ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης 685/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(3ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος : …………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Ευγενία Τράκα του Αντωνίου (ΑΜ ………. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.
Της εφεσίβλητης : Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………….», (ΑΦΜ ……….), που εδρεύει στον ………. (οδός ………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Σταυρούλα Ζέρβα του Χρήστου (Α.Μ. …….. Δ.Σ. Πειραιώς).
Ο εκκαλών με την από 27-2-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ …………/27-2-2025) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 2508/3-6-2025 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου η εναγόμενη να επιδείξει κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή έγγραφα και στη συνέχεια, η με αριθμό 5664/4-12-2025 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έκανε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 15-1-2026 έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./16-1-2026, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε την από 6-5-2026 μονομερή δήλωσή της, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης, παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-1-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./16-1-2026) έφεση του ενάγοντος της από 27-2-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ ……../27-2-2025) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 5664/4-12-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 16-1-2026, νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 19, 143, 144, 495 παρ. 1 και 2 (ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν 5221/2025- ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026), 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1, 520 παρ. 2, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.], καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε με την επιμέλεια της εναγομένης, στις 19-12-2025 (βλ. τη με αριθ. …../19-12-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του v. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του Α.Κ. (ΑΠ 392/2021, AΠ 359/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 1985/2025, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000). Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 179/2016). Πολλώ δε μάλλον δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του μισθωτού ή την από πλευράς του τελευταίου παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 1038/2019, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 1250/2018, ΑΠ 1628/2017, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1694/2012). Διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1985/2025, ΑΠ 1038/2019, ΑΠ 1250/2018). Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19-6-2021), που ορίζει ότι “αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 1α, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο”, το μεν δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως αναιτιώδους δικαιοπραξίας, το δε η παρεχόμενη από αυτήν δικονομική διευκόλυνση εφαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 80 παρ. 3 και 165 του ιδίου νόμου σε καταγγελίες που γίνονται μετά την έναρξη της ισχύος αυτού (19-6-2021), (ΑΠ 1985/2025). Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 66 ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021), υπό τον τίτλο “Προστασία από τις απολύσεις”, ορίζονται τα εξής : “1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον : α) οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση : γα) που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ν. 4443/2016 (Α` 232) ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4443/2016, γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 13, γγ) των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 15 του ν. 1483/1984 (Α` 153), όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, γδ) ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη οποιασδήποτε άδειας που προβλέπεται στο Μέρος ΙΙΙ, σύμφωνα με το άρθρο 48, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31, γε) κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945 (Α` 229), γστ) των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων, που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τον ν. 2643/1998 (Α` 220), όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2643/1998, γζ) των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3514/1928 (Α` 77), γη) των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1077/1980 (Α` 225), γθ) που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 1387/1983 (Α` 110), γι) των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1264/1982 (Α` 79), καθώς και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1767/1988 (Α` 63), όπως και των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων, που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 56 του ν. 4052/2012 (Α` 41), σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 64 του ν. 4052/2012, κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 14 του ν. 1264/1982, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 1264/1982, γιβ) λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 (Α` 101), γιγ) των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση, που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β` της παρ. 1 και την περ. β` της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, καθώς και των εργαζομένων που δεν υπέβαλαν αίτημα για διευθέτηση, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη, γιδ) των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3846/2010 (Α` 66). 2… 3. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους της παρ. 1, το δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη”. Με τις παραπάνω διατάξεις ο νόμος προέβη για πρώτη φορά σε διαφοροποίηση με βάση το είδος του ελαττώματος, καθώς αν ακυρότητα οφείλεται σε λόγο διαφορετικό από εκείνους της παρ. 1, το δικαστήριο αντί της κήρυξης της ακυρότητας και της επέλευσης των συνδεόμενων με την ακυρότητα αυτή συνεπειών (μισθοί υπερημερίας, αξίωση επαναπασχόλησης), επιδικάζει, ύστερα από αίτημα είτε του εργαζόμενου, είτε του εργοδότη, υπέρ του εργαζομένου πρόσθετη αποζημίωση, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών, ούτε μεγαλύτερο του διπλασίου της νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον χρόνο της απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και δεσμεύει τον δικαστή να το αποδεχθεί. Ο εργοδότης μπορεί να υποβάλλει το αίτημα καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης και επικουρικά, για την περίπτωση που η καταγγελία ήθελε κριθεί άκυρη για λόγους διαφορετικούς από εκείνους της παρ. 1 του άρθρου 66, ώστε στην περίπτωση αυτή να επέλθει ως έννομη συνέπεια η ακυρότητα της καταγγελίας, κατά κανόνα δε θα υποβάλλεται επικουρικά, όταν ο εργοδότης αρνείται ότι η καταγγελία έχει ελάττωμα (ΑΠ 1173/2025). Σύμφωνα δε και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4808/2021, «το άρθρο 66 κωδικοποιεί τις περιπτώσεις ελαττωμάτων στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας και τις συνέπειες του ελαττώματος σε κάθε περίπτωση, ιδίως την αδυναμία των εργαζομένων να αποδείξουν την ύπαρξη εκδικητικότητας κατά την απόλυση».
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 του Α.Κ., 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζόμενου, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού, ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού, για πραγματική απασχόληση ή, που συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται, κατ’ εύλογη κρίση, από το Δικαστήριο (ΑΠ 487/2019, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 22/2014, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 282/2009). Για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 Α.Κ., απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά [θετική πράξη ή παράλειψη], προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντος του, προστατευομένου από τη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάζεται (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 5/2001, ΑΠ 87/2000). Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση ατόμου και είναι με αυτό [άτομο] αναπόσπαστα συνδεδεμένα (άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 Α.Κ.. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή, όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Συντάγματος). Αγαθά, που προστατεύονται από την προσωπικότητα είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου, ειδικότερα, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου. Για την αξίωση αποζημιώσεως προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ. 2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 Α.Κ.). Οι όροι δηλ. αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημιώσεως [προσβολή, παράνομη συμπεριφορά, που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου, που προσβάλλει]. Προκειμένου δε, να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό, λαμβάνονται υπ’ όψη και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, όπως και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, η κοινωνική θέση του διαδίκου, που προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, το είδος και η έκταση της βλάβης (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 13/1999 ΕλλΔ 40. 753, ΑΠ 105/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 420/2018, ΑΠ 80/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 849/2015, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1114/2013). Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, μειωτική προς την προσωπικότητα του εργαζομένου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη, κατά τρόπο που εκθέτει [μειώνει] τον απολυθέντα στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, εν όψει και του είδους της απασχολήσεως και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου (εργαζομένου) για αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής του βλάβης. Η αξίωση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 914, 57 παρ. 2, 59, 299, 932, 926, 927, 71 Α.Κ. σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 669, 672, 361 Α.Κ. και δεν έχει σχέση με τις αξιώσεις από το ως άνω άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 εδ. (α) ν. 3198/1955 συνεπώς, δεν υπόκειται στις αποσβεστικές προθεσμίες του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 2 εδ. (α) ν. 3198/1955. Στο δικόγραφο της αγωγής, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, πρέπει να εκτίθενται ότι ο εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη για συγκεκριμένους λόγους [ή λόγο], από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, που πρέπει ο εργαζόμενος και να αποδεικνύει (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 1186/1990).
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1173/2025, ΑΠ 868/2024, ΑΠ 108/2020). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, είναι εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα. Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1173/2025).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 27-2-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ …………../27-2-2025) αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, προσλήφθηκε από τον Απρίλιο του έτους 2008 από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, προκειμένου να εργαστεί αρχικά ως υπάλληλος γραφείου και στη συνέχεια ως εργάτης με πενθήμερη εργασία επί οκτάωρης απασχόλησης ημερησίως, στην πραγματικότητα όμως εργάστηκε δυνάμει ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κυρίως ως εργάτης με αυξανόμενα καθήκοντα με την πάροδο των ετών με τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην αγωγή, και παρείχε την εργασία του καθημερινά από ώρα 7.00 έως ώρα 20.00, συχνά και Σαββατοκύριακα και εκτός Αθηνών, αντί μικτών αποδοχών που ανέρχονταν στο ποσό των 50 ευρώ ημερησίως. Ότι απασχολήθηκε στην εναγόμενη μέχρι τις 28-11-2024, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και έκτοτε έπαυσε οριστικά η μεταξύ τους συνεργασία, από λόγους που δεν σχετίζονται με τις ανάγκες της επιχείρησης, αλλά λόγω εκδικητικότητας εξαιτίας των προσωπικών-γαμικών τους διαφορών με την εν διαστάσει σύζυγό του (…………….), η οποία είναι διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι η εναγόμενη δεν του κατέβαλε το σύνολο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, που ανέρχεται σε 13.200 ευρώ, καθόσον ο ίδιος απασχολήθηκε για 16 έτη και 7 μήνες, έναντι του οποίου η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των 7.700 ευρώ και επιπλέον λόγω της εκδικητικής καταγγελίας, δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση κατ’άρθρο 66 ν. 4808/2021 εκ ποσού 25.000 ευρώ. Ότι εξαιτίας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, που αποτελούσε τη μόνη πηγή εισοδήματός του, για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους που δεν σχετίζονται με την εργασιακή του απόδοση και επάρκεια και μετά την πολυετή συνεργασία του με την εναγόμενη και τους πελάτες της, υπέστη ισχυρό πλήγμα στην επαγγελματική του τιμή και στον εργασιακό του περίγυρο, με συνέπεια εξαιτίας της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς της εναγομένης να υποστεί ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ζητούσε δε, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, 1)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει α)το ποσό των 5.500 ευρώ ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από 29-11-2024 και β) το ποσό των 25.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω εκδικητικής καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και 2) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο, ως συμπληρώθηκε το αίτημα αυτό με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα με αριθ. 2508/2025 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων αρχικά η με αριθμό 2508/3-6-2025 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία, αφού κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η αγωγή (πλην του αιτήματος να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο), κατά παραδοχή και του σχετικού αγωγικού αιτήματος, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου η εναγόμενη να επιδείξει κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή έγγραφα και στη συνέχεια η με αριθμό 5664/4-12-2025 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.500 ευρώ, ως διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από 29-11-2024 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, την οποία όρισε στο ποσό των 200 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση ο ενάγων και ήδη εκκαλών για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που εκκαλείται, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τα απορριφθέντα κεφάλαια, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, καθώς και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί αοριστίας της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των περιστατικών που καθιστούν καταχρηστική την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ενώ δεν υφίσταται αοριστία ούτε ως προς την έννοια της καταχρηστικότητας, δοθέντος ότι αναφέρονται περιστατικά που συνιστούν, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, καταχρηστικότητα του δικαιώματος της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρονται περιστατικά, που συνιστούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, όπως (ιδ. σελ. 10-11) «… ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου είναι οι προσωπικές /γαμικές μας διαφορές με την εν διαστάσει συζυγό μου, ……,…. …… Η καταγγελία της εργασιακής μου σχέσης ουδεμία σχέση είχε, δηλαδή, με κάποιο σφάλμα μου ή με, τυχόν, ανεπάρκειά μου ως εργαζομένου. Συνεπώς, η από 28.11.2024 καταγγελία εργασίας έγινε εκδικητικά, για λόγους άσχετους με τις ανάγκες της επιχείρησης …..». Ούτε, όμως, υφίσταται αοριστία της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του ενάγοντος (ήδη εκκαλούντος), καθώς περιγράφονται συγκεκριμένα περιστατικά που κατά τον ενάγοντα συνιστούν την ηθική βλάβη του, όπως και τον αιτιώδη σύνδεσμο, ήτοι ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης (ήδη εφεσίβλητης) επέδρασε στην ψυχολογία του, δημιουργώντας άγχος και ανασφάλεια, μείωσε την επαγγελματική του υπόσταση και έθιξε την προσωπικότητά του, ενώ περαιτέρω αιτιολόγησε το εύλογο της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης (σελ. 11- 12 της αγωγής), χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αγωγής να εκτίθενται τα ειδικότερα στοιχεία που προσδιορίζουν το εύλογο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, αφού τα εν λόγω στοιχεία δεν συνιστούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία της αγωγής. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση δεχόμενη ως ορισμένες τις σχετικές αγωγικές αξιώσεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι περί αντιθέτου αιτιάσεις της εφεσίβλητης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων (………….. και ………..) που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του εκκαλούντος (ενάγοντος) ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα με αριθμό 2508/2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (εξετάστηκαν δύο μάρτυρες από τον ενάγοντα, ενώ η εναγόμενη δεν πρότεινε την εξέταση μάρτυρα), της με αριθ. ……./16-9-2025 ένορκης βεβαίωσης του …………, που δόθηκε με την επιμέλεια του εκκαλούντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ……………, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. τη με αριθ. ………../9-9-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …….), που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη της και προσκομίζεται μετ’επικλήσεως νομότυπα και λαμβάνεται υπόψη (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.), απορριπτομένης της ένστασης περί απαραδέκτου που προβάλει η εφεσίβλητη (Ολ. Α.Π. 30/1997, ΑΠ 179/2021, ΑΠ 836/2018, ΑΠ 1321/2014, ΑΠ 378/2011, ΑΠ 1336/2002), καθώς και τις με αριθ. πρωτ. ΔΣΠ -ΕΒ-…., ΔΣΠ -ΕΒ-…. και ΔΣΠ -ΕΒ-……./6-5-2025 ένορκες βεβαιώσεις των …………………., που δόθηκαν με την επιμέλεια της εφεσίβλητης ενώπιον της Δικηγόρου Δ.Σ. Πειραιώς ………………, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη τους (βλ. τη με αριθ. …../30-4-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………..) και προσκομίζονται μετ’επικλήσεως νομότυπα, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα συμπεριλαμβανομένης και της φωτογραφίας που προσκομίζει ο εκκαλών και η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1 448 παρ. 2, 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία συστάθηκε στις 22-11-2005 και έχει αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή μεταλλικών προϊόντων, μεταλλικών σκελετών και πλαισίων, την εμπορία πορτών ασφαλείας -μεσόπορτων, ετοίμων κουφωμάτων και συναφών εξαρτημάτων, καθώς και κατασκευαστικές εργασίες για κατοικίες και μη, ανακαινίσεις κατοικιών -επαγγελματικών χώρων, καθώς και κάθε άλλη συναφή δραστηριότητα. Με την ομόρρυθμη εταίρο της εφεσίβλητης, …………, η οποία είναι διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας αυτής, που αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση αποτελούμενη από μέλη της οικογένειας της ανωτέρω (…………..), ο εκκαλών συνήψε γάμο στις 23-5-2009, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο τέκνα και ήδη από το Νοέμβριο του έτους 2024 τελούν σε διάσταση. Τον Απρίλιο του έτους 2008 ο εκκαλών προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη διαδοχικά, προκειμένου να εργαστεί σε αυτή ως υπάλληλος γραφείου και στη συνέχεια ως εργατοτεχνίτης, αντί ημερομισθίου 50 ευρώ και έκτοτε παρείχε την εργασία του στην εφεσίβλητη εργαζόμενος συνεχόμενα με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έχοντας συμπληρώσει 16 χρόνια εργασίας μέχρι την 28-11-2024, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του από την εφεσίβλητη και επομένως δικαιούται, με βάση το άρθρο 3 Ν 2112/1920, που εφαρμόζεται αναλογικά και στους εργατοτεχνίτες μετά την κατάργηση με άρθρο 64 Ν 4808/2021 κάθε διάκρισης μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών αναφορικά με την προθεσμία προμήνυσης και την καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αποζημίωση απόλυσης ίση με μισθούς 12 μηνών, που ανέρχεται, μετά την αφαίρεση του ποσού των 7.700 ευρώ που του καταβλήθηκαν, στο ποσό των 5.500 ευρώ (μεικτά) ως διαφορά αποζημίωσης απόλυσης (ήτοι 22 ημερομίσθια Χ 50 ευρώ = 1.100 ευρώ Χ 12 μισθούς = 13.200 ευρώ – 7.700 ευρώ = 5.500 ευρώ). Κατά τις παραπάνω παραδοχές της η εκκαλουμένη απόφαση δεν εκκαλείται με τους λόγους έφεσης. Περαιτέρω ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσης αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος περί καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης κατ’άρθρο 66 Ν 4808/2021. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών και η σύζυγός του (…………), νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της εφεσίβλητης, από το Νοέμβριο του 2024 τελούν σε διάσταση και στα πλαίσια λύσης του έγγαμου βίου, ο εκκαλών αποχώρησε από τη συζυγική οικία και κατόπιν αιτήσεών τους (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) που κατατέθηκαν στις 3-2-2025 και 10-2-2025, αντίστοιχα, ρυθμίστηκαν προσωρινά τα ζητήματα επιμέλειας -επικοινωνίας και διατροφής των τέκνων τους. Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος έλαβε χώρα στις 28-11-2024 (βλ. έντυπο καταγγελίας), δηλαδή σε χρόνο που συμπίπτει με τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με τη σύζυγό του (…………..), ωστόσο δεν αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε για λόγους εκδίκησης, εξαιτίας των γαμικών διαφορών με το ομόρρυθμο μέλος της εφεσίβλητης, ……….. Ειδικότερα οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του εκκαλούντος και οι ένορκες καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα με αριθμό 2508/2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκ των οποίων ο μεν πρώτος διατηρούσε επαγγελματική συνεργασία με την εφεσίβλητη, η δε δεύτερη είναι αδελφή του, δεν έχουν άμεση αντίληψη για τις συνθήκες και τους λόγους καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, ωσαύτως και ο ενόρκως βεβαιών ….….. συνεργάτης της εφεσίβλητης, δεν αναφέρουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά αόριστες διαπιστώσεις που συνάγουν από το γεγονός και μόνο της διάσπασης του έγγαμου βίου των ανωτέρω. Ούτε ακόμη από τα προσκομιζόμενα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του εκκαλούντος και της συζύγου του, συνάγεται κλίμα έντασης και εκδικητικότητας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογούνται εκδικητικά ελατήρια στην εκ μέρους της εφεσίβλητης καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, είχε προηγηθεί συμφωνία για τη λύση και της εργασιακής σχέσης, στην οποία ο εκκαλών είχε συναινέσει, επιθυμώντας ευλόγως να διαχωρίσουν και τον επαγγελματικό τους βίο, γεγονός που συνάγεται και από την υπογραφή της καταγγελίας εκ μέρους του εκκαλούντος χωρίς τη διατύπωση οιασδήποτε επιφύλαξης, αλλά και εντός ηπίου κλίματος για το διαχωρισμό και του επαγγελματικού τους βίου, ενισχύονται δε τα παραπάνω και από τους ενόρκως βεβαιούντες (………….), οι οποίοι είναι εργαζόμενοι της εφεσίβλητης και ο τρίτος είναι και εξάδελφος της ………… και έχουν άμεση αντίληψη ως προς τα διαδικαστικά της καταγγελίας. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο εκκαλών δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης πραγματικών περιστατικών ικανών να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για τον προβαλλόμενο μη επιτρεπόμενο λόγο, και, εφόσον δεν ανταποκρίθηκε σε αυτό, η εργοδότρια εφεσίβλητη δεν έχει πλέον το βάρος της απόδειξης ότι η απόλυση έγινε για κάποιον άλλο, επιτρεπόμενο λόγο. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως εν σχέσει με τα ανωτέρω και απέρριψε το αίτημα καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης κατ’άρθρο 66 Ν 4808/2021, ως ουσία αβάσιμο, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, ενώ μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση του επικουρικά προβληθέντος με τις προτάσεις αιτήματος της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχτηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την εφεσίβλητη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εκκαλούντος εργαζόμενου, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού, ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του δημιουργώντας την εντύπωση στον εργασιακό του περίγυρο ότι ο ίδιος είναι ανεπαρκής. Επίσης δεν αποδείχτηκε, παράνομη συμπεριφορά [θετική πράξη ή παράλειψη] από υπαιτιότητα της εφεσίβλητης, που προσέβαλε το δικαίωμα της προσωπικότητας του εκκαλούντος κατά τις εκφάνσεις της τιμής, καθώς και της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ακόμη, κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ουδόλως αποδείχθηκε συμπεριφορά της εφεσίβλητης διά των νομίμων εκπροσώπων της, κατά τρόπο που εκθέτει [μειώνει] την επαγγελματική αξία του εκκαλούντος στους συναδέλφους του, στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, δεδομένου ότι τόσο από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του εκκαλούντος όσο και από τους ενόρκως βεβαιούντες επιβεβαιώνεται η επάρκεια και η εν γένει αξία του ως εργαζομένου καθώς και η καλή συνεργασία κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εφεσίβλητη, ενώ ουδόλως αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά που να θίγουν την προσωπικότητα του εκκαλούντος. Μόνο δε το γεγονός της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας σε χρόνο που ο εκκαλών με τη σύζυγό του προέβησαν σε διάσπαση του κοινού τους βίου δεν επιφέρει και προσβολή της προσωπικότητας του εκκαλούντος, ώστε να δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου (εργαζομένου) για αποζημίωση προς ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το σχετικό αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως ουσία αβάσιμο, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια σε σχέση με τα ανωτέρω και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του παραδεκτού και νομίμου αιτήματός της που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 15-1-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./16-1-2026) έφεση κατά της με αριθμό 5664/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση .
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 30 Οκτωβρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε δε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτη Ελένης Μούρτζη, αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, Πρόεδρο Εφετών, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ