Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 692/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  692/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αιτούντων : 1)       …………..  και   2)     Του ……………..οι οποίοι εμφανίστηκαν στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τολιόπουλο (ΑΜΔΣΑ :………….).

Της καθ’ ης η αίτηση : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «………..», πρώην με την επωνυμία «…………» και διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία εδρεύει στο …. Αττικής, επί της οδού ………….., Α.Φ.Μ.: …………. Δ.Ο.Υ. ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ και αρ. ΓΕΜΗ …………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος αρχικά σύμφωνα με το νόμο 4354/2015 δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.03.2017 ΦΕΚ (τ. Β)] και ήδη σύμφωνα με το νόμο 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό 507/1/09.07.2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 4257/19.07.2024 ΦΕΚ (τ. Β)], στην οποία «……..» φέρεται να έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», δικαιούχου της απαίτησης, που εδρεύει ……………, με αριθμό μητρώου ……………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 16.02.2024 σύμβασης διαχείρισης, κατ’ άρθρο 10 παράγραφοι 14 και 16 του Ν. 3156/2003, επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας φέρεται να καταχωρήθηκε την 16.02.2024 με αρ. πρωτ. …/16.02.2024 στα βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …… (άρθρο 10 παράγραφος 16 του Ν. 3156/2003), ενώ οι προς διαχείριση απαιτήσεις φέρονται να μεταβιβάσθηκαν στη δικαιούχο της απαίτησης σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………….» (ΑΦΜ : ……………), δυνάμει της από 16.02.2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας φέρεται να καταχωρήθηκε την 16.02.2024 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …… και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/16.02.2024 (άρθρο 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κολιγλιάτη (ΑΜΔΣΑ : …..).

Οι αιτούντες άσκησαν την από 6-10-2026 αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά της καθ’ ης η αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης: …./2026 και ειδικό αριθμό κατάθεσης: …../2026 και προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτησή τους, οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται από την καθ’ ης  ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων δυνάμει της από 17-3-2026 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι ακριβούς αντιγράφου του με αριθμό ……/2025 πρώτου (Α΄) εκτελεστού απογράφου της με αριθμό …../2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δυνάμει της με αριθμό ………../27-3-2026 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………. σε βάρος της περιγραφόμενης σε αυτήν ακίνητης περιουσίας τους, με την οποία κατασχέθηκαν και εκτίθενται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό την 4 Νοεμβρίου 2026 τα περιγραφόμενα στην αίτηση ακίνητά τους – οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα), μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 6-10-2026 με γενικό αριθμό κατάθεσης : …../2026 και ειδικό αριθμό κατάθεσης : …../2026 έφεσής τους, που άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της με αριθμό 9066/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η από 28-4-2026 με γενικό αριθμό κατάθεσης : …./2026 και ειδικό αριθμό κατάθεσης : ……./2026 ανακοπή τους κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, για το λόγο ότι είναι βέβαιο ότι η έφεσή τους θα ευδοκιμήσει και αν πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός, θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση αναστολής αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η έφεση των αιτούντων (άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 107 του Ν. 5221/2025, που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, λόγω του χρόνου επίδοσης της επίδικης επιταγής προς πληρωμή, την 20-3-2026, όπως ορίζει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 126 παρ. 7 του αυτού Ν. 5221/2025), κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. KΠολΔ). Ασκήθηκε δε παραδεκτά, δεδομένου ότι κατατέθηκε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την 7-10-2026, δηλαδή τουλάχιστον δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν την καθορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού (4-11-2026), ομοίως, δε, παραδεκτά ασκήθηκε και η έφεση, στο πλαίσιο της οποίας ζητείται η ένδικη αναστολή, καθώς και αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης (9066/2026), καθόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται και ούτε και αποδείχθηκε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ από τη δημοσίευσή της (13-7-2026), μέχρι την άσκηση της έφεσης (6-10-2026), δεν παρήλθε ένα (1) έτος [άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 496, 500, 511, 513 παρ. 1 στοιχ. β, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 KΠολΔ, σύμφωνα με τις τροποποιήσεις που επήλθαν με το Ν. 5221/2025 και τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 126 παρ. 4 του αυτού Ν. 5221/2025)], καθώς και με την καταβολή του προβλεπόμενου, από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 KΠολΔ, παραβόλου, ποσού 100,00 ευρώ, έτσι ώστε να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναστολής είναι και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 938 παρ. 2 KΠολΔ, ως ισχύει μετά τη γενόμενη τροποποίησή του με το άρθρο 107 του Ν. 5221/2025 (με έναρξη ισχύος από 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 3 του αυτού Ν. 5221/2025). Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του KΠολΔ, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτελέσεως, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε άλλοθεν γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα το διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Απαιτείται δε η επίδοση ολοκλήρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 KΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (Μάζης Ερμηνεία KΠολΔ – Αναγκαστική Εκτέλεση, 2021, υπό άρθρο 925 σελ. 164-165, I. Κατράς Σύστημα Ασφαλιστικών Μέτρων, Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Διαταγών Πληρωμής και Απόδοση, Γ΄ εκδ. παρ. 164 Β.2) Τέλος, δεν αποκλείεται η κοινοποίηση των απαιτούμενων κατά το άρθρο 925 KΠολΔ εγγράφων να προηγηθεί ή να επακολουθήσει της επιταγής (Βαθρακοκοίλης, KΠολΔ υπό άρθρο 925 αρ. 3). Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποιήσεως των νομιμοποιητικών εγγράφων τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 925 παρ. 1 KΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρυθμίσεως του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 KΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολογήτως στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν τη συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε τα αποτελέσματα μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση (π.χ. αναγγελία) και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του Ν.2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας, που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα προηγούμενα οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιριών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρία, που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη, που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το αρ. 3 του Ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου, που καθορίστηκε με την 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, απ’ όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της βάρος του καθ’ ου η εκτέλεση απαίτησης. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων, που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 του KΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 345/2006 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) [ΜονΕφΑθ 832/2022, ΜονΕφΘεσσ 177/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 574/2020 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς].

ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο έφεσης οι αιτούντες – εκκαλούντες παραπονούνται ότι α) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο λόγο της από 28-4-2026 ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι η από 17-3-2026 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι ακριβούς αντιγράφου του με αριθμό ……./2025 πρώτου (Α΄) εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ……../2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η με αριθμό ……./27-3-2026 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………, είναι άκυρες λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή, καθότι η νομιμοποίηση της τελευταίας στηρίζεται αποκλειστικά στο Ν. 3156/2003, ο οποίος όμως, δεν απονέμει στις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων, που μεταβιβάστηκαν κατά τους όρους του, ήτοι στο πλαίσιο τιτλοποίησης, την ιδιότητα του κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενου μη δικαιούχου διαδίκου και ως εκ τούτου η καθ’ ης η ανακοπή στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης για την επίσπευση σε βάρος τους της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και ότι β) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον πέμπτο λόγο της από 28-4-2026 ανακοπής τους, με τον οποίο πρόβαλαν ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω μη συγκοινοποίησης στους ίδιους (καθ’ ων η εκτέλεση), με την από 17-3-2026 επιταγή προς πληρωμή, των επικαλούμενων νομιμοποιητικών εγγράφων, από τα οποία, κατά τον ισχυρισμό τους, αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή ως διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης και συγκεκριμένα λόγω μη συγκοινοποίησης i) του καταστατικού της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού,  ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος του εμπορικού της σκοπού και εάν σε αυτόν περιλαμβάνεται η είσπραξη απαιτήσεων, που εκχωρούνται από ελληνικές τράπεζες, ii) επίσημου αποσπάσματος του αρμόδιου Ιρλανδικού εμπορικού μητρώου, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι οι υπογράφοντες τις ένδικες συμβάσεις είναι νόμιμοι εκπρόσωποι της ως άνω εταιρίας, iii) απόφασης του διαχειριστή ή του Διοικητικού Συμβουλίου της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού,  από τα οποία να προκύπτει η παροχή τέτοιας εξουσιοδότησης προς τους Έλληνες, που εμφανίστηκαν ως εκπρόσωποί της, τυχόν ειδικού πληρεξούσιου της ιρλανδικής εταιρίας, με το οποίο παρασχέθηκε σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα στους υπογράφοντες για λογαριασμό της ιρλανδικής εταιρίας και iv) ανακοίνωσης του Γ.Ε.ΜΗ., από την οποία να προκύπτει εάν οι υπογράφοντες για λογαριασμό της μεταβιβάζουσας, νομίμως εκπροσωπούν αυτήν ή τυχόν ειδικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας, με την οποία αφενός να αποφασίσθηκε η πώληση και μεταβίβαση των επίδικων απαιτήσεων και αφετέρου να παρασχέθηκε σε αυτόν η σχετική εντολή ή και τυχόν σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξούσιου. Ωστόσο, ο υπό εξέταση λόγος έφεσης και κατά το πρώτο ως άνω σκέλος του, ήτοι περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή ως συνέπεια της επικαλούμενης εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3156/2003, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι με την υπ’ αριθ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έγιναν δεκτά τα εξής: ότι οι νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής και ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου και θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις, που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους, όπως οι διατάξεις των νόμων αυτών. Έτσι, με την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρίες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Ολ ΑΠ 1/2023, ΤριμΕφΑθ 3467/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω θέση επιβεβαιώθηκε ήδη και νομοθετικά με τις προβλέψεις του άρθρου 115 παρ. 1 και 3 του Ν. 5072/2023 (ΦΕΚ Α 198/4.12.2023), σύμφωνα με το οποίο οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, να παρίστανται ή να συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, διαδικασίες αφερεγγυότητας και διευθέτησης οφειλών, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο διαχειριστής πιστώσεων αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων, που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με το Ν. 3156/2003. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, ρητά ορίζεται ότι η εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων αποδεικνύεται πλήρως μέσω των εντύπων, που προβλέπονται στις παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης. Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο ανακοπής, ο οποίος παραδεκτώς επαναφέρεται με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ακόμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχείο ΙΙ μείζονα σκέψη, για την απόδειξη της νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, αρκεί να προσκομίζονται τα έγγραφα, που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση, την τιτλοποίηση και τη διαχείριση, ήτοι: α) η σύμβαση μεταβίβασης και β) η σύμβαση διαχείρισης, σε περίληψη ως προς τα ουσιώδη στοιχεία τους, σε συνδυασμό με την καταχώριση σε περίληψη των εγγράφων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα της μεταβιβαζόμενης απαίτησης, καθώς, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισής τους, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στους καθ’ ων η εκτέλεση οφειλέτες, και έτερων εγγράφων, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Επίσης, δεν απαιτείται η προσκόμιση του αποσπάσματος εμπορικού μητρώου της Ιρλανδίας, ούτε η προσκόμιση του καταστατικού της αλλοδαπής εταιρίας, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η αλλοδαπή εταιρία τηρεί την υποχρέωση του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 3156/2003, καθόσον τούτο αποτελεί ζήτημα των ελληνικών ελεγκτικών αρχών, ήτοι της Τράπεζας της Ελλάδος, και δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας ως προς τη νομιμοποίηση της καθ’ ης. Το ίδιο ισχύει και ως προς την προσκόμιση των πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της αλλοδαπής εταιρίας και της σχετικής ανακοίνωσης του Γ.Ε.ΜΗ. ως προς τη νόμιμη εκπροσώπηση της μεταβιβάζουσας τραπεζικής εταιρίας, καθώς, αφενός, δεν απαιτείται τα ανωτέρω έγγραφα να συγκοινοποιούνται στους καθ’ ων η εκτέλεση οφειλέτες, αφετέρου δε η παράλειψη προσκόμισής τους κατά την καταχώριση της περιλήψεως της συμβάσεως διαχειρίσεως στο Ενεχυροφυλακείο δεν εξομοιούται με παράλειψη εξ ολοκλήρου της τηρήσεως της απαιτούμενης για το κύρος της περιλήψεως δημοσιότητας και δεν επάγεται ακυρότητα της καταχωρίσεως, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες, ούτε επηρεάζεται από την παράλειψη αυτή το κύρος της αναγγελίας, η οποία συντελείται με τη δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο, αφού τούτο δεν προβλέπεται ούτε στις επίμαχες Υπουργικές Αποφάσεις ούτε στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003. Άλλωστε, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, έχει πλέον λυθεί νομοθετικά, δυνάμει του άρθρου 115 παρ. 2 και 3 του Ν. 5072/2023, το ζήτημα των αναγκαίων εγγράφων για την απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης του διαχειριστή πιστώσεων, η οποία, στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται πλήρως μέσω των εντύπων, που προβλέπονται στις παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης. Επομένως, η μη κοινοποίηση στους καθ’ ων η εκτέλεση των πρόσθετων ως άνω υπό στοιχείο i έως iv επικαλούμενων εγγράφων ουδόλως επάγεται ακυρότητα της επισπευδόμενης εκτέλεσης εξαιτίας της προβαλλόμενης από τους ανακόπτοντες έλλειψης απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πέμπτο λόγο ανακοπής, ο οποίος παραδεκτώς επαναφέρεται με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης, πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως νόμω αβάσιμα. Περαιτέρω, από την από 17-3-2026 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι ακριβούς αντιγράφου του με αριθμό …../2025 πρώτου (Α΄) εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ……/2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κοινοποιήθηκε από την καθ’ ης η ανακοπή στους καθ’ ων η εκτέλεση την 20-3-2026, προκύπτει ότι σε αυτήν ρητά αναφέρεται (σελ. 3) ότι συγκοινοποιούνται με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή τα κάτωθι νομιμοποιητικά έγγραφα : 1) Η με αριθμό πρωτ. ……../10.6.2020 ανακοίνωση στοιχείων καταχώρισης της καθ’ ης η ανακοπή στο Γ.Ε.ΜΗ. 2) Η με αριθμό πρωτ. …/16-2-2024 περίληψη της από 16-2-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….., δικαιούχου της απαίτησης, που εδρεύει στην ……….., με αριθμό μητρώου ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και της ελληνικής ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» με ΑΦΜ : ………….., η οποία καταχωρίσθηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …… 3) Το με αριθμό πρωτ. …… (από 19-4-2024) ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο (απόσπασμα) από το παράρτημα, όπως αυτό έχει δημοσιευθεί στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό ……, το οποίο (παράρτημα) αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ως άνω με αριθμό πρωτ. ……/16-2-2024 περίληψης της από 16-2-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. 4) Η με αριθμό πρωτ. ……/16-2-2024 περίληψη της από 16-2-2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….» και της καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………….», η οποία καταχωρίσθηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ……. Σημειωτέον ότι από το προαναφερόμενο με αριθμό πρωτ. …/19-4-2024 αντίγραφο (απόσπασμα) του συνημμένου στη με αριθμό πρωτ. ……/16-2-2024 περίληψη της από 16-2-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων παραρτήματος, όπως αυτό έχει δημοσιευθεί στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ……, προκύπτει ότι στις σελίδες 2580-2582, με αύξοντες αριθμούς ……….., του εν λόγω παραρτήματος, αναγράφονται, μεταξύ άλλων στοιχείων, ο αριθμός της σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό (…), οι αριθμοί λογαριασμών, που τηρούνταν κατά την ανωτέρω σύμβαση (οι υπ’ αριθ. …., … και …… λογαριασμοί), το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών αυτών κατά το χρόνο της μεταβίβασης (8.057,37 ευρώ, 35.345,39 ευρώ και 129.278,09 ευρώ, αντιστοίχως), το ονοματεπώνυμο των οφειλετών και των εγγυητών, καθώς και οι τυχόν εμπράγματες εξασφαλίσεις και τα ποσά αυτών. Από δε τα ανωτέρω υπό στοιχείο 1 έως 4 νομιμοποιητικά έγγραφα, τα οποία συγκοινοποιήθηκαν στους καθ’ ων η εκτέλεση ως συνημμένα στην από 17-3-2026 επιταγή προς πληρωμή κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται, κατά λογική και χρονική αλληλουχία, η μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης από την ελληνική ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………….» ως αρχική δικαιούχο της απαίτησης στην αποκτώσα αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», καθώς και η ανάθεση της διαχείρισης της απαίτησης από την τελευταία στην καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………..». Ως εκ τούτου, από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι στους καθ’ ων η εκτέλεση συγκοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συμμόρφωση και με τις διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 5072/2023, που αποδεικνύουν την ιδιότητα της καθ’ ης η ανακοπή ως εκπροσώπου της ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου της απαίτησης και ως επισπεύδουσας την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση και ότι αυτή νόμιμα ενήργησε, και συνακόλουθα, από τα έγγραφα αυτά, που κοινοποιήθηκαν στους καθ’ ων η εκτέλεση, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, προκύπτει η εξαιρετική νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή ως διαχειρίστριας της απαίτησης, που έχει τιτλοποιηθεί σύμφωνα με το Ν. 3156/2003, και άρα, αποδεικνύεται πλήρως και η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή στην επίσπευση της προσβαλλόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ακίνητης περιουσίας των καθ’ ων η εκτέλεση. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με τον πέμπτο λόγο ανακοπής ισχυρισμός περί μη απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή ως διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να απορριφθεί, σε κάθε περίπτωση, και ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Επομένως και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (9066/2026), καταλήγοντας στην ίδια κρίση, απέρριψε τον πρώτο και τον πέμπτο λόγους ανακοπής, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε και κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο επαναφέρονται οι πιο πάνω λόγοι ανακοπής, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 KΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η πραγμάτωση με την αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης δανειστή έναντι του οφειλέτη, η οποία ελέγχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ ΑΠ 62/1990, ΑΠ 1292/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 261/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένη μορφή έννομης προστασίας, για την παροχή της οποίας προσβάλλονται επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα του οφειλέτη, διότι στη στάθμιση των αγαθών, που επιχειρεί ο νομοθέτης, κρίνει αναγκαία και προέχουσα την ικανοποίηση του δανειστή. Από την άλλη, όμως, πλευρά, τα μέτρα εκτέλεσης θα πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Έτσι, οι πράξεις εκτέλεσης, που παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, θα πρέπει να κηρύσσονται άκυρες, μετά από την άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ. Η αρχή της αναλογικότητας, με τις επιμέρους αρχές, στις οποίες αναλύεται, θέτει όρια, τα οποία απαγορεύουν τη χρήση μέσων εκτέλεσης, άρα και την επιχείρηση των σχετικών πράξεων εκτέλεσης, όταν τα μέσα αυτά δεν είναι κατάλληλα για να επιτύχουν το σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας (αρχή της καταλληλότητας), όταν δεν είναι αναγκαία, επειδή υπάρχει άλλο ηπιότερο μέσο (αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου) και όταν προκαλούν ζημία που είναι δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον θιγόμενο, διότι τα ωφελήματα, που επιδιώκει ο επισπεύδων με τις πράξεις εκτέλεσης, δεν βρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις για τον καθ’ ου η εκτέλεση (Ολ ΑΠ 43/2005, ΑΠ 724/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επομένως, λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008, ΕφΘεσσ 2613/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Σχετικά έχει κριθεί ότι οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου, όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο ασυγκρίτως ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων του, η αξία των οποίων είναι μικρότερη του αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, αξία βέβαια που καλύπτει την αξίωση του δανειστή, όπως και όταν οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια και, δη, όταν εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για το συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας του, ενώ, ταυτόχρονα, το ποσό της απαίτησης που εκτελείται είναι ελάχιστο σε σχέση με τη δυσανάλογα μεγάλη αξία του κατασχεθέντος (Β. Βαθρακοκοίλης KΠολΔ-Ερμηνεία και Νομολογιακή Ανάλυση, τόμος Ε, υπό άρθρο 951, αρ.14) και συνεπώς, έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού, για τον οποίο αυτό επιβάλλεται (ΜονΕφΠειρ 147/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης (281 ΑΚ), για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, είτε από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, είτε από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Για να κριθεί αν υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερόμενων ορίων στην εκάστοτε περίπτωση, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 119/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικά δε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 951 παρ. 2 KΠολΔ, που αποτελεί έκφανση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 116 KΠολΔ, γενικής αρχής περί της απαγόρευσης καταχρηστικής διαδικαστικής συμπεριφοράς και αποσκοπεί στην αποτροπή της υπερβολικής καταπίεσης του οφειλέτη από την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων, που βρίσκονται σε δυσαναλογία σε σχέση προς την απαίτηση, επιβάλλεται περιορισμός, προς προστασία του καθ’ ου η κατάσχεση από τον κίνδυνο του πλειστηριασμού πραγμάτων, περισσοτέρων από όσα απαιτούνται για την ικανοποίηση των δανειστών και των εξόδων της εκτέλεσης. Ο περιορισμός της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για αναγκαστική εκτέλεση εκδηλώνεται ως απειλή ακυρότητας των πράξεων της αναγκαστικής κατάσχεσης πράγματος του οφειλέτη αξίας δυσαναλόγως μεγαλύτερης από το ύψος της ουσιαστικής αξίωσης του επισπεύδοντος ή της κατάσχεσης ορισμένου πράγματος. Το ζήτημα αν οι συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να εκτιμάται και να σταθμίζεται με βάση τις αντίστοιχες συνέπειες, που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (Ολ ΑΠ 6/2016, ΑΠ 1603/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η άσκηση του δικαιώματος, εξαιτίας της οποίας προκαλούνται στον υπόχρεο επαχθείς και όχι κατ’ ανάγκη αφόρητες συνέπειες, πρέπει να μην είναι σε τέτοιο βαθμό ανεκτή, ώστε, μετά από στάθμισή τους προς το εντεύθεν εξυπηρετούμενο συμφέρον του δικαιούχου, να κρίνεται επιβεβλημένη για την αποτροπή των επαχθών ως προς τον υπόχρεο συνεπειών η θυσία του ασκούμενου δικαιώματος, σε συνάρτηση με τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας. Η τελευταία, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, οφείλει δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομοθεσίας, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 9/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) [ΜονΕφΑθ 209/2026 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

V. Οι αιτούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους επαναφέρουν τον έβδομο λόγο της από 28-4-2026 ανακοπής τους και κατά το επιμέρους σκέλος του, με το οποίο προσβάλλουν την επισπευδόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση με την αιτιολογία ότι αυτή πρέπει να ακυρωθεί λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της καθ’ ης και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας υπό στενή έννοια, διότι υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, άλλως πρέπει να περιοριστεί, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ανακοπή. Ο λόγος αυτός τυγχάνει επαρκώς ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

VΙ. Από τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν, πιθανολογούνται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 28-4-2025 αίτησης της καθ’ ης εκδόθηκε σε βάρος των αιτούντων η με αριθμό …../2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην καθ’ ης το ποσό των 113.931,78 ευρώ, εντόκως από την 8-11-2022, με επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, καθώς και το ποσό των 2.300,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Την 20-3-2026 επιδόθηκε στους αιτούντες η από 17-3-2026 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι ακριβούς αντιγράφου του με αριθμό …/2025 πρώτου (Α΄) εκτελεστού απογράφου της ως άνω με αριθμό ……/2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία επιτάχθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην καθ’ ης το συνολικό ποσό των 116.306,78 ευρώ, για επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Στη συνέχεια, με επίσπευση της καθ’ ης και δυνάμει της με αριθμό ………../27-3-2026 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………., κατασχέθηκαν αναγκαστικά και εκτίθενται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, με ηλεκτρονικά μέσα, ο οποίος έχει ορισθεί για την 4η Νοεμβρίου 2026 και ώρα 10.00 π.μ. – 12.00 μ., ενώπιον της πιστοποιημένης συμβολαιογράφου Αθηνών ………….. ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, τα περιγραφόμενα σε αυτήν ακίνητα, που ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στους αιτούντες κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης χρηματικής απαίτησης της δικαιοπαρόχου της καθ’ ης τράπεζας με την επωνυμία «………………», ποσού 116.306,78 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, απορρέουσας από την προαναφερόμενη με αριθμό ……./2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα, η ένδικη κατάσχεση επιβλήθηκε για το ποσό των 50.000 ευρώ, κατόπιν περιορισμού για λόγους μείωσης των εξόδων εκτέλεσης, στα κάτωθι ακίνητα : στο υπό στοιχείο Α-1 διαμέρισμα του πρώτου (Α΄) πάνω από το ισόγειο ορόφου και στο υπό στοιχείο Δ-1 διαμέρισμα του τέταρτου (Δ΄) πάνω από το ισόγειο ορόφου, που αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του Ν.3741/1929, του Ν.Δ.1024/1981 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα, καθώς και όσων ορίζονται στη με αριθμό …./8-5-1987 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών ……………, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, εμβαδού 126,09 τ.μ. και 122,09 τ.μ., αντίστοιχα και βρίσκονται σε πολυκατοικία, κτισμένη σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 247,04 τ.μ., εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Περάματος της περιφερειακής ενότητας Πειραιώς, στο …. Οικοδομικό Τετράγωνο και επί της οδού ………….. Οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες – διαμερίσματα εκτιμήθηκαν ως έχουσες εμπορική αξία ποσού 163.500,00 ευρώ και 172.500,00 ευρώ, αντίστοιχα, η οποία ορίστηκε και ως τιμή πρώτης προσφοράς. Επιπλέον, στα κατασχεθέντα ακίνητα έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της «…………..», όπως προκύπτει από το με αριθμό …………/2-4-2026 απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, που κοινοποιήθηκε στους αιτούντες την 6-4-2026, σε συνδυασμό και με το με αριθμό πρωτ. …../19-4-2024 αντίγραφο (απόσπασμα) του συνημμένου στη με αριθμό πρωτ. …./16-2-2024 περίληψη της από 16-2-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων παραρτήματος, όπως αυτό έχει δημοσιευθεί στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ……., που συγκοινοποιήθηκε στους αιτούντες με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή την 20-3-2026, ως εξής : στο υπό στοιχείο Α-1 διαμέρισμα για ποσό 4.000.000 δραχμές, 4.000.000 δραχμές και 7.000.000 δραχμές και στα δύο ακίνητα για ποσό 180.000 ευρώ, η δε τελευταία προσημείωση υποθήκης, ήτοι για το ποσό των 180.000 ευρώ, αφορά σε εξασφάλιση απαίτησης από την ίδια σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, για την οποία εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής και προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται ο ένδικος πλειστηριασμός. Εκ των ανωτέρω προεκτεθέντων, λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 116 KΠολΔ και 281 ΑΚ, ερμηνευόμενων και με βάση τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας, πιθανολογείται ότι η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση, στηριζόμενη στη με αριθμό …………./27-3-2026 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, είναι καταχρηστική, ήτοι αντιβαίνει στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, στους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς. που επικρατούν στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής έννομης τάξης, αλλά και την αντικειμενική καλή πίστη, δηλαδή την ευθύτητα και την εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές, καθόσον βάσει της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, η θυσία. που απαιτείται από την πλευρά του οφειλέτη, ήτοι η απώλεια περιουσιακών αντικειμένων εμπορικής αξίας τουλάχιστον 336.000,00 ευρώ, για τις ανάγκες της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι δυσανάλογα μεγάλη, για την ικανοποίηση μέρους μόνον απαίτησης της καθ’ ης, ποσού 50.000,00 ευρώ, η οποία συγκριτικά με αυτή, τυγχάνει δυσανάλογα μικρή, και ως εκ τούτου παρέπεται ότι καθίσταται μη ανεκτή, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία διέπει τόσο το ουσιαστικό όσο και το δικονομικό δίκαιο, στην ισχύουσα εθνική και υπερεθνική έννομη τάξη, δεδομένου ότι εν προκειμένω συντρέχει δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού, για τον οποίο αυτό επιβάλλεται. Τούτων δοθέντων, πιθανολογείται ότι η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση τυγχάνει καταχρηστική ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως εξειδικεύθηκε κατά τα ανωτέρω σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος αμφότερων των κατασχεθέντων διαμερισμάτων κυριότητας των αιτούντων, πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με το ύψος της εκτελούμενης απαίτησης και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση περιορισμού της αναγκαστικής κατάσχεσης στο ένα από τα δύο κατασχεθέντα διαμερίσματα, καθότι η αξίωση της επισπεύδουσας δανείστριας είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με την κατάσχεση του ενός εκ των δύο διαμερισμάτων και δη του υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος, η αξία του οποίου (163.500,00 ευρώ) υπερκαλύπτει την αξίωση της τελευταίας και μάλιστα για το συνολικό ποσό της ένδικης επιταγής προς πληρωμή, ήτοι για το ποσό των 116.306,78 ευρώ, κατά το βάσιμο ισχυρισμό και σχετικό επικουρικό, κατά τη δέουσα εκτίμηση, αίτημα των ανακοπτόντων – αιτούντων. Κατά συνέπεια και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (9066/2026), απέρριψε τον έβδομο λόγο ανακοπής κατά το παραπάνω σκέλος του ως αόριστο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, εφόσον ρητά αναφέρονται στην ένδικη ανακοπή οι λοιποί δανειστές, που αναμένεται να αναγγελθούν στον πλειστηριασμό και το ύψος των απαιτήσεών τους (σελ. 26 της ανακοπής, όπου ρητά μνημονεύονται οι προσημειώσεις υποθήκης επί των κατασχεθέντων ακινήτων και τα αντίστοιχα ποσά τους) και επομένως, πιθανολογείται η ευδοκίμηση του πρώτου λόγου έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ο πιο πάνω λόγος ανακοπής κατά το παραπάνω σκέλος του, και η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος αυτό, η εκδίκαση της ανακοπής από το Εφετείο και στη συνέχεια η αποδοχή του λόγου αυτού ανακοπής κατά το ανωτέρω σκέλος του ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης ως προς αμφότερα τα κατασχεθέντα ακίνητα θα προξενήσει στους αιτούντες ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι θα απωλέσουν το επίδικο υπό στοιχείο Δ-1 διαμέρισμα – ακίνητο συγκυριότητάς τους, το οποίο μάλιστα αποτελεί την κύρια κατοικία τους. Πρέπει επομένως, α) να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναστολής ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να ανασταλεί άνευ εγγυήσεως, καθόσον τούτο δεν κρίνεται σκόπιμο, η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των αιτούντων από την καθ’ ης, αναφορικά με το υπό στοιχείο Δ-1 διαμέρισμα του τέταρτου (Δ΄) πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής κείμενης στο Δήμο ….. Αττικής επί της οδού ………. όπως ειδικότερα περιγράφεται στη με αριθμό …………/27-3-2026 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ………, έως την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας έφεσής τους, καθώς και β) να απορριφθεί η αίτηση αναστολής κατά τα λοιπά ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κατ’ άρθρο 179 εδ. α ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ του Ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρων, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 4236/2014 (ΜονΕφΑθ 44/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ άνευ εγγύησης τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση σε βάρος των αιτούντων δυνάμει της από 17-3-2026 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι ακριβούς αντιγράφου του με αριθμό …/2025 πρώτου (Α΄) εκτελεστού απογράφου της με αριθμό …./2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δυνάμει της με αριθμό …./27-3-2026 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών . ……, με την οποία επισπεύδεται την 4η Νοεμβρίου 2026 αναγκαστικός πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …………. επί του κατασχεθέντος υπό στοιχείο Δ-1 διαμερίσματος του τέταρτου (Δ΄) πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής κείμενης στο Δήμο ….. Αττικής επί της οδού ……….., όπως ειδικότερα περιγράφεται στην προαναφερόμενη με αριθμό ………/27-3-2026 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ………, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 6-10-2026 με γενικό αριθμό κατάθεσης : ……./2026 και ειδικό αριθμό κατάθεσης : ………./2026 έφεσης κατά της με αριθμό 9066/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών).

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αίτηση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την  2α   Νοεμβρίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ