Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 684/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης  684/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος -εφεσίβλητου : ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Βασίλειο Σαξώνη του Λάμπρου (ΑΜ  ……….. Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.

Της εφεσίβλητης -εκκαλούσας : Εταιρίας με την επωνυμία «……………….» και το διακριτικό τίτλο «………….», (ΑΦΜ ………), που εδρεύει στην ………. (οδός ………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Σκορδιαλιό του Βασιλείου (Α.Μ. ………. Δ.Σ. Αθηνών).

Ο εκκαλών -εφεσίβλητος με την από 30-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ …………/1-8-2024) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 1635/8-4-2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δέχτηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Την απόφαση αυτή, προσβάλλουν οι ανωτέρω εκκαλούντες α)ο εκκαλών (ενάγων) με την από 19-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ ………./20-6-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………… /20-6-2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-12-2025 και γράφτηκε στο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο δε αυτή το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και β)η εκκαλούσα (εναγόμενη) με την από 6-4-2026 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./6-4-2026), προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε τις από 6-5-2026 μονομερείς δηλώσεις του, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες εφέσεις, ήτοι α)η από 19-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ …………./20-6-2025) έφεση του ενάγοντος της από 30-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ ………../1-8-2024) αγωγής και β)η από 6-4-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./6-4-2026) έφεση της εναγομένης της παραπάνω αγωγής,  κατά της με αριθμό 1635/8-4-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 20-6-2025 και στις 6-4-2026, αντίστοιχα, καθόσον από τα διαδικαστικά έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης και επίσης δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της απόφασης (8-4-2025) μέχρι την άσκηση (20-6-2025 και 6-4-2026) των ενδίκων εφέσεων [άρθρα 19, 143, 144,  495 παρ. 1 και 2 (ως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της κάθε έφεσης αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026), 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 43 Ν 5221/2025 -ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλουμένης προ τις 31-12-2025, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 4 του Ν 5221/2025 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 114 παρ. 1 του Ν 5264/2025), 520 παρ. 2, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.], ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019).  Επομένως, οι κρινόμενες εφέσεις, αφού συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους (άρθρα 246, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, με την ίδια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., που ορίζει ότι “για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά”, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η “αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων”. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 1401/2024, ΑΠ 1562/2021, ΑΠ 692/2014). Η γενική αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών ισχύει και στο εργατικό δίκαιο. Για την έγκυρη σύναψη της σύμβασης εργασίας δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου, εκτός αν ο έγγραφος τύπος επιβάλλεται ως συστατικός από ειδική διάταξη νόμου ή συμφωνία των μερών (Α.Κ. 159 παρ. 2). Ανεξάρτητη από την υποχρέωση τήρησης ή όχι του έγγραφου τύπου για τη σύναψη της σύμβασης εργασίας είναι η υποχρέωση του εργοδότη για έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου για τους όρους της εργασιακής του σχέσης. Το Π.Δ. 156/1994 (ήδη ΠΔ 62/2025 άρθρα 70, 73), επιβάλλει σε κάθε εργοδότη την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον εργαζόμενο εγγράφως τους ουσιώδεις όρους εργασίας. Το Π.Δ. δεν καθιστά τον έγγραφο τύπο συστατικό της σύμβασης εργασίας, ούτε θίγει τους υφιστάμενους κανόνες για την απόδειξη. Επομένως, η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσης έγγραφης γνωστοποίησης των όρων εργασίας δεν θίγει το κύρος της σύμβασης και ούτε επέρχεται από μόνη τη γνωστοποίηση μεταβολή των συμφωνημένων όρων εργασίας. Με την εκτέλεση, δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη, των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του Π.Δ/τος, γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο και την ατομική σύμβαση και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή (βλ. Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, Ε΄έκδ., σελ. 507-508).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται σε “[…] α) εθνικές γενικές που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας, β) κλαδικές που αφορούν τους εργαζομένους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) επιχειρηματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους μίας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) σε εθνικές ομοιοπαγγελματικές που αφορούν εργαζομένους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) σε τοπικές ομοιοπεαγγελματικές. Εξάλλου σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, που κατ` αρχήν δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται από τις ΣΣΕ ή ΔΑ, στις οποίες γίνεται παραπομπή, αν και αυτές καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ.ΑΠ 1/2007, ΑΠ 1379/2020). Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 248/2020). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 248/2020, ΑΠ 692/2014). Εκ τούτων έπεται ότι, επί αγωγής για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών είναι αρκετή, για το ορισμένο αυτής (άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ), μόνη η επίκληση ότι οι αποδοχές έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας δια παραπομπής σε ΣΣΕ ή ΔΑ, που καταρχήν δεν είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται επιπλέον αναφορά του ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των επαγγελματικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκε η ΔΑ, αφού, λόγω της συμβατικής παραπομπής, αυτό παύει να είναι ουσιώδες (ΑΠ 1379/2021, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 773/2017). Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης κανονιστικός όρος της ΣΣΕ, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της Σ.Σ.Ε «ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, 2022 για εργασίες που γίνονται σε πλοία και πλωτά μέσα σε όλη τη χώρα, είτε αυτά βρίσκονται στη θάλασσα είτε στην ξηρά, για το διάστημα από 15/7/2022 έως 31/12/2023», καθορίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις οι οποίες εκτελούν ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες που γίνονται σε πλοία και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, σε πλωτά μέσα, σε όλη τη χώρα, είτε αυτά βρίσκονται στη θάλασσα είτε στην ξηρά ανεξάρτητα που είναι η έδρα τους. Ειδικότερα, ορίζεται ότι στην ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία απασχολούνται μεταξύ των ειδικοτήτων εργαζομένων και οι τεχνίτες σκαλωσατζήδες για τους οποίους το βασικό μικτό καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται επιδόματα οικογενειακών βαρών -ανθυγιεινής εργασίας -τριετιών από 1-1-2023, ανέρχεται από 15.7.2022 στο ποσό των 90,60 ευρώ μικτά (Κεφ. Β΄.1.Α2.) , ενώ από 1.1.2023 ανέρχεται στο ποσό των 93 ευρώ μικτά (Κεφ. Β΄.2.Α2.). Περαιτέρω για τους εργαζόμενους σε όλες τις ειδικότητες, σύμφωνα με την άνω ΣΣΕ, προβλέπονται 35 ώρες πενθήμερης εργασίας και εξαήμερες αποδοχές με Σάββατο και Κυριακή αργία, αμοιβή και ασφαλιστική κάλυψη 6 ημερών την εβδομάδα, ενώ για τους απασχολούμενους πέραν του καθημερινού ωραρίου καθώς και το Σαββατοκύριακο (από την πρώτη ώρα) προβλέπεται προσαύξηση των αποδοχών τους κατά 100% (Κεφ. Β΄.2 και 5, Κεφ. Γ΄, Κεφ. Δ΄). Ακόμη για τους εργαζόμενους ισχύουν οι εξής υποχρεωτικές ημέρες αργίας 1) η 25η Μαρτίου, 2) η Δευτέρα του Πάσχα, 3) η 1η Μαΐου, 4) η 15η Αυγούστου, 5) η 28η Οκτωβρίου, 6) η 6η Δεκεμβρίου και 7) η 25η Δεκεμβρίου, κατά τις οποίες ο μη απασχοληθείς εργαζόμενος δικαιούται το ημερομίσθιο (Κεφ. Γ΄). Επίσης, το δώρο Χριστουγέννων που καταβάλλεται στους εργαζομένους, υπολογίζεται για το διάστημα από 1-5 έως 31-12 ως 1 ημερομίσθιο για κάθε 8 πραγματοποιηθέντα, και το δώρο Πάσχα, υπολογίζεται για το διάστημα από 1-1 έως 30-4 ως 1 ημερομίσθιο για κάθε 6,5 πραγματοποιηθέντα (Κεφ. Β΄.2).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.. Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 308/2020). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 97/2025, ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 472/2020, ΑΠ 909/2017). Περαιτέρω, επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές (βλ. ΑΠ 543/2019, ΑΠ 909/2017, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013), ενώ τέτοια υπέρβαση συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του μισθωτού ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 97/2025, ΑΠ 1316/2021, ΑΠ 92/2019, ΑΠ 2251/2009). Επισημαίνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ο ενάγων-εργαζόμενος παραιτήθηκε σιωπηρά από τα νόμιμα εργασιακά του δικαιώματα (δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημίωση απόλυσης), η παραίτησή του δεν του στερεί το δικαίωμα να διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραίτησης του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας, είτε μετά από αυτή (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 875/2018, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1554/2011, ΑΠ 843/2002).

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., εκείνος κατά του οποίου προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του, (ανεξαρτήτως της αλήθειας του περιεχόμενου του, που είναι δεκτική αμφισβήτησης), με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 457§1 και 458 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι : 1) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια, δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας και εντεύθεν η επίκληση και προσκομιδή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει και τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικός του φέρει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου και ο διάδικος, που το προσκομίζει με επίκληση, το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί, 2) Εάν το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, η μη αμφισβήτηση αμέσως της γνησιότητας της επ’ αυτού υπογραφής εκ μέρους του αντιδίκου του προσκομίζοντος αυτό, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκειμένου της υπογραφής και καλυπτομένου απ’ αυτήν περιεχομένου του εγγράφου (ανεξαρτήτως της αλήθειας του περιεχομένου του), το οποίο (στην περίπτωση αυτή της ως άνω αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής ή της απόδειξης αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί) ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθ. 457§§2-3). Η αλήθεια ή μη του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων όμως, των οποίων έχει αποδειχθεί η γνησιότητα, εκτιμάται ελεύθερα (άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ.) από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 868/2018), 3) Η απόδειξη της γνησιότητας της αμφισβητηθείσας υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου επιβάλλεται, όχι μόνον όταν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού προς άμεση απόδειξη, αλλά και όταν τούτο χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, 4) Αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητά του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ως αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, εφόσον προϋπόθεση τούτου είναι το βέβαιο και αναμφισβήτητο του γεγονότος, το οποίο αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου, ενώ αν προκύπτει ότι είναι γνήσιο λαμβάνεται υπόψη. Για την απόδειξη της γνησιότητας μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης (άρθρο 458 Κ.Πολ.Δ.), ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ενυπόγραφου ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία προσκομίζεται (για πρώτη φορά) το έγγραφο, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και με την προσθήκη στις προτάσεις και να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις, αν δε αυτό δεν γίνει, θωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αναγνωρίστηκε η γνησιότητα του εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση αυτής σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1401/2024, ΑΠ 1995/2022, ΑΠ 614/2022, ΑΠ 964/2020, ΑΠ 389/2015). Αυτονόητη προϋπόθεση της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων είναι το ενυπόγραφο ιδιωτικό έγγραφο να φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου και όχι την υπογραφή του διαδίκου που προσκομίζει αυτό (ΑΠ 1401/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 30-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ …………/1-8-2024) αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος, ισχυρίστηκε ότι στις 8-11-2022 προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη -εκκαλούσα, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως τεχνίτης ικριωμάτων -σκαλωσατζής σε επισκευαστικές μονάδες στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη στο Πέραμα και στην Ελευσίνα, με πενθήμερη εργασία επί επτάωρης απασχόλησης ημερησίως, αντί συμφωνηθέντος βασικού μισθού 1.650 ευρώ, ενώ κατά τα λοιπά συμφωνήθηκε να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της ισχύουσας Συλλογικής Σύμβασης Ναυπηγοεπισκευαστικών Εργασιών για εργασίες που γίνονται σε πλοία και πλωτά μέσα, είτε αυτά βρίσκονται στη θάλασσα είτε στην ξηρά. Ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, οι αποδοχές που ελάμβανε ήταν κατώτερες των νομίμων, πραγματοποίησε δε έως την 30-11-2023, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του από την εναγόμενη αναίτια και χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, υπερωριακή εργασία τις καθημερινές, εργασία τις συγκεκριμένες και ημερολογιακά προσδιοριζόμενες ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής, καθώς και τις αργίες, που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, χωρίς να του καταβληθεί η αμοιβή του για την παρασχεθείσα εργασία. Ότι για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, για έκτο ημερομίσθιο για κάθε εβδομάδα πενθήμερης εργασίας, για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, για αργίες που δεν εργάστηκε και δικαιούται το ημερομίσθιο, για υπερωριακή εργασία τις καθημερινές, για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας και για αποζημίωση απόλυσης, δικαιούται, για τις πιο πάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 92.535,53 ευρώ, όπως κάθε επιμέρους κονδύλιο αναφέρεται στην αγωγή. Ζητούσε δε, μετά από νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, 1)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 19.746,34 ευρώ για τα ειδικώς προσδιοριζόμενα με τις προτάσεις κονδύλια (υπό στοιχεία 3 και 4 Β, ήτοι για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές για το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 μέχρι 30-11-2023) και β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 72.789,19 ευρώ για τις λοιπές αιτίες, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη με αριθμό 1635/2025 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η αγωγή, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.790,62 ευρώ (ήτοι 5.675,24 ευρώ + 4.115,38 ευρώ, που αντιστοιχεί στα επιμέρους κονδύλια για εργασία κατά τα Σάββατα και για εργασία κατά  τις Κυριακές και τις αργίες κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.767,99 ευρώ (ήτοι για διαφορές ημερομισθίων 2.237,40 ευρώ, για έκτο ημερομίσθιο της εβδομάδας 4.949,92 ευρώ, για εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-2022 έως 31-12-2022 752,37 ευρώ, για αργίες που δεν εργάστηκε 555,60 ευρώ, για διαφορές υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές 8.848,25 ευρώ, για αναλογία επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα 2023 174,67 ευρώ, για αναλογία αποζημίωσης αδείας 1.507,39 ευρώ, για αναλογία επιδόματος αδείας 742,39 ευρώ), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της εκκαλουμένης διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση και επίσης επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, την οποία όρισε στο ποσό των 900 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονούνται με τις κρινόμενες εφέσεις οι εκκαλούντες για τους αναφερόμενους σε κάθε έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν ο μεν εκκαλών (ενάγων) της από 19-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ ………../20-6-2025) έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια ώστε να γίνει δεκτή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη στο σύνολό της η αγωγή καθώς και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στα δικαστικά του έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, η δε εκκαλούσα (εναγόμενη) της από 6-4-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/6-4-2026) έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ώστε να απορριφθεί η αγωγή, καθώς και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στα δικαστικά της έξοδα.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα (………….) του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος -εφεσίβλητου, που εξετάστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (η εναγόμενη δεν πρότεινε την εξέταση μάρτυρα), τη χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος -εφεσίβλητου που περιέχεται στα ίδια πρακτικά, καθώς και τις με αριθ. …., …… και …./4-12-2024 ένορκες βεβαιώσεις των ………, ……………. και ………….., που δόθηκαν με την επιμέλεια της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη τους (βλ. τη με αριθ. ……../29-11-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών . ……..), την από 12-12-2024 ένορκη βεβαίωση της …………. που λήφθηκε ενώπιον της δικηγόρου Πειραιά ……, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και προς αντίκρουση των προταθέντων από τον αντίδικό της ισχυρισμών, που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη της και προσκομίζονται μετ’επικλήσεως νομότυπα από την εφεσίβλητη -εκκαλούσα, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.) μεταξύ των οποίων και των από 28-4-2025 και 27-11-2025 εκθέσεων γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου -εξεταστή εγγράφων -Καθηγητή ……….. που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως από την εφεσίβλητη -εκκαλούσα, που εκτιμώνται κατ’άρθρα 387, 390 Κ.Πολ.Δ., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εκκαλών-εφεσίβλητος (ενάγων) προσλήφθηκε στις 8-11-2022 από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα (εναγόμενη) εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στις ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες του Περάματος και της Ελευσίνας αναλαμβάνοντας την εγκατάσταση μεταλλικών ικριωμάτων (σκαλωσιών) σε πλοία, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί στο συσταθέν συνεργείο της με την ειδικότητα του τεχνίτη ικριωμάτων -σκαλωσατζής, με πενθήμερη εργασία εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Παρασκευή. Η ειδικότητα του εκκαλούντος -εφεσίβλητου αποδεικνύεται από την αναγγελία πρόσληψης και από την από 30-1-2023 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού που υπογράφεται από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, όπου ρητά αναγράφεται η ειδικότητά του, επιβεβαιώνεται δε και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα   ……….. (εργαζόμενος της εφεσίβλητης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα). Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την από 8-11-2022 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας που προσκομίζει η εφεσίβλητη -εκκαλούσα, στην οποία αναγράφεται η ειδικότητα του εκκαλούντος -εφεσίβλητου ως βοηθού τεχνίτη ικριωμάτων, ενόψει του ότι τόσο στην αναγγελία πρόσληψης όσο και στην αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης αναγράφεται η ειδικότητά του ως «τεχνίτη ανέγερσης σκαλωσιών (ικριωμάτων) μεταλλικών ή ξύλινων», έτι περαιτέρω, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ανωτέρω γνωστοποίηση έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή, οι δε ενόρκως βεβαιούντες που κατέθεσαν με την επιμέλειά της δεν έχουν άμεση αντίληψη για τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ισχυρισμών της εφεσίβλητης -εκκαλούσας, που επαναφέρονται με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος προσλήφθηκε με την ειδικότητα του βοηθού τεχνίτη. Ο βασικός μηνιαίος μισθός του εκκαλούντος -εφεσίβλητου συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.650 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε περαιτέρω μεταξύ των διαδίκων, να εφαρμοστούν στην ατομική σύμβαση εργασίας του οι όροι αμοιβής και εργασίας της ισχύουσας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα Σ.Σ.Ε «ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών 2022 για εργασίες που γίνονται σε πλοία και πλωτά μέσα σε όλη τη χώρα, είτε αυτά βρίσκονται στη θάλασσα είτε στην ξηρά, για το χρονικό διάστημα από 15.7.2022 έως 31.12. 2023», ως αποδεικνύεται, εκτός από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος -εφεσίβλητου, και από το είδος της δραστηριότητας της εφεσίβλητης -εκκαλούσας που συνίσταται στην εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, που αφορούν επισκευές και συντηρήσεις πλοίων και σκαφών, αλλά και του είδους του τόπου και της φύσης της εργασίας που παρείχε ο εκκαλών -εφεσίβλητος καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ότι στη συναφθείσα σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων δεν εφαρμόζονται οι όροι της προαναφερόμενης Συλλογικής Σύμβασης ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, αλλά η ΕΓΣΣΕ. Εξάλλου η εφεσίβλητη-εκκαλούσα συνομολόγησε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αμοιβή του εκκαλούντος -εφεσίβλητου για κάθε ώρα πέραν του επταώρου ημερησίως, γεγονός που συνάδει με τους όρους της εν λόγω ΣΣΕ. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι εφαρμόζεται στην ένδικη σύμβαση η ως άνω ΣΣΕ κατόπιν σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της εφεσίβλητης -εκκαλούσας που προβάλλεται με το σχετικό λόγο της έφεσής της, ωσαύτως και ο επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός της, ότι ο σχετικός περί παραπομπής στις ρυθμίσεις της ανωτέρω ΣΣΕ όρος, ουδέποτε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εφαρμόστηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης -εκκαλούσας περί σιωπηρής αποδοχής των όρων σύμβασης, ακόμη και εάν αρχικά είχε συμφωνηθεί εν συνεχεία ανατράπηκε ο όρος περί παραπομπής στην ανωτέρω ΣΣΕ, καθόσον για την τροποποίηση μίας σύμβασης με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρά, απαιτείται πρόταση και αποδοχή (άρθρα 361, 185, 191 και 193 ΑΚ), που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε της αποδοχής του εκκαλούντος -εφεσίβλητου, πλήρης πρόταση της εφεσίβλητης -εκκαλούσας με το ανωτέρω περιεχόμενο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος παρείχε την εργασία του στην εφεσίβλητη -εκκαλούσα με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, από 8-11-2022 εργαζόμενος επί πενθήμερο και 35 ώρες εβδομαδιαίως, λαμβάνοντας βασικό μηνιαίο μισθό που συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.650 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε περαιτέρω, ως προεκτέθηκε, να εφαρμοστούν στην ατομική σύμβαση εργασίας του οι όροι αμοιβής και εργασίας της ισχύουσας κατά το ένδικο διάστημα Σ.Σ.Ε. ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, απασχολήθηκε δε μέχρι την 17-11-2023, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς (βλ. την από 30-11-2023 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, που υπογράφεται από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα). Στην ως άνω Σ.Σ.Ε., η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, καταλαμβάνει και την ένδικη σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με τους όρους της που αναφέρθηκαν και στη μείζονα σκέψη, το ημερομίσθιο, για την ειδικότητα του εκκαλούντος -εφεσίβλητου προσδιορίζεται από 15-7-2022 σε 90,60 ευρώ μικτά και από 1-1-2023 σε 93 ευρώ μικτά, καθορίζεται ωράριο εργασίας 35 ώρες την εβδομάδα με πενθήμερη απασχόληση, Σάββατο και Κυριακή αργία, αμοιβή και ασφαλιστική κάλυψη 6 ημερών την εβδομάδα, ενώ για τους απασχολούμενους πέραν του καθημερινού ωραρίου καθώς και το Σαββατοκύριακο (από την πρώτη ώρα), προβλέπεται προσαύξηση των αποδοχών τους κατά 100%. Το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, βάσει του οποίου γίνεται ο υπολογισμός της υπερωριακής αμοιβής, εξευρίσκεται κατά τον οριζόμενο από τα άρθρα 4 και 5 της από 26-2-1975 Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (Ν 133/1975) τρόπο, ήτοι με πολλαπλασιασμό του νόμιμου ημερομισθίου επί 6 (ημέρες εβδομαδιαίας εργασίας) προς εξεύρεση των εβδομαδιαίων αποδοχών και ακολούθως με διαίρεση του γινομένου διά του αριθμού των ωρών της εβδομαδιαίας εργασίας (εν προκειμένω 35), δηλαδή ημερομίσθιο Χ 6 : 35. Ακόμη, σύμφωνα με την ίδια ως άνω Σ.Ε.Ε., για τους εργαζόμενους ισχύουν οι εξής υποχρεωτικές ημέρες αργίας 1) η 25η Μαρτίου, 2) η Δευτέρα του Πάσχα, 3) η 1η Μαΐου, 4) η 15η Αυγούστου, 5) η 28η Οκτωβρίου, 6) η 6η Δεκεμβρίου και 7) η 25η Δεκεμβρίου, κατά τις οποίες ο μη απασχοληθείς εργαζόμενος δικαιούται το ημερομίσθιο και επίσης, το δώρο Χριστουγέννων που καταβάλλεται στους εργαζομένους, υπολογίζεται για το διάστημα από 1-5 έως 31-12 ως 1 ημερομίσθιο για κάθε 8 πραγματοποιηθέντα, και το δώρο Πάσχα, υπολογίζεται για το διάστημα από 1-1 έως 30-4 ως 1 ημερομίσθιο για κάθε 6,5 πραγματοποιηθέντα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα, ο εκκαλών -εφεσίβλητος α)κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-2022 έως 31-12-2022 (ήτοι για 54 ημέρες, άλλως 7,71 εβδομάδες απασχολήθηκε 37 καθημερινές επί 48,5 ώρες πέραν του νομίμου ωραρίου (των 7 ωρών ημερησίως), 6 Σάββατα επί 36 ώρες και 5 Κυριακές και 1 αργία (6-12-2022) επί 39,5 ώρες και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023 (ήτοι για 321 ημέρες, άλλως 45,86 εβδομάδες απασχολήθηκε 186 καθημερινές επί 425,5 ώρες πέραν του νομίμου ωραρίου (των 7 ωρών ημερησίως), 36 Σάββατα επί 262 ώρες και 34 Κυριακές και 1 αργία (6-12-2023) επί 219 ώρες, ενώ έλαβε και 24 ημέρες άδειας. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από το προσκομιζόμενο από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα χειρόγραφο ημερολόγιο που τηρούσε ο εκκαλών -εφεσίβλητος καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα, στην οποία απέστελλε τις εγγραφές προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στο λογιστήριο της εταιρίας (βλ. και από 4-12-2024 ένορκη βεβαίωση της ……………, η οποία ήταν υπάλληλος του λογιστηρίου και υπεύθυνη για θέματα πληρωμών του προσωπικού) και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, απορριπτομένων ως αβάσιμων των πρώτου και δεύτερου των λόγων της έφεσης του εκκαλούντος -εφεσίβλητου, καθώς και του όγδοου λόγου της έφεσης της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, με τους ισχυρίζονται ο μεν εκκαλών -εφεσίβλητος ότι πραγματοποίησε περισσότερες ώρες εργασίας, η δε εφεσίβλητη -εκκαλούσα ότι ο εφεσίβλητος εργάστηκε λιγότερες ώρες από τις επιδικασθείσες. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων 1)ο εκκαλών -εφεσίβλητος απασχολούμενος με την ως άνω ειδικότητα επί πενθήμερο (από Δευτέρα έως Παρασκευή) εβδομαδιαίως δικαιούται, αμοιβής α) για το χρονικό διάστημα  από 8-11-2022 έως 31-12-2022 το ποσό των 3.352,20 ευρώ (ήτοι 90,60 το νόμιμο ημερομίσθιο Χ37 καθημερινές)  και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023 το ποσό των 19.530 ευρώ [ήτοι 93 το νόμιμο ημερομίσθιο Χ 210 ημέρες (186 καθημερινές + 24 ημέρες χορηγηθείσας άδειας)]. Συνολικά δε για την πιο πάνω αιτία ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 22.882,20 ευρώ, έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 20.644,80 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη -εκκαλούσα αποδείξεις πληρωμής με αριθ. σχετ. 9) κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης και επομένως για διαφορές ημερομισθίων δικαιούται το ποσό των 2.237,40 ευρώ. 2) Επίσης, ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται για το έκτο ημερομίσθιο της εβδομάδας α) για το χρονικό διάστημα  από 8-11-2022 έως 31-12-2022 το ποσό των 698,53 ευρώ (ήτοι 7,71 εβδομάδες Χ 9,60 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο) πλην όμως επιδικάζεται το αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 684,94 ευρώ (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023 το ποσό των 4.294,98 ευρώ (ήτοι 45,86 εβδομάδες Χ 93 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο). Συνολικά δε για την πιο πάνω αιτία ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 4.949,92 ευρώ. 3) Ο εκκαλών εφεσίβλητος για την εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα  από 8-11-2022 έως 31-12-2022, για 36 συνολικά ώρες απασχόλησης, το ποσό των 1.118,16 ευρώ (ήτοι 90,60 ευρώ Χ 6 : 35 = 15,53 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο Χ100% =31,06 ευρώ Χ36 ώρες =1.118,16 ευρώ) και β) κατά το χρονικό διάστημα, από 1-1-2023 έως 17-11-2023 για 262 συνολικά ώρες απασχόλησης, το ποσό των 8.352,56 ευρώ (ήτοι 93 ευρώ Χ 6 : 35 = 15,94 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο Χ100% =31,88 ευρώ Χ 262 ώρες =8.352,56 ευρώ). Συνολικά δε για την πιο πάνω αιτία ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 9.470,72 ευρώ, έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 3.795,48 ευρώ, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης και επομένως για την εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου δικαιούται το ποσό των 5.675,24 ευρώ. 4) Περαιτέρω ο εκκαλών -εφεσίβλητος για την εργασία του κατά τις ημέρες της Κυριακής και τις αργίες δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα  από 8-11-2022 έως 31-12-2022 για 39,5 συνολικά ώρες απασχόλησης το ποσό των 1.226,87 ευρώ (ήτοι 90,60 ευρώ Χ 6  : 35 =15,53 το νόμιμο ωρομίσθιο Χ 100% =31,06 Χ 39,5 ώρες =1.226,87 ευρώ) έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 474,50 ευρώ, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης και επομένως δικαιούται το ποσό των 752,37 ευρώ και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023 για 219 συνολικά ώρες απασχόλησης το ποσό των 6.981,72 ευρώ (ήτοι 93 ευρώ Χ 6 : 35 =15,94 το νόμιμο ωρομίσθιο Χ 100% =31,88 Χ 219 ώρες =6.981,72 ευρώ) έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 2.866,34 ευρώ κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης και επομένως δικαιούται το ποσό των 4.115,38 ευρώ. 5) Για τις αργίες που δεν εργάστηκε ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα  από 8-11-2022 έως 31-12-2022, για την 25-12 το ποσό των 90,60 ευρώ (ήτοι 1 αργία Χ 90,60 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023, για τις 25-3, 17-4 (Δευτέρα του Πάσχα), 1-5, 15-8 και 28-10, το ποσό των 465 ευρώ (ήτοι 5 αργίες Χ 93 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο). Συνολικά δε για την ανωτέρω αιτία ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 555,60 ευρώ. 6) Περαιτέρω ο εκκαλών -εφεσίβλητος για την υπερωριακή (καθ’υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου των 7 ωρών ημερησίως) εργασία του κατά τις καθημερινές, δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα  από 8-11-2022 έως 31-12-2022, για 48,5 συνολικά ώρες, το ποσό των 1.506,41 ευρώ (ήτοι 90,60 ευρώ Χ 6 : 35 =15,53 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο  Χ 100% =31,06 ευρώ Χ 48,5 ώρες = 1.506,41 ευρώ) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023, για 425,5 συνολικά ώρες, το ποσό των 13.564,94 ευρώ (ήτοι 93 ευρώ Χ 6 : 35 =15,94 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο  Χ 100% =31,88 ευρώ Χ 425,5 ώρες = 13.564,94 ευρώ). Συνολικά δε ο εκκαλών -εφεσίβλητος για την ανωτέρω αιτία, δικαιούται το ποσό των 15.071,35 ευρώ, έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα έχει καταβάλει το ποσό των 6.223,10 ευρώ κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης και επομένως ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 8.848,25 ευρώ. 7) Για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται α) για το έτος 2022 το ποσό των 436,96 ευρώ [ήτοι 4,63 (37 πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια : 8 ημερομίσθια) Χ 90,60 ευρώ = 419,48 ευρώ + 17,48 ευρώ αναλογία επιδόματος αδείας (Χ 0,04166) = 436,96 ευρώ]. Για την αιτία αυτή η εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 490,55 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη απόδειξη πληρωμής με αριθ. σχετ. 14-1), κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης και επομένως ο εκκαλών -εφεσίβλητος έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, β) για το έτος 2023 το ποσό των 1.635,24 ευρώ [ήτοι 16,88 (135 πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια : 8 ημερομίσθια) Χ 93 ευρώ = 1.569,84 ευρώ + 65,40 ευρώ αναλογία επιδόματος αδείας (Χ 0,04166) = 1.635,24 ευρώ], έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 1.567,87 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη από την τελευταία απόδειξη πληρωμής με αριθ. σχετ. 17-1), κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης. Επομένως ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 67,37 ευρώ. 8) Για δώρο Πάσχα του έτους 2023 ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 1.117,93 ευρώ [11,54 (75 πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια : 6,5 ημερομίσθια) Χ 93 ευρώ = 1.073,22 ευρώ + 44,71 ευρώ αναλογία επιδόματος αδείας (Χ 0,04166) =1.117,93 ευρώ] , έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 1.010,63 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη από την τελευταία απόδειξη πληρωμής με αριθ. σχετ. 15-1), κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης. Επομένως ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 107,30 ευρώ. 9) Για αναλογία αποζημίωσης αδείας ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα  από 8-11-2022 έως 31-12-2022, το ποσό των 391,39 ευρώ [ήτοι την αναλογία 4,32 ημερομισθίων (54 ημέρες εργασίας  : 12,5) Χ 90,60 ευρώ =391,39 ευρώ] και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023, το ποσό των 1.116 ευρώ (ήτοι 25 ημερομίσθια – 13 ημερομίσθια χορηγηθείσας άδειας =12 ημερομίσθια Χ 93 ευρώ = 1.116 ευρώ). Συνολικά δε για την ανωτέρω αιτία ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 1.507,39 ευρώ. 10) Για επίδομα αδείας ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται α) για το έτος 2022, το ποσό των 391,39 ευρώ [ήτοι την αναλογία 4,32 ημερομισθίων (54 ημέρες εργασίας  : 12,5) Χ 90,60 ευρώ =391,39 ευρώ] και β) για το έτος 2023, το ποσό των 1.209 ευρώ (ήτοι 13 ημερομίσθια Χ 93 ευρώ). Συνολικά δε για την ανωτέρω αιτία ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 1.600,39 ευρώ, έναντι του οποίου η εφεσίβλητη -εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 858 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη από την τελευταία απόδειξη πληρωμής με αριθ. σχετ. 16-1), κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης της εφεσίβλητης -εκκαλούσας ως ουσία βάσιμης και επομένως δικαιούται το ποσό των 742,39 ευρώ. Ο εκκαλών -εφεσίβλητος συνομολόγησε την καταβολή από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, συνολικού ποσού 13.359,42 ευρώ, έναντι των ανωτέρω υπό στοιχεία 3, 4 και 6 κονδυλίων, ως προς δε το ποσό των 1.540,50 ευρώ (για υπερωριακή εργασία καθημερινών για το έτος 2022) συνομολογείται από τον εκκαλούντα -εφεσίβλητο η καταβολή του, ενώ για το υπόλοιπο ποσό οι γενόμενες καταβολές αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη -εκκαλούσα (αριθ. σχετικού 13) αποδείξεις πληρωμής, η γνησιότητα των οποίων αμφισβητήθηκε από τον εκκαλούντα -εφεσίβλητο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σελ. 17 της προσθήκης και αντίκρουσης), πλην όμως αποδείχθηκε από τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με την επιμέλεια της εφεσίβλητης -εκκαλούσας σε συνδυασμό με τις αναφορές περί «φακέλων» στο χειρόγραφο ημερολόγιο του εκκαλούντος -εφεσίβλητου, αλλά και με τα μηνύματα (μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής «viber») που αντάλλασσε ο εκκαλών -εφεσίβλητος με το λογιστήριο της εφεσίβλητης -εκκαλούσας (σχετικά με αριθ. 22 και 12 που προσκομίζει η εφεσίβλητη-εκκαλούσα). Ειδικότερα οι ενόρκως βεβαιούντες, ……………. (εργαζόμενος της εφεσίβλητης) και …………. (η οποία ήταν υπάλληλος του λογιστηρίου και υπεύθυνη για θέματα πληρωμών του προσωπικού), αναφέρουν με σαφήνεια τον τρόπο πληρωμής του εκκαλούντος -εφεσίβλητου, έχοντας άμεση αντίληψη προς τούτο, ο μεν πρώτος διότι κάποιες φορές παρέδωσε ο ίδιος τον φάκελο με τα χρήματα, που παραλάμβανε από την εταιρία ή τον κ. …….., και την απόδειξη που υπέγραφε ο ίδιος και κάποιες φορές και ο εκκαλών -εφεσίβλητος και ότι το ίδιο έκανε και ο άλλος εργοδηγός της εταιρίας (……………), η δε δεύτερη λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς της περιγράφει τον τρόπο πληρωμής των εν λόγω ποσών στον εκκαλούντα -εφεσίβλητο εξωτραπεζικά. Επιπλέον, στις ως άνω αποδείξεις πληρωμής αναφέρονται τα ποσά που καταβλήθηκαν, η ημεροχρονολογία και η αιτία της πληρωμής τους προς τον εκκαλούντα εφεσίβλητο και επίσης από την απλή αντιπαραβολή των υπογραφών που έχουν τεθεί στις από 1-2-2023, 3-4-2023 και 17-11-2023 αποδείξεις πληρωμής στο πεδίο «ο εισπράξας» (σχετικά με αριθ. 13.2, 13.6 και 13.21 της εφεσίβλητης-εκκαλούσας), με αυτήν που έχει τεθεί, σε ανύποπτο χρόνο, στη γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας από τον εκκαλούντα- εφεσίβλητο, προκύπτει ότι ομοιάζουν και έχουν τεθεί από τον ίδιο. Οι λοιπές καταβολές πέραν αυτών που συνομολογούνται από τον εκκαλούντα -εφεσίβλητο, αποδεικνύονται από τις προαναφερόμενες στα επιμέρους κονδύλια αναλυτικές αποδείξεις πληρωμής και τραπεζικά εμβάσματα που προσκομίζει νομότυπα η εφεσίβλητη -εκκαλούσα και δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η γνησιότητα των ανωτέρω αποδείξεων πληρωμής αποδείχθηκε εκ μέρους της εφεσίβλητης -εκκαλούσας, που τα προσκόμισε και έκανε δεκτή την προβληθείσα από την τελευταία ένσταση εξόφλησης κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα επιμέρους ποσά ως ουσία βάσιμη, αλλά και ως προς τα λοιπά κονδύλια με βάση τις προσκομισθείσες από την εφεσίβλητη αποδείξεις πληρωμής και τραπεζικά εμβάσματα, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ισχυρισμών του εκκαλούντος -εφεσίβλητου που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο κατά το οικείο σκέλος, της έφεσής του με τον οποίο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τις αποδείξεις πληρωμής για την υπερωριακή εργασία του των καθημερινών, Σαββάτων, Κυριακών και αργιών, παρά τον προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρισμό του, που επαναφέρει με την έφεσή του και με τον πρώτο λόγο της έφεσης κατά το οικείο σκέλος, περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των προσκομισθέντων από την εφεσίβλητη -εκκαλούσα αποδείξεων πληρωμής, διατεινόμενος περαιτέρω ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκανε δεκτή την ένσταση εξόφλησης για τα κονδύλια αυτά και επιπλέον με τον πρώτο λόγο της έφεσης κατά το μέρος που έγινε δεκτή η ένσταση εξόφλησης ως προς τα ως άνω υπό στοιχεία 1 κονδύλια. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο, με τον δεύτερο λόγο έφεσης κατά το οικείο σκέλος, ισχυρισμός του εκκαλούντος -εφεσίβλητου ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι εκτυπώσεις γραπτών μηνυμάτων μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής «viber», η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 περ. γ`, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 K.Πολ.Δ.) και αφορούν μηνύματα μεταξύ του ιδίου και του λογιστηρίου της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, διά των προστηθέντων της και όχι τρίτων, στην εφαρμογή που χρησιμοποιούσε το λογιστήριο της εφεσίβλητης -εκκαλούσας, για ζητήματα υπηρεσιακής φύσεως που σχετίζονται με το αντικείμενο της δίκης και δεν είναι προσωπικής φύσεως. Σημειώνεται περαιτέρω, ως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν εκκαλείται με τους λόγους των εφέσεων, ότι για τους υπολογισμούς των κονδυλίων για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και αργίες και υπερωριακή εργασία τις καθημερινές (πέραν του 7ώρου) δεν συνυπολογίζεται η αναλογία του έκτου ημερομισθίου, αφού το ημερομίσθιο αυτό (της έκτης ημέρας), εξακολουθεί πλασματικά και αποτελεί ημερομίσθιο της έκτης ημέρας, που πλασματικά επίσης θεωρείται εργάσιμη. Περαιτέρω για τους υπολογισμούς των επιδομάτων εορτών και αδείας, στις τακτικές αποδοχές δεν περιλαμβάνονται οι αναλογίες υπερωριών τις καθημερινές, τα Σάββατα, τις Κυριακές και αργίες, καθόσον με την ανωτέρω Σ.Σ.Ε., η απασχόληση κατά τις ημέρες αυτές αντιμετωπίζεται ενιαία και αμείβεται από την πρώτη ώρα ως (παράνομη) υπερωρία για μη νόμιμα παρασχεθείσα εργασία (πρβλ. ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1790/2023) και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος -εφεσίβλητου που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της έφεσής του. Συνολικά δε για τις ανωτέρω αιτίες ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 29.558,61 ευρώ και οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί της εφεσίβλητης -εκκαλούσας που προβάλλονται με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο των λόγων της έφεσής της θεμελιούμενοι σε εσφαλμένη εφαρμογή της ΣΣΕ ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, που κατά τους ισχυρισμούς της δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, κατά τον υπολογισμό των ως άνω αξιώσεων του εκκαλούντος -εφεσίβλητου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη -εκκαλούσα με τον ένατο λόγο της έφεσής της, επικαλούμενη ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος εργάστηκε επί ένα και πλέον έτος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προβάλλει επικουρικά, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τον ισχυρισμό ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 (τελευτ. παράγραφος) του κεφαλαίου Β της ΣΣΕ όλα τα επιδικασθέντα κονδύλια πρέπει να υπολογιστούν μειωμένα κατά 10%. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 8-11-2022 έως 8-11-2023, καθόσον η μείωση του ημερομισθίου προβλέπεται μετά τη συμπλήρωση του έτους (κεφ. Β΄.2) και δεν καταλαμβάνει και το προηγούμενο, αναφορικά δε με το χρονικό διάστημα (από 9-11-2023 μέχρι 17-11-2023), οπότε ο εκκαλών -εφεσίβλητος είχε συμπληρώσει ένα έτος, στον σχετικό όρο της ανωτέρω συλλογικής σύμβασης προβλέπεται μείωση «…μέχρι 10% του προβλεπόμενου ημερομισθίου…», αφορά τροποποίηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης όπως είναι η αμοιβή του εργαζομένου, χωρίς να γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται ότι ο όρος αυτός κατέστη αντικείμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος -εφεσίβλητου και σε θετική περίπτωση σε ποιο ποσοστό. Περαιτέρω μόνη η παράλειψη του εκκαλούντος -εφεσίβλητου να ασκήσει τις αξιώσεις του και η μη προβολή αντιρρήσεων ως προς το ύψος των αποδοχών μέχρι το χρόνο λύσης της εργασιακής σχέσης και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν ήταν ικανή, χωρίς την επίκληση άλλων περιστατικών που να επιτρέπουν διαφορετική αξιολόγηση, να δημιουργήσει στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα την εύλογη πεποίθηση ότι ο εργαζόμενος δεν θα ασκήσει στο μέλλον τα δικαιώματά του, καθόσον, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος όταν ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια παροχής της εργασίας του δεν διατυπώνει διαμαρτυρία για τις μικρότερες αποδοχές του, διότι έχει συμφέρον να μην διαταράξει την εργασιακή του σχέση, λαμβανομένων επίσης υπόψη των δυσχερειών διαπίστωσης της μισθολογικής διαφοράς, καθώς και του φόβου απόλυσης ή άλλων δυσμενών σε βάρος του συνεπειών. Ακόμη και η υπογραφή από αυτόν απλών αποδείξεων είσπραξης σε εξόφληση των οφειλομένων για υπερωριακή εργασία, ακόμη και αν με τον τρόπο αυτό επιδίωκε η αμοιβή αυτή να μην εμφανίζεται στις φορολογητέες αποδοχές του και χωρίς να ασκήσει κατά διάρκεια ισχύος της εργασιακής σχέσης τα δικαιώματά του για τη διεκδίκηση των αποδοχών του, δεν είναι αρκετή για να καταστήσει προφανώς καταχρηστική τη μετέπειτα διεκδίκηση των αξιώσεων αυτών σε βάρος της εναγόμενης- εργοδότριάς του και ήδη εφεσίβλητης -εκκαλούσας. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα και απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ως μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δέκατο λόγο της έφεσης της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στις 17-11-2023, οπότε και προσλήφθηκε από άλλον εργοδότη (βλ. προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη σχετική αναγγελία πρόσληψης με αριθ. σχετ. 8), γεγονός από το οποίο προκύπτει αναμφίβολα η βούλησή του για αποχώρηση από την εργασία του (βλ. σχετ. ΑΠ 306/2026, ΑΠ 1594/2017, ΑΠ 1219/2005), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση αναληθούς αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του εκκαλούντος -εφεσίβλητου εκ μέρους της εργοδότριάς του -εφεσίβλητης-εκκαλούσας, αλλά αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, και επομένως δεν δικαιούται αποζημίωση απόλυσης. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο για αποζημίωση απόλυσης, ποσού 12.895,44 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος -εφεσίβλητου που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του ως αβάσιμων. Τέλος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούτα -εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των 9.790,62 ευρώ (ήτοι 5.675,24 ευρώ + 4.115,38 ευρώ, που αντιστοιχεί στα επιμέρους κονδύλια για εργασία κατά τα Σάββατα και για εργασία κατά  τις Κυριακές και τις αργίες κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 17-11-2023), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.767,99 ευρώ (ήτοι για διαφορές ημερομισθίων 2.237,40 ευρώ, για έκτο ημερομίσθιο της εβδομάδας 4.949,92 ευρώ, για εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες, κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-2022 έως 31-12-2022, 752,37 ευρώ, για αργίες που δεν εργάστηκε 555,60 ευρώ, για διαφορές υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές 8.848,25 ευρώ, για αναλογία επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα 2023 174,67 ευρώ, για αναλογία αποζημίωσης αδείας 1.507,39 ευρώ, για αναλογία επιδόματος αδείας 742,39 ευρώ), με το νόμιμο τόκο, για οφειλόμενα ημερομίσθια εκάστου μηνός και για το έκτο ημερομίσθιο της εβδομάδας από το τέλος του μήνα που αυτά αφορούν κατ’άρθρο 655 Α.Κ., για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες αμοιβόμενες αργίες και αμοιβή υπερωριακής εργασίας τις καθημερινές από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, για αναλογία επιδόματος Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αναφέρεται, για αναλογία Χριστουγέννων, επιδόματος και αποζημίωσης αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους στο οποίο αναφέρονται. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών -εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την καταβολή της αμοιβής του για την εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές, τις αργίες, τις αμοιβόμενες αργίες και της υπερωριακής εργασίας τις καθημερινές, κατά τα Σαββατοκύριακα κάθε εβδομάδα και οχλούσε την εφεσίβλητη για την καταβολή των αξιώσεων αυτών. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, τα κονδύλια αυτά δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, καθώς επίσης δεν ορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής τους (όπως συμβαίνει με τα ως άνω κονδύλια των επιδομάτων εορτών και αδείας, άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ν.δ. 4547/1966 και ήδη άρθρα 135 επ. ΠΔ 80/2022), ούτε προκύπτει σχετική συμφωνία των διαδίκων περί δήλης ημέρας καταβολής τους ή σχετική όχληση από τον εκκαλούντα-εφεσίβλητο (ΑΠ 510/2024, ΑΠ 493/2019, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1134/2010, ΑΠ 236/2004, ΑΠ 233/2004).

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι των εφέσεων προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι των εφέσεων που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθώς και οι εφέσεις στο σύνολό τους ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες εφέσεις ως κατ΄ουσίαν αβάσιμες και τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε κάθε έφεση, κατά παραδοχή του παραδεκτού και νομίμου αιτήματός τους που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων κάθε έφεσης αντίστοιχα, λόγω της ήττας τους (άρθρα 191 παρ. 2, 183, 176 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α) την από 19-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ …./20-6-2025) έφεση του ενάγοντος της από 30-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ ……./1-8-2024) αγωγής και β)την από 6-4-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …../6-4-2026) έφεση της εναγομένης της παραπάνω αγωγής,  κατά της με αριθμό 1635/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν τις εφέσεις.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ως ακολούθως : 1) στην από 19-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ ………/20-6-2025) έφεση, υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και 2) στην από 6-4-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./6-4-2026) έφεση, υπέρ του εφεσίβλητου και σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 30  Οκτωβρίου 2026.

        Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε δε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτη Ελένης Μούρτζη, αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, Πρόεδρο Εφετών, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

         Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ