Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 689/2026

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως   689/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Δημήτριο Δάγλα, Εφέτη, τον οποίον όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων:  1)  ……….., και  2) ……………… αμφοτέρων κατοίκων ……………., οι οποίοι αμφότεροι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ΧΡΗΣΤΟΥ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ (ΑΜ ΔΣΑ ……….).

Της εφεσίβλητης: ……………, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΙΣΙΑ (ΑΜΔΣΑ ………….), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η εφεσίβλητη – ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 03.12.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ …./2021 και ΕΑΚ ……/2021 αγωγή της με την οποίαν ζητούσε τα σε αυτήν διαλαμβανόμενα, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί την 23η.11.2022, οπότε και συζητήθηκε, και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 346/2023 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά (τακτική διαδικασία). Ακολούθως με την από 23.03.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ …../2023 και ΕΑΚ ……/2023 κλήση της ενάγουσας εισήχθη προς συζήτηση η ανωτέρω αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, και με την από 06.03.2024 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιά, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο στις 18.4.2024, οπότε και συζητήθηκε, εκδόθηκε δε επ’ αυτής η υπ’ αρ. 4206/2025 οριστική (ήδη εκκαλουμένη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δια της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή της ενάγουσας – εφεσίβλητης.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι (ηττηθέντες) εκκαλούντες – εναγόμενοι με την από 6-2-2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ………../2026 έφεση, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση των εκκαλούντων – εναγομένων κατά της υπ’ αριθμ. 4206/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε στις 6.2.2026 νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1 περ. β, 514, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, και 524 ΚΠολΔ (οράτε και την υπ’ αρ. …../8.1.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο  Αθηνών ……………), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), για δε το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από τους εκκαλούντες κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ.β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό ……………. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο.

Η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη) με την από 03.12.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ …../2021 και ΕΑΚ ……./2021 αγωγή της εξέθετε ότι με τους εναγόμενους, ήδη εκκαλούντες, τυγχάνει συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος, η ίδια κατά ποσοστό 68,75% εξ αδιαιρέτου, ο πρώτος (πατριός της) κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου και ο δεύτερος (ετεροθαλής αδελφός της) κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου, στο λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή, οικόπεδο το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφάνειας εξακοσίων δύο (602,00) τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην …. Αττικής, εντός του οικισμού του Δήμου ……, της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων, της Περιφερείας Αττικής, στην θέση «…….» μετά της επ’ αυτού διώροφης οικίας. Ότι το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας της, απέκτησε κατά μεν ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής εξ ιδιογράφου διαθήκης από τον πατέρα της (με χρόνο επαγωγής 29-9-2000), δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/2019 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Ύδρας, κατά δε ποσοστό 18,75 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής εξ αδιαθέτου από την μητέρα της (με χρόνο επαγωγής 30-9-2008), δυνάμει της υπ’ αριθ. …../2019 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα στο ανωτέρω Υποθηκοφυλακείο. Ότι οι εναγόμενοι, ο μεν πρώτος με την ιδιότητα του συζύγου της μητρός της (ενάγουσας, από 2ο γάμο, μετά το διαζύγιο με τον πατέρα της), ο δε, δεύτερος με την ιδιότητα του τέκνου της μητρός της (ενάγουσας), με πατέρα τον πρώτο εναγόμενο, με την υπ’ αριθ. ……./3-5-2018 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών ….., νόμιμα μεταγεγραμμένης, προέβησαν σε αποδοχή της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομιάς της αποβιωσάσης μητρός της, δηλώνοντας όμως αναληθώς ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου, ότι στην ως άνω κληρονομουμένη ανήκε κατά πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 100% το άνω ακίνητο, αντί του ορθού ότι της ανήκε ιδανικό μερίδιο 50% εξ αδιαιρέτου, αναφέροντας αναληθώς ότι δήθεν το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του τέως συζύγου της κληρονομούμενης και πατέρα της (ενάγουσας), περιήλθε σε αυτήν, από άτυπη δωρεά από τον τέως σύζυγό της λόγω διαζυγίου, περί το έτος 1965, το οποίο (ακίνητο) έκτοτε η κληρονομούμενη κατά τους ισχυρισμούς τους, και μέχρι το θάνατο της, νεμόταν, κατείχε και διέθετε όπως ήθελε, με δικαίωμα πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής, ασκούσας όλες τις διακατοχικές πράξεις, χωρίς ποτέ να οχληθεί από κανέναν, ήτοι λόγω χρησικτησίας. Ότι με την ανωτέρω πράξη αποδοχής κληρονομίας, οι εναγόμενοι εμφαίνονται αναληθώς και ψευδώς προς τους τρίτους, και στα δημόσια βιβλία μεταγραφών, ως συγκύριοι του επίδικου, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος από αυτούς (αντί του ορθού πιο πάνω ποσοστού 12,5%) και κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος (εναγόμενος), (αντί του ορθού πιο πάνω ποσοστού 18,75%). Ότι έτσι οι εναγόμενοι έχουν αποδεχθεί αναληθώς και ψευδώς ο μεν πρώτος, ποσοστό συγκυριότητας πλέον 12,5% από εκείνο που όντως του αντιστοιχεί, ο δε, δεύτερος ποσοστό συγκυριότητας πλέον 18,75% από εκείνο που όντως του αντιστοιχεί. Ότι η ανωτέρω υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων είναι παράνομη, αφού θίγει το απόλυτο δικαίωμα της συγκυριότητάς της (ενάγουσας) επί του ως άνω ακινήτου, και ως εκ τούτου δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ότι η αξία του επίκοινου ανέρχεται σύμφωνα με τους πίνακες αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Οικονομικών σε 544.354,40 ευρώ, και η αξία του ιδανικού μεριδίου της, ανέρχεται συνολικά σε 374.243,65 ευρώ (544.354,40 επί 68,75%). Κατόπιν των ανωτέρω, επικαλούμενη άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον, ζητούσε : 1) Να αναγνωριστεί το δικαίωμα πλήρους συγκυριότητας της κατά ποσοστό (συνολικά) 68,75% εξ αδιαιρέτου επί του περιγραφόμενου στο ιστορικό της αγωγής, ακινήτου, 2) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της υπ’ αριθ. ……./3-5­2018 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών, ………., η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Ύδρας, στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ……., ως προς τα πιο πάνω ποσοστά που οι εναγόμενοι εμφαίνονται αναληθώς και ψευδώς, ως συγκύριοι του επίδικου, ήτοι κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εναγόμενος αντί του ορθού πιο πάνω ποσοστού 12,5% και κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος από αυτούς, αντί του ορθού πιο πάνω, ποσοστού 18,75%, 3) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, ο καθένας από αυτούς, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, 4) Να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί, ως προς το πιο πάνω καταψηφιστικό χρηματικό αίτημα προσωρινά εκτελεστή και 5) Να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κατόπιν της ήδη αναφερθείσας ανωτέρω στην παρούσα διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, δια της υπ’ αρ. 4206/2025 οριστικής απόφασής του έκανε εν μέρει δεκτή την ανωτέρω αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι εκκαλούντες – εναγόμενοι και ζητούν, δια των προβαλλομένων εκ μέρους τους σχετικών λόγων εφέσεως, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η ανωτέρω αγωγή της ενάγουσας – εφεσίβλητης εναντίον τους.

Με σχετικό λόγο εφέσεως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, δι’ ο και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, δεν έλαβε υπ’ όψιν του ως ανυπόστατες, έστω και ως δικαστικά τεκμήρια ή αποδεικτικά μέσα εκτιμώμενα ελευθέρως, τις ενώπιόν του προσκομισθείσες μετ’ επικλήσεως – δύο εκ των συνολικά πέντε – υπ’ αριθμ. …../25.05.2022 και ……./04.07.2023 ένορκες βεβαιώσεις του ………. και του (Όνομα) ……. (επώνυμο) ………, αντίστοιχα, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ύδρας …….. και της Συμβολαιογράφου Ύδρας . ….., αντίστοιχα, οι οποίες προσκομίστηκαν καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου αριθμού των συνολικά τριών που προβλέπονται στο άρθρο 422 παρ. 3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι η αντίδικός τους στην πρωτοβάθμια δίκη (ενάγουσα – εφεσίβλητη) δεν επικαλέστηκε δικονομική βλάβη, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας, κατ’ άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός που φέρεται ως λόγος εφέσεως, ακόμα και αν θεωρηθεί βάσιμος, δεν ασκεί ουσιώδη έννομη επιρροή στην παρούσα δευτεροβάθμια – και δη μη αναιρετική – δίκη, κατά την οποία, σε κάθε περίπτωση, επαναπροσκομίζονται άπαντα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν σε πρώτο βαθμό – ανεξαρτήτως του εάν λήφθηκαν ή μη υπ’ όψιν υπό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου – και ως εκ τούτου απορριπτέος τυγχάνει ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.

Με σχετικό (ενιαίως εκτιμώμενο) λόγο εφέσεως, οι εκκαλούντες, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτόν, ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, εάν δε είχε ορθώς ερμηνεύσει και εφαρμόσει αυτόν και ορθώς εκτιμήσει τις αποδείξεις τότε θα έπρεπε να απορρίψει καθ’ ολοκληρίαν την αγωγή της ενάγουσας – εφεσίβλητης.

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον παρίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική Πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου ελληνικού δικαστηρίου (ΑΠ 1987/1988, ΕλλΔνη 31. 791). Έτσι, σύμφωνα με την αρχή της εδαφικότητας, που διέπει κατά βάση τους κανόνες του εσωτερικού διεθνούς δικονομικού δικαίου, η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων διαμορφώνεται στον ισχύοντα ΚΠολΔ ως συνισταμένη των καθιερούμενων δωσιδικιών (άρθρα 3 § 1 σε συνδ. με 22επ ΚΠολΔ). Εάν συντρέχει κατά τόπον αρμοδιότητα σε υπόθεση με στοιχεία αλλοδαπότητας, υπάρχει συγχρόνως και διεθνής δικαιοδοσία του συγκεκριμένου ημεδαπού δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η αυτοτέλεια της διεθνούς δικαιοδοσίας και της κατά τόπον αρμοδιότητας επιβάλλει, περαιτέρω, τη διαφοροποίηση του χρονικού σημείου ελέγχου της συνδρομής τους. Η έρευνα της διεθνούς δικαιοδοσίας, ακόμη και όταν δεν προηγείται ανεξαιρέτως όλων των άλλων προϋποθέσεων, ελέγχεται, πάντως, κατά λογική ιεραρχία πριν από την έρευνα της κατά τόπον αρμοδιότητας και γενικότερα των αναφερόμενων στο δικάζον δικαστήριο προϋποθέσεων. Εξαίρεση από τον κανόνα της διαδοχικής εξέτασης των δύο αυτών διαδικαστικών προϋποθέσεων υπάρχει εκ των πραγμάτων, όταν η διεθνής δικαιοδοσία θεμελιώνεται συγχρόνως με την τοπική αρμοδιότητα, οπότε και ελέγχονται στο ίδιο χρονικό σημείο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε ακίνητα, τη νομή ή την κατοχή τους κ.λπ. υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, ενώ κατά το άρθρο 30 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διαφορές που αφορούν την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος ή διανομή κληρονομίας, απαιτήσεις του κληρονόμου εναντίον του νομέα ή του κατόχου της κληρονομιάς, απαιτήσεις από κληροδοτήματα ή απαιτήσεις από άλλες διατάξεις αιτία θανάτου ή απαιτήσεις από νόμιμη μοίρα ή απαιτήσεις εναντίον εκτελεστών διαθήκης για την εκτέλεση των διατάξεών της, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος, όταν πέθανε, είχε την κατοικία του και αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του. Περαιτέρω, εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο τυγχάνει : όσον αφορά την αγωγή περί κλήρου και την αναγνωριστική αγωγή κληρονομικού δικαιώματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ, το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν απεβίωσε, όσον αφορά την αρνητική αναγνωριστική αγωγή κυριότητας και την αγωγή διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 ΑΚ, το δίκαιο της πολιτείας όπου βρίσκεται το ακίνητο, ήτοι το ελληνικό, ενώ όσον αφορά την αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας διαθήκης λόγω πλαστότητας και την αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας πράξεως αποδοχής κληρονομίας εφαρμοστέο δίκαιο τυγχάνει το ελληνικό, αν οι ενάγοντες αρνούνται την ίδια την υπόσταση της διαθήκης ως μονομερή αιτία θανάτου δικαιοπραξία, περιέχουσα δήλωση βουλήσεως, αποδίδοντας τη σύστασή της σε πλαστότητα, και σε κάθε περίπτωση κατά τη διάταξη του άρθρου 11 ΑΚ, περί του τύπου της δικαιοπραξίας [ βλ. σχετ. και την από 05.10.1961 Σύμβαση της Χάγης «για τις συγκρούσεις νόμων που αφορούν τον τύπο διατάξεων διαθήκης», που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.1325/1983 και τέθηκε σε ισχύ από 02.8.1983, η οποία αυξάνει, συγκριτικά με την ΑΚ 11, τον αριθμό των δικαίων, ο τύπος ενός εκ των οποίων αρκεί να έχει τηρηθεί για να είναι έγκυρη η διαθήκη από πλευράς τυπικών προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων είναι ο τόπος που ο διαθέτης επιχείρησε να συντάξει τη διαθήκη, βλ. και ΑΠ 280/2010, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ]. Σημειωτέον ότι ο Κανονισμός [ΕΕ] 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, σύμφωνα με τον οποίο διεθνή δικαιοδοσία στις υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής έχουν τα δικαστήρια στα οποία ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο θανάτου του, τέθηκε σε εφαρμογή στις 17.8.2015 και κατά το άρθρο 83 αυτού εφαρμόζεται στην κληρονομική διαδοχή προσώπων που απεβίωσαν κατά ή μετά την 17.8.2015. ΙΙ. Η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοινώσεως σε άλλον, τελειούται με την δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Η δήλωση όμως αυτή είναι άκυρη: α) εάν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι’ αυτό διατυπώσεις, β) εάν έγινε από πλάνη για τον λόγο της επαγωγής, γ) εάν έγινε πριν από την επαγωγή και δ) εάν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ε) ενώ ακόμη είναι δυνατόν να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή βάσει των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επ., 150 επ., 1526, 1527, 1625, 1851, 1857 ΑΚ), στ) ενώ η σχετική δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς δυνατόν επίσης να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής (ΑΠ 729/2011 ΕλλΔνη 2011.1027, ΕφΘεσ 300/2010 Αρμ 2011.776, Β. Βαθρακοκοίλη «ΕΡΝΟΜΑΚ», τόμος ΣΤ΄, ημίτομος Α΄, άρθρο 1857 ΑΚ, παρ. 1, σελ. 622-623, Αναστασίου Αθανασόπουλου «Εμπράγματο Δίκαιο», τόμος Β΄, άρθρα 1195–1197 ΑΚ, αρ. 3, σελ. 952, Απ. Γεωργιάδη-Μ. Σταθόπουλου «Αστικός Κώδιξ», τόμος IX, άρθρο 1857 ΑΚ, σελ. 559-560), ή ζ) ως άκυρη εάν γίνει για μέρος μόνον της κληρονομιάς (ΠολΠρΑμφ 87/2012, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα δε, με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε το άρθρο 1199 του ιδίου κώδικα, με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή, η κυριότητα θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. (ΑΠ 401/2019, 122/2018, 20/2017, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 362, 380 επ., 369, 1033, 1192 αριθμ. 1 και 1198 ΑΚ συνάγεται ότι η υποσχετική σύμβαση με την οποία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου δεν καθίσταται άκυρη, από μόνο το γεγονός ότι εκείνος που μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, αλλά στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστούν οι διατάξεις για την αδύνατη παροχή. Περαιτέρω, η εκποιητική σύμβαση, στην ως άνω περίπτωση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ομοίως δεν καθίσταται (οριστικά) άκυρη, αφού ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά παραμείνει μετέωρη, της ενέργειας της εξαρτημένης από την επέλευση όρου που απαιτείται εκ του νόμου, σύμφωνα με το αρ. 239 ΑΚ (Γαζής ΕρμΑΚ αρ. 237 αρ. 12, Μπαλής Γεν. Αρχές παρ. 129, Τούσης Γεν. Αρχές σελ. 706, ΕφΠειρ 898/86 ΕλλΔνη 28, 466), πλην όμως ανίσχυρη έναντι του αληθούς κυρίου (άρθρο 1033 ΑΚ). Έτσι, έναντι του αληθούς κυρίου, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο (ΑΠ 123/2022, 99/2019, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στην περίπτωση αυτή, ο θιγόμενος από την ως άνω δικαιοπραξία – αποδοχή κληρονομιάς στο κληρονομικό του δικαίωμα εξ αδιαθέτου κληρονόμος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει δικαστικά την αναγνώριση του ότι η αποδοχή της κληρονομιάς και η περαιτέρω μεταβίβαση του κληρονομιαίου ακινήτου είναι ανίσχυρες ως προς αυτόν κατά το μέρος που συμπεριλαμβάνουν το δικό του εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο (ΑΠ 729/2011, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 983, 1710, 1813 επ., 1846 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την κατ` άρθρο 1871 του ΑΚ αγωγή περί κλήρου, στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομίας (νομέας της κληρονομίας), σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητουμένου κύρους ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, μπορεί ν` ασκηθεί από τον κληρονόμο κατ` αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο, αγωγή. Για την ευδοκίμηση της αγωγής αυτής, αρκεί ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, τη συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφόσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο ακίνητο, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή του κληρονομουμένου στο ακίνητο κατά το χρόνο του θανάτου του, η οποία περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγόμενου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 355/2007, ΝΟΜΟΣ). ΙΙΙ. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 29 ΚΠολΔ, διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα πάνω σε ακίνητα, τη νομή ή την κατοχή τους …. υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 27 ΑΚ η νομή και τα εμπράγματα δικαιώματα σε κινητά ή ακίνητα πράγματα ρυθμίζονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου βρίσκονται. IV. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Ειδικότερα, επί διαθηκών, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ και 1781 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη έχοντας εφαρμογή – επί διαθηκών – της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 105/2013, ΑΠ 627/2005, ΝΟΜΟΣ). Η σημασία της ερμηνείας είναι καθοριστική στις περιπτώσεις των ιδιόγραφων (ή μυστικών) διαθηκών, αφού στις δημόσιες διαθήκες ο συμβολαιογράφος φροντίζει ώστε η βούληση του διαθέτη να αποτυπωθεί στη διαθήκη με σαφήνεια και με ορθή νομική φρασεολογία. Σκοπός της ερμηνείας της διαθήκης είναι η άρση της (μερικής) ασάφειας αυτής και η διαπίστωση του νομικώς σημαντικού περιεχομένου της δήλωσης βούλησης του διαθέτη, ενώ αντικείμενο της είναι ακριβώς η δήλωση της βούλησης του διαθέτη. Σχετικώς πρέπει να ληφθούν υπόψη η εποχή που συντάχθηκε η διαθήκη, το κοινωνικό περιβάλλον του διαθέτη, οι προσωπικές (τοπικές, γλωσσικές ή επαγγελματικές) συνήθειές του, η πνευματική και κοινωνική του ανάπτυξη, η τυχόν νομική ή άλλη παιδεία του κτλ., ενώ συγχωρείται ακόμη και η αναζήτηση της εικαζόμενης βούλησης του. Έτσι, αποφασιστικό αποβαίνει εκείνο που ο διαθέτης εννόησε ή μπορούσε να εννοήσει, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, η σχετική τυχόν αντίληψη ή η δυνατότητα αντίληψης άλλου ή άλλων προσώπων και ιδιαίτερα του τιμωμένου. Ωστόσο, κατά την ερμηνεία των διαθηκών δεν αναζητείται μια βούληση του διαθέτη αποκομμένη από τη σχετική δήλωση της βούλησης αυτής, αλλά το τι ήθελε να πει ο διαθέτης χρησιμοποιώντας τις συγκεκριμένες λέξεις. Έτσι, για την εξεύρεση αυτής της αληθινής βούλησης του διαθέτη αποβλέπουμε καταρχήν στο κοινό νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί ο διαθέτης στη διαθήκη. Αν, όμως, αποδεικνύεται, ότι αυτός χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες λέξεις με άλλο νόημα, είναι φανερό ότι πρέπει να αποβλέψουμε στο διαφορετικό αυτό νόημα. Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, γιατί αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη (ΑΠ 72/2021, ΝΟΜΟΣ). Με την παραπάνω προϋπόθεση, επιτρέπεται κατά την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη η προσφυγή και σε όλα τα προσιτά γεγονότα ή στοιχεία που βρίσκονται εκτός της διαθήκης, λ.χ. έγγραφα, συνομιλίες ή άλλες εκδηλώσεις του διαθέτη, οι σχέσεις του με ορισμένα πρόσωπα κλπ., χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται, έστω και υπαινικτικά, στο κείμενο της διαθήκης (ΑΠ 144/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1142/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1182/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 103/2010 Αρμ 2010,1351, ΑΠ 1999/2009 ΕλλΔνη 2011,135, ΑΠ 768/2008 ΕλλΔνη 2010,745, ΑΠ 1069/2007 ΧρΙΔ 2008,35, ΑΠ 2007/2006 ΝοΒ 2007,1340, ΑΠ 865/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1225/2005 ΕλλΔνη 2006,159, ΑΠ 1146/2002 ΕλλΔνη 2004,464, ΑΠ 1374/2002 ΝοΒ 2003,463, ΕφΠειρ 307/2010 ΠειρΝ 2010,380, ΕφΑΘ 5887/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3990/2009 ΕλλΔνη 2010,233,251, ΕφΠατρ 101/2005 ΑχΝομ 2006,296, Β. Βαθρακοκοίλη « ΕΡΝΟΜΑΚ », τόμος Α`, άρθρο 173 ΑΚ, παρ. 5, σελ. 718-719, τόμος ΣΤ, ημίτομος Α`, άρθρο 1781 ΑΚ, παρ. 3, 5, 7-10,12,14, σελ. 287-291, Κ. Παπαδόπουλου «Αγωγές κληρονομικού δικαίου», τόμος Α`, παρ. 57, 60, 61, 62, σελ. 127-131).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των κατωτέρω προσκομισθεισών σε πρώτο βαθμό και επαναπροσκομιζομένων και κατά τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ένορκων βεβαιώσεων: 1) υπ’ αριθμ. …/8-3-2022 και …./7-4-2022 ένορκες βεβαιώσεις της ……………. και ……………, αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά, ………., που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων  (βλ. τις από 01-03-2022 και 23-03-2022 Γνωστοποιήσεις-Κλήσεις, αντίστοιχα και τις υπ’ αριθ. …./02-03- 2022 και …../02-03-2022, εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……. καθώς και τις με αριθ. …../13-12-2021 και …/13-12-2022 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω Δικαστικού Επιμελητή προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, αντίστοιχα και τις υπ’αριθ. …../23-03-2022 και …/23-03-2022 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω Δικαστικού Επιμελητή, για τη δεύτερη γνωστοποίηση προς τους εναγόμενους), καθώς και των υπ’ αριθμ. …/27-06-2022 και …./28-06-2022 ενόρκων βεβαιώσεων των …………. και ………………, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά, ……………, που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων προς αντίκρουση των ισχυρισμών των τελευταίων που προέβαλαν στις προτάσεις τους σε πρώτο βαθμό που επαναλήφθηκαν σε πρώτο βαθμό στις νέες προτάσεις τους (βλ. τις από 22-06-2022 και 23-06-2022 Γνωστοποιήσεις-Κλήσεις, αντίστοιχα και τις υπ’αριθ. ……/22-06-2022 και ………/23-06-2022 εκθέσεις επίδοσης, αντίστοιχα, του προαναφερόμενου Δικαστικού Επιμελητή) καθώς και των κατωτέρω ένορκων βεβαιώσεων: α) της υπ’ αριθμ. …../18.03.2022 ένορκης βεβαίωσης της ………….. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, β) της υπ’ αριθμ. …../25.05.2022 ένορκης βεβαίωσης του ………………. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ύδρας ………….., γ) της υπ’ αριθμ. …../25-5-2022 ένορκης βεβαίωσης της …………… ενώπιον του προαναφερόμενου Συμβολαιογράφου Ύδρας, που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόμενων μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ’αριθ. ….΄/15.03.2022,  …..΄/20.05.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ………..), ως και δ) των υπ’ αριθμ. …./25.05.2022 και ……/04.07.2023 ενόρκων βεβαιώσεων του ………… και του …………….., αντίστοιχα, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ύδρας …………… και της Συμβολαιογράφου Ύδρας …………., αντίστοιχα που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόμενων μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ’ αριθμ. …..΄/20.05.2022 και …….΄/29.06.2023 εκθέσεις επίδοσης του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ……………..), οι οποίες (υπό στοιχείο δ’) λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο καίτοι υπεράριθμες (άρθρο 422 παρ. 3 ΚΠολΔ) δοθέντος ότι δεν υφίσταται καθόλου επίκληση σχετικής δικονομικής βλάβης εκ μέρους της ενάγουσας κατ’ άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1597/2025, ΝΟΜΟΣ), καθώς και όλων των υπόλοιπων εγγράφων που προσκομίστηκαν σε πρώτο βαθμό και νόμιμα επαναπροσκομίζουν κατά τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας με επίκληση οι διάδικοι και χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια, για μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κανένα εξ αυτών για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς (ΑΠ 340/2011 ΔΕΕ 2012.161), περαιτέρω (λαμβανομένων υπόψη) των προσκομιζόμενων με επίκληση φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν (άρθρα 445, 444 αρ. 3 ΚΠολΔ), απάντων, δε, των ως άνω αποδεικτικών μέσων ληφθέντων υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι γονείς της ενάγουσας – εφεσίβλητης, ………………… και ……….. πρώην σύζυγος ………….. και στη συνέχεια σύζυγος …………… το γένος ……, αμφότεροι γαλλικής ιθαγένειας, απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας ο καθένας από αυτούς, από τον …….., δυνάμει του υπ’ αριθ. 551/1955 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Ύδρας ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας, στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό ……, το επίδικο ακίνητο ήτοι ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφάνειας εξακοσίων δύο (602,00) τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην ….. Αττικής, εντός του οικισμού του Δήμου …., της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων, της Περιφερείας Αττικής, στην θέση «……» μετά της επ’ αυτού διώροφης οικίας, και το οποίο (οικόπεδο) εμφαίνεται με τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-32-33-1 στο από Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ……., που είναι εξαρτημένο από το Εθνικό Σύστημα Συντεταγμένων (ΕΓΣΑ 87), όπου δηλώνεται από τον συντάξαντα μηχανικό σύμφωνα με το Ν.651/1977 και Ν.1337/83 ότι «το οικόπεδο βρίσκεται στη θέση ….. εντός παραδοσιακού οικισμού προ 1923 ….. και είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τους όρους δόμησης της περιοχής και δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 1337/1983 περί εισφοράς σε γη και χρήμα. Σύμφωνα με το ως άνω σχεδιάγραμμα το οικόπεδο αυτό συνορεύει: ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ επί πλευρών 30-32 μήκους μέτρων δύο και 0,28 (2,28), 32-33 μήκους μέτρων πέντε και 0,84 (5,84), 33-1 μήκους μέτρων τεσσάρων και 0,95 (4,95), 2-3 μήκους μέτρων δύο και 0,52 (2,52), 3-4 μήκους πενήντα εννέα εκατοστών του μέτρου (0,59), 4-5 μήκους μέτρων ενός και 0,22 (1,22), 5-6 μήκους μέτρων πέντε και 0,61 (5,61) με δημοτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία ………………, ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ επί πλευρών 23-24 μήκους μέτρων πέντε και 0,36 (5,36), 24-25 μήκους μέτρων δέκα και 0,46 (10,46), 25-26 μήκους μέτρων δύο και 0,67 (2,67), 26-27 μήκους μέτρων ενός και 0,32 (1,32), 27-28 μήκους μέτρων δύο και 0,28 (2,28), 28-29 μήκους μέτρων τριών και 0,54 (3,54) και 29-30 μήκους μέτρων τριών και 0,97 (3,97) με ιδιοκτησία ……….., ΔΥΤΙΚΑ επί πλευράς 1-2 μήκους μέτρων δύο και 0,07 (2,07) με δημοτική οδό και επί πλευρών 6-7 μήκους μέτρων τριών και 0,41 (3,41), 7-8 μήκους μέτρων τριών (3,00), 8-9 μήκους μέτρων ενός και 0,81 (1,81), 9-10 μήκους μέτρων ενός και 0,37 (1,37), 10-11 μήκους μέτρων δύο και 0,40 (2,40), 11-12 μήκους μέτρων τριών και 0,12 (3,12), 12-13 μήκους μέτρων ενός και 0,21 (1,21), 13-14 μήκους μέτρων ενός και 0,52 (1,52), 14-15 μήκους μέτρων ενός και 0,09 (1,09), 15-16 μήκους μέτρων δύο και 0,60 (2,60), 16-17 μήκους μέτρων ενός και 0,97 (1,97), 17-18 μήκους μέτρων ενός και 0,01 (1,01), 18-19 μήκους μέτρων τριών και 0,08 (3,08), 19-20 μήκους μέτρων ενός και 0,15 (1,15) και 21 -22 μήκους εβδομήντα οκτώ εκατοστών του μέτρου (0,78) με δημοτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες αγνώστων και ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑ επί πλευρών 20-21 μήκους μέτρων δύο και 0,08 (2,08) και 22-23 μήκους μέτρων δέκα επτά και 0,74 (17,74) με σκαλιά και δημοτική οδό. Επί του ως άνω οικοπέδου έχει ανεγερθεί και υφίσταται διώροφη οικία αποτελούμενη από ισόγειο όροφο και πρώτο (Α’) υπέρ του ισογείου, όροφο, οι δε, όροφοι επικοινωνούν με εσωτερική κλίμακα και εμφαίνονται στην από Ιουνίου 2016 κάτοψη ορόφων του πολιτικού μηχανικού ………………… που προσαρτάται στις υπ’ αριθ. …./2019 και ……/2019 συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς. Το ισόγειο της κατοικίας αποτελείται από δύο κύρια δωμάτια, χωλλ, κουζίνα, εσωτερική σκάλα που οδηγεί στον όροφο και εξωτερικό W.C. Έχει συνολική επιφάνεια εβδομήντα πέντε και 0,72 (75,72) τετραγωνικά μέτρα εκ των οποίων εβδομήντα ένα και 0,48 (71,48) τετραγωνικά μέτρα αποτελούν την επιφάνεια του ισογείου της οικίας και τέσσερα και 0,24 (4,24) τετραγωνικά μέτρα αποτελούν την επιφάνεια του εξωτερικού W.C. Ο πρώτος (Α’) όροφος της οικίας αποτελείται από δύο κύρια δωμάτια, χωλλ και εσωτερική σκάλα που οδηγεί στο ισόγειο της οικίας και έχει συνολική επιφάνεια πενήντα τρία και 0,13 (53,13) τετραγωνικά μέτρα. Στον δε ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου κατά το ως άνω τοπογραφικό υπάρχουν ερείπια κτισμάτων και ένας φούρνος. Οι γονείς της ενάγουσας έλυσαν το γάμο τους το έτος 1967 και ακολούθως η μητέρα της τέλεσε νέο γάμο με τον πρώτο εναγόμενο ……………, και απέκτησαν ένα τέκνο, τον δεύτερο εναγόμενο, ετεροθαλή αδερφό της ενάγουσας, …………………. Ο πατέρας της ενάγουσας, ………….., απεβίωσε στο ……., (Ελβετικό καντόνιο) της Γενεύης, στις 29-9-2000 και κατέλιπε την από 8-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του, συντεταγμένη στη γαλλική γλώσσα, που δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του Bourg en Bresse της Γαλλίας στις 12-2-2001 και καταχωρίσθηκε στον τόμο …… των Ξένων Αρχών του Ειρηνοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό ……, με την οποία εγκατέστησε (σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο της ιθαγενείας του) κληρονόμο του, την ενάγουσα στην περιγραφόμενη σε αυτή περιουσία του. Και η μητέρα της ενάγουσας, ….. πρώην σύζυγος ……… και στη συνέχεια σύζυγος ………. το γένος ……, απεβίωσε στην Αθήνα, στις 30-9-2008 χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομήθηκε δε, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, λόγω της ιθαγένειάς της, και κατέλιπε μοναδικούς κληρονόμους της, τον πρώτο εναγόμενο, σύζυγο της, σε ποσοστό 1/4 ή 2/8, και τα δυο τέκνα της, σε ποσοστό 3/4 ή 3/8 στον καθένα από αυτούς, ενάγουσα και δεύτερο  εναγόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι διάδικοι ερίζουν μεταξύ τους ως προς το αν η κληρονομούμενη σύζυγος του πρώτου εναγόμενου και μητέρα του δεύτερου εναγόμενου και της ενάγουσας, απέκτησε και το υπόλοιπο ½ εξ αδιαιρέτου κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από άτυπη δωρεά και παραχώρηση που συνέστησε προς αυτήν το έτος 1966 λόγω του διαζυγίου της, ο πρώην σύζυγός της, …………, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόμενων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το έτος 1986, με δικαίωμα πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής, ασκούσα όλες τις διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου, δηλαδή είκοσι έτη μετά τη συμφωνία διαζυγίου της με τον ……………. το 1966, προβάλλοντας παραδεκτά με τις προτάσεις τους, τη νόμιμη ένσταση ιδίας κυριότητας, οπότε και δεν συμπεριλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία που κατέλιπε ο πατέρας της ενάγουσας σε αυτήν με βάση την ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη, επικαλούμενοι επιπλέον ότι και από το περιεχόμενο αυτής αποδεικνύεται ότι ο πατέρας της, την εγκαθιστά ως κληρονόμο του στην προερχόμενη από την οικογένειά του, περιουσία και επομένως όχι στο επίδικο ακίνητο το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους είχε ήδη παραχωρήσει άτυπα ως δωρεά, στην πρώην σύζυγό του, το έτος 1966. Όμως, κατά την εκδίκαση της από 07.11.2007 και με αριθμό κατάθεσης ……, αίτησης των γειτόνων του επίδικου ακινήτου, ………………κατά της μητέρας της ενάγουσας, της ενάγουσας και του δεύτερου εναγόμενου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αίγινας, κατά τη δικάσιμο της 07ης.02.2008, οι δύο πρώτες μόνο των καθ’ ων η προαναφερόμενη αίτηση, δηλαδή η μητέρα της ενάγουσας και η ενάγουσα, άσκησαν προφορικά ανταίτηση, συμπεριλαμβάνοντάς την και εγγράφως στο από 18.02.2008 σημείωμά τους, ομολογώντας η πρώτη από αυτές (μητέρα της ενάγουσας) ότι απέκτησε με τον πρώτο σύζυγό της ……………… από αγορά δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου του 1955 κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, την πλήρη κυριότητα επί του επίδικου ακίνητου και ακολούθως ότι ο συγκύριος και πρώτος σύζυγός της με τον οποίο απέκτησαν την κόρη τους ……………….. (ενάγουσα) και ο γάμος τους λύθηκε το 1969, απεβίωσε στη Γενεύη στις 29.09.2000 και μοναδικό συγγενή του, άφησε τη δεύτερη από αυτές, στην οποία περιέρχεται το μερίδιό του στο ακίνητο της ……., που μάλιστα το άφησε με διαθήκη, της οποίας «διενεργείται μετάφραση από το μεταφραστικό τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών και επίκειται η κατά νόμο δημοσίευσή της στην Ελλάδα», όπως κατά λέξη εκθέτει στο ανωτέρω σημείωμα η μητέρα της ενάγουσας, και συνεχίζοντας αναφέρουν στην ανωτέρω ανταίτησή τους ότι σε κάθε περίπτωση από του θανάτου του πατρός της, η δεύτερη από αυτές (ανταιτούσα – ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη) από πραγματικής άποψης έχει τη φυσική εξουσίαση του ακινήτου τους στην ……… κατά το ποσοστό του πατρός της με την απόλυτη πεποίθηση ότι είναι συγκυρία κατά τούτο. Ακολούθως, οι δύο ανωτέρω, αναφέρουν στην ανταίτησή τους λεπτομερώς όλες τις πράξεις νομής και κατοχής στις οποίες αρχικά είχε προβεί η πρώτη από αυτές μαζί με τον πρώην σύζυγό της και ακολούθως με την κόρη της, από κοινού, καταλήγοντας ότι γενικώς ασχολούνται, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα ούτε από τους αντιδίκους ή τους προκατόχους τους τόσα χρόνια, ως αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι έτσι ώστε το επίδικο με τίτλους, θέση και εξουσίαση να ανήκει σε αυτές, αιτούμενες να γίνει δεκτή η ανωτέρω ανταίτησή τους, να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα προς τον σκοπό να αναγνωρισθούν προσωρινά νομείς επί του τμήματος του επίδικου ακινήτου τους, να απαγορευθεί στους αντιδίκους (ιδιοκτήτες του γειτονικού ακινήτου) κάθε πράξη διατάραξης της νομής και κατοχής το περιγραφόμενο επίδικο τμήμα – εδαφική λωρίδα 117,66 τ.μ. που βρίσκεται εντός του ακινήτου τους που είναι στην περιοχή «….» της …… και συνορεύει ανατολικά με κτίριο των αντιδίκων, δυτικά με συνεχιζόμενη ιδιοκτησία τους, βόρεια και νότια με δρόμο κλπ. Θα πρέπει δε, να επισημανθεί ότι η προαναφερόμενη από 07.11.2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ασκήθηκε σε βάρος της μητέρας της ενάγουσας, της ίδιας της ενάγουσας και του δεύτερου εναγόμενου, υιού της πρώτης και ετεροθαλή αδελφού της ενάγουσας και το από 18.02.2008 σημείωμα των ανωτέρω κατά των αντιδίκων τους κατατέθηκε και από τους τρεις ως καθ’ ων η ανωτέρω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ακολούθως όμως, στο σημείωμα αυτό συμπεριλαμβάνεται εγγράφως, η προαναφερόμενη ανταίτηση που άσκησαν κατά των αντιδίκων, μόνο οι δύο πρώτες από αυτές, καθόσον όπως λεπτομερώς ισχυρίζονται σε αυτή, έχουν αποκτήσει ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, και για αυτό τον λόγο δεν ασκείται η ανταίτηση και από τον τρίτο των καθ’ ων η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων καθόσον ο ίδιος δεν ήταν συγκύριος στο επίδικο ακίνητο. Εξάλλου, το εν λόγω σημείωμα – ανταίτηση έλαβε χώρα σε χρόνο κατά τον οποίον δεν υφίστατο η υπό κρίση αντιδικία, ως εκ τούτου απηχεί, σε ανύποπτο χρόνο, την παραδοχή της μητέρας της ενάγουσας – στο χρόνο της φερόμενης χρησικτησίας της οποίας επιχειρείται από τους εναγόμενους η προσμέτρηση και του δικού τους χρόνου νομής – ως προς την ύπαρξη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του θανόντος πρώτου συζύγου της και πατέρα της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο. Η ενάγουσα, περαιτέρω, αποδέχτηκε τόσο το ποσοστό εξ αδιαιρέτου που κληρονόμησε από τον πατέρα της (50%) όσο και από τη μητέρα της (18,75%) δυνάμει των υπ’ αριθ. ……/2019 και …./2019 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ύδρας, ……………., αντίστοιχα, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας, στον τόμο …. με αύξοντες αριθμούς …. και ……., αντίστοιχα. Ήδη δε από το έτος 2011 μέχρι σήμερα δηλώνει ποσοστό 68,75% (50%+18,75%) πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας (Ε9) καθώς και στις δηλώσεις ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτου (ΕΝΦΙΑ)  και καταβάλλει τον σχετικό φόρο. Από τις δηλώσεις όμως, ακίνητης περιουσίας (Ε9) καθώς και στις δηλώσεις ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτου (ΦΑΠ και ΕΝΦΙΑ) τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου εναγόμενου αποδεικνύεται ότι αυτοί δήλωναν αρχικά το ποσοστό που τους αναλογούσε ως κληρονόμους επί του κληρονομιαίου ποσοστού πλήρους κυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου της κληρονομούμενης συζύγου του πρώτου και μητέρας του δεύτερου ήτοι ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εναγόμενος και 18,75% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος εναγόμενος, πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε ως ποσοστό συνιδιοκτησίας του επί του επίδικου ακινήτου κατά το έτος 2012 το ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου όσο δηλαδή ισχυρίζεται ότι του ανήκει η ενάγουσα και όχι το ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου που επικαλείται στις προτάσεις του, αρνούμενος τους αγωγικούς ισχυρισμούς και από το έτος 2013 λόγω της κατάρτισης και υπογραφής της υπ’ αριθμ. 6615/03.05.2018 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς διόρθωσε το ποσοστό από το 12,50% σε 25%. Επιπρόσθετα από τις πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ) του πρώτου εναγόμενου: 1) έτους 2011 με ημερομηνία έκδοσης  02.06.2017, 2) έτους 2012 με ημερομηνία έκδοσης 02.06.2027, 3) έτους 2013 με ημερομηνία έκδοσης 16.02.2018, και τις δηλώσεις ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ): ετών 2014, 2015, 2016 και 2017, με ημερομηνία έκδοσης 13.02.2018, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δήλωνε έως το έτος 2018 ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου και μόλις το έτος 2018 και ενόψει της επικείμενης συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς τροποποίησε το ανωτέρω ποσοστό και διόρθωσε αυτό σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο δεύτερος εναγόμενος δήλωσε ως ποσοστό συνιδιοκτησίας του επί του επίδικου ακινήτου κατά τα έτη 2011 και 2012 το ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου όσο δηλαδή ισχυρίζεται ότι του ανήκει η ενάγουσα και όχι το ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου που επικαλείται στις προτάσεις του, αρνούμενος τους αγωγικούς ισχυρισμούς και από το έτος 2013 λόγω της κατάρτισης και υπογραφής της υπ’ αριθμ. ……../03.05.2018 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………, διόρθωσε το ποσοστό από το 18,75% σε 37,50%. Επιπρόσθετα από τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους, πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ) του δεύτερου εναγόμενου: 1) έτους 2011 με ημερομηνία έκδοσης  02.06.2017 και 2) έτους 2012 με ημερομηνία έκδοσης 02.06.2027, ο δεύτερος εναγόμενος δηλώνει ποσοστό 18,75% ενώ από την προσκομιζόμενη από τους ίδιους τους εναγόμενους από 30.03.2018 έκθεση ελέγχου εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης φόρου ακίνητης περιουσίας, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος για πρώτη φορά διορθώνει το ποσοστό του επί του επίδικου ακινήτου, για τα έτη από το 2013 και εφεξής, μόλις το έτος 2018, από το ποσοστό  18,75% σε 37,50 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ενόψει της επικείμενης προαναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Επομένως, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι μέχρι το έτος 2018 αποδέχονταν και γνώριζαν ότι η δικαιοπάροχος σύζυγος του πρώτου και μητέρα του δεύτερου από αυτούς και της ενάγουσας είχε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου και μετέβαλαν τους ισχυρισμούς τους για πρώτη φορά το έτος 2018 ενόψει της συμβολαιογραφικής αποδοχής κληρονομιάς του επίδικου ακινήτου, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα έχει ποσοστό συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου 37,50%, και αντιποιούμενοι παράνομα ποσοστό του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας και ειδικότερα ποσοστό 31,25% παριστάνοντας ψευδώς στην ανωτέρω Συμβολαιογράφο ότι η κληρονομούμενη σύζυγος του πρώτου και μητέρα του δεύτερου από αυτούς και της ενάγουσας είχε ποσοστό 100% εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο είχε αποκτήσει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δυνάμει της προαναφερόμενης αγοράς και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κατά τους ψευδείς ισχυρισμούς τους, από άτυπη δωρεά από τον πρώην σύζυγό της κατά τις διατάξεις της χρησικτησίας. Προκειμένου δε, να προβούν στην κατάρτιση της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης το έτος 2018 τροποποίησαν και διόρθωσαν ψευδώς τις ανωτέρω δηλώσεις ιδιοκτησίας (Ε9) και δηλώσεις φόρου ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ και ΕΝΦΙΑ), των ετών 2013 και εφεξής, όπως εκτέθηκε ανωτέρω.  Προς επίρρωση δε, των ισχυρισμών τους, οι εναγόμενοι επικαλούνται επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της ενάγουσας ώστε να αποδείξουν ότι επειδή ήδη κατά το διαζύγιο τους, ο πατέρας της ενάγουσας δώρισε άτυπα στην πρώην σύζυγό του, μητέρα της ενάγουσας το υπόλοιπο 50% πλήρους κυριότητας που του ανήκε και επομένως η κληρονομούμενη σύζυγος του πρώτου και μητέρα του δεύτερου των εναγόμενων απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το έτος 1986 και το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου. Αρχικά η ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη και η ερμηνεία αυτής αφορά άμεσα τις κληρονομικές – περιουσιακές σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας ως κόρης του ……….. και της δεύτερης συζύγου του, …………… και όχι των εναγόμενων και η ερμηνεία της έμμεσα μόνο χρησιμοποιείται από τους τελευταίους για να ενισχύσουν την ένσταση ιδίας κυριότητας της δικαιοπαρόχου συζύγου του πρώτου και μητέρας του δεύτερου από αυτούς σε βάρος του ποσοστού κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου. Το περιεχόμενο της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης είναι το ακόλουθο: «Ο υπογραφόμενος, Κύριος ………………, διεθνής ανώτερος υπάλληλος, γεννηθείς στο ………….. στις τρεις Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια είκοσι εννέα, κάτοικος στο …………… Δηλώνω ότι συντάσσω την διαθήκη μου με τον ακόλουθο τρόπο: 1. Επιβεβαιώνω την δωρεά μεταξύ συζύγων συνταχθείσα από τον συμβολαιογράφο ………. Συμβολαιογράφο στο …………… στις οκτώ Ιουνίου χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα. 2. Για να εκπροσωπηθούν (διαφυλαχθούν) τα δικαιώματα της συζύγου μου σύμφωνα με την δωρεά αυτή μεταξύ συζύγων, στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που θα περιέχονται στην κληρονομιά μου, της αφήνω την πλήρη κυριότητα στην οικία μας στο ……., μετα των παρακολουθημάτων και του οικοπέδου της καθώς και όλων των επίπλων και των κινητών που βρίσκονται εκεί που εξαρτώνται της κοινοκτημοσύνης (μεταξύ συζύγων) εκτός αυτών που προέρχονται από την οικογένεια μου που θα περιέρχονται κατά συνέπεια στην θυγατέρα μου. 3. Αν η πιο πάνω παροχή δεν επαρκεί για να παράσχει στη σύζυγό μου το σύνολο των δικαιωμάτων που δύναται να αξιώσει (διεκδικήσει) στο σύνολο της περιουσίας που περιέχει η κληρονομιά μου, μπορεί να λάβει το υπόλοιπο και των άλλων περιουσιακών στοιχείων της κοινοκτημοσύνης αλλά σε κάθε περίπτωση αυτή η δωρεά είναι περιορισμένη στα αγαθά (περιουσιακά στοιχεία) της κοινοκτημοσύνης. Κατά συνέπεια σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να λάβει περιουσιακά στοιχεία που μου ανήκουν εξ ολοκλήρου (εκτός κοινοκτημοσύνης), τα οποία η θυγατέρα μου θα λάβει λοιπόν εξ’ ολοκλήρου. Συνταχθείσα ολόκληρη με το χέρι μου, Στο ……., Στις 8 Σεπτεμβρίου 1980, Υπογραφή ………….». Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας, από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, κατά την κρίση του Δικαστηρίου επιβάλλεται  η ερμηνεία της διαθήκης, με την  οποία αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια. Kατά την ερμηνεία της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης από το συνδυασμό και όσων αποδείχτηκαν από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, στην περιουσία που κατέλιπε ο πατέρας της ενάγουσας, ………………., σε αυτήν (ενάγουσα κόρη του),  περιλαμβάνεται και το ανωτέρω ιδανικό του μερίδιο, 1/2 (50%) εξ αδιαιρέτου πλήρους συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, καθόσον στο τέλος της διαθήκης αναφέρει ότι (η δεύτερη σύζυγός του) «σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να λάβει περιουσιακά στοιχεία που μου ανήκουν εξ ολοκλήρου (εκτός κοινοκτημοσύνης), τα οποία η θυγατέρα μου θα λάβει λοιπόν εξ ολοκλήρου». Ενώ αποδείχτηκε ότι για την αγορά του επίδικου ακινήτου συνεισέφεραν οι γονείς του πατέρα της ενάγουσας ως δώρο για το γάμο τους, η δε, μητέρα της ενάγουσας δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συμβάλλει στην αγορά του ποσοστού της επί του επίδικου ακινήτου. Επομένως, ο πατέρας της ενάγουσας κατέλιπε σε αυτήν με την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη και το ποσοστό του επί του επίδικου ακινήτου, καθόσον περιλαμβάνεται στα περιουσιακά του στοιχεία που του ανήκαν εξ ολοκλήρου εκτός κοινοκτημοσύνης εκτός δηλαδή των περιουσιακών στοιχείων που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου του με τη δεύτερη σύζυγό του.  Από όλα τα ανωτέρω αποδείχτηκε, ότι η δικαιοπάροχος των εναγόμενων, σύζυγος του πρώτου και μητέρα του δεύτερου, δεν ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου για το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου που ανήκε στον πρώην σύζυγό της και πατέρα της ενάγουσας, …………………….., και μετά το θάνατό του, στην ενάγουσα, λόγω κληρονομικής διαδοχής, απεναντίας αποδείχτηκε ότι αποδεχόταν  τη συγκυριότητα του πρώην συζύγου της και της ενάγουσας κόρης της, όπως ομολογεί η ίδια στην προαναφερόμενη ανταίτηση που άσκησε μαζί με την κόρη της για την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους κατά των ιδιοκτητών του γειτονικού ακινήτου και δη λίγους μήνες πριν τον θάνατό της ήτοι τον Φεβρουάριο του έτους 2008, που περιεχόταν στο προαναφερόμενο σημείωμα που κατέθεσαν μαζί με τη μητέρα της και τον ετεροθαλή αδελφό της, δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος επομένως γνώριζε και αποδεχόταν τους προβαλλόμενους σε αυτό, ισχυρισμούς. Η δε, μητέρα της ενάγουσας αποδείχτηκε ότι δεν  προέβαλε ποτέ ισχυρισμό αποκλειστικής κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ούτε προς τον πρώην σύζυγό της, ούτε προς την ενάγουσα κόρη της, ούτε προέβη ποτέ σε πράξεις αντιποίησης της συννομής των ανωτέρω. Όλες οι πράξεις στις οποίες προέβη για τη φροντίδα, καθαριότητα, συντήρηση του επίδικου ακινήτου ήταν πράξεις συννομής  καθόσον είχε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου και κατοικούσε πολύ μεγάλες περιόδους σε αυτό με τα τέκνα της και τον δεύτερο σύζυγό της (ο οποίος απουσίαζε κατά περιόδους στο εξωτερικό ανάλογα με την εργασία του), η δε ενάγουσα ήταν ανήλικη αρχικά καθόσον χώρισαν νωρίς οι γονείς της και διέμενε μαζί με τη μητέρα της και τη δεύτερη οικογένεια της μητέρας της (εναγόμενους). Ήταν δε, αναμενόμενο και λογικό οι λογαριασμοί στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας να ήταν στο όνομα της μητέρας της ενάγουσας, ακόμη δε παρέμειναν στο όνομά της και μετά το θάνατό της και καθόσον κατοικούσε στο επίδικο με τον δεύτερο σύζυγό της και τον δεύτερο τέκνο της καθώς και την ενάγουσα, αλλά και να καταβάλλουν τους ανωτέρω λογαριασμούς και να συντηρούν το επίδικο. Ο πατέρας δε, της ενάγουσας κατέβαλε τη συμφωνηθείσα με το διαζύγιο τους διατροφή για την ανήλικη κόρη τους, ενάγουσα, στην οποία υπολογίζεται και η αναλογία του τέκνου στις δαπάνες της οικίας που κατοικεί με τη μητέρα του, η οποία έχει αναλάβει την επιμέλειά του. Όλα δε, τα ανωτέρω, τα γνώριζαν αμφότεροι οι εναγόμενοι που κατοικούσαν όλοι μαζί με την ενάγουσα και τη μητέρα της στο επίδικο ακίνητο, κανένα δε προσκομιζόμενο έγγραφο εκ μέρους των εναγομένων (ακόμα και, όλως ενδεικτικώς, κλητήρια θεσπίσματα με κατηγορούμενο το δεύτερο εναγόμενο για ποινικές υποθέσεις σε σχέση με το επίδικο ακίνητο ή έγγραφα των αρμοδίων πολεοδομικών υπηρεσιών απευθυνόμενα στην μητέρα της ενάγουσας ομοίως σε σχέση με το επίδικο ακίνητο) δεν δύναται πειστικά να αναιρέσει το εν λόγω συμπέρασμα, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν αφενός μεν ότι δεν νοείται κατά βάση έκτακτη χρησικτησία σε βάρος συγκυρίου ακινήτου από έτερο συγκύριο, παρά μόνο υπό εξαιρετικές προϋποθέσεις που εν προκειμένω προφανώς και δεν αποδείχθηκαν ότι συνέτρεξαν, αφετέρου δε, και σε σχέση με το ζήτημα της επικαλούμενης από τους εναγόμενους παραίτησης του πατέρα της ενάγουσας από περιουσιακά του στοιχεία κατά την έκδοση του διαζυγίου του με την μητέρα της ενάγουσας στα πλαίσια συμφωνίας τους – που ούτως ή άλλως δεν αποδείχθηκε ότι υπεγράφη –  αυτό δεν είναι αρκετό για να θεμελιώσει σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, ήτοι οποιασδήποτε μορφής εκποιητική δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου, κατ’ άρθρο 369 ΑΚ, που εν προκειμένω σε καμία περίπτωση δεν τηρήθηκε. Κατόπιν των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέκτησε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τον κληρονομούμενο πατέρα της, ο οποίος την εγκατέστησε κληρονόμο του με την ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε νόμιμα και ποσοστό 18,75%  εξ αδιαιρέτου πλήρους συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από την κληρονομούμενη μητέρα της, αποδείχτηκε επομένως το  κληρονομικό της δικαίωμα σε συνολικό ποσοστό 68,75% εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, κληρονομιά την οποία αποδέχτηκε δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομιάς ήτοι με δημόσια έγγραφα, νόμιμα μεταγεγραμμένα, οπότε αυτή πρέπει να αναγνωρισθεί κυρία του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό του 68,75%, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητας διά της έκτακτης χρησικτησίας, καθότι αποδείχτηκε ότι η δικαιοπάροχος των εναγόμενων, σύζυγος του πρώτου και μητέρα του δεύτερου δεν απέκτησε με άτυπη δωρεά το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τον πρώην σύζυγό της, δεν ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου για το υπόλοιπο 50% που ανήκε στον πρώην σύζυγό της και πατέρα της ενάγουσας, και μετά το θάνατό του, στην ενάγουσα, λόγω κληρονομικής διαδοχής, αποδεχόμενη τη συγκυριότητα του πρώην συζύγου της και της ενάγουσας κόρης της, και μη προβάλλοντας ποτέ ισχυρισμό αποκλειστικής κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ούτε προς τον πρώην σύζυγό της, ούτε προς την ενάγουσα κόρη της, ούτε δε προέβη σε πράξεις αντιποίησης της συννομής του συγκυρίου πρώην συζύγου της μέχρι το θάνατό του και της συννομής της κόρης της, ενάγουσας μετά το θάνατο του πατέρα της, γεγονός που γνώριζαν και οι ίδιοι οι εναγόμενοι, οπότε δεν μπορούν να προσμετρηθούν στα χρόνια της δικής τους νομής και τα χρόνια εκείνης (συζύγου του πρώτου και μητέρας της δεύτερης). Παρόλα αυτά, οι εναγόμενοι προέβησαν σε αποδοχή της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομιάς της αποβιώσασας, με την προαναφερόμενη υπ’ αριθ. ………/3-5-2018 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της  Συμβολαιογράφου Αθηνών ………, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας, στον τόμο ……. με αύξοντα αριθμό ………., δηλώνοντας όμως αναληθώς, ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου, ότι στη μητέρα της ενάγουσας ανήκε κατά  ποσοστό 100% πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, αντί του ορθού ότι της ανήκε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, αναφέροντας αναληθώς ότι δήθεν το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του πρώην συζύγου του και πατέρα της ενάγουσας, περιήλθε σε αυτή (μητέρα της ενάγουσας), από άτυπη δωρεά προς αυτή από τον πρώην σύζυγό της λόγω διαζυγίου, και περί το έτος 1966, το οποίο (ακίνητο) έκτοτε αυτή και μέχρι το θάνατό της, νεμόταν, κατείχε και διέθετε όπως ήθελε, με δικαίωμα πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής, ασκούσα όλες τις διακατοχικές πράξεις, χωρίς ποτέ να οχληθεί από κανέναν (χρησικτησία). Η ανωτέρω ψευδής δήλωση των εναγόμενων ενώπιον της προαναφερόμενης Συμβολαιογράφου, συνιστά πράξη παράνομη και υπαίτια, ήτοι αδικοπραξία, διότι οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν σε αρμόδια δημόσια αρχή, ήτοι την ως άνω συμβολαιογράφο, δήλωσαν και παρέστησαν σε αυτή ψευδή γεγονότα ως αληθή, εν γνώσει της αναλήθειας τους και με δόλο, και προκάλεσαν τη σύνταξη ψευδούς και πλαστού κατά περιεχόμενο δημοσίου εγγράφου, που έχει δυσμενείς για την ενάγουσα έννομες συνέπειες, με σκοπό να στερήσουν από την ενάγουσα το αληθές ποσοστό κληρονομιαίου δικαιώματος της επί του επίδικου ακινήτου, και να περιορίσουν το δικαίωμά της αυτό, δημιουργώντας ψευδή τίτλο κτήσης κυριότητας για το επιπλέον ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου που δεν ανήκε στη μητέρα της, και να εξαπατήσουν τους τρίτους. Στην ψευδή αυτή δήλωση προέβησαν οι εναγόμενοι και ενώπιον δημοσίου υπαλλήλου και ειδικότερα των αρμοδίων υπαλλήλων της ΙΓ’ Δ.Ο.Υ Αθηνών, με την υποβολή την 1-2-2018 της με αριθμό 241/2018 δήλωσης φόρου κληρονομιάς, στην οποία δήλωσαν ψευδώς, και  καταχωρήθηκε ψευδώς, ότι η κληρονομουμένη είχε το 100% της πλήρους κυριότητας του επίδικου ακινήτου, και δηλώνοντας ότι είναι δικαιούχοι λόγω κληρονομιάς, σε ποσοστό 25% (ή 1/4) ο πρώτος και 37,50% (ή 3/8) ο δεύτερος. Η πράξη  αυτή των εναγόμενων, είναι παράνομη και υπαίτια, διότι προσβάλει το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου, καθόσον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται,  δηλώνουν και εμφαίνονται στην προαναφερόμενη Συμβολαιογράφο, στους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ και σε κάθε τρίτο, ως κληρονόμοι μεγαλύτερου ποσοστού δικαιώματος κυριότητας, από αυτό που πράγματι δικαιούνται, ενώ τελούσαν σε πλήρη γνώση του ψεύδους των δηλώσεών τους και ενεργούσαν με δόλο, αφού  γνώριζαν ότι ουδέποτε έλαβε χώρα δωρεά από τον πατέρα της ενάγουσας προς τη μητέρα αυτής και ουδέποτε απέκτησε η μητέρα της ενάγουσας, το μερίδιο της τελευταίας (ενάγουσας) δια χρησικτησίας σε βάρος του πατέρα της (ενάγουσας) και της ίδιας. Εξαιτίας δε της αδικοπραξίας που τέλεσαν οι εναγόμενοι σε βάρος της ενάγουσας προκλήθηκε σε αυτή ηθική βλάβη και έντονο ψυχικό άλγος, στενοχώρια και λύπη, λόγω και της στενής οικογενειακής σχέσης που τους συνδέει, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος είναι πατριός της και ο δεύτερος, ετεροθαλής αδερφός της, με τους οποίους διέμεναν μαζί (καθώς και η μητέρα αυτής και του δεύτερου εναγόμενου) όσο αυτή ήταν ανήλικη και αυτοί εκμεταλλευόμενοι το θάνατο της μητέρας της, αντιποιήθηκαν το κληρονομικό της δικαίωμα, όσον αφορά το ποσοστό που η ενάγουσα κληρονόμησε από τον πατέρα της. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα πράγματι έχει νόμιμη αξίωση έναντι των εναγόμενων για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής (ηθικής) ζημίας που της προκάλεσε η προπεριγραφείσα αδικοπραξία, που τέλεσαν οι εναγόμενοι σε βάρος της, για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, ενόψει της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης του εν λόγω αδικήματος, του είδους και του μεγέθους της προσβολής, που η ενάγουσα υπέστη, την ένταση του δόλου των εναγόμενων, της έλλειψης οποιουδήποτε πταίσματος στο πρόσωπο της ενάγουσας, καθώς και των προσωπικών ιδιοτήτων και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ από κάθε εναγόμενο, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το οποίο και το Δικαστήριο τούτο κρίνει εύλογο και δίκαιο. Επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω σχετική μείζονα σκέψη, πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα της υπ’ αρ. ……../3-5-2018 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας, τόσο ως προς το εσφαλμένο ποσοστό 100% πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου που εμφαίνεται ότι ανήκε στην κληρονομούμενη, σύζυγο του πρώτου και μητέρα του δεύτερου εναγόμενου και της ενάγουσας, στο ορθό ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου όσο και ως προς τα εσφαλμένα ποσοστά συγκυριότητας που αποδέχτηκαν οι εναγόμενοι – κληρονόμοι, καθόσον οφείλεται στην αδικοπραξία των εναγόμενων σε βάρος της ενάγουσας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ωσαύτως έκρινε επί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας – εφεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της έφεσης. Κατ’ ακολουθίαν των ως άνω, δοθέντος ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει προκαταβληθεί από τους εκκαλούντες, στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε κατά την άσκηση της έφεσης από τους εκκαλούντες, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις   2.11. 2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                        H ΓPAMMATEAΣ