ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 700/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και το διακριτικό τίτλο « ……….», η οποία εδρεύει στο …..Αττικής επί της οδού …………, με ΑΦΜ …….. και αρ. ΓΕΜΗ …….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (αρ. απόφασης 220/1/13/3/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), η οποία έφερε πρότερον την επωνυμία «………………», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως μη δικαιούχος διάδικος, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2παρ.4 του Ν.4354/2015, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο …… . (…………) με αριθμό μητρώου ………. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, η οποία (αλλοδαπή εταιρεία) κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «………..» με έδρα την Αθήνα, οδός …….. με ΑΦΜ …….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση της πρώτης τραπεζικής εταιρείας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ιωάννα Πατριαρχέα ( ΔΣΠ …….), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΧΑΡΑΚΤΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ΔΣΑ …. και ΑΦΜ …… και κατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας: ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Γεώργιο Παπαδάκο (ΔΣΑ……) βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ) και προκατέθεσε προτάσεις.
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος της καθ’ης ήδη εκκαλούσας -αντεφεσίβλητης, την από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025) ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και επιταγής προς εκτέλεση (633παρ.2 ΚΠολΔ και 933 ΚΠολΔ) τη συζήτηση της οποίας επέσπευσε με την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2025) κλήση προτίμησης καθώς και την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και ζήτησε να γίνουν δεκτές. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την υπ’ αριθμ. 3979/2025 οριστική απόφαση, ανακοπή έκανε δεκτές τις κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπές και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης.
Αμφότεροι οι διάδικοι προσβάλλουν την απόφαση αυτή και ειδικότερα η μεν καθ’ης η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη με την από 9/10/2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./10.10.2025 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς …………./10.10.2025) έφεση, η δε ανακόπτουσα ήδη αντεκκαλούσα- εφεσίβλητη με την από 8/11/2025 αντέφεση που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./12.11.2025), οι οποίες προσδιορίστηκαν για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κι εγγράφηκαν αντίστοιχα στο πινάκιο με αριθμό 25 και 35 αντίστοιχα ζητώντας να γίνει δεκτές για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης παραστάθηκε στο ακροατήριο, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτές ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242παρ.2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η από 9/10/2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./10.10.2025 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ………/10.10.2025) έφεση και β) η από 8/11/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../12.11.2025 αντέφεση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθώς αφορούν στην ίδια απόφαση (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ).
Η υπό κρίση έφεση της καθ’ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσας κατά της 3979/2.9.2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών τις σωρευθείσες με το από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025) δικόγραφο ανακοπές κατά διαταγής πληρωμής και επιταγής προς εκτέλεση (633παρ.2 ΚΠολΔ και 933 ΚΠολΔ), τη συζήτηση των οποίων επέσπευσε με την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025) κλήση προτίμησης η ανακόπτουσα, καθώς και την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι η ανακόπτουσα επέδωσε την εκκαλουμένη στην καθ’ης οι ανακοπές στις 16/9/2025 (βλ. την υπ’ αριθμ. …………./16.9.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……….) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 10/10/2025, δηλαδή εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης, [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και έχει κατατεθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του ΚΠολΔ το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………./2025 ηλεκτρονικό παράβολο Δημοσίου και τη σχετική βεβαίωση ηλεκτρονικής πληρωμής). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών ως και πρωτοδίκως ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 του ΚΠολΔ) κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με την ανωτέρω έφεση στο δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 εδ. ζ του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015. “1 .Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)…β)…. ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης, και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Περαιτέρω η αντέφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως στις ειδικές διαδικασίες, (όπως είναι η διαδικασία των περιουσιακών διαφορών άρθρο 614 ΚΠολΔ) ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο – που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν, από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, για την άσκηση της αντέφεσης και των προσθέτων λόγων εφέσεως, απαιτείται να συντελεστούν και οι δύο ως άνω οριζόμενες διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του δικογράφου της αντέφεσης ή των πρόσθετων λόγων στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της επίδοσης στον αντίδικο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους, κατά την έννοια του άρθρου 111 του ΚΠολΔ, αμφότερες δε πρέπει να λάβουν χώρα, πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλιώς η αντέφεση ή οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ192/2023,ΑΠ 1483/2019, ΑΠ 1156/2018 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα ΑΠ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω εφεσίβλητη ήδη αντεκκαλούσα κατέθεσε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από 8.11.2025 (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ/………./12.11.2025) αντέφεση κατά της εκκαλουμένης υπ’ αριθ. 3979/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζητώντας τη μεταρρύθμιση αυτής, ώστε να γίνει δεκτή αφενός η από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) σωρευθείσα κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπή, τη συζήτηση της οποίας είχε επισπεύσει με την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) κλήση και κατά τον πρώτο λόγο αυτής καθώς και η από 20/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./27.3.2025) κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπή ως προς όλους τους λόγους της. Η υπό κρίση αντέφεση έχει ασκηθεί παραδεκτά (άρθρα 523, 591 παρ.1ζ ΚΠολΔ) καθώς κατατέθηκε με αυτοτελές δικόγραφο ενώπιον της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, προς το οποίο απευθύνεται, όπως προκύπτει από την αναφερθείσα στην αρχή της παρούσας έκθεση κατάθεσης και επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη στις 14/11/2025 (βλ. την υπ’αριθμ. …………/14.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……. .), ήτοι σε χρόνο οκτώ (8) ημερών και πλέον πριν την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ορισθείσα προς συζήτηση της έφεσης δικασίμου (άρθρο 591 παρ. 1ζ ΚΠολΔ). Μετά ταύτα, η υπό κρίση αντέφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της κατά την αυτή διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) με την επισήμανση ότι δεν απαιτείται για το παραδεκτό αυτής η καταβολή του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολου, διότι η τελευταία αναφέρεται αποκλειστικώς στα ένδικα μέσα της εφέσεως, της αναιρέσεως και της αναψηλαφήσεως και όχι στην αντέφεση, ανεξαρτήτως του εάν αυτή αποτελεί ιδιαίτερο ένδικο μέσο ή όχι. Ωστόσο η αντεκκαλούσα έχει καταθέσει το υπ’ αρ. …………./2025 παράβολο ποσού 100 ευρώ, μολονότι κατ’ άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ δεν είχε αυτή την υποχρέωση. Συνεπώς πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αντεκκαλούσα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 § 1 και 25 § 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008 www.areiospagos.gr). Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 62/1990, ΑΠ 563/2003 ΤΝΠ Νόμος). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρου 281ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ,χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του ΑΠ).
Η ανακόπτουσα ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα με τις σωρευθείσες στο από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025) δικόγραφο ανακοπές και ειδικότερα της κατ’ άρθρο 633παρ.2 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» και αφετέρου της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή κατά της ήδη εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης , τη συζήτηση της οποίας επέσπευσε με την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) κλήση, ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή αφενός την ακύρωση της υπ’ αριθμ. …………/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε υπέρ της πρώτης καθης τραπεζικής εταιρείας αφετέρου την ακύρωση της από 18/3/2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής της δεύτερης καθ’ ης η ανακοπή ενώ με την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./16.4.2025) κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπή κατά της καθ’ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης ζητούσε την ακύρωση της υπ’αριθμ. ……………./31.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….., με την οποία με επίσπευση της τελευταίας κατασχέθηκε αναγκαστικά η περιγραφόμενη σε αυτήν οριζόντια ιδιοκτησία, συγκυριότητάς της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, κείμενη στο Δήμο Πειραιά Αττικής, προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησής της σε βάρος της ανακόπτουσας ύψους 39.207,82 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, δυνάμει της οποίας ορίσθηκε για τις 5.11.2025 ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 90.395 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3975/2025 οριστική απόφαση δικάζοντας ερήμην της πρώτης καθ’ης τραπεζικής εταιρείας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε τη σωρευθείσα στο από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) δικόγραφο ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. 2322/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και εν συνεχεία δικάζοντας κατά προτίμηση τον τέταρτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος αυτού της από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) σωρευθείσας κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπής καθώς και τους τρίτο και πέμπτο λόγους της από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/16.4.2025) κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπής με τους οποίους η ανακόπτουσα ισχυριζόταν ότι καταχρηστικά επισπεύσθηκε σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση για το λόγο ότι η επισπεύδουσα-καθ’ης γνώριζε ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της αίτησής της σε δεύτερο βαθμό για την υπαγωγή της οφειλής της στις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010 καθώς επίσης ότι είχε εκδοθεί επί προγενέστερης ανακοπής της η υπ’ αριθμ. 1473/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία, δεκτών γενομένων των αντίστοιχων ισχυρισμών της, είχε ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτή (ανακοπή) επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ως καταχρηστική, έκανε αυτούς δεκτούς, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων των υπό κρίση ανακοπών και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται αφενός η καθ’ ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ώστε να απορριφθούν στο σύνολό τους τόσο η σωρευθείσα στο από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) δικόγραφο ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή όσο και η από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./16.4.2025) ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, αφετέρου η ανακόπτουσα ήδη αντεκκαλούσα ζητώντας τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει δεκτή η σωρευόμενη στο από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) δικόγραφο κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπή και κατά τον πρώτο λόγο αυτής καθώς και η από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./16.4.2025) ανακοπή ως προς όλους τους λόγους της.
Ωστόσο οι ως άνω λόγοι των ανακοπών- όπως οι κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπές νομότυπα κι εμπρόθεσμα έχουν ασκηθεί εντός της τασσόμενης από το άρθρο934 παρ.1 περ.α’ ΚΠολΔ προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών του άρθρου από την επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στην ανακόπτουσα- δεν είναι νόμιμοι και ως τέτοιοι έπρεπε να απορριφθούν, έσφαλε δε η εκκαλουμένη που τους δέχθηκε ως νόμιμους και ακολούθως ακύρωσε αφενός την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή αφετέρου την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, κατ’ αποδοχή αυτών. Όπως ορθά προβάλλει η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, μετά την απόρριψη της αίτησης του οφειλέτη περί υπαγωγής του στο άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3869/2010 δεν υπάρχει πλέον εμπόδιο για την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του από πιστωτή, αφού η τυχόν χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης με προσωρινή διαταγή θα είχε ως όριο την έκδοση οριστικής απόφασης. Ο νομοθέτης έχει προβλέψει τη δυνατότητα του οφειλέτη, του οποίου η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 απορρίφθηκε πρωτοδίκως να επιτύχει την αναστολή των σε βάρος του μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 4161/2013 προστέθηκε πέμπτη παράγραφος στο άρθρο 6 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία «Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.» Για τη χορήγηση της αναστολής, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, προϋποτίθεται άσκηση εμπρόθεσμα από τον οφειλέτη εφέσεως κατά της απορριπτικής αποφάσεως υπαγωγής του στο ν. 3869/2010. Προσθέτως, απαιτείται πιθανολόγηση ότι από την εκτέλεση δύναται να προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του οφειλέτη και ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση που θα οδηγήσει στην παραδοχή της αιτήσεως αυτού. Ο νόμος δεν προβλέπει ειδική ρύθμιση ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που διατάσσει την αναστολή, για τον λόγο δε αυτό, πρέπει να τύχει αναλογικής εφαρμογής η διάταξη ου άρθρ. 763 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα, που ορίζει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, όπως και το δικαστήριο, που δικάζει την έφεση ή ο πρόεδρός του είναι αρμόδια να αποφασίσουν για την τύχη της άνω αίτησης αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει σε βάρος του οφειλέτη (βλ. ΜονΕφΠειρ261/2026, ΜονΕφΠειρ 660/2025, ΜονΕφΠειρ 239/2025 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη αναφέρει μεν στους σχετικούς λόγους των ανακοπών της ότι η άσκηση της έφεσής της κατά της απόφασης που απέρριψε την αίτηση υπαγωγής της στο ν. 3869/2010 δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα θεωρεί ωστόσο, χωρίς να έχει υποβάλει αίτηση αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 6 παρ.5 του ν. 3869/2010, ότι μετά την απόρριψη της αίτησής της για την υπαγωγή της στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και για την προστασία της πρώτης της κατοικίας, ότι μόνο το γεγονός ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης καθώς επίσης ότι μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ.1473/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί προγενέστερης ανακοπής της κατά επιταγής προς πληρωμή επί του αυτού εκτελεστού τίτλου και κατά προγενέστερης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ακινήτου της, με την οποία έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί της περί καταχρηστικής επίσπευσης της σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθίσταται καταχρηστική η συμπεριφορά της καθ’ης η ανακοπή να επισπεύσει εκ νέου σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση κατά της πρώτης της κατοικίας ως προς το ανήκον σε αυτή ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου, ήτοι ότι η συμπεριφορά αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού με τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης η καθ’ης σπεύδει να αναδιαμορφώσει την περιουσιακή της κατάσταση, καθιστώντας έτσι την ενδεχομένως θετική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου άνευ αντικειμένου. Ωστόσο, δεν εκθέτει η ανακόπτουσα στους σχετικούς λόγους των ανακοπών της προηγηθείσα συμπεριφορά της καθ’ης η ανακοπή, από την οποία μετά την απόρριψη της αίτησής της πρωτοδίκως, της δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα προχωρήσει σε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πρώτης κατοικίας της για να ικανοποιήσει τις σε βάρος της απαιτήσεις της, δεδομένου μάλιστα ότι η καθ’ης επιχείρησε και σε προγενέστερο χρόνο αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Άλλωστε η εκ μέρους της ανακόπτουσας άσκηση έφεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την αίτηση υπαγωγής της στον ν. 3869/2010 συνιστά δική της ενέργεια και όχι ενέργεια της καθ’ης η ανακοπή ώστε η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της σε βάρος της πρώτης κατοικίας της κατά το ανήκον σε αυτή ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενώ αναμένεται η συζήτηση της έφεσης της, δεν μπορεί να θεωρηθεί κακόπιστη και καταχρηστική. Εξάλλου, δεν δύναται μέσω της επίκλησης της καταχρηστικότητας δικαστικά να παρακαμφθεί η σαφής νομοθετική βούληση περί προστασίας της πρώτης κατοικίας αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του κάθε φορά ισχύοντος ειδικού νομοθετικού καθεστώτος προστασίας αυτής (εν προκειμένω κατά το άρθρο 6 παρ.5 του ν. 3869/29010) και να οδηγηθεί κανείς σε γενική απαγόρευση της κατάσχεσης και πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού αυτό θα καθιστούσε περιττή την όλη τυπική και αυστηρή διαδικασία που πρέπει να τηρήσει ένας οφειλέτης για να πετύχει την προστασία των ανωτέρω νόμων και θα καταστρατηγούσε τον σκοπό του νομοθέτη και τις σαφείς προβλέψεις των σχετικών διατάξεων, οδηγώντας ταυτόχρονα σε ευμενέστερη θέση τους οφειλέτες οι οποίοι δεν πληρούν τα κριτήρια ένταξης στους ανωτέρω νόμους. (βλ. ΜονΕφΠειρ261/2026, ΜονΕφΠειρ 660/2025, ΜονΕφΠειρ 239/2025 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Επισημαίνεται ότι η έκδοση τυχόν ευνοϊκής απόφασης επί της παραπάνω έφεσης της ανακόπτουσας μπορεί να προβληθεί ως οψιγενές γεγονός με λόγο ανακοπής κατά του τυχόν διενεργηθησόμενου αναγκαστικού πλειστηριασμού στο ποσοστό κυριότητας της επί του παραπάνω ακινήτου Κατόπιν αυτών, η εκκαλουμένη που εσφαλμένα δέχθηκε ως βάσιμους τους προαναφερόμενους λόγους των ανακοπών, αντί να τους απορρίψει ως μη νόμιμους, πρέπει να εξαφανισθεί και αφού κρατηθούν οι ανακοπές για να δικασθούν από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθούν η μεν από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2025) ανακοπή ως προς τον τέταρτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, η δε από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025) ανακοπή ως προς τους τρίτο και πέμπτο λόγους αυτής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις είτε εν σχέσει προς την ανακοπή υπάρχουν και άλλοι λόγοι ανακοπής, δοθέντος ότι οι λόγοι ανακοπής επέχουν θέση ιστορικής βάσεως της αγωγής, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στους λόγους της ανακοπής, που, όμως, δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η ανακοπή. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως λόγων ανακοπής γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ανακόπτοντος (ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1556/2012 ΕΔΠολ 2013.559, ΑΠ 920/2011 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 2003, παράγρ. 968 επ., όπου παραπέμπει η ΜονΕφΑθ 3385/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, βλ. επίσης Κ. Παναγόπουλο σε Κυριάκου Οικονόμου Η έφεση, Νομική Βιβλιοθήκη 2017, άρθρο 535, σελ. 353). Ερευνητέοι λοιπόν τυγχάνουν από το παρόν Δικαστήριο, οι υπόλοιποι, εκτός των ανωτέρω ήδη κριθέντων, λόγοι των ένδικων ανακοπών, με τη σημείωση ότι όσον αφορά στην από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) ανακοπή θα εξεταστούν οι λοιποί λόγοι που βάλλουν την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, δεδομένου ότι οι λόγοι που στρέφονται κατά της διαταγής πληρωμής τυγχάνουν απαράδεκτοι και μη εξεταστέοι, καθόσον η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε κατά το κεφάλαιο αυτό στο παρόν Δικαστήριο (522ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 918 παρ.1 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου, που έχει τον εκτελεστήριο τύπο, δηλαδή το απόγραφο. Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται στην έκδοσή του στο όνομα του ελληνικού λαού και στη διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε περίπτωση παντελούς έλλειψης ενός των παραπάνω στοιχείων από το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, δηλαδή όταν το απόγραφο, δεν φέρει τον εκτελεστήριο τύπο, δεν μπορεί να γίνει με βάση αυτό αναγκαστική εκτέλεση. Η έλλειψη του εκτελεστήριου τύπου, συνεπάγεται, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 159 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 924α ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση, η οποία γράφεται κάτω από το αντίγραφο. Η σειρά που ακολουθείται για να κινηθεί η διαδικασία της εκτέλεσης αρχίζει από το πρωτότυπο του εκτελεστού τίτλου, στο οποίο τίθεται ο εκτελεστήριος τύπος που προβλέπεται στο άρθρο 918 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το απόγραφο παραδίδεται σε αυτόν που νομιμοποιείται και έχει έννομο συμφέρον για αναγκαστική εκτέλεση. Συνεπώς, το επιδιδόμενο αντίγραφο του απογράφου πρέπει να είναι πλήρες και να φέρει και αυτό αντιγραφή του εκτελεστήριου τύπου του άρθρου 918 παρ. 1 ΚΠολΔ και κατά τα δύο παραπάνω στοιχεία του, εάν δε λείπει κάποιο από αυτά, τότε η εκτέλεση είναι άκυρη (Μπρίνιας, Αναγκαστική εκτέλεση, τ. Α παρ. 82, σελ. 224, Γιδόπουλος Εκτέλεση, παρ. 80, σελ. 171 και 174, σημ. 6, ΕφΠειρ 612/1999, ΝΟΜΟΣ, ΕΦΑΘ 1727/1993). Έτσι αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει με βάση αντίγραφο του απογράφου, αλλά μόνο με βάση απόγραφο, το οποίο ο επισπεύδων πρέπει απαραιτήτως να έχει στα χέρια του για την ενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως (Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιον αναγκαστικής εκτελέσεως, Β` έκδ., σελ. 116). Εξάλλου κατά το άρθρο 924 παρ. 1 εδ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση, η οποία γράφεται κάτω από το αντίγραφο. Από το έγγραφο που διαμορφώνεται με τον τρόπο αυτό (πρωτότυπο με τον εκτελεστήριο τύπο) εξάγεται το απόγραφο, ήτοι ένα πλήρες αντίγραφο του πρωτοτύπου του εκτελεστού τίτλου, που περιέχει τον εκτελεστήριο τύπο. Το απόγραφο παραδίδεται σ’ αυτόν που νομιμοποιείται και έχει έννομο συμφέρον για αναγκαστική εκτέλεση. Από το απόγραφο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντας εκδίδει αντίγραφο, κάτω από το οποίο συντάσσει την επιταγή. Το τελευταίο (αντίγραφο απογράφου με επιταγή για εκτέλεση) είναι εκείνο που κοινοποιείται στον καθ’ ου η εκτέλεση (I. Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεσις, β’ έκδ. σελ. 218). Η ακρίβεια της αντιγραφής του απογράφου πρέπει να βεβαιώνεται από το δικηγόρο, ο οποίος εκδίδει το αντίγραφο (άρθ. 449ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με 52 ν.δ, 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων). Η παράλειψη της βεβαιώσεως αυτής, η μη έκδοση αντιγράφου απογράφου – και επομένως και η έκδοση αντιγράφου όχι από απόγραφο, αλλά από αντίγραφο αυτού – καθώς και η επίδοση απλού και όχι επικυρωμένου αντιγράφου του απογράφου, η οποία εξομοιώνεται με μη επίδοση (πρβλ. ΑΠ2/1993, Δνη 36.1084 και 312/1976 ΝοΒ 24.853), οδηγούν σε ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθού η εκτέλεση (I. Μπρίνια, ό.π. σελ. 307, 308 και 311). Στη συνέχεια, από τον ως άνω εκτελεστό τίτλο ο οποίος φέρει τον εκτελεστήριο τύπο, εκδίδεται πλήρες αντίγραφο το οποίο καλείται απόγραφο εκτελεστό, το οποίο υπογράφεται για την ακρίβειά του από τον Γραμματέα Γραμματεία του Δικαστηρίου. Το απόγραφο καταχωρίζεται στο τηρούμενο προς τούτο από τη και βιβλίο απογράφων κατά αύξοντα αριθμό, ο οποίος αριθμός αναγράφεται οποία επί χρονολογείται του απογράφου και σημειώνεται η ένδειξη «πρώτο απόγραφο εκτελεστό», ή διάδικο που έχει και υπογράφεται από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου. Στον διάδικο που έχει έννομο συμφέρον χορηγείται μόνον ένα απόγραφο. Δεύτερο απόγραφο χορηγείται μόνο σε περίπτωση απώλειας του αρχικού ή για άλλο σοβαρό λόγο. Για το λόγο αυτό και προς απόδειξη ότι χορηγήθηκε απόγραφο σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης ότι έχει δοθεί πρώτο εκτελεστό απόγραφο με υπογραφές του παραλαβόντος πληρεξουσίου δικηγόρου ή διαδίκου και του Γραμματέα του Δικαστηρίου. Διαφορετικό όμως, είναι το ζήτημα της ακυρότητας της επιταγής ή της επίδοσης αυτής, οπότε επέρχεται ακυρότητα αυτής, μόνο σε συνδυασμό με το στοιχείο της βλάβης. Συνεπάγεται δε ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης της επίδοσης, μόνον στην περίπτωση, που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προκάλεσε στο διάδικο βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας και την οποία ο τελευταίος πρέπει να επικαλείται, κατά τρόπο συγκεκριμένο, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτήν, διαφορετικά, ο ισχυρισμός του είναι απορριπτέος ως αόριστος. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ορθή έννοια του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ως βλάβη που μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, θεωρείται εκείνη, που προκαλείται από την παράβαση της δικονομικής διάταξης, αυτής καθεαυτής και όχι από την ίδια την πράξη της εκτέλεσης. Δεν πρόκειται δηλαδή, για τις επιβλαβείς συνέπειες, που η πράξη εκτέλεσης επιφέρει και υπό κανονικές συνθήκες. Έτσι, ακόμα και όταν η βλάβη συνδέεται με την περιουσία των διαδίκων, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δικονομική, αφού και αυτή προέρχεται από παράβαση δικονομικών διατάξεων, που έχουν τεθεί για την επίτευξη συγκεκριμένων δικονομικών επιδιώξεων (ΕφΘεσ 20/2012 ΕλλΔνη 53.1361, ΕφΠατρ 298/2007 ΑχΝομ 2008. 352).
Με τον πρώτο λόγο της από 26/3/2025 ανακοπής, ο οποίος σημειωτέον επαναφέρθηκε και με την από 8/11/2025 αντέφεση, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης από 18/3/2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. ……./14.11.2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη επιταγή επιδόθηκε κάτωθι ελλιπούς αντιγράφου εξ απογράφου και συγκεκριμένα ότι δεν υπήρχε ολόκληρη η δεύτερη σελίδα αυτού, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει ακριβές αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου. Ότι την ανωτέρω έλλειψη γνωρίζει από επίδοση προηγούμενης επιταγής κάτωθι απογράφου εκτελεστού της ίδιας ως άνω διαταγής πληρωμής. Ότι λόγω της ανωτέρω πλημμέλειας υπέστη δικονομική βλάβη διότι δεν μπορεί να ελέγξει την εγκυρότητα ή μη της επίδικης οφειλής από τα εμπορικά βιβλία της αιτούσας, την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, τις επιμέρους καταβολές που έχει πραγματοποιήσει αλλά και το ίδιο το οφειλόμενο χρηματικό ποσό και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί η επίδικη επιταγή. Ωστόσο με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι η ανακόπτουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένη δικονομική βλάβη από τη μη γνωστοποίηση των ανωτέρω στοιχείων σε σχέση με την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής και μάλιστα τέτοια που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (159παρ.3 ΚΠολΔ) αλλά αντίθετα προσδιορίζει αυτή (δικονομική βλάβη) στο γεγονός ότι δεν μπορεί να ελέγξει το βάσιμο της απαίτησης, λόγος που βάλλει όμως κατά της διαταγής πληρωμής και είναι απαράδεκτος στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 933παρ.4 ΚΠολΔ. Σημειώνεται δε ότι όπως και η ίδια η ανακόπτουσα συνομολογεί είχε ήδη λάβει πλήρη γνώση του ίδιου τίτλου από την αμέσως προηγούμενη επίδοση ενώ δεν επεξηγεί ποια συγκεκριμένη αντίρρηση κατά του κύρους της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή δεν μπορούσε να διατυπώσει εξαιτίας της παράλειψης αυτής παρά την προηγούμενη γνώση της.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 924, 904, 916, 918 και 919 επ. ΚΠολΔ η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτελέσεως η αιτία της απαιτήσεως, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (ΑΠ 72/1995, ΑΠ 194/1995). Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυριστεί και αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή των εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Οι καταβολές του οφειλέτη, ανεξαρτήτως του πότε έγιναν, δεν αποτελούν στοιχείο του περιεχομένου της επιταγής, αναγκαίο για το κύρος της, αλλά βάση ενστάσεως του οφειλέτη (ΑΠ 194/1995). Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 904 εδ. ε’, 915, 916, 918 παρ. 4 και 921 παρ. 4 ΚΠολΔ, εκτελεστός τίτλος, εκτός των άλλων, είναι και η διαταγή πληρωμής αρκεί η απαίτηση να είναι “εκκαθαρισμένη” και “βέβαιη”. Εκκαθαρισμένη δε είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής, βέβαιη δε όταν δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση, όρο ή προθεσμία (ΑΠ 753/1994).
Συνεπώς απαίτηση εξοπλισμένη με διαταγή πληρωμής είναι και εκκαθαρισμένη και βέβαιη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, έστω και αν έχουν εμφιλοχωρήσει καταβολές του οφειλέτη πριν ή μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, οι οποίες απλώς αποτελούν λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (ΚΠολΔ 632 – 633 στην πρώτη περίπτωση και κατά της εκτελέσεως στη δεύτερη περίπτωση ΚΠολΔ 933-934, ΑΠ 536/1994). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, η μερική μόνο απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως, οποτεδήποτε και αν έγινε, δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, γιατί το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη [ ΑΠ 959/2019 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ].
Με τον τρίτο λόγο της από 26/3/2025 ανακοπής η ανακόπτουσα επικαλείται ότι έχει προβεί σε καταβολές μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. ……./14.11.2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δη σε εκτέλεση της από 25/1/2018 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Πειραιώς στα πλαίσια της αιτήσεως της ανακόπτουσας περί υπαγωγής των δανειακών τραπεζικών οφειλών της στις διατάξεις του Ν.3869/2010 έχοντας καταβάλει το συνολικό ποσό των 4.127,20 ευρώ με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή να είναι αόριστη και η χρηματική απαίτηση που διαλαμβάνει να είναι ανεκκαθάριστη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη οι επικαλούμενες καταβολές δεν καθιστούν την επιταγή προς πληρωμή αόριστη και την απαίτηση μη εκκαθαρισμένη, καθώς η μερική μόνο απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως οποτεδήποτε και αν έγινε, δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την, υπό την µορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης, παροχή έννοµης προστασίας, απαιτείται ως προϋπόθεση, εκτός από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, η ύπαρξη απαίτησης, η οποία να είναι βέβαιη και εκκαθαρισµένη. Βέβαιη είναι η απαίτηση όταν δεν εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσµία που προϋπήρχε πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης. Εκκαθαρισµένη είναι η απαίτηση, όταν από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, χωρίς την ανάγκη συνεκτίµησης και άλλων εγγράφων µε δεσµευτική αποδεικτική δύναµη, προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (Εφ.Αθ. 4901/2000 ΕλλΔνη 2001.776). Αυτό επιβάλλεται προκειµένου ο οφειλέτης να τελεί σε γνώση του ποσού και του ποιού της παροχής, για την ικανοποίηση της οποίας µπορεί να γίνει σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση. Είναι δε εκκαθαρισµένη η απαίτηση και όταν µπορεί να καθοριστεί κατά ποσό µε αριθµητικό υπολογισµό (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, όμως, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Επίσης, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονοµική βλάβη που δεν µπορεί να επανορθωθεί µε άλλο τρόπο παρά µε την κήρυξη της ακυρότητας. Αν η επιταγή έγινε για ποσό μεγαλύτερο από το πράγματι οφειλόμενο, ακυρότητα επέρχεται μόνο κατά το επιπλέον ποσό (ΑΠ 474/1999, Εφ.Πατρ. 21/2021, Εφ.Αθ. 2838/2002, Εφ.Πειρ.(Μον). 217/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, όμως, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Ακόμη, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονοµική βλάβη που δεν µπορεί να επανορθωθεί µε άλλο τρόπο παρά µε την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 474/1999, ΜονΕφΠειρ 215/2025, ΜονΕφ.Πατρ. 21/2021, ΜονΕφ.Πειρ. 217/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής, κατά το σκέλος που βάλλει κατά της επιταγής προς πληρωμή, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η από 18-3-2025 επιταγή προς πληρωμή είναι αόριστη και, επιπλέον, η απαίτηση είναι μη βεβαία και μη καθορισμένη. Ότι το ποσό που αξιώνει η καθής δεν είναι ορισμένο και, επίσης, στο ποσό αυτό έχουν ενσωματωθεί και εμπεριέχονται παρανόμως εξαχθέντες και υπέρμετροι τόκοι, καθώς και παράνομα επιτόκια υπερημερίας. Ότι η οφειλή έχει επιβαρυνθεί με επιπλέον χρηματικά ποσά πέραν του κεφαλαίου, όπως τόκους που έχουν ανατοκιστεί, κεφαλαιοποιηθεί και επανατοκιστεί, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο διαχωρισμός και η αφαίρεσή τους από τη συνολική απαίτηση. Από την επισκόπηση της από 18-3-2025 επιταγής προς πληρωμή, προκύπτει ότι υφίσταται ο ανωτέρω διαχωρισμός, καθώς αναφέρεται το οφειλόμενο κεφάλαιο, όπως έχει επιταχθεί με την υπ’ αριθμ……../2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την εξόφληση, συνεπώς ο λόγος αυτός περί αοριστίας της επιταγής, που βάλλει κατά του κύρους της ως άνω πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, για το έγκυρο της επιταγής προς πληρωμή αρκεί ο διαχωρισμός της απαίτησης κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω, για το κύρος της, η αναφορά του ποσοστού του τόκου, αφού αυτό ορίζεται από το νόμο και τη σύμβαση, αλλά ούτε και το ποσό του τόκου που θα καταβληθεί, εφόσον τούτο μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, βάσει του ποσοστού του και του χρονικού διαστήματος, που θα παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης της επιταγής προς πληρωμή.
Με τον έκτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη διότι περιγράφει την απαίτηση κατά τρόπο αόριστο που δημιουργεί αμφιβολίες για τον ορθό υπολογισμό της και ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται το ποσό των τόκων ή το συνολικά οφειλόμενο ποσό για κεφάλαιο και τόκους, ενόψει του ότι ο υπολογισμός των τόκων είναι ιδιαίτερα δυσχερής επειδή περιλαμβάνει εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων με συνέπεια η έλλειψη αυτή να της προκαλεί δικονομική βλάβη. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης επιταγής προς εκτέλεση, προκύπτει ότι σε αυτή περιέχονται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγείται, ήτοι σύντομη αναφορά του οφειλόμενου ποσού και των εξόδων. Κατά το σκέλος που αφορά το κονδύλιο των τόκων θέτει, όσον αφορά το επιδικασθέν κεφάλαιο, το σημείο έναρξης υπολογισμού των τόκων ως αυτό επιτάχθηκε με την υπ’ αριθμ. ……/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ήτοι στις 18.11.2009 επομένη της επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης), χωρίς να περιλαμβάνει ποσό τόκων στην επιταγή προς πληρωμή, ώστε να προκληθεί οιαδήποτε σύγχυση στην ανακόπτουσα οφειλέτρια. Η μη παράθεση του ποσού των τόκων, καθώς και του επιτοκίου δεν καθιστά την επιταγή αόριστη, καθώς ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας, θέτοντας το σημείο έναρξης του υπολογισμού τους, γίνεται βάσει του κεφαλαίου και του συμφωνηθέντος συμβατικού επιτοκίου, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, απομένει δε η διενέργεια μαθηματικού υπολογισμού για την εξεύρεση του ποσού των τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της συμβάσεως μέχρι την εξόφληση της επιταγής. Επομένως, ο σχετικός λόγος της ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Πρέπει, επομένως, ενόψει των ανωτέρω, ελλείψει άλλων λόγων προς έρευνα, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη από 26/3/2025 ανακοπή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021) και ισχύει από 1-1-2022, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 120 παρ. 2 του ως άνω νομοθετήματος, ο χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού ακινήτων «ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας».
Με τον πρώτο λόγο της από 16/4/2025 ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ενώ η περάτωση της κατάσχεσης έλαβε χώρα την 1-4-2025 με την κοινοποίηση σ’ αυτή της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ως χρόνος πλειστηριασμού, κατά παράβαση του άρθρου 954παρ.2 εδ.ε του ΚΠολΔ σύμφωνα με το οποίο ο πλειστηριασμός ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, ορίστηκε η 5/11/2025 ήτοι μετά την πάροδο των έξι μηνών προκαλώντας σε αυτή δικονομική βλάβη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην εσφαλμένη πεποίθηση της ανακόπτουσας ότι η προθεσμία για τον πλειστηριασμό ακινήτου είναι η οριζόμενη στο άρθρο 954 παρ. 2 ΚΠολΔ εξάμηνη προθεσμία, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι η προθεσμία για τον πλειστηριασμό ακινήτων ορίζεται στο προαναφερόμενο άρθρο 993παρ.2 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου νομίμως ορίστηκε ο πλειστηριασμός την 5/11/2025, ήτοι μετά την πάροδο 7 μηνών και όχι αργότερα από την πάροδο 8 μηνών από την ημέρα ολοκλήρωσης της κατάσχεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης [ΑΠ 856/2014], ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για άμεση ή έμμεση εκτέλεση ή εάν οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση [ΑΠ 1660/2006]. Το άρθρο 935 ΚΠολΔ έλαβε τη σημερινή του μορφή μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 19 § 2 ν.4055/2012, προκειμένου να περιοριστεί ο αριθμός των ανακοπών που ασκούνταν κατά πράξεων εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την υπερβολική επιμήκυνση της εκτελεστικής διαδικασίας [Βλ. Αιτιολογική Έκθεση ν.4055/2012, άρθρο 19, σελ. 17, 18, όπου τονίζεται ότι με την προσθήκη στο τέλος του α’ εδαφίου του άρθρου 935 ΚΠολΔ επιχειρείται ο περιορισμός του αριθμού των ανακοπών από τον οφειλέτη με αποτέλεσμα όχι μόνο την ταχύτερη εκδίκασή τους αλλά και τη μέσα σε εύλογο χρόνο ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης ώστε να μην παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμές και αμφισβητούμενο το κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας]. Υπό το πρίσμα αυτό είναι υποχρεωτική η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής, καθώς και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της, όλων των λόγων ανακοπής προς ακύρωση της ίδιας ή και διαφορετικής πράξης εκτέλεσης, ενώ αποκλείεται αφενός η άσκηση περισσότερων ανακοπών κατά της ίδιας πράξης εκτέλεσης, αφετέρου η άσκηση διαδοχικών ανακοπών με τις οποίες προβάλλονται περισσότεροι λόγοι, ίδιοι ή διαφορετικοί. Έτσι η παράλειψη προβολής τους στην αρχική δίκη ανακοπής καθιστά απαράδεκτη την προβολή τους σε μεταγενέστερη δίκη. Επιπρόσθετα, στη μεταγενέστερη δίκη είναι απαράδεκτη η επαναφορά προς συζήτηση λόγων που προβλήθηκαν ήδη με προγενέστερη ανακοπή και απορρίφθηκαν ή ακόμα εκκρεμεί η συζήτηση αυτών ή η επ’ αυτών έκδοση απόφασης, εκτός εάν η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού [ΑΠ 242/2001].
Συνεπώς, προταθέντες λόγοι ανακοπής κατά της ήδη προσβληθείσας πράξης εκτέλεσης δεν μπορούν να προταθούν με άλλη ανακοπή, έστω και αν υφίσταται προθεσμία κατ’ άρθρο 934 ΚΠολΔ (ΑΠ 1203/2020, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 1711/2014). Τούτο δε διότι το κύρος οποιασδήποτε πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου από τον ίδιο ανακόπτοντα, κατά τα συναγόμενα από το άρθρο 935 ΚΠολΔ. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται με σαφήνεια από τη διατύπωση του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπου γίνεται μνεία μόνο για λόγους ανακοπής “που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ”, χωρίς να περιορίζεται μόνο σε εκείνους που δεν προτάθηκαν, αν και η προβολή τους ήταν δυνατή. Πρόκειται για εισαγωγή στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ του αξιώματος του “άνευ επικουρίας δικάζεσθαι”, εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή αλλά υποχρεωτικώς σταδιακή. Με αυτή σκοπείται η συγκέντρωση των λόγων ανακοπής σε ορισμένο διαδικαστικό στάδιο και αυτών που δεν προβλήθηκαν εγκαίρως, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ταχεία εκκαθάριση των αντιρρήσεων κατά της εκτελεστικής δίκης. Έτσι, εάν ένας λόγος ανακοπής υφίσταται κατά τον χρόνο διεξαγωγής της αρχικής δίκης και μπορεί να προβληθεί από τον ανακόπτοντα, αλλά δεν προβληθεί κατά αυτήν, αποκλείεται από κάθε επόμενη προβολή του και δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον στην ακύρωση της πράξης αυτής ή οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης. Εάν μάλιστα προβληθεί σε μεταγενέστερη δίκη απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Το ίδιο βέβαια θα ισχύει και για τον λόγο που προβάλλεται με την αρχική ανακοπή και επαναπροβάλλεται με άλλη ανακοπή, όχι κατά της ίδιας προσβαλλόμενης πράξης, οπότε τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας, αλλά κατά άλλης πράξης της ίδιας εκτελεστικής διαδικασίας. Το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί αποβλέπει στην ασφάλεια των συναλλαγών που ενδιαφέρει και τους τρίτους.
Εξάλλου, το απαράδεκτο που θεσπίζεται με τη άνω διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ προβλέπεται ανεξάρτητα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 330 ΚΠολΔ, δεν στηρίζεται δηλαδή στην ύπαρξη τυχόν τελεσίδικης κρίσης ως προς τους λόγους (ενστάσεις) ακυρότητας της πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης σε προγενέστερη δίκη ανακοπής, αλλά απλώς στο γεγονός της μη προβολής τους σε αυτήν (ΑΠ 41/1987). Βεβαίως, στις περιπτώσεις όπου υπάρχει το δεδικασμένο της απόφασης που εκδόθηκε στην προγενέστερη ανακοπή, δεν υπάρχει πεδίο πρακτικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ, αφού αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, καλύπτει τους λόγους της ανακοπής που καταλαμβάνονται από τα άρθρα 330 και 633 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, για να θεωρηθούν οι λόγοι αυτοί απαράδεκτοι σε μεταγενέστερη δίκη. Ακόμη, λόγοι οι οποίοι ήταν γεννημένοι κατά τη δίκη της ανακοπής της διάταξης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αλλά δεν μπορούσαν να προταθούν, διότι δεν αποδεικνύονταν με έγγραφα ή δικαστική ομολογία (άρθρο 933 παρ. 5 ΚΠολΔ), μπορούν να προβληθούν στη συνέχεια σε μεταγενέστερη δίκη, χωρίς να εμποδίζονται από το απαράδεκτο της διάταξης του άρθρου 935 ούτε από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ, διότι το παραγόμενο απορριπτικό δεδικασμένο από τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής τους, που απαγγέλλεται λόγω της μη άμεσης απόδειξής τους, και συνεπώς οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εμποδίζονται από το κατά τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ δεδικασμένο και τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, εφόσον είναι ουσιώδεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς κατ’ ουσίαν έρευνα, σε μεταγενέστερη δίκη που ανοίγεται με νέα ανακοπή κατά της ίδιας αναγκαστικής εκτέλεσης (ΟλΑΠ 49/2005, ΟλΑΠ 10/1993, ΑΠ 2143/2007), ή με αγωγή κατά τη συζήτηση της οποίας δεν αποκρούονται από το κατά τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ δεδικασμένο (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005, ΑΠ 2143/2007). Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης είναι οι εξής: α) η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, β) οι λόγοι να έχουν γεννηθεί κατά τον χρόνο διεξαγωγής της αρχικής δίκης, γ) η δυνατότητα προβολής τους είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, δ) η ύπαρξη μεταγενέστερης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων με αντικείμενο, κύριο ή προδικαστικό, το κύρος μίας πράξης εκτέλεσης (ΑΠ 243/2018, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1791/2008). Ιδίως, ωστόσο, πρέπει να επισημανθούν τα κατωτέρω: ως “άλλη πράξη” νοείται οποιαδήποτε πράξη η διενέργεια της οποίας προηγήθηκε ή έπεται της προσβαλλομένης με την πρώτη ανακοπή πράξης, αρκεί να εντάσσεται στην ίδια εκτελεστική διαδικασία.
Συνεπώς, η ρύθμιση του άρθρου 935 ΚΠολΔ επενεργεί ανεξαρτήτως του αιτήματος της πρώτης και της δεύτερης ανακοπής, εστιάζοντας στον λόγο της ανακοπής, ο οποίος προφανώς, εφόσον προβληθεί, θα επισύρει και την προβολή του αντίστοιχου αιτήματος. Τούτο συνάγεται με διαύγεια από τη διατύπωσή του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπου γίνεται λόγος για “οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη”, χωρίς περαιτέρω περιορισμούς για το περιεχόμενο αυτής. Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως του αν υπάρχει η προθεσμία από το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την εμπρόθεσμη προβολή τους [ΑΠ 1130/1994], ώστε και αν ακόμα υπάρχει προθεσμία από το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την άσκηση νέας ανακοπής, δεν μπορούν να προταθούν οι λόγοι ανακοπής, που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή (ΑΠ 1660/2006, ΑΠ 1130/1994). Τέλος, με το άρθρο 559 αριθ. 14 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 207/2023). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1894/2025, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). [ΑΠ 818/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ].
Με το δεύτερο λόγο της από 16/4/2025 ανακοπής της η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης της υπ’αριθμ. …./31.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……, η οποία εδράζεται στην από 18/3/2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. …./14.11.2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη επιταγή επιδόθηκε κάτωθι ελλιπούς αντιγράφου εξ απογράφου και συγκεκριμένα ότι δεν υπήρχε ολόκληρη η δεύτερη σελίδα αυτού, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει ακριβές αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου. Περαιτέρω δε με τον τέταρτο λόγο ζητεί την ακύρωση της ως άνω προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης για το λόγο ότι εδράζεται στην ως άνω από 18/3/2025 επιταγή προς πληρωμή, η οποία είναι αόριστη και η χρηματική απαίτηση που διαλαμβάνει είναι ανεκκαθάριστη αφού αυτή (ανακόπτουσα) μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. …../14.11.2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έχει προβεί σε καταβολές σε εκτέλεση της από 25/1/2018 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Πειραιώς στα πλαίσια της αιτήσεως της περί υπαγωγής των δανειακών τραπεζικών οφειλών της στις διατάξεις του Ν.3869/2010 έχοντας καταβάλει το συνολικό ποσό των 4.127,20 ευρώ. Πλην όμως, με το προεκτεθέν περιεχόμενο οι ανωτέρω λόγοι της ένδικης ανακοπής, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθόσον ήταν γεννημένοι και προτάθηκαν ήδη, κατά την άσκηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της σωρευόμενης στο από 26-3-2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) δικόγραφο της προγενέστερης της παρούσας ανακοπής σε βάρος της καθ’ ης, που αφορούσε στο κύρος της επιδοθείσας στον ανακόπτοντα, στις 21/3/2025, από 18/3/2025 επιταγής προς πληρωμή, επί τη βάσει της ίδιας ως άνω διαταγής πληρωμής, δυνάμει της οποίας συντάχθηκε ή προσβαλλόμενη με την κρινόμενη δεύτερη, μεταγενέστερη, ένδικη ανακοπή, πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι η υπ’ αριθμ. …../31.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………… Συνεπώς και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται σχετικά στην ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον επιπροσθέτως στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει πλήρης ταυτότητα των διαδίκων των δύο ανακοπών, οι οποίες ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ανακόπτουσα δεν μπορεί να προβάλλει παραδεκτώς τους ίδιους λόγους ανακοπής, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της ως άνω από 26-3-2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) προγενέστερης ανακοπής της και μάλιστα κατά την ίδια αυτολεξεί διατύπωση, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση ανακοπής, εφόσον ήδη έχουν προβληθεί με την προηγούμενη, μη δυνάμενοι να αποτελέσουν αντικείμενο νέας κρίσης, και δη, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προηγηθείσα της ένδικης, ανακοπή, ήτοι ασχέτως, εάν εκκρεμεί προς έκδοση απόφαση (βλ. ΕφΑθ 1724/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, “ΚΕΡΑΜΕΥΣ/ΚΟΝΔΥΛΗΣ/ ΝΙΚΑΣ Ερμηνεία ΚΠολΔ-Αναγκαστική Εκτέλεση άρθρο 935 σελ. 247 επ. εκδ. 2021 με τις εκεί παραπομπές σε Θεωρία και νομολογία).
Συνεπώς, εφόσον οι προαναφερόμενοι λόγοι της υπό κρίση ανακοπής, συνιστούν λόγους που είχαν ήδη γεννηθεί και προτάθηκαν ήδη, ως προεκτέθηκε, έστω και αν η προηγηθείσα – σωρευθείσα ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ, στρέφεται κατά διαφορετικής πράξης εκτέλεσης και δη της από 18/3/2025 επιταγής προς πληρωμή, σε σχέση με την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση ανακοπή, πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, και δεν αποδεικνύονται αμέσως (με έγγραφα ή δικαστική ομολογία) κατ’ άρθρο 933 παρ. 5 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβλήθηκαν εκ νέου με την προκειμένη ανακοπή, με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. ……./31.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………., υπό την πρόσθετη επισήμανση, ότι η ανακόπτουσα δεν ασκεί την ένδικη ανακοπή, υπό την αίρεση ευδοκίμησης της προηγηθείσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ανακοπής της, ήτοι υπό την αίρεση της τυχόν ακύρωσης των προγενέστερων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. ΑΠ 242/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, ενόψει των ανωτέρω, ελλείψει άλλων λόγων προς έρευνα, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη από 16/4/2025 ανακοπή.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και αντεφεσίβλητης του παρόντος (δεύτερου) βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 9/10/2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../10.10.2025 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ……./10.10.2025) έφεση και την η από 8/11/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./12.11.2025 αντέφεση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3979/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί την υπόθεση και Συνεκδικάζει κατά το μέρος αυτό την από 26/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025) ανακοπή και την από 16/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/16.4.2025) ανακοπή.
Απορρίπτει τις ανακοπές.
Επιβάλλει στην εφεσίβλητη-ανακόπτουσα τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την αντέφεση
Διατάσσει την απόδοση στην αντεκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.
Επιβάλλει στην αντεκκαλούσα-εφεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αντεφεσίβλητης – εκκαλούσας του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά, στις 5 Νοεμβρίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ