ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης 683/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(3ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος : …………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Σπυρίδωνα Παυλάτο του Βασιλείου (ΑΜ ……….. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.
Της εφεσίβλητης : Εταιρίας με την επωνυμία «………………», (………..), (ΑΦΜ ……..), που εδρεύει στη ……… και διατηρεί νόμιμα υποκατάστημα στο ……. Αττικής (……………) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Μαρία Λειβιδιώτου -Σαξώνη του Ευαγγέλου (Α.Μ. …….. Δ.Σ. Πειραιώς) και Σταύρο Καναβάρο του Παναγιώτη (Α.Μ. …………. Δ.Σ. Αθηνών).
Ο εκκαλών με την από 23-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ …………/23-7-2024) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 5580/1-2-2025 απόφασή του έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη ο εκκαλών με την από 5-1-2026 έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/5-1-2026, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε την από 6-5-2026 μονομερή δήλωσή του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εφεσίβλητης, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-1-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./5-1-2026) έφεση του ενάγοντος της από 23-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ ……./23-7-2024) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 5580/1-2-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 5-1-2026, νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 19, 143, 144, 495 παρ. 1 και 2 (ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν 5221/2025- ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026), 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1, 520 παρ. 2, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.], καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε με την επιμέλεια της εναγομένης, στις 9-12-2025 (βλ. σχετική επισημείωση επί της εκκαλουμένης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ……………) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).
Η σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία των μερών (ΑΠ 57/2015). Η συμφωνία αυτή, για την οποία δεν προβλέπεται η τήρηση ορισμένου τύπου, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Στη λύση της σύμβασης με συμφωνία των μερών δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας (Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, Ε΄έκδ., παρ. 25.Ι.4). Περαιτέρω, οι με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ τιθέμενοι κανόνες για την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και για την ερμηνεία της συμβάσεως όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τις δηλωθείσες βουλήσεις. Το δικαστήριο της ουσίας που διαγιγνώσκει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται κατά τούτο σε ακυρωτικό έλεγχο διότι ανήκει στην κυριαρχική του εξουσία. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και μπορεί να γίνει (και) από τον εργαζόμενο όχι μόνο ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, δηλαδή με πράξεις από τις οποίες κατά τρόπο αναμφίβολο προκύπτει κατ΄ αντικειμενική κρίση η βούλησή του για τη λύση της συμβάσεως. Τέτοια δε καταγγελία (σιωπηρή) από ορισμένη συμπεριφορά του μισθωτού, για την αξιολόγηση της οποίας εφόσον προκύπτει αμφιβολία το δικαστήριο οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, μπορεί να συνιστά με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και η αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτού να παρέχει τις υπηρεσίες του. Εξάλλου στο άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930 (ήδη άρθρο 349 πδ 62/2025), ορίζονται: «Αποχή υπαλλήλου από της εργασίας, οφειλομένη εις βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθένειαν, προσηκόντως αποδεδειγμένην ή προκειμένου περί γυναικός εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού. Ως βραχείας διαρκείας ασθένεια ερμηνεύεται η διαρκούσα ένα μήνα δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας μέχρι τεσσάρων ετών, τρεις μήνας δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα ετών, τέσσαρας μήνας δι’ υπαλλήλους υπρετούντας πλέον δέκα ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα πέντε ετών, και εξ μήνας δια τους υπηρετούντας επί χρόνον ανώτερον των δέκα πέντε ετών». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του λόγω ασθενείας, καθ’ υπέρβαση των χρονικών ορίων που τίθενται σ’ αυτές, η λύση ή όχι της εργασιακής συμβάσεως κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το δικαστή κατά τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ. Ειδικότερα, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, μετά από εκτίμηση της αιτίας της αποχής, της διαρκείας της, της υπαιτιότητας ή της ανυπαιτιότητας του μισθωτού και γενικά των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, απόκειται στο δικαστή να κρίνει αν αυτή η αποχή, κατ’ αντικειμενική κρίση, δηλαδή ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι τη σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης, ήτοι ως σιωπηρή δήλωση βουλήσεως του μισθωτού για τη λύση απ’ αυτόν της εργασιακής σύμβασης (Ολ. ΑΠ 31/1988, ΑΠ 1209/2005). Για την εφαρμογή της διάταξης δεν απαιτείται να έχει γνωστοποιήσει εγκαίρως ο εργαζόμενος στον εργοδότη την ασθένεια (Δ. Ζερδελή, ο.π. παρ. 33.11.1).
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 25825/1951 Αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 28/1944 και με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικώς η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 “περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας” και η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946 “Περί διευκρινίσεως των δικαιουμένων οικονομικών ενισχύσεων διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων”, οι οποίες προβλέπουν τις προσαυξήσεις των αποδοχών των μισθωτών που εργάζονται κατά τις Κυριακές και τις νύκτες, ορίζουν ότι οι προσαυξήσεις αυτές δεν συμψηφίζονται προς τυχόν καταβαλλόμενες, ανώτερες των ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων, αποδοχές. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνο ο υπό του εργοδότη (μονομερής) συμψηφισμός (ακριβέστερα : καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπερτερών αποδοχών προς οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις νύκτες, ενώ, αντιθέτως, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και κάθε τυχόν αξιώσεως από τις προσαυξήσεις αυτές. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του Α.Κ., εφ’ όσον ο μισθωτός λαμβάνει αυτά που έχουν ορισθεί από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις ως ελάχιστα νόμιμα όρια αποδοχών μετά των προβλεπομένων προσαυξήσεων, δηλαδή είναι έγκυρη μόνο για το πέραν των ελαχίστων νομίμων αποδοχών μέρος, το αυτό δε ισχύει για τα Δώρα Εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας και την αποζημίωση λόγω απασχολήσεως την Κυριακή και στερήσεως της εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Αντιθέτως, τοιαύτη συμφωνία περί καταλογισμού δεν επιτρέπεται : α) ως προς τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, διότι κατά το σκοπό του νομοθέτη οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας πρέπει να προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας, ώστε να πραγματοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο ο κοινωνικός σκοπός των σχετικών διατάξεων, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της οικονομικής δυνατότητας του δικαιούχου να απολαύσει τις διακοπές του, – και β) κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ΝΔ 4020/1959 ως προς τις αμοιβές για νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 612/2025, ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 924/ 2019, ΑΠ 923/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 657 Α.Κ., ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του για το μισθό, αν ύστερα από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργασθεί για σπουδαίο λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και κατά τη διάταξη του άρθρου 658 του ίδιου κώδικα, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο η αξίωση για το μισθό σε περίπτωση εμποδίου, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, αν το εμπόδιο εμφανίστηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως και το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της αποχής του μισθωτού από την εργασία του για σπουδαίο λόγο, όπως είναι η ασθένεια αυτού, ο μισθωτός διατηρεί την αξίωση του προς καταβολή των νομίμων αποδοχών του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, εάν το κώλυμα παροχής εργασίας, λόγω ασθένειας, επήλθε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως, επί μισό δε μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 662/2019, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 791/2011). Εξάλλου, στην περίπτωση αγωγής μισθωτού με αίτημα την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., αναγκαία στοιχεία της βάσεως αυτής είναι η σύμβαση εργασίας, το ύψος του μισθού και η μη αποδοχή από τον εναγόμενο εργοδότη των συμφωνημένων υπηρεσιών, που προσηκόντως προσέφερε ο ενάγων (ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1848/2013). Σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας του εργαζομένου να παράσχει την εργασία του, ενώ κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 380 Α.Κ., θα έπρεπε να απαλλαγεί και ο εργοδότης της καταβολής του μισθού, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 657 και 658 Α.Κ. δικαιούται ο εργαζόμενος, υπό τις προϋποθέσεις που το πρώτο εξ αυτών θέτει το μέρος του μισθού του που ορίζεται στο δεύτερο άρθρο. Αντίθετα αν είτε πριν την έναρξη της υπερημερίας του εργοδότη είτε κατά τη διάρκεια αυτής η παροχή της εργασίας από τον εργαζόμενο καταστεί αδύνατη από υπαιτιότητα του εργοδότη, αυτός (εργοδότης) δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς παροχή του μισθού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 656 Α.Κ. και της παρ. 1 του άρθρου 381 Α.Κ. στην πρώτη περίπτωση, της παρ. δε 2 του ίδιου άρθρου 381 Α.Κ. στη δεύτερη περίπτωση, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση της συμβάσεως εργασίας, εφόσον, από τις σχετικές ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν αυτήν, δεν προβλέπεται διαφορετική αντιμετώπιση της αδυναμίας του μισθωτού για παροχή της εργασίας του, που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις των άρθρων 357 και 358 που αντιμετωπίζουν εν μέρει κατά διαφορετικό τρόπο από ό,τι το άρθρο 380 Α.Κ. τις υποχρεώσεις του εργοδότη σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας του εργαζόμενου που οφείλεται σε σπουδαίο λόγο (ΑΠ 750/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 του Α.Κ., 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζόμενου, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού, ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού, για πραγματική απασχόληση ή, που συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται, κατ’ εύλογη κρίση, από το Δικαστήριο (ΑΠ 487/2019, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 22/2014, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 282/2009). Για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 Α.Κ., απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά [θετική πράξη ή παράλειψη], προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντος του, προστατευομένου από τη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάζεται (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 5/2001, ΑΠ 87/2000). Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση ατόμου και είναι με αυτό [άτομο] αναπόσπαστα συνδεδεμένα (άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 Α.Κ.. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή, όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Συντάγματος). Αγαθά, που προστατεύονται από την προσωπικότητα είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου, ειδικότερα, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου. Για την αξίωση αποζημιώσεως προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ. 2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 Α.Κ.). Οι όροι δηλ. αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημιώσεως [προσβολή, παράνομη συμπεριφορά, που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου, που προσβάλλει]. Προκειμένου δε, να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό, λαμβάνονται υπ’ όψη και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, όπως και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, η κοινωνική θέση του διαδίκου, που προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, το είδος και η έκταση της βλάβης (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 13/1999 ΕλλΔ 40. 753, ΑΠ 105/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 420/2018, ΑΠ 80/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 849/2015, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1114/2013).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης (ΑΠ 1189/2020). Έτσι, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή νέα ιστορική βάση (ΑΠ 302/2020). Η παράβαση του κανόνα σημαίνει παράβαση στης αρχής τηρήσεως της προδικασίας (ΚΠολΔ 111 παρ. 2) με συνέπεια την απόρριψη της νέας βάσης ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 54/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 23-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ …………/23-7-2024) αγωγή, όπως διορθώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε στις 20-10-2002 από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου, με πενθήμερη εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή επί οκτάωρης απασχόλησης ημερησίως και με τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην αγωγή, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 4.500 ευρώ και στη συνέχεια, κατόπιν τροποποίησης της σύμβασης, απασχολείτο ως διαχειριστής στόλου αντί αμοιβής, από 1-1-2006, εκ ποσού 6.500 ευρώ και κατόπιν νεότερης συμφωνίας, από 9-9-2013 ελάμβανε το συνολικό ποσό των 9.400 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 2.000 ευρώ αντιστοιχούσε στον καθαρό μηνιαίο μισθό του, ενώ το υπόλοιπο καταβαλλόταν ως μέρισμα λόγω της συμμετοχής του ως μετόχου στις πλοιοκτήτριες εταιρίες, τη διαχείριση ορισμένων εκ των πλοίων είχε η εναγόμενη. Ότι από 1-10-2019 ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ανήλθε στο ποσό των 1.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 8.400 ευρώ που του καταβαλλόταν ως μέρισμα, ενώ επίσης, καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, είχε συμφωνηθεί να του καταβάλλονται επιπλέον οι εκ του νόμου προβλεπόμενες αποδοχές για την υπερεργασία και την υπερωριακή του απασχόληση, για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες, οι παροχές αδείας καθώς και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά τους ειδικότερους όρους που παρατίθενται στο δικόγραφο. Ότι απασχολήθηκε στην εναγόμενη μέχρι τις 11-1-2023, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως την καταγγελία της σύμβασης, πλην αυτού της νοσηλείας του, εργαζόταν πέραν του νομίμου ωραρίου, καθώς και ημέρες Σαββάτου, αργιών και Κυριακής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και ότι δικαιούται αμοιβή για υπερεργασία και υπερωρία, για απασχόληση καθημερινών, Σαββάτων, αργιών και Κυριακών, διαφορά επιδομάτων εορτών ετών 2018 έως και 2022, διαφορά αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας ετών 2018 έως και 2022, καθώς και διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, όπως κάθε επιμέρους ποσό αναλύεται ειδικότερα στην αγωγή και συνολικά οι αξιώσεις του για τις ανωτέρω αιτίες ανέρχονται στο ποσό των 156.822,35 ευρώ (47.155,75 ευρώ + 109.666,60 ευρώ). Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, έλαβε χώρα σε χρόνο που ο ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας συνεπεία του οποίου αναγκάστηκε να νοσηλευτεί, γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη διά των εκπροσώπων της, η οποία επίσης αρνείται να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της απέναντί του, παρά τις οχλήσεις του, με συνέπεια εξαιτίας της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς της εναγομένης να υποστεί ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ζητούσε δε, μετά την τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και με την απειλή κατά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, για την περίπτωση μη συμμόρφωσης στην εκδοθησομένη απόφαση, προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει Α1) για υπερεργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 5-6-2022, το συνολικό ποσό των 10.692 ευρώ, 2) για κατ’εξαίρεση υπερωριακή εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 5-6-2022, το συνολικό ποσό των 16.594,80 ευρώ, 3) για εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 5-6-2022, το συνολικό ποσό των 741 ευρώ, 4) για εργασία κατά τις ημέρες της Κυριακής και των αργιών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 5-6-2022, το συνολικό ποσό των 199,50 ευρώ, 5) για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 11-1-2023, το συνολικό ποσό των 12.416,45 ευρώ, 6) για διαφορές αποδοχών αδείας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 11-1-2023, το συνολικό ποσό των 2.008 ευρώ, 7) για επίδομα αδείας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 11-1-2023, το συνολικό ποσό των 4.504 ευρώ, και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 47.155,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο όλα τα ανωτέρω ποσά από το χρόνο που κάθε επιμέρους αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση προγενέστερης αγωγής του (19-4-2023), άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την εξόφληση, Β) για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 109.666,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 11-1-2023 μέχρι και την εξόφληση, και Γ) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επικουρικά δε ζήτησε για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά των 47.155,75 ευρώ και των 109.666,60 ευρώ, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη κατά την κύρια και επικουρική βάση αυτής, πλην των παρεπόμενων αιτημάτων περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και απειλής σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.660,23 ευρώ (ήτοι 1.160,23+ 1.000+ 1.500), με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από τα χρονικά σημεία της εκ του νόμου προβλεπόμενης δήλης ημέρας καταβολής τους και μέχρι την πλήρη εξόφληση και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, την οποία όρισε στο ποσό των 400 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση ο ενάγων και ήδη εκκαλών για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που εκκαλείται, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, καθώς και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα (………….) του εκκαλούντος (ενάγοντος) που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (η εναγόμενη δεν πρότεινε την εξέταση μάρτυρα), της με αριθ. …../6-9-2024 ένορκης βεβαίωσης του …………….., που δόθηκε με την επιμέλεια του εκκαλούντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …….., κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. τη με αριθ. …..΄/3-9-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..) και προσκομίζεται μετ’επικλήσεως νομότυπα, καθώς και της με αριθ. …../5-5-2026 ένορκης βεβαίωσης των ………. και …………….., που δόθηκαν με την επιμέλεια του εκκαλούντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. τη με αριθ. …..΄/28-4-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….) και προσκομίζονται μετ’επικλήσεως νομότυπα, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και των με αριθ. …, … και …./25-10-2024 ενόρκων βεβαιώσεων των ……………., που δόθηκαν με την επιμέλεια της εφεσίβλητης (εναγομένης) ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά ………., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της (βλ. τη με αριθ. ………/22-10-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….) και προσκομίζονται μετ’επικλήσεως νομότυπα, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα και αυτών που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως κατ’άρθρο 529 ΚΠολΔ και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών, και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εκκαλών (ενάγων), δυνάμει της από 9-9-2013 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη (εναγόμενη), η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση δεξαμενόπλοιων, ψυγείων και φορτηγών πλοίων, προκειμένου να παρέχει την εργασία του, με πλήρες ωράριο, από ώρα 9.00 έως 18.00 (με μία ώρα διαλείμματος, από 13.00 -14.00), πενθημέρου εργασίας εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Παρασκευή), ως υπάλληλος γραφείου, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών 1.335,86 ευρώ. Συγκεκριμένα ο εκκαλών εργάστηκε ως διαχειριστής στόλου και ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση και παρακολούθηση του στόλου της εφεσίβλητης και μέχρι την 1-9-2019 οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 3.181,38 ευρώ και οι καθαρές καταβαλλόμενες αποδοχές του στο ποσό των 2.000 ευρώ. Ακολούθως, με την από 6-9-2019 τροποποιητική σύμβαση εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, τροποποιήθηκε από 1-9-2019, το ύψος των μικτών αποδοχών του εκκαλούντος και ανήλθε κατά τη συμφωνία τους στο ποσό των 1.323,84 ευρώ, με καθαρό καταβαλλόμενο μισθό ύψους 1.000 ευρώ (βλ. έντυπο αναγγελίας πρόσληψης, τροποιητική σύμβαση, κινήσεις λογαριασμού της Ε.Τ.Ε.), ενώ η απασχόληση του εκκαλούντος εξακολούθησε κατά τα συμφωνηθέντα σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, οκτώ ώρες την ημέρα, πλέον διαλείμματος μίας ώρας (όρος 6), παρεχόμενη στα γραφεία που τηρεί η εταιρία επί της ……………….. στο ……….. (όρος 5). Οι ακριβείς ημέρες εργασίας, καθώς η ώρα έναρξης και λήξης της εργασίας θα προσδιορίζονται ανάλογα με τις ανάγκες της εταιρίας στον εκάστοτε πίνακα προσωπικού υποβαλλόμενο από την εταιρία, ενώ το ωράριο εργασίας συνεχές ή διακεκομμένο θα καθορίζεται από την εταιρία και μπορεί να ρυθμιστεί σε βάρδιες (όρος 6). Επίσης, με την ίδια σύμβαση ορίστηκε ότι στις εν λόγω μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές περιλαμβάνονται και η αμοιβή και προσαύξηση για παροχή υπερεργασίας, νυχτερινής εργασίας, εργασίας σε ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης -αργίας, εκτός έδρας εργασία και για παροχή υπηρεσιών συναφών ή μη προς τις κύριες υπηρεσίες που προσφέρει ο εργαζόμενος ή θα προσφέρει προς οποιαδήποτε άλλη εταιρία συνδεδεμένη με τον εργοδότη (όρος 2.2.), ενώ οι αποδοχές προσαυξάνονται μόνο για υπερωριακή απασχόληση και μόνο όταν αυτή πραγματοποιείται κατόπιν προγράμματος ή έγγραφης εντολής του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ή του προϊσταμένου του εργαζομένου, ελλείψει δε της προϋπόθεσης αυτής ρητά συμφωνήθηκε ότι η τυχόν απασχόληση του εργαζομένου πέραν του νομίμου ωραρίου που παρέχεται οικειοθελώς και εν αγνοία της εταιρίας δεν οφείλεται αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση (όρος 2.3.). Αναφορικά με τις υπερωρίες, υπερεργασία, νυχτερινή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές, συμφωνήθηκε ότι ο εργαζόμενος οφείλει να τις εκτελεί, αλλά μόνο βάσει σχετικής έγγραφης εντολής από τον προϊστάμενό του και συμφωνήθηκε επίσης ότι ο εργαζόμενος θα τελεί σε ετοιμότητα, υπό την έννοια ότι οποτεδήποτε (τόσο πριν, όσο και μετά τη λήξη του ωραρίου του, αλλά και σε μέρα που δεν εργάζεται), σε περίπτωση έκτακτης περίστασης, μη επιδεχόμενης αναβολής, θα ειδοποιείται από την εταιρία προκειμένου να μεταβαίνει αμέσως και να προσφέρει την εργασία του (όρος 6.2). Ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσης αποδίδει στην εκκαλουμένη την πλημμέλεια περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, αναφορικά με το χρόνο πρόσληψής του, διατεινόμενος ειδικότερα ότι προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη στις 20-10-2002 με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου, ως διαχειριστής στόλου. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος, καθόσον ο χρόνος πρόσληψης του εκκαλούντος αποδεικνύεται από το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης που προσκομίζει η εφεσίβλητη και επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης τροποποιητικής σύμβασης, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι η εφεσίβλητη την 9-9-2013 προσέλαβε τον εκκαλούντα με σύμβαση πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου ως υπάλληλο γραφείου (όρος 1.), αλλά και από την από 4-9-2013 βεβαίωση (προοριζόμενη για χρήση της στο ΝΑΤ) της εφεσίβλητης περί της επικείμενης πρόσληψης του εκκαλούντος την 9-9-2013 και την από 4-9-2013 δήλωση του ιδίου προς το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ), που υποβλήθηκαν στο τελευταίο την 5-9-2013 και δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τα ξενόγλωσσα έγγραφα που προσκομίζει ο εκκαλών και τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με σαφή αναφορά στην εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του εκκαλούντος. Ειδικότερα στο προαναφερόμενο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης επισημαίνεται ότι ο εκκαλών τελεί για πρώτη φορά σε σχέση μισθωτού και αναφορικά με την προϋπηρεσία του από τα έγγραφα που προσκομίζει ο εκκαλών (ιδ. τα ξενόγλωσσα προσκομιζόμενα το πρώτον σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα έγγραφα, ήτοι το χωρίς ημεροχρονολογία και με αντικείμενο ΝΑΤ ΘΕΜΑΤΑ και το από 11-3-2005 έγγραφο με το λογότυπο της εφεσίβλητης, το από 28-11-2007 έγγραφο του εκκαλούντος) δεν προκύπτει τυχόν προϋπηρεσία του στην εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ούτε από τα ανωτέρω έγγραφα μπορεί να συναχθεί προγενέστερη σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εφεσίβλητη ή εάν τελούσε με σύμβαση έργου-ανεξαρτήτων υπηρεσιών και για ποιο χρονικό διάστημα, ενώ ουδόλως προκύπτουν στοιχεία πρόσληψης (σύμβαση, μισθοδοσία, στοιχεία εργοδότη κλπ), δεδομένου άλλωστε ότι και στην αγωγή ο εκκαλών αναφέρει ότι είχε προϋπηρεσία στη ναυτιλία σε διάφορες θέσεις σε διάφορες ναυτιλιακές εταιρίες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως αναφορικά με το χρόνο πρόσληψης του εκκαλούντος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την πρώτο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, ως συνομολογείται, ο εκκαλών επιπλέον των ως άνω αποδοχών του, λάμβανε τουλάχιστον από το έτος 2014 μέχρι το έτος 2022, ως μέτοχος της εφεσίβλητης, μέρισμα σε συνάλλαγμα (βλ. προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα βεβαιώσεις καταβολής μερίσματος), ο χαρακτήρας του οποίου δεν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα με το αγωγικό δικόγραφο, στο οποίο διαχωρίζεται από τον καταβαλλόμενο μισθό του, ως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν εκκαλείται. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών παρείχε την εργασία του στην εφεσίβλητη μέχρι τις 29-4-2022, έκτοτε δε έπαυσε να εργάζεται λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του ιδίου, συνεπεία των οποίων νοσηλεύτηκε και προηγουμένως από το έτος 2018 λάμβανε πολυήμερες άδειες λόγω της κατάστασης της υγείας του (βλ. προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις). Συγκεκριμένα, ως αναφέρεται και στο αγωγικό δικόγραφο (βλ. σελ. 6 της αγωγής), έως την κατά τους ισχυρισμούς του απόλυσή του στις 11-1-2023, απείχε από την εργασία του συνολικά περί το επτάμηνο. Κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας του η εφεσίβλητη κατέβαλε τις πλήρεις αποδοχές του χωρίς να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις για την απουσία λόγω ασθενείας. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2018 έως το έτος 2022, που ο εκκαλών παρείχε την εργασία του στην εφεσίβλητη, δεν αποδείχτηκε ότι χρειάστηκε να απασχοληθεί, πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου των οκτώ ωρών ημερησίως, καθόσον η απασχόλησή του, ως αυτή προεκτέθηκε, ήταν περιορισμένη. Άλλωστε, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, συχνά απουσίαζε από την εργασία του και δεν μπορούσε εν γένει να εργαστεί όσο και οι λοιποί διαχειριστές στόλου, το διάστημα δε πριν από το Μάιο του 2022, οπότε έπαυσε να εργάζεται, εργαζόταν λιγότερες ώρες από το προβλεπόμενο ωράριό του, ενώ μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του, δεν προσλήφθηκε άλλος εργαζόμενος στη θέση του, αφού δεν υπήρχε σχετική ανάγκη (βλ. ένορκες βεβαιώσεις ………….. -γενικού διευθυντή της εφεσίβλητης και …… …. -διευθυντή του τεχνικού τμήματος της εφεσίβλητης). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την ένορκη, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, ο οποίος δεν έχει άμεση αντίληψη για το ωράριο εργασίας του εκκαλούντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον εργάστηκε στην εφεσίβλητη μέχρι το έτος 2013, ούτε από την ένορκη βεβαίωση του …………., εργαζομένου στην εφεσίβλητη, ο οποίος έχει ασκήσει αγωγή σε βάρος της τελευταίας, αλλά ούτε και από τις ένορκες βεβαιώσεις των ………. και …………, εκ των οποίων ο μεν πρώτος γνώριμος του εκκαλούντος κατά τη νοσηλεία του, δεν έχει άμεση αντίληψη για το ωράριο και τις συνθήκες εργασίας του εκκαλούντος, η δε δεύτερη, σύζυγός του, δεν εισέφερε περιστατικά σχετικά με το ωράριο εργασίας. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια περί αμοιβής υπερεργασίας ετών 2018 έως 2022 (υπό Α.1 της αγωγής), υπερωριακής απασχόλησης ετών 2018 έως 2022 (υπό Α.2 της αγωγής) και διαφορών αποδοχών αδείας ετών 2018 έως 2022 (υπό Α.6 -που βασίζονται αποκλειστικά στη διαφορά αποδοχών εξαιτίας του μη συνυπολογισμού της αναλογίας υπερεργασίας), ως ουσία αβάσιμα, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Επίσης, το αίτημα επίδειξης εγγράφων (βιβλία παρουσίας του προσωπικού, χειρόγραφα και ηλεκτρονικά άλλως τα παρουσιολόγια για το χρονικό διάστημα 2017-2023), που επαναφέρει ο εκκαλών με τους δεύτερο και τέταρτο των λόγων της έφεσής του, κατά το οικείο σκέλος, είναι απαράδεκτο λόγω αοριστίας (άρθρα 216 παρ. 1, 451 ΚΠολΔ), προεχόντως λόγω του ότι δεν γίνεται ρητή επίκληση της ύπαρξης και κατοχής των εγγράφων από την εφεσίβλητη κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 348/2019, ΑΠ 1536/2014, ΑΠ 1334/2003). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό αίτημα λόγω αοριστίας δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους δεύτερο και τέταρτο των λόγων της έφεσης κατά το οικείο σκέλος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, δεν αποδείχτηκε η παροχή εργασίας κατά τις επικαλούμενες ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών (υπό Α.3 και Α.4 της αγωγής), τα όσα δε αναφέρονται σχετικά και κατά τρόπο γενικό στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος και στις προσκομιζόμενες από τον τελευταίο ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερομένων ενόρκως βεβαιούντων, δεν κρίνονται πειστικά για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από τους προσκομιζόμενους πίνακες προσωπικού στους οποίους αναγράφεται το πρόγραμμα εργασίας (βάρδιες) για τα Σάββατα, τις Κυριακές, τις εορτές και τις αργίες των εργαζομένων της εφεσίβλητης, καθόσον δεν αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών εργάστηκε τις επικαλούμενες ημεροχρονολογίες, κατά τις οποίες ενόψει και του σχετικού όρου της ατομικής του σύμβασης, δεν τελούσε σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας, ως αβασίμως ισχυρίζεται, και επομένως, ο χρόνος αυτός δεν συνυπολογίζεται στις ώρες εργασίας του (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 10/2009, ΑΠ 698/2025, ΑΠ 911/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 1371/2017). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της έφεσης, ενώ κατόπιν των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί ακυρότητας του όρου (2.2) της σύμβασης εργασίας περί καταλογισμού στις αποδοχές τους και της αμοιβής και της προσαύξησης για παροχή υπερεργασίας, που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο έφεσης αλυσιτελώς προβάλλονται. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εκκαλών παραπονείται για το μη συνυπολογισμό της αναλογίας υπερεργασίας, κατά τον υπολογισμό των αγωγικών κονδυλίων που αφορούν τα επιδόματα εορτών Πάσχα -Χριστουγέννων και διαφορές αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την εκκαλούμενη απόφαση προκύπτει ότι ορθώς δεν περιέλαβε στις τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολόγισε το δώρο Χριστουγέννων -Πάσχα, και διαφορές αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας και την αμοιβή για υπερεργασία, λόγω του ότι δεν αποδείχτηκε η παροχή αυτής. Περαιτέρω ο εκκαλών δικαιούται για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα τα ακόλουθα ποσά α)για το έτος 2018 : α1) για επίδομα Πάσχα το ποσό των (2.000 ευρώ + 83,33 ευρώ -αναλογία επιδόματος αδείας 0,04166=2.083,33 ευρώ /2=)1.041,66 ευρώ , το οποίο πρέπει να του καταβληθεί καθόσον δεν αποδείχθηκε εξόφληση, α2) για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των 2.083,33 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2.061,98 ευρώ, που του έχει καταβληθεί (βλ. καρτέλα αποδοχών και οικείο τραπεζικό έμβασμα) κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 21,35 ευρώ, β) για το έτος 2019 : β1) για επίδομα Πάσχα το ποσό των (2.000 ευρώ + 83,33 ευρώ -αναλογία επιδόματος αδείας 0,04166 = 2.083,33 ευρώ /2 =)1.041,66 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.030,99 ευρώ, που του έχει καταβληθεί, κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 10,67 ευρώ, β2) για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των (1.000 ευρώ + 41,66 ευρώ -αναλογία επιδόματος αδείας 0,04166 =)1.041,66 ευρώ , από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.035,22 ευρώ, που του έχει καταβληθεί κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 6,44 ευρώ, γ) για το έτος 2020 : γ1) για επίδομα Πάσχα το ποσό των (1.000 ευρώ + 41,66 ευρώ -αναλογία επιδόματος αδείας 0,04166 = 1.041,66 ευρώ /2 =)520,83 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 516,99 ευρώ, που του έχει καταβληθεί, κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 3,84 ευρώ, γ2) για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των (1.000 ευρώ Χ 0,04166 αναλογία επιδόματος αδείας =)1.041,66 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.033,98 ευρώ, που του έχει καταβληθεί κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 7,68 ευρώ, δ) για το έτος 2021 : δ1) για επίδομα Πάσχα το ποσό των (1.000 ευρώ + 41,66 ευρώ -αναλογία επιδόματος αδείας 0,04166 = 1.041,66 ευρώ /2 =) 520,83 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 517,39 ευρώ, που του έχει καταβληθεί, κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 3,44 ευρώ, δ2) για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των (1.000 ευρώ Χ 0,04166 αναλογία επιδόματος αδείας =)1.041,66 ευρώ , από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.034,77 ευρώ, που του έχει καταβληθεί κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 6,89 ευρώ, ε) για το έτος 2022 : ε1) για επίδομα Πάσχα το ποσό των (1.000 ευρώ + 41,66 ευρώ -αναλογία επιδόματος αδείας 0,04166 = 1.041,66 ευρώ /2 =) 520,83 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 517,39 ευρώ, που του έχει καταβληθεί, κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 3,44 ευρώ, ε2) για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των (1.000 ευρώ Χ 0,04166 αναλογία επιδόματος αδείας =)1.041,66 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.034,77 ευρώ, που του έχει καταβληθεί κατά αποδοχή εν μέρει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εξόφλησης, εναπομείναντος υπολοίπου 6,89 ευρώ, στ) για το έτος 2023 κατά το χρονικό διάστημα της ενεργούς σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος μέχρι τις 29-3-2023 ο εκκαλών δικαιούται επίδομα Πάσχα που δεν υπολείπεται του αγωγικά αξιούμενου ποσού των 47,93 ευρώ (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο του οφείλεται. Συνολικά δε, για την ανωτέρω αιτία των επιδομάτων εορτών του οφείλεται ως μη καταβληθείσα διαφορά αποδοχών, το ποσό των 1.160,23 ευρώ. Επίσης, οφείλεται στον εκκαλούντα το συνολικό ποσό των 1.000 ευρώ ως αποδοχές αδείας έτους 2023. Περαιτέρω, ο εκκαλών δικαιούται και επίδομα αδείας των ετών 2018 έως 2023, (για τον υπολογισμό των οποίων δεν συνυπολογίζεται η αναλογία υπερεργασίας, ως αγωγικά αξιώνεται, διότι αυτή δεν αποδείχθηκε ως παρασχεθείσα), τα εξής ποσά α) για το έτος 2018 το ποσό των (2.000 ευρώ /2 =) 1.000 ευρώ, που πρέπει να του καταβληθεί, καθόσον δεν αποδεικνύεται η καταβολή του από την εφεσίβλητη μόνο από την προσκομιζόμενη καρτέλα αποδοχών, β) για το έτος 2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο του καταβλήθηκε, κατ’αποδοχή ως ουσία βάσιμης της ένστασης εξόφλησης, γ) για το έτος 2020 το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο του καταβλήθηκε, κατ’αποδοχή ως ουσία βάσιμης της ένστασης εξόφλησης, δ) για το έτος 2021 το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο του καταβλήθηκε, κατ’αποδοχή ως ουσία βάσιμης της ένστασης εξόφλησης, ε) για το έτος 2022 το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο του καταβλήθηκε, κατ’αποδοχή ως ουσία βάσιμης της ένστασης εξόφλησης, στ) για το έτος 2023 το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο του οφείλεται. Συνολικά δε για την ανωτέρω αιτία του οφείλεται το ποσό των 1.500 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά των 1.160,23, 1.000 και 1.500 ευρώ επιδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται (άρθρο 522 ΚΠολΔ, πρβλ. ΑΠ 403/2021). Η ένσταση εξόφλησης που επαναφέρει με τις προτάσεις της η εφεσίβλητη δεν αποδεικνύεται βάσιμη, καθόσον δεν προσκομίζονται τα οικεία παραστατικά εξόφλησης, ενώ στην προσκομιζόμενη κίνηση λογαριασμού δεν αναφέρεται η αιτία της καταβολής από την εφεσίβλητη. Περαιτέρω αναφορικά με τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι καταγγέλθηκε μονομερώς στις 11-1-2023 από την εφεσίβλητη, χωρίς να υφίσταται νόμιμη αιτία και σπουδαίος λόγος και με την καταβολή εκ μέρους της της αποζημίωσης απόλυσης, ενώ η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ο εκκαλών αποχώρησε οικειοθελώς στις 31-12-2022 και ότι η ίδια του κατέβαλε το ποσό των 40.923,04 ευρώ από ελευθεριότητα, αναμένοντας την προσέλευση του εκκαλούντος προκειμένου να υπογράψει το έντυπο οικειοθελούς αποχώρησης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκε ότι αρχικά οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας, πλην όμως δεν επετεύχθη συμφωνία, παρά τις γενόμενες διαπραγματεύσεις, ως προς το ποσό αποζημίωσης που θα ελάμβανε ο εκκαλών στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας για τη λύση της σύμβασης με συμφωνία των μερών, στην οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ειδικότερα, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2022 ο εκκαλών ενημέρωσε τον γενικό διευθυντή της εφεσίβλητης (Γεώργιο Σαρρή) ότι δεν θα μπορέσει να εργαστεί και ζήτησε τη λύση της σύμβασης εργασίας του καθώς και να του καταβληθεί κάποιο ποσό για λόγους στήριξης αυτού, η δε εφεσίβλητη, ως προεκτέθηκε, καθ’όλο το χρονικό διάστημα της απουσίας του εκκαλούντος κατέβαλε στον τελευταίο τις πλήρεις αποδοχές του. Κατόπιν αυτών, η εφεσίβλητη στις 11-1-2023 κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό του εκκαλούντος το ποσό των 40.923,04 ευρώ, το οποίο δεν αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών έναντι της αποζημίωσης απόλυσης και στον οφειλόμενο μισθό Δεκεμβρίου 2022 και Ιανουαρίου 2023, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Επίσης και ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε από ελευθεριότητα, δεν ευσταθεί, καθόσον το ποσό αυτό είναι ιδιαίτερα ακριβές στον υπολογισμό του και επομένως αυτό προέκυψε κατόπιν υπολογισμού εκ μέρους του λογιστηρίου της εφεσίβλητης. Ακολούθως, στις 17-2-2023 ο εκκαλών επέδωσε στην εφεσίβλητη την από 16-2-2023 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι από 1-10-2019 ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ανέρχεται σε 9.400 ευρώ, από τα οποία όμως μόνο τα 1.000 ευρώ εμφανίζονται στις αρμόδιες αρχές ως μηνιαίος μισθός του και τα υπόλοιπα κατατίθενται στο λογαριασμό του ως μερίσματα από δήθεν συμμετοχή του σε πλοιοκτήτρια εταιρία της εφεσίβλητης, ότι για την καταβολή του ποσού των 40.923,04 ευρώ στο μισθοδοτικό του λογαριασμό δεν χορηγήθηκε ανάλυση του ποσού, αλλά ο προϊστάμενος του λογιστηρίου (…………) σε τηλεφωνική τους επικοινωνία, τον ενημέρωσε ότι απολύεται και ότι τα χρήματα αυτά αντιστοιχούν στον οφειλόμενο μισθό του Δεκεμβρίου 2022 και στην αποζημίωση απόλυσης, ότι η εφεσίβλητη δεν τον ασφάλισε νόμιμα, ούτε του κατέβαλε την αμοιβή του για υπερωριακή εργασία, καθώς και απασχόληση κατά τις Κυριακές και τις αργίες που εργάστηκε, ούτε τις πλήρεις αποδοχές του για την άδεια και τα επιδόματα αδείας και τα επιδόματα εορτών, κάλεσε δε την εφεσίβλητη να αποκαταστήσει τις ανωτέρω παραλείψεις εντός προθεσμίας επτά ημερών από την κοινοποίηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης. Η εφεσίβλητη στις 6-3-2023 κοινοποίησε στον εκκαλούντα την από 4-3-2023 εξώδικη απάντηση -δήλωση -διαμαρτυρία, με την οποία, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι δεν υφίσταται έναντι αυτού οφειλή και ότι ουδέποτε η εταιρία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αλλά ο ίδιος (ο εκκαλών) έπαυσε την παροχή εργασίας από 28-5-2022 και μονομερώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του την 31-12-2022, ενώ αναφορικά με την καταβολή των επιπλέον ποσών, αυτή έγινε οικειοθελώς εκ μέρους της εταιρίας, κατόπιν αιτήματός του, σε ένδειξη της καλής πίστης από χαριστική αιτία από αλτρουιστικούς λόγους και κάλεσε τον εκκαλούντα να προσέλθει εντός δύο εργάσιμων ημερών στην εργασία του προκειμένου να εργαστεί, άλλως να προσέλθει για να υπογράψει την οικειοθελή του αποχώρηση. Στη συνέχεια ο εκκαλών στις 9-3-2023 κοινοποίησε στην εφεσίβλητη την από 9-3-2023 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση, στην οποία επαναλαμβάνει ότι η σύμβαση εργασίας του έχει καταγγελθεί από την εφεσίβλητη λόγω της μακράς διάρκειας της νόσου του και κάλεσε αυτή εντός επτά ημερών να ολοκληρώσει την καταβολή των οικονομικών της υποχρεώσεων. Ακολούθως, η εφεσίβλητη με την από 20-3-2023 εξώδικη απάντηση -πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα στις 27-3-2023, κάλεσε εκ νέου τον τελευταίο να προσέλθει στην εργασία του, άλλως η άρνησή του θα θεωρηθεί οικειοθελής αποχώρηση. Ο εκκαλών με την από 29-3-2023 εξώδικη διαμαρτυρία -απάντηση -δήλωση που κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη στις 29-3-2023, ισχυρίστηκε ότι η πρόσκληση για την παροχή εργασίας είναι προσχηματική, παράνομη και καταχρηστική λόγω της νοσηλείας του από 23-3-2023 στο Γενικό Νοσοκομείο Ζακύνθου, γεγονός που τελεί σε γνώση της ως και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει από 6-6-2022 , ότι προέβη στην απόλυσή του στις 11-1-2023, όταν διαπίστωσε την πλήρη αδυναμία του να εργαστεί, ότι ο ίδιος την είχε ενημερώσει ότι δεν έχει θεραπευθεί και ότι δεν αναμένεται θεραπεία του λόγω της βαρύτητας της ασθένειάς του και κάλεσε αυτήν να ολοκληρώσει την καταβολή των οικονομικών της υποχρεώσεων. Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η αρχική συμφωνία των διαδίκων για τη λύση της σύμβασης εργασίας με κοινή συμφωνία των μερών, δεν επετεύχθη εξαιτίας της διαφωνίας τους αναφορικά με το ζήτημα του ύψους της καταβληθείσας αποζημίωσης του εκκαλούντος. Περαιτέρω από τα προεκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι ο εκκαλών απείχε από την εργασία του για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα χρονικά όρια που ορίζονται από το νόμο (άρθρο 5 παρ. 3 ν 2112/1920 και ήδη άρθρο 349 πδ 62/2025) και δεν είχε δε πρόθεση να επανέλθει στην εργασία του, όπως ο ίδιος δήλωσε προφορικά περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2022, όσο και με την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωσή του στις 29-3-2023, στην οποία ρητά αναφέρει ότι δεν αναμένεται θεραπεία του λόγω της βαρύτητας της ασθένειάς του και της εκ νέου νοσηλείας του, για την οποία δεν είχε ενημερώσει την εφεσίβλητη, χωρίς να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την αποχώρησή του, αν και η εφεσίβλητη τον κάλεσε προς τούτο και επίσης του κατέβαλε τις πλήρεις αποδοχές του. Η ανωτέρω συμπεριφορά του εκκαλούντος, ως αυτή εκδηλώθηκε, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι συνθήκες και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή του εκκαλούντος και το γεγονός της προαναφερόμενης συνεχούς απουσίας από την εργασία του, έχοντας υπερβεί κατά πολύ το εκ του νόμου προβλεπόμενο ανώτατο όριο της βραχείας διάρκειας της ασθένειας, ερμηνεύεται, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά την έννοια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ότι συνιστά, κατ’ αντικειμενική κρίση, σιωπηρή καταγγελία από μέρους του της συμβάσεως εργασίας του, μετά από συνεκτίμηση και της διάρκειας της αποχής και της αναμφίβολης βούλησης του εκκαλούντος, γεννηθέντος την 20-1-1954 και ήδη συνταξιούχου του ΝΑΤ, για τη λύση της εργασιακής σχέσης λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας του (βλ. και την, κατόπιν της από 1-2-2022 αιτήσεώς του, από 5-5-2022 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΕΦΚΑ με ποσοστό αναπηρίας 80%), χωρίς να καταλείπει στην εργοδότρια -εφεσίβλητη περιθώριο να αναθέσει σε αυτόν εργασία που είναι ικανός να παράσχει. Εξάλλου, ούτε από το από 21-2-2023 ηλεκτρονικό μήνυμα του υπαλλήλου του λογιστηρίου της εφεσίβλητης, …………, που εστάλη από τον προσωπικό του λογαριασμό στον εκκαλούντα προς ενημέρωση για το ύψος της αποζημίωσης ποσού 118.647,90 ευρώ με τον υπολογισμό σε αυτήν του μερίσματος που ελάμβανε, αλλά ούτε και από τον επικουρικά προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της εφεσίβλητης περί περιορισμού κατ’άρθρο 327 παρ. 1 ΠΔ 80/2022, μπορεί να συναχθεί έμμεση ομολογία περί μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εφεσίβλητης και του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης, ή αναγνώριση οφειλής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Μετά ταύτα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια της αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και της αξιούμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εφεσίβλητης στηρίζεται στην επικαλούμενη αγωγικά καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από αυτήν, η οποία δεν αποδείχτηκε, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τους αναφερθέντες στην αρχή κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του εκκαλούντος που προβάλλονται με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, καθώς και των ισχυρισμών της εφεσίβλητης περί λύσης της σύμβασης εργασίας την 31-12-2022 και της εντεύθεν εσφαλμένης επιδίκασης των επιμέρους ποσών για δώρο Πάσχα 2023, για αποδοχές αδείας 2023 και για επίδομα αδείας 2023.
Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια σε σχέση με τα ανωτέρω και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του παραδεκτού και νομίμου αιτήματός της που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 5-1-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../5-1-2026) έφεση κατά της με αριθμό 5580/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση .
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 30 Οκτωβρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε δε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτη Ελένης Μούρτζη, αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, Πρόεδρο Εφετών, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ