώνονται στα  σχετικά δικόγραφά τους διαπιστώνεται ότι η πραγματική διαφωνία τους δεν εντοπίζεται στα επιμέρους πραγματικά περιστατικά της κατάρτισης και εκτέλεσης της σύμβασης, τα οποία κατά βάση συνομολογούνται, αλλά στις έννομες συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από αυτά. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η «…………….» ενήργησε αποκλειστικά ως διαχειρίστρια και άμεση αντιπρόσωπός της κατά την κατάρτιση της από 23.2.2017 σύμβασης, με αποτέλεσμα συμβαλλόμενο μέρος να καταστεί η ίδια η πλοιοκτήτρια εταιρεία. Αντιθέτως, η εναγομένη υποστηρίζει ότι όλες οι διαπραγματεύσεις, οι συμφωνίες, οι πληρωμές και η συμβατική επικοινωνία έλαβαν χώρα αποκλειστικά με τη διαχειρίστρια εταιρεία, η οποία εμφανίσθηκε ως συμβαλλόμενη για την ίδια ατομικά, χωρίς να καταστήσει σαφές ότι ενεργούσε για λογαριασμό τρίτου προσώπου. Πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται από τις αποδείξεις καθώς από το σύνολο των εγγράφων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, πριν, κατά και μετά τη σύναψη της σύμβασης, προκύπτει με αδιαμφισβήτητο τρόπο η αντιπροσωπευτική ιδιότητα της «…………………». Πλέον συγκεκριμένα στην πρόσκληση που απέστειλε η ίδια η εναγομένη προς υποβολή πρότασης γίνεται αναφορά στη διαχειρίστρια ως εκπρόσωπο των ιδιοκτητών του σκάφους, όπως επίσης και στο κείμενο της υπ’ αριθ. ………../2017 ένδικης σύμβασης αποτυπώνεται ρητώς ότι η διαχειρίστρια ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό των πλοιοκτητών. Η ίδια ακριβώς ιδιότητα επαναλαμβάνεται στο προτιμολόγιο και στο τελικό τιμολόγιο, το οποίο εκδόθηκε στο όνομα της «………………», όχι όμως ως πελάτης ενεργών  δι’ αυτή ατομικά αλλά με τη ρητή μνεία ότι αυτή ενεργεί ως «managers of the owners». Επιπλέον,  η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση είχε κατά βάση χαρακτήρα σύμβασης πώλησης δύο υπερσυμπιεστών και όχι σύμβασης έργου, ισχυρισμός ο οποίος, όμως δεν αποδείχθηκε καθώς, όπως έγινε δεκτό, το αντικείμενο της συμφωνίας δεν περιοριζόταν στην παράδοση δύο μονάδων ……………. .., αλλά περιλάμβανε την αποξήλωση των παλαιών υπερσυμπιεστών, την εκτέλεση εργασιών μετασκευής της δεξιάς κύριας μηχανής, την εγκατάσταση και προσαρμογή των νέων μονάδων, τη διενέργεια δοκιμών, την παροχή πιστοποιήσεων του …………., την ανάληψη πενταετούς εγγύησης για το έργο, πενταετούς δωρεάν συντήρησης και εικοσιπενταετούς διαθεσιμότητας ανταλλακτικών. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι επιδίωξη των διαδίκων μερών ήταν η επίτευξη συγκεκριμένου τεχνικού και λειτουργικού αποτελέσματος επί της μηχανής του πλοίου και όχι απλώς η μεταβίβαση κυριότητας δύο κινητών πραγμάτων. Εξάλλου οι όροι αποπληρωμής του συμφωνηθείσας αμοιβής, όπως αποτυπώθηκαν στην ένδικη σύμβαση επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της σύμβασης ως σύμβασης έργου. Ειδικότερα, μολονότι  το μεγαλύτερο μέρος της συμφωνημένης αμοιβής αφορούσε τις μονάδες turbocharger για τις οποίες προβλέφθηκε συγκεκριμένο ποσό, όμως  η εξόφληση του υπολοίπου της αμοιβής συνδέθηκε όχι με την παράδοση των μονάδων, αλλά με την ολοκλήρωση των θαλάσσιων δοκιμών, την επιτυχή λειτουργία του συστήματος και την παραλαβή του έργου.  Από τα προεκτεθέντα προκύπτει αναμφίβολα ότι αφενός στην επίδικη σύμβαση έργου συμβαλλόμενη εργοδότρια τυγχάνει σαφώς η ενάγουσα, πλοιοκτήτρια του σκάφους, για λογαριασμό της οποίας αποκλειστικά και ως αντιπρόσωπος, κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ, ενεργούσε η ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία του σκάφους, αφετέρου ότι η επίδικη σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως έργου επί πλοίου, διότι σε αυτήν απαντώνται χαρακτηριστικά στοιχεία της εν λόγω συμβάσεως, που δε συμβιβάζονται με τη σύμβαση πώλησης, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της ενάγουσας – εκκαλούσα ως αβάσιμων κατ’ ουσίαν. Στη συνέχεια, κατά τον πλου του ένδικου σκάφους στις 20.07.2020 από την Ταραγόνα Ισπανίας προς το Γιβραλτάρ, μετά από περίπου 800 ώρες λειτουργίας, διαπιστώθηκε βλάβη στον έναν από τους δύο υπερσυμπιεστές που είχε προμηθεύσει και εγκαταστήσει η εναγομένη. Κατόπιν αιτήματος της ενάγουσας, η ……………. Ισπανίας, μέσω του εξουσιοδοτημένου σταθμού Algeciras-GIB, διενήργησε επιθεώρηση και συνέταξε την από 11.08.2020 έκθεση επιθεώρησης από την οποία προέκυψε ότι ο εξεταζόμενος υπερσυμπιεστής τύπου ……..δεν αποτελούσε γνήσιο προϊόν της ……………. και έφερε άγνωστο σειριακό αριθμό, καθώς και ότι η πλειονότητα των βασικών εξαρτημάτων του δεν ήταν αυθεντικής κατασκευής ……………., μεταξύ των οποίων ο τροχός του συμπιεστή, ο άξονας πτερυγίων, ο δακτύλιος κάλυψης, το περίβλημα εξόδου αέρα, το ένθετο τοίχου, το φίλτρο σιγαστήρα και τα περιβλήματα εισόδου και εξόδου αέρα. Παράλληλα, καταγράφηκαν εκτεταμένες φθορές στο σύστημα λίπανσης, στα έδρανα και σε λοιπά εξαρτήματα, ενώ ορισμένες ζημίες αποδόθηκαν σε εσφαλμένες ή πλημμελείς εργασίες, όπως λανθασμένη εξισορρόπηση του τροχού του συμπιεστή, υπερβολική λείανση του δακτυλίου κάλυψης, τροποποιήσεις στο πλαίσιο ρύθμισης του περιβλήματος εξόδου αερίων και βλάβες στην επιφάνεια στεγανοποίησης του περιβλήματος εισαγωγής αερίων με συνέπεια η ……………. να  εισηγηθεί στην ενάγουσα την πλήρη αντικατάσταση της μονάδας με αυθεντικό υπερσυμπιεστή κατασκευής …………….. Μετά τη γνωστοποίηση των ανωτέρω ευρημάτων, η ενάγουσα κοινοποίησε την έκθεση στην εναγομένη, η οποία απάντησε ότι θα αποκαθιστούσε τη βλάβη, θα προμήθευε τα απαιτούμενα ανταλλακτικά και θα απέστελλε τεχνικό προσωπικό για την επανασυναρμολόγηση της μονάδας. Επίσης δεσμεύθηκε να ελέγξει και τον δεύτερο υπερσυμπιεστή στο πλαίσιο της εγγύησης. Η ενάγουσα, από την πλευρά της, επέμεινε ότι κάθε αντικατάσταση εξαρτήματος έπρεπε να γίνει αποκλειστικά με γνήσια ανταλλακτικά ……………., εγκεκριμένα από τον ……….. Ακολούθως, μετά από νέα επιθεώρηση που διενεργήθηκε στις 04.03.2021 στον δεύτερο υπερσυμπιεστή, η ……………. κατέληξε και πάλι στο συμπέρασμα ότι ούτε η δεύτερη μονάδα αποτελούσε γνήσιο προϊόν της ……………., ότι ο υπερσυμπιεστής έφερε μη γνήσιο σειριακό αριθμό, μη αυθεντικό τροχό συμπιεστή, μη αυθεντικό άξονα πτερυγίων, μη γνήσιο δακτύλιο κάλυψης, μη αυθεντικά περιβλήματα εισαγωγής και εξόδου αερίων και αέρα, καθώς και φίλτρο σιγαστήρα διαφορετικού σχεδιασμού από το αυθεντικό ενώ καταγράφηκαν ενδείξεις λανθασμένης εξισορρόπησης και πλημμελούς εγκατάστασης με την επισήμανση ότι μόνον τα εξαρτήματα έδρασης και ο δακτύλιος ακροφυσίου κρίθηκαν ως αυθεντικά εξαρτήματα …………….. Και στην περίπτωση αυτή η κατασκευάστρια εταιρεία συνέστησε την πλήρη αντικατάσταση της μονάδας με γνήσιο υπερσυμπιεστή …………….. Περαιτέρω, από την υπ’ αριθ. ……/05.03.2021 έκθεση του …………. προέκυψε ότι οι υπερσυμπιεστές που είχαν τοποθετηθεί το 2017 δεν συνιστούνταν από τον κατασκευαστή των μηχανών, δεν είχαν πιστοποιηθεί και επιθεωρηθεί επαρκώς, ενώ είχε ήδη παρουσιαστεί αστοχία λειτουργίας του ενός εξ αυτών μετά από μόλις 800 ώρες λειτουργίας και για το λόγο αυτό ο νηογνώμονας συνέστησε την αντικατάστασή τους με πλήρως πιστοποιημένες και αποδεκτές μονάδες. Η εναγομένη  με τις προτάσεις της πρωτοβαθμίως αλλά και με τους λόγους της έφεσής της αρνείται την αγωγή και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή ισχυρισμούς της ενάγουσας. Επί της άρνησης της αυτής πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως έγινε δεκτό από το παρόν Δικαστήριο, αντικείμενο της από 23.02.2017 υπό κρίση σύμβασης έργου ήταν η προμήθεια και εγκατάσταση δύο νέων υπερσυμπιεστών «……………. …..» και όχι απλώς υπερσυμπιεστών «τύπου …………….», όπως υποστηρίζει η εναγομένη. Η παραδοχή αυτή προκύπτει ευθέως από το κείμενο της σύμβασης, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά σε συγκεκριμένο κατασκευαστή, καθώς και από την από 18.09.2020 επιστολή της ίδιας της εναγομένης, στην οποία αναγνωρίζεται ότι η συμβατική της υποχρέωση αφορούσε υπερσυμπιεστές ……………. , οπότε και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης, ήτοι ότι δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη προέλευση των εξαρτημάτων και ότι η υποχρέωσή της περιοριζόταν στην προμήθεια λειτουργικά κατάλληλων υπερσυμπιεστών, δεν βρίσκουν έρεισμα στη σύμβαση, δεδομένου ότι η προέλευση των μονάδων από συγκεκριμένο κατασκευαστή αποτελούσε συνομολογημένη ιδιότητα του έργου και ουσιώδες στοιχείο της συμφωνίας των μερών και ως εκ τούτου κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ομοίως απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το πιστοποιητικό ……… με αριθμό …………. αποδεικνύει τη γνησιότητα των εγκατεστημένων υπερσυμπιεστών καθώς το εν λόγω πιστοποιητικό αφορά την επιθεώρηση εξαρτημάτων πριν από την εγκατάστασή τους και δεν βεβαιώνει ούτε ότι τα επιθεωρηθέντα εξαρτήματα ήταν εκείνα που τελικώς τοποθετήθηκαν στο σκάφος ούτε ότι ο νηογνώμονας επιθεώρησε τις συναρμολογημένες μονάδες μετά την εγκατάστασή τους. Περαιτέρω, η εναγομένη δεν παρείχε πειστική εξήγηση για το γεγονός ότι η πλειονότητα των εξαρτημάτων που εξετάστηκαν από την …. κρίθηκαν ως μη αυθεντικά, ούτε αντέκρουσε ειδικώς τα τεχνικά πορίσματα των εκθέσεων επιθεώρησης. Επίσης   η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των εκθέσεων της … από την εναγομένη δεν κρίνεται βάσιμη, δεδομένου ότι στις εκθέσεις αυτές προσδιορίζονται αναλυτικά τα εξετασθέντα εξαρτήματα, οι αποκλίσεις τους από τα γνήσια προϊόντα …., οι άγνωστοι σειριακοί αριθμοί και οι διαπιστωθείσες τεχνικές ανωμαλίες. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της  ότι οι εκθέσεις δεν προσδιορίζουν την ακριβή αιτία της βλάβης προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι το κρίσιμο ζήτημα της υπό κρίση διαφοράς δεν είναι η ειδικότερη αιτία της αστοχίας, αλλά το εάν το παραδοθέν έργο έφερε τις συνομολογημένες ιδιότητες και συγκεκριμένα εάν οι εγκατεστημένοι υπερσυμπιεστές ήταν πράγματι γνήσιας κατασκευής …….., όπως είχε συμφωνηθεί. Επίσης αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι η λειτουργία της μονάδας επί περίπου 800 ώρες αποδεικνύει την καταλληλότητά της, αφού το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας ούτε την παράδοση έργου διαφορετικού από το συμβατικώς συμφωνηθέν. Υπό τα δεδομένα αυτά, αποδεικνύεται ότι οι υπερσυμπιεστές που εγκατέστησε η εναγομένη δεν ανταποκρίνονταν στις συνομολογημένες ιδιότητες του έργου, αφού δεν ήταν γνήσιας κατασκευής ….., παρά τις αντίθετες συμβατικές δεσμεύσεις της. Κατά συνέπεια, η εναγομένη δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την κύρια συμβατική της υποχρέωση και παρέδωσε έργο διαφορετικό από εκείνο που είχε αναλάβει να εκτελέσει. Κατόπιν των ανωτέρω, η ενάγουσα  άσκησε, στις 13.5.2021, διά της αντιπροσώπου της, με εξώδικη μονομερή, απευθυντέα και αμετάκλητη δήλωση βουλήσεως προς την εργολάβο – εναγομένη, το δικαίωμά της υπαναχώρησής της από τη σύμβαση έργου λόγω έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας αυτής, στην οποία επιδόθηκε στις 14.5.2021, με αποτέλεσμα την κατάλυση της ένδικης σύμβασης μεταξύ τους. Με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η ως άνω υπαναχώρηση στηρίχθηκε σε νόμιμη αιτία και ασκήθηκε εγκύρως καθώς αποδείχθηκε ότι αντικείμενο της σύμβασης δεν ήταν η εγκατάσταση υπερσυμπιεστών οποιασδήποτε προέλευσης με παρόμοια τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά η προμήθεια και εγκατάσταση συγκεκριμένων υπερσυμπιεστών …… …… Εφόσον δε οι μονάδες που τελικώς εγκαταστάθηκαν δεν έφεραν τη συμφωνημένη αυτή ιδιότητα, η ενάγουσα απέκτησε δικαίωμα υπαναχώρησης ανεξαρτήτως του εάν η έλλειψη της ιδιότητας αυτής συνδέθηκε ή όχι με τη συγκεκριμένη βλάβη που εμφανίσθηκε κατά τη λειτουργία του σκάφους.

Κατά το άρθρο 289 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ν. 3816/1958), τα δικαιώματα του εργοδότη από πραγματικά ελαττώματα ή από έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του έργου αποσβέννυνται μετά την πάροδο ενός έτους από την παράδοση αυτού. Η υπαναχώρηση συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, του οποίου η έγκυρη άσκηση ανατρέπει τη σύμβαση και γεννά αξιώσεις απόδοσης των παροχών που έχουν ήδη καταβληθεί. Πρέπει, επομένως, να διακρίνεται η προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από την παραγραφή των αξιώσεων που απορρέουν από την άσκησή του. Έτσι επί συμβάσεως έργου η ανατροπή της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης δημιουργεί αμοιβαία υποχρέωση απόδοσης των ληφθεισών παροχών κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι δε αξιώσεις που θεμελιώνονται στις διατάξεις αυτές υπόκεινται, κατ’ αρχήν, στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (ΑΠ 563/2017).  Περαιτέρω, το άρθρο 289 ΚΙΝΔ αποτελεί ειδικότερη διάταξη του άρθρου 693 ΑΚ μόνο ως προς τον χρόνο αποσβέσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη και δεν ρυθμίζει τις συνέπειες της δόλιας αποκρύψεως πραγματικού ελαττώματος ή ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας από τον εργολάβο. Για τον λόγο αυτό, σε περίπτωση κατά την οποία ο εργολάβος αποκρύπτει δολίως τέτοια ελαττώματα ή ελλείψεις, εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις των άρθρων 557 και 693 εδ. β΄ ΑΚ, με συνέπεια να μην μπορεί αυτός να επικαλεσθεί λυσιτελώς την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 1341/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1259/1991 ΕΕΝ 1993.64, ΕφΑθ 6774/1998 ΕλλΔνη 1998.1682). Επιπλέον,  όταν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι ο εργολάβος εγγυάται για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωση, παράδοση και παραλαβή του έργου ότι αυτό θα έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες και δεν θα εμφανίσει πραγματικά ελαττώματα, συμφωνείται συμβατική «προθεσμία ευθύνης» του εργολάβου. Η προθεσμία αυτή συνιστά πρόσθετη συμβατική εγγυοδοσία, με την οποία ο εργολάβος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη διατήρηση των συνομολογημένων ιδιοτήτων του έργου και για την απουσία πραγματικών ελαττωμάτων καθ’ όλη τη διάρκειά της. Κατά τη νομολογία, η συμφωνία αυτή έχει ως συνέπεια ότι αφετηρία του χρόνου παραγραφής των σχετικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί πλέον ο χρόνος παράδοσης του έργου αλλά ο χρόνος εμφάνισης του πραγματικού ελαττώματος ή της ελλείψεως της συμφωνημένης ιδιότητας εντός της συμφωνημένης περιόδου ευθύνης, εφόσον δεν προκύπτει διαφορετική βούληση των συμβαλλομένων (ΑΠ 874/2000 ΕλλΔνη 41.1659, ΕφΛαρ 152/2005, ΕφΘεσ 1085/1995, ΕφΑθ 8412/1991 ΕλλΔνη 33.1497, ΕφΑθ 1174/1983 ΝοΒ 31.1199). Με τον σχετικό λόγο έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την προβληθείσα ένσταση παραγραφής (αποσβεστικής προθεσμίας), ισχυριζόμενη ότι το επίδικο έργο παραδόθηκε και παραλήφθηκε στις 6.7.2017, ενώ η δήλωση υπαναχώρησης της αντιδίκου επιδόθηκε στις 14.5.2021, ήτοι μετά την πάροδο της ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 289 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ, με συνέπεια να έχει αποσβεσθεί το δικαίωμα της ενάγουσας να ασκήσει τα προβλεπόμενα εκ του νόμου δικαιώματά της λόγω ελλείψεως συνομολογημένων ιδιοτήτων του έργου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της ανωτέρω ενστάσεως η ενάγουσα προέβαλε νόμιμη αντένσταση ερειδόμενη στις προμνησθείσες νομικές διατάξεις, ισχυριζόμενη ότι η εναγομένη δολίως απέκρυψε το γεγονός ότι οι τοποθετηθέντες υπερσυμπιεστές δεν ήταν γνήσιοι κατασκευής ……, μολονότι κατά την παράδοση του έργου είχε διαβεβαιώσει περί του αντιθέτου και είχε προσκομίσει σχετικά πιστοποιητικά.  Με βάση τις ίδιες ως άνω αποδείξεις προέκυψαν τα εξής, ήτοι ότι: α) κατά την παράδοση του έργου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης διαβεβαίωσε την ενάγουσα περί της τοποθέτησης υπερσυμπιεστών ……, επισυνάπτοντας και το σχετικό πιστοποιητικό του νηογνώμονα, στο οποίο αναφερόταν ότι τα προς τοποθέτηση εξαρτήματα ήταν του συγκεκριμένου κατασκευαστή, β) η ενάγουσα δεν μπορούσε, κατά τον χρόνο παραλαβής του έργου, να διαγνώσει τη μη γνησιότητα των τοποθετηθέντων εξαρτημάτων, λόγω του περίκλειστου των μηχανών του σκάφους, ενώ ούτε η διενέργεια δοκιμαστικού πλου ήταν πρόσφορη να αποκαλύψει την πραγματική κατασκευαστική τους προέλευση και γ) η έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας κατέστη γνωστή μόνον κατόπιν αποσυναρμολόγησης των υπερσυμπιεστών και επιθεώρησής τους από την ίδια την κατασκευάστρια εταιρεία. Συνεπώς, αποδείχθηκε η βασιμότητα της αντενστάσεως περί δόλιας αποκρύψεως, με συνέπεια η εναγομένη να μην δύναται να επικαλεσθεί λυσιτελώς την πάροδο της ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει με ειδικό συμβατικό όρο ότι η εναγομένη εγγυάται επί πέντε έτη για τις εκτελεσθείσες εργασίες μετά την ολοκλήρωση, παράδοση και παραλαβή του έργου, ήτοι ότι το έργο θα διατηρεί τις συμφωνημένες ιδιότητές του και δεν θα εμφανίσει πραγματικά ελαττώματα κατά το χρονικό αυτό διάστημα, οπότε με βάση τον όρο αυτό προκύπτει ότι τα μέρη συμφώνησαν ρητώς προθεσμία ευθύνης της εργολάβου, χωρίς η τελευταία να αμφισβητεί την ύπαρξη της συμφωνίας, αλλά μόνον τον νομικό χαρακτηρισμό της. Εφόσον δε η έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας εκδηλώθηκε εντός της συμφωνημένης πενταετούς περιόδου ευθύνης, η αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο της από 13.5.2021 δήλωσης υπαναχώρησης, η οποία περιήλθε στην εναγομένη στις 14.5.2021. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις προαναφερθείσες αντενστάσεις της ενάγουσας και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής της εναγομένης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον έκτο λόγο της εφέσεως της εκκαλούσας – εναγόμενης  καθώς και με τις συναφείς αιτιάσεις που αναπτύσσει στο οικείο κεφάλαιο αυτής, η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη ότι το επίδικο έργο παραδόθηκε, επιθεωρήθηκε και παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα από την ενάγουσα, μετά δε τη διενέργεια δοκιμαστικού πλου το σκάφος χρησιμοποιήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη, με συνέπεια να θεωρείται ότι το έργο εγκρίθηκε και να αποκλείεται η μεταγενέστερη επίκληση ελαττωμάτων ή ελλείψεων αυτού. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος  δεδομένου ότι, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, η επίδικη πλημμέλεια του έργου δεν αφορούσε εμφανές ελάττωμα ή ιδιότητα δυνάμενη να διαγνωσθεί κατά τη συνήθη επιθεώρηση και παραλαβή αυτού, αλλά τη γνησιότητα και κατασκευαστική προέλευση των τοποθετηθέντων υπερσυμπιεστών, στοιχείο το οποίο δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί ούτε κατά την παράδοση ούτε κατά τη διενέργεια του δοκιμαστικού πλου. Επομένως, η ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου δεν συνιστούσε έγκριση της εν λόγω μη εμφανoύς ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας, ούτε είχε ως συνέπεια την απώλεια των δικαιωμάτων της εργοδότριας από τη σύμβαση έργου. Περαιτέρω, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά ως προς τη δόλια απόκρυψη της ως άνω ελλείψεως εκ μέρους της εργολάβου, η τελευταία δεν δύναται να επικαλεσθεί λυσιτελώς την παραλαβή του έργου προς απαλλαγή της από τη σχετική ευθύνη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως ουσιαστικά αβάσιμο ορθώς εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και εφάρμοσε τον νόμο, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως.

Με τους λοιπούς συναφείς λόγους της εφέσεώς της, πλην του ενδέκατου από αυτούς, για τον οποίο θα γίνει ιδιαίτερος λόγος κατωτέρω   η εκκαλούσα πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και υποστηρίζει ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι τοποθετηθέντες υπερσυμπιεστές δεν ήταν γνήσιας κατασκευής … και ότι το έργο έπασχε από έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, προβάλλοντας ειδικότερα ότι οι σχετικές διαπιστώσεις της …… έλαβαν χώρα αρκετά έτη μετά την παράδοση του έργου, ότι οι μονάδες λειτουργούσαν κανονικά και ανταποκρίνονταν στις τεχνικές απαιτήσεις του πλοίου, ότι τυχόν διαπιστωθείσες φθορές οφείλονταν στη χρήση τους και όχι σε πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης, ότι η ίδια ουδέποτε αναγνώρισε ευθύνη ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, ενώ η από 18.9.2020 επιστολή της δεν συνιστούσε σχετική ομολογία, καθώς και ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η συμφωνημένη ιδιότητα του έργου συνίστατο στην εγκατάσταση γνήσιων υπερσυμπιεστών ……., η δε έλλειψη της ιδιότητας αυτής αποδείχθηκε πλήρως από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε στο παρόν  Δικαστήριο. Ενόψει δε του ουσιώδους χαρακτήρα της ανωτέρω ιδιότητας για το αντικείμενο της σύμβασης, ορθώς η εκκαλουμένη έκρινε ότι συνέτρεχε περίπτωση ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας του έργου, η οποία παρείχε στην ενάγουσα το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ενώ όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εκκαλούσας αποτελούν απλή διαφορετική αξιολόγηση του ίδιου αποδεικτικού υλικού και δεν κλονίζουν την ορθότητα των παραδοχών της εκκαλουμένης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 689 ΑΚ, αν το έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα  που το καθιστούν άχρηστο ή στερείται συμφωνημένων ιδιοτήτων, ο εργοδότης δικαιούται, αντί της διόρθωσης ή της ανάλογης μείωσης της αμοιβής, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Η ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων που καθιστούν το έργο άχρηστο και η έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων αποτελούν εναλλακτικές προϋποθέσεις του δικαιώματος υπαναχώρησης (ΑΠ 471/2025). Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς τη νόμιμη υπαναχώρηση λόγω ελλείψεων του έργου, ενώ η συμβατική υπαναχώρηση του άρθρου 389 παρ. 1 ΑΚ προϋποθέτει επιφύλαξη αντίστοιχου δικαιώματος με συμφωνία των συμβαλλομένων, η οποία επιτρέπεται και στη σύμβαση έργου (ΑΠ 1914/2024). Επιπλέον, από τον συνδυασμό των άρθρων 689, 389 παρ. 2 και 904 επ. ΑΚ προκύπτει ότι με την έγκυρη υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαίως να αποδώσουν, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις παροχές που έλαβαν. Η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 689 ΑΚ ως προς τη θεμελίωση του δικαιώματος υπαναχώρησης δεν αποκλείει, επομένως, την εφαρμογή του άρθρου 389 παρ. 2 ΑΚ ως προς τις συνέπειές της (ΑΠ 137/2026, ΑΠ 471/2025). Κατά το άρθρο 908 ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν απέκτησε από αυτό, καθώς και τους καρπούς και ό,τι απέκτησε από το πράγμα. Κατά δε το άρθρο 909 ΑΚ, η υποχρέωση απόδοσης αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πλέον πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό εισάγουν τα άρθρα 911 και 912 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 911 αρ. 1 ΑΚ, επί απαίτησης αχρεωστήτου ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, εφόσον γνώριζε ή από τότε που έμαθε την ανυπαρξία του χρέους. Ως γνώση νοείται η θετική γνώση και δεν αρκούν αμφιβολία, υπαίτια άγνοια ή απλή αμφισβήτηση του δότη. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 912 ΑΚ, επί απαίτησης για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, ο λήπτης ευθύνεται για ό,τι έλαβε σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή από τότε που όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση, ενώ για τους καρπούς απαιτείται γνώση ότι η αιτία δεν επακολούθησε ή έληξε (ΑΠ 1475/2009). Η αναζήτηση παροχής που εκπληρώθηκε βάσει αρχικά έγκυρης σύμβασης, η οποία ανατράπηκε με υπαναχώρηση, υπάγεται ειδικώς στη λήξη της αιτίας κατά το άρθρο 912 ΑΚ. Η αναδρομική κατάργηση της σύμβασης δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής ότι ο λήπτης γνώριζε ήδη κατά την αρχική παραλαβή την ανυπαρξία του χρέους κατά την έννοια του άρθρου 911 αρ. 1 ΑΚ. Με την έγκυρη άσκηση της υπαναχώρησης γεννάται υποχρέωση αυτούσιας απόδοσης της ληφθείσας παροχής ή της αξίας της, από δε τον χρόνο αυτό ο λήπτης οφείλει να προβλέπει την αναζήτηση (ΑΠ 1340/2022). Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 911 και 912 ΑΚ ρυθμίζουν την επίταση της ευθύνης, ενώ η χρηματική αποτίμηση της επιστρεπτέας παροχής και η έκταση της αποζημίωσης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της υποχρέωσης απόδοσης και την οικονομική απώλεια που προκάλεσε η υπαίτια ματαίωσή της. Επιπλέον, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτη. Κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με την περ. 1 της διάταξης αυτής, ο εφεσίβλητος, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό, μπορεί να προτείνει νέους ισχυρισμούς προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής και οι ισχυρισμοί αναφέρονται στο προσβαλλόμενο κεφάλαιο και συντελούν στην απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 1033/2025, ΑΠ 622/2019). Επί αντίθετων εφέσεων, ισχυρισμοί που προτείνονται απαραδέκτως ως λόγοι ή πρόσθετοι λόγοι της μιας έφεσης μπορούν να εκτιμηθούν ως αμυντικοί ισχυρισμοί κατά της άλλης, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματός της (ΕφΠειρ 290/2021, Κ. Κεραμέα Δ. Κονδύλη Ν. Νίκα [-Μ. Μαργαρίτης], ΚΠολΔ, άρθρο 527, αρ. 11, σελ. 949, Ε. Μπαλογιάννη, σε Χ. Απαλαγάκη [επιμ.], Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2017, άρθρο 527, αρ. 2, σελ. 1348). Τέλος, κατά τα άρθρα 442 ΑΚ   η ένσταση συμψηφισμού μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, εφόσον η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, ενώ για την εφαρμογή της περ. 6 του άρθρου 527 ΚΠολΔ, η έγγραφη απόδειξη πρέπει να καλύπτει ευθέως και αμέσως όλα τα θεμελιωτικά περιστατικά του νέου ισχυρισμού, χωρίς συμπλήρωση με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 1780/2023).

Με τον μόνο κύριο λόγο της από 10.6.2025 έφεσής της η ενάγουσα προσβάλλει την εκκαλουμένη κατά το μέρος που εξάρτησε την επιστροφή της εργολαβικής αμοιβής, ποσού 476.160 ευρώ, από την ταυτόχρονη αυτούσια απόδοση των δύο υπερσυμπιεστών. Προβάλλει δε δήλωση συμψηφισμού της απαίτησής της με τη χρηματική απαίτηση της εναγομένης, την οποία περιορίζει στο τίμημα που εισέπραξε από την εκποίηση των μονάδων ως μεταλλικών αποβλήτων, ποσού 22.165,50 HRK, αποτιμώμενου από την ίδια σε 2.945,11 ευρώ. Με τον από 14.1.2026 πρόσθετο λόγο επικαλείται το άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ και εκθέτει ότι η αυτούσια απόδοση είναι ανέφικτη λόγω της αποσυναρμολόγησης, καταστροφής και παράδοσης των μονάδων προς ανακύκλωση και επαναπροβάλλει τη δήλωση συμψηφισμού. Κατ’ ορθή εκτίμηση των λόγων αυτών, οι ισχυρισμοί για την καταστροφή των υπερσυμπιεστών και την αντικατάστασή τους με την αξία αυτών καθώς και  η δήλωση συμψηφισμού προβάλλονται προς υπεράσπιση της ενάγουσας, ως εφεσιβλήτου, κατά του ενδέκατου λόγου της αντίθετης έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο επαναφέρεται η αξίωση χρηματικής απόδοσης της αξίας τους, όπως κατωτέρω εκτίθεται. Η αμυντική αυτή προβολή είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ,  διότι δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής και οι νέοι ισχυρισμοί κατατείνουν στην απόκρουση του αιτούμενου ύψους της χρηματικής ανταπόδοσης, με τη  συνδρομή της περ. 6 του ίδιου άρθρου.  Από τη συνεκτίμηση της υπ’ αριθ. ……… εντολής πώλησης υλικού του ναυπηγείου …………….., των παραστατικών παραλαβής και βεβαίωσης εκτέλεσης της εταιρείας ………….. και του υπ’ αριθ. …………….. τιμολογίου του ίδιου ναυπηγείου, ως στοιχείων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με τις λοιπές αποδείξεις, αποδείχθηκε ότι οι δύο επίδικοι υπερσυμπιεστές αποσυναρμολογήθηκαν, καταστράφηκαν και παραδόθηκαν προς ανακύκλωση ως μεταλλικά απόβλητα το 2022. Έκτοτε δεν υφίστανται ως αυτοτελή πράγματα και η αυτούσια απόδοσή τους είναι αντικειμενικώς ανέφικτη.  Ακολούθως η καταστροφή και εκποίηση πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο εργασιών για λογαριασμό της ενάγουσας, μετά την υπαναχώρηση που η ίδια άσκησε με την από 13.5.2021 εξώδικη δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 14.5.2021. Από την υπαναχώρηση γεννήθηκε η αμοιβαία υποχρέωση απόδοσης των ληφθεισών παροχών κατά τα άρθρα 389, 689 και 904 επ. ΑΚ. Η ενάγουσα γνώριζε, συνεπώς, πριν από την καταστροφή ότι όφειλε να επιστρέψει τις μονάδες και, κατά το άρθρο 912 ΑΚ, ευθυνόταν για ό,τι έλαβε σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή. Επομένως, η μεταγενέστερη απώλειά τους δεν περιορίζει την ευθύνη της στο τίμημα των μεταλλικών καταλοίπων κατά το άρθρο 908 ΑΚ. Οφείλει τη χρηματική αξία των δύο συγκεκριμένων μονάδων, με συνεκτίμηση της πραγματικής τεχνικής και οικονομικής τους κατάστασης κατά τον χρόνο της υπαναχώρησης. Περαιτέρω, κατά τη συμβατική αποτίμηση, η αξία των δύο υπερσυμπιεστών ανερχόταν σε 360.000 ευρώ, ήτοι 180.000 ευρώ ανά μονάδα, χωριστά από την αμοιβή των εργασιών και τον αναλογούντα ΦΠΑ. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, όμως, οι μονάδες δεν διατηρούσαν την αρχική τους αξία. Από τις τεχνικές εκθέσεις και την ένορκη βεβαίωση του τεχνικού πραγματογνώμονα …………… προέκυψε ότι ο πρώτος υπερσυμπιεστής παρουσίαζε σοβαρές φθορές στον τροχό του συμπιεστή, στην τουρμπίνα και στον δακτύλιο καλύμματος, καθώς και έντονη φθορά των εδράνων και δημιουργία καταλοίπων. Κρίσιμα εξαρτήματά του δεν ήταν γνήσια εξαρτήματα ……………, με αποτέλεσμα ουσιώδη υποβάθμιση της λειτουργικής και εμπορικής του αξίας. Ως προς τον δεύτερο υπερσυμπιεστή, η μη γνησιότητα των εξαρτημάτων, η έλλειψη πιστοποιημένης προέλευσης και η ανάγκη επιθεώρησης και ανακατασκευής επέφεραν επίσης σημαντική απομείωση της αξίας του. Συνεκτιμώντας την έως τότε χρήση και φθορά, τα ουσιώδη τεχνικά ελαττώματα και τη δυνατότητα οικονομικής αξιοποίησης κάθε μονάδας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο πρώτος διατηρούσε υπολειμματική αξία ίση με το 20% της αρχικής αξίας του και ο δεύτερος ίση με το 40%. Η αποδοτέα αξία ανέρχεται, επομένως, σε 36.000 ευρώ για τον πρώτο και 72.000 ευρώ για τον δεύτερο, ήτοι συνολικά σε 108.000 ευρώ. Συνεπώς ο προβαλλόμενος από την εκκαλούσα – εφεσίβλητη – ενάγουσα ισχυρισμός ότι η υποχρέωσή της περιορίζεται στο εισπραχθέν τίμημα των αποβλήτων είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Με τον ενδέκατο λόγο της από 17.12.2025 έφεσής της η εναγομένη διατείνεται ότι η εκκαλουμένη, μολονότι δέχθηκε την ένστασή της περί μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, εσφαλμένα δεν συνυπολόγισε, για την περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των υπερσυμπιεστών, τη χρηματική υποχρέωση της ενάγουσας. Επικαλείται δε την αξία των δύο μονάδων 360.000 ευρώ, αποζημίωση λόγω φθοράς 72.000 ευρώ και ωφελήματα χρήσης 72.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι εν μέρει βάσιμος ως προς τη χρηματική υποκατάσταση της ανέφικτης αυτούσιας απόδοσης, μέχρι του ποσού των 108.000 ευρώ καθώς η αρχική συμβατική τιμή δεν αποτελεί την αποδοτέα αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού οι διαπιστωμένες τεχνικές ελλείψεις, η μη γνησιότητα και η φθορά έχουν επιφέρει την ανωτέρω απομείωση. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε αυτοτελής πρόσθετη ζημία 72.000 ευρώ λόγω φθοράς, πέραν της κατάστασης που ήδη συνεκτιμήθηκε στην αποτίμηση. Ούτε αποδείχθηκαν ωφελήματα χρήσης 72.000 ευρώ με μόνη την επίκληση τετραετούς χρήσης, χωρίς ειδική τεκμηρίωση της ωφέλειας και του τρόπου υπολογισμού της. Κατά το υπερβάλλον ο ενδέκατος λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακολούθως η προτεινόμενη από την ενάγουσα σε συμψηφισμό δική της απαίτηση των 476.160 ευρώ αποδεικνύεται αμέσως κατόπιν ομολογίας της εναγομένης ως προς το ποσό της αμοιβής που συμφωνήθηκε και της καταβλήθηκε, αλλά και  έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, με την οποία καταψηφίσθηκε το ποσό αυτό, αφού ήδη απορρίφθηκαν οι προβαλλόμενοι κατ’ αυτής (εκκαλουμένης) σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας – εναγομένης. Η δήλωση συμψηφισμού προβάλλεται, επομένως, παραδεκτώς με τον κύριο λόγο της έφεσής της κατά τα άρθρα 442 ΑΚ και 527 περ. 6  ΚΠολΔ. Η χρηματική ανταπαίτηση της εναγομένης, αντί της ανέφικτης αυτούσιας απόδοσης, προσδιορίζεται στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδέκατου λόγου της αντίθετης έφεσης στο ποσό των 108.000 ευρώ. Οι δύο απαιτήσεις είναι αμοιβαίες, ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες και, κατά παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού, αποσβέννυνται κατά το μέρος που καλύπτονται, σύμφωνα με τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ. Η απαίτηση της ενάγουσας περιορίζεται, συνεπώς, σε 368.160 ευρώ (476.160 − 108.000). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως  βάσιμοι ο πρώτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας και ο πρόσθετος λόγος αυτής και, εν μέρει, ο ενδέκατος λόγος της αντίθετης έφεσης της εναγομένης και ακολούθως να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες η από 17.12.2025 έφεση της εναγομένης και η από 10.6.2025 έφεση της ενάγουσας και ο από 14.1.2026 πρόσθετος λόγος της τελευταίας, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με αριθμό 3099/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικασθεί εκ νέου κατ’ ουσίαν, η αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, να  γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 368.160 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 15.5.2021 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Ενόψει της παραδοχής και των δύο εφέσεων, πρέπει να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή σε καθεμία από τις εκκαλούσες του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της δικής της έφεσης.  Τέλος, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να καθορισθεί εκ νέου για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ, όπου σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, τα έξοδα κατανέμονται ανάλογα με την έκταση της επιτυχίας και αποτυχίας καθενός, με δυνατότητα μερικού συμψηφισμού τους και επιβολής του υπολοίπου σε βάρος του αντιδίκου (ΑΠ 301/2025). Στη προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη της συνολικής έκβασης της διαφοράς, της έκτασης της νίκης και της ήττας κάθε πλευράς και των αναγκαίων για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης εξόδων, πρέπει η δικαστική δαπάνη των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να συμψηφισθεί κατά ένα μέρος και να επιβληθεί το υπόλοιπο μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 17.12.2025 έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης, την από 10.6.2025 έφεση της εκκαλούσας – ενάγουσας και τον από 14.1.2026 πρόσθετο λόγο αυτής.

Δέχεται τυπικά τις εφέσεις και τον πρόσθετο λόγο έφεσης.

Δέχεται κατ’ ουσίαν την από 17.12.2025 έφεση της εναγομένης και την από 10.6.2025 έφεση της ενάγουσας, καθώς και τον από 14.1.2026 πρόσθετο λόγο της τελευταίας.

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα – εναγομένη του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της από 17.12.2025 έφεσής της και στην εκκαλούσα – ενάγουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της από 10.6.2025 έφεσής της.

Εξαφανίζει την με αριθμό 3099/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία – ναυτικές διαφορές).

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει εκ νέου κατ’ ουσίαν τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../2022 αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριακοσίων εξήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εξήντα (368.160) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 15.5.2021 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στις 22.7.2026 και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 2.11.2026 .

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ