Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 691/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως   691/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Δημήτριο Δάγλα, Εφέτη, τον οποίον όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: …………., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Κυριάκου Ροζάκη (AM ΔΣ Αθηνών ……..) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προκατέθεσε προτάσεις.

Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία «………….» και διακριτικό τίτλο «…………..», νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στη ………. Αττικής, επί της ………….., με ΑΦΜ …….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (απόφ. 505/20/28.6.2024) της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), υπό την ιδιότητά της ως Εταιρίας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (δυνάμει του Ν. 4354/2015 και της πράξης 118/19.05.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, ΦΕΚ Β 3744/28.6.2024, ως Διαχειριστής Πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του Ν. 507212023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και της Πράξης 225/1/30.01.2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “………………..’ και τον διακριτικό τίτλο ………. με έδρα στην ……………. με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της ….: …., (εφεξής ο «Δικαιούχος της Απαίτησης»), κατά τα οριζόμενα στην από 18.06.2021 Περίληψη της Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης Απαιτήσεων – παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 όπως αυτή, νομίμως καταχωρισθείσα, στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ πρωτοκόλλου …./22-06-2021 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, όπως τροποποιηθείσα/συμπληρωθείσα και κωδικοποιημένη ισχύει μέχρι σήμερα η οποία καταρτίσθηκε σε συνέχεια της από 18.06.2021 Πράξης Απαλλαγής και Λύσης που υπεγράφη μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………… (…………)», με έδρα στο …………., αριθμός μητρώου ……….. όπως εκπροσωπείται νόμιμα και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρεία με την επωνυμία «………….., με τίτλο ………… (……..)» με έδρα στην Αθήνα, οδός …………., με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …., Α.Φ.Μ. ……, Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία καταχωρίσθηκε σε περίληψη, στα δημόσια βιβλία του άρθρου 10 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …./22.06.2021, στον τόμο …. και αριθμό …… – στον οποίο Δικαιούχο της Απαίτησης, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………» και τον δ.τ. «………..», με έδρα την ….., οδός ………., με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ….. ΑΦΜ ….. νομίμως εκπροσωπούμενη (Επωφελούμενη) – ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….») με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …… και ΑΦΜ ….. (Διασπώμενη), κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία – πιστωτικό ίδρυμα, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 45.089/16.4.2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, η οποία καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. 45.116/16.4.2021 και 45.123/16.4.2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα, της τελευταίας εξομοιούμενης κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει της υπ’ αρ. 4580/28-06-2013 Απόφασης νομίμως δημοσιευμένης στο υπ’ αρ. φΕΚ 3931/0107-2013, της “……………..”, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις δυνάμει της από 30.04.2020 Σύμβασης Μεταβίβασης Τιτλοποιούμενων Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτοκόλλου ……/30.4.2020 και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο  της Ελένη Σκούρα (ΑΜ ΔΣΑ …………..), που κατέθεσε προτάσεις.

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 14-10-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2025 ανακοπή της ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1146/2026 απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ανακόπτουσα με την από 5–3-2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ………../5.3.2026 έφεση, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 5-3-2026 έφεση της εκκαλούσας προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 1146/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 14-10-2025 ανακοπή της εκκαλούσας προς ακύρωση πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, απέρριψε αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, εντός έτους από την έκδοση της εκκαλουμένης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ.β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό …………….. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e- παράβολου και την από 4-3-2026 απόδειξη πληρωμής της Εθνικής Τράπεζας).

Με την ως άνω ένδικη ανακοπή της η ανακόπτουσα (ήδη εκκαλούσα), εκθέτοντας ότι η καθ’ ης η ανακοπή, δυνάμει του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό …../2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της με τη με αριθμό ……./30-07-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ……………, βάσει της οποίας επισπεύδεται πλειστηριασμός ενώπιον του συμβολαιογράφου Πόρου, ………….., που αφορά στο περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητο, πλήρους κυριότητας της ανακόπτουσας, ήτοι σε ένα οικόπεδο, έκτασης 113,90 τ.μ., με την υπάρχουσα σ’ αυτό διώροφη κατοικία αποτελούμενη από ισόγειο, επιφανείας 83 τ.μ., συμπεριλαμβανομένης και της αποθήκης, επιφανείας 38 τ.μ. και πρώτο (Α’) όροφο πάνω από το ισόγειο, επιφανείας 86 τ.μ., εντός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης του ……,  ζητεί για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους να ακυρωθεί η ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, …………………… Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή. Ήδη, με την υπό κρίση έφεσή της η ανακόπτουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τους λόγους ανακοπής της, και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή της και να ακυρωθεί η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Τέλος ζητεί να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στο σύνολο της δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, που, με βάση το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατάσχεση ακινήτου «Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπ’ όψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή του συμβολαιογραφικού συ/λόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση τον λόγο της αδυναμίας ορισμού συμβολαιογράφου του τόπου εκτέλεσης ή της περιφέρειας του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης.».

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής (ο οποίος επαναφέρεται σε δεύτερο βαθμό ως αντίστοιχος λόγος έφεσης) η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι στην ανακοπτόμενη έκθεση κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας δεν αναφέρεται η ημερομηνία έκδοσης του ένδικου εκτελεστού τίτλου, ήτοι της με αριθμό ……/2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, παρά μόνον το έτος. Ότι, επίσης, ενώ στην πρώτη σελίδα της ανακοπτόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης αναγράφεται ως αριθμός/χρόνος αυτής …./2025, εν τούτοις σε όλες τις υπόλοιπες μονές σελίδες αναγράφεται στο άνω μέρος της σελίδας «2° – 6° φύλλο της υπ’ αριθμόν ……/2024 Κατασχετήριας Έκθεσης ακίνητης περιουσίας». Ότι έτσι προκαλείται σύγχυση σχετικά με το έτος της ανακοπτόμενης κατασχετήριας έκθεσης και αυτή είναι ακυρωτέα. Με το ως άνω περιεχόμενο ο εν λόγω λόγος της υπό κρίση ανακοπής ως προς το πρώτο του σκέλος παραδεκτά προτείνεται, αλλά είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Επίσης, με το ως άνω περιεχόμενο ο ως άνω λόγος ως προς το δεύτερο του σκέλος είναι απορριπτέος, καθώς δεν γίνεται εκ μέρους  της ανακόπτουσας επίκληση δικονομικής βλάβης για την ως άνω ασάφεια, κι αληθή υποτιθέμενη, την οποία επικαλείται, κατά τους όρους του άρθρου 159 αρ. 3 ΚΠολΔ, όψει του ότι η ανακόπτουσα δεν επικαλείται λοιπές πλημμέλειες – ασάφειες, ώστε το Δικαστήριο να αχθεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 630Α ΚΠολΔ «Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει.». Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης ανακοπής (ο οποίος επαναφέρεται σε δεύτερο βαθμό ως αντίστοιχος λόγος έφεσης) η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη έκθεση κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας τυγχάνει άκυρη, καθώς στηρίζεται σε άκυρο εκτελεστό τίτλο, καθότι αυτός δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά παράβαση του άρθρου 630Α ΚΠολΔ. Με αυτό το περιεχόμενο ο προβαλλόμενος λόγος της κρινόμενης ανακοπής είναι επαρκώς ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη που αναφέρεται στην ανωτέρω μείζονα πρόταση της παρούσας. Ωστόσο, πρέπει ο εν λόγω λόγος της κρινόμενης ανακοπής να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι ο ένδικος εκτελεστός τίτλος, ήτοι η με αριθμό ……/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας εκδόθηκε στις 13-11-2015 και επιδόθηκε στην νυν ανακόπτουσα στις 09-12-2015 (βλ. φωτοτυπικό αντίγραφο της με αριθμό …./09-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείο Πειραιώς, …………..), ήτοι εμπροθέσμως κατά τους όρους του άρθρου 630Α ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, που, με βάση το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατάσχεση ακινήτου, προκύπτει ότι η κατασχετήρια έκθεση πρέπει -εκτός άλλων στοιχείων- να περιέχει ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενώ κατά το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ, «το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του». Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η κατασχετήρια έκθεση απαιτείται να περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία για την ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την τοπική και οικονομική του ταυτότητα. Η ατελής περιγραφή στην κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου ή η έλλειψη ή ανακρίβεια ως προς οποιοδήποτε από τα στοιχεία του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ (είδος, θέση, όρια, έκταση), εφόσον προκαλεί αμφιβολία για την ταυτότητα του κατασχεμένου, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της έκθεσης, μόνο όταν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης, όταν δηλαδή η παράβαση της διάταξης προκάλεσε στον καθ’ ου η εκτέλεση (δικονομική ή και περιουσιακή) βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, κατά το άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1898/2011 Νόμος, ΑΠ 1687/2005 Νόμος). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4 εδ. α’ ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι «ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς», προβλέπεται ειδικό ένδικο βοήθημα, το οποίο αποσκοπεί στην ταχεία και χωρίς τον κίνδυνο ακύρωσης πράξεων της εκτέλεσης ή ματαίωσης του πλειστηριασμού διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της, εκτός εάν αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με διόρθωση, παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης [βλ. ΑΠ 1687/2005 Νόμος, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη), Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2η έκδοση, 2021, άρθρο 954, αριθ. 3, σελ. 360]. Από τη διατύπωση της παραπάνω διάταξης, με την οποία γίνεται παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ μόνο για τον προσδιορισμό της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου για την εκδίκαση της ανακοπής, συνάγεται ότι η ανακοπή αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, διότι δεν προσβάλλει το κύρος των πράξεων της εκτέλεσης, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατάσχεσης και, συνεπώς, η τελευταία (εκ του άρθρου 933) μπορεί να ασκηθεί κατ’ αυτής, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις της, δηλαδή στην περίπτωση της ατελούς περιγραφής του κατασχεμένου ακινήτου, με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, το οποίο πρέπει να επικαλεσθεί ο ανακόπτων (ΑΠ 1497/2003 Νόμος). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής (ο οποίος επαναφέρεται σε δεύτερο βαθμό ως αντίστοιχος λόγος έφεσης) η ανακόπτουσα διατείνεται ότι η ανακοπτόμενη έκθεση κατάσχεσης είναι αόριστη ως προς την περιγραφή της κατασχόμενης ακίνητης περιουσίας της, με αποτέλεσμα να προκύπτουν αμφιβολίες για την ταυτότητα του ακινήτου. Ότι στο εν λόγω ακίνητο δεν περιγράφεται με ακρίβεια το είδος, η έκταση, τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού παρά μόνον η θέση, καθότι ως προς τα λοιπά απαιτούμενα στοιχεία γίνεται μια αόριστη αναφορά-χαρακτηρισμός του ακινήτου: «Το ακίνητο έχει ανεγερθεί προ του 1955 και βασιζόμενοι στην εξωτερική αυτοψία ο βαθμός συντήρησης του κτιρίου κρίνεται μέτριος. Κατά τα λοιπά, το ακίνητο εξωτερικά έχει όπως παραπάνω περιγράφεται, ωστόσο δεν γνωρίζουμε πως είναι εσωτερικά διαμορφωμένο, καθώς δεν κατέστη δυνατή η είσοδός μας εντός αυτού». Με το ως άνω περιεχόμενο ο εν λόγω λόγος της υπό κρίση ανακοπής παραδεκτά προτείνεται, αλλά είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Ειδικότερα, οι επικαλούμενες από τον ανακόπτοντα πλημμέλειες, και αληθείς υποτιθέμενες, ως προς την περιγραφή του παραπάνω ακινήτου αποτελούν αντικείμενο της προβλεπόμενης με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ειδικής ανακοπής και όχι περιεχόμενο λόγου ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρές πλημμέλειες ως προς την περιγραφή που να δημιουργούν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του κατασχεμένου ακινήτου εν όψει του ότι σε άλλο σημείο της ένδικης ανακοπής αναφέρεται πως η ένδικη κατάσχεση αφορά «Την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου εκτάσεως 113,90 τ.μ., με την υπάρχουσα σε αυτό παλαιό διώροφη κατοικία, αποτελούμενη από ισόγειο επιφανείας 83,00 τ.μ. (συμπεριλαμβανομένης και της αποθήκης επιφανείας 38,00 τ.μ.) και από Α’ όροφο επιφανείας 86,00 τ.μ. κείμενο εντός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως …… Τροιζηνίας, στην ενορία του Ιερού Ναού του ……………και ήδη στη Δημοτική Κοινότητα και Ενότητα …, του ……, της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων, της Περιφέρειας Αττικής…».

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμα του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκηση του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, εν όψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα (ΑΠ 333/2019 Νόμος, ΑΠ 1742/2004 Νόμος). Περαιτέρω, στην αρχή της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης στηρίζεται και η παράγραφος 2 του άρθρου 951 ΚΠολΔ, με την οποία δεν επιτρέπεται η επέκταση της κατάσχεσης σε περισσότερα πράγματα (κινητά ή ακίνητα) του οφειλέτη από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του επισπεύδοντος και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης. Συνέπεια της απαγόρευσης είναι ο περιορισμός της κατάσχεσης και όχι η ακυρότητά της. Για την παραδοχή της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και την ύπαρξη άλλων δανειστών του καθ’ ου η εκτέλεση και μάλιστα προηγούμενης τάξης του επισπεύδοντος, που αποκλείουν την ικανοποίησή του, διότι τότε δεν καθίσταται δυνατή η ικανοποίηση της αξίωσης του επισπεύδοντος (Νικολόπουλος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρο 951 αρ. 5). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής (ο οποίος επαναφέρεται σε δεύτερο βαθμό ως αντίστοιχος λόγος έφεσης) η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης η ανακοπή επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της για συνολική απαίτηση, ποσού 10.939,46 ευρώ, ενώ η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου της, που αποτελεί την κύρια κατοικία της, εκτιμήθηκε από την καθ’ ης (εμπορική αξία), στο ποσό των 217.000 ευρώ. Ότι υπάρχει προφανής δυσαναλογία του χρησιμοποιημένου μέσου, του επιδιωκόμενου σκοπού και υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού η αξία του ως άνω ακινήτου της είναι εικοσαπλάσια του ποσού της κατάσχεσης, που αποτελεί και το ποσό της συνολικής απαίτησης, για την οποία έχει εκδοθεί ο εκτελεστός τίτλος. Ότι, δυνάμει της με αριθμό ……./22.06.2018 έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ……………., επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί του ίδιου ως άνω ακινήτου της για απαίτηση του Δήμου Πόρου, επισπεύστηκε δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός στις 15-11-2023 για το συνολικό ποσό των οκτακοσίων είκοσι επτά χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα δύο ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (827.992,15 €), που κηρύχθηκε άγονος. Ότι στην περίπτωση που το επίδικο ακίνητό της εκπλειστηριαστεί, ολόκληρο το ποσό του εκπλειστηριάσματος θα το εισπράξει ο Δήμος Πόρου σε εξόφληση μέρους της απαίτησής του εναντίον της και κατά συνέπεια, η καθ’ ης η ανακοπή δεν θα λάβει κανένα ποσό. Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής ως προς το πρώτο του σκέλος περί ακυρότητας ή περιορισμού της ένδικης κατάσχεσης κατά τους όρους του άρθρου 951 παρ. 2 ΚΠολΔ και του άρθρου 281 ΑΚ παραδεκτά προτείνεται, αλλά είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθώς η ανακόπτουσα δεν αναφέρει καθόλου αν υφίστανται άλλοι δανειστές της ιδίως προνομιούχοι, που θα απέκλειαν την ικανοποίηση της επισπεύδουσας – καθ’ ης η ανακοπή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Επίσης, ο ως άνω λόγος ανακοπής ως προς το δεύτερο του σκέλος κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους προφανή υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή επέφερε τυχόν βλάβη στην ανακόπτουσα δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν συνάγεται, εν προκειμένω, από τα ιστορούμενα από την ανακόπτουσα στο δικόγραφο της ανακοπής της (ΑΠ 333/2019 Νόμος, ΑΠ 1742/2004 Νόμος).

Κρίνοντας επομένως ωσαύτως και η εκκαλουμένη απόφαση επί των λόγων της ανακοπής, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εκκαλούσας. Μετά ταύτα, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης προς εξέταση, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης (άρθρο 176 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσής της.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €).

Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις  2-10–2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                      H ΓPAMMATEAΣ