Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 686/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης    686 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της καλούσας -εκκαλούσας : …………….. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ηλία Παυλάκη του Γεωργίου (ΑΜ  ………… Δ.Σ. Πειραιώς).

Του καθού η κλήση -εφεσίβλητου : ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Ζωή Σπυροπούλου του Παναγιώτη (ΑΜ  ……………. Δ.Σ. Αθηνών).

Η καλούσα -εκκαλούσα με την από 18-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/18-1-2018) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» και του ανωτέρω καθού η κλήση, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 1840/6-9-2021 οριστική απόφασή του απέρριψε κατ’ουσίαν την αγωγή. Η εκκαλούσα (ενάγουσα) με την από 7-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/8-12-2021) έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./9-12-2021, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 6-10-2022 και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή. Επί της ως άνω έφεσης που συζητήθηκε την 6-10-2022, εκδόθηκε η με αριθμό 525/12-9-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς,  με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και κατά παραδοχή του αιτήματος αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, την απέρριψε ως απαράδεκτη. Κατά της ως άνω απόφασης η εκκαλούσα άσκησε την από 19-10-2023 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1453/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα), με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (ως άνω εταιρία) και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτή, ενώ αναφορικά με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (και ήδη καθού η κλήση) αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που την εξέδωσε. Ήδη με την από 29-1-2025 κλήση της εκκαλούσας, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./29-1-2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 3-4-2025 και γράφτηκε στο πινάκιο, επαναφέρεται προς συζήτηση η ως άνω έφεση ως προς τον καθού η κλήση -δεύτερο εφεσίβλητο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της καλούσας-εκκαλούσας, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.1 α, 581 παρ. 2 και 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1308/2004, ΑΠ 975/2000 ΕλλΔνη 42.81). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή προς μερικούς από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007 ΕλλΔνη 48.1012, ΑΠ 845/2010 ΔΕΕ 2010.1198, ΑΠ 780/2009, ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 46.1402). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτή (ΑΠ 248/2020, ΑΠ 1282/2018). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το Δικαστήριο της παραπομπής με κλήση (ΑΠ 248/2020, ΑΠ 876/2019, ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804). Έτσι, αν αναιρεθεί ολικώς η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα, ερευνά αυτή εξ υπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρα 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις –εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση- από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 129/2004), ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ (ΑΠ 845/2010, Α.Π.43/2005, ΑΠ 137/2004, ΑΠ129/2004). Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 116/2020, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 1609/2017, ΑΠ 1131/2012, ΑΠ 1717/2002). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλλΔνη 41.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ.145). Περαιτέρω, επί αναίρεσης εφετειακής απόφασης στο σύνολό της καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση και ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτής (αναιρεθείσας απόφασης), δεν λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο (ΑΠ 681/2019, ΑΠ 1145/2015, ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 434/2009, ΑΠ 1070/2008, ΑΠ 778/2004, ΑΠ 352/2004). Συνεπώς, εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη εξαφανισθείσα απόφαση (ΑΠ 879/2019). Το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της έφεσης ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της, θα (επαν)εξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση [ΟλΑΠ 4/1996, ΑΠ 520/2020, ΑΠ 1113/2015, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Πανταζόπουλος), Ερμηνεία ΚΠολΔ (άρθρα 495 -590), 2020, άρθρο 581 αριθ. 2].

Στην προκείμενη περίπτωση η καλούσα – εκκαλούσα (ενάγουσα) με την από 18-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2018) αγωγή περί επιδίκασης αποζημίωσης και ηθικής βλάβης λόγω εργατικού ατυχήματος, επισυμβάντος κατά τη διάρκεια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, την οποία (αγωγή) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία «……….» και του ήδη καθού η κλήση (δεύτερου εφεσίβλητου -δεύτερου εναγομένου), ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 1840/2021 οριστική απόφασή του, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών, ερήμην της πρώτης εναγομένης και κατ’αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως κατ’ουσίαν αβάσιμη. Η εκκαλούσα με την από 7-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../8-12-2021) έφεσή της, προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Επί της ως άνω έφεσης που συζητήθηκε την 6-10-2022, εκδόθηκε η με αριθμό 525/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, δικάζοντας ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης και κατ’αντιμωλία τους λοιπούς διαδίκους, αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την παραπάνω (με αριθ. 1840/2021) απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας. Κατά της ως άνω απόφασης η εκκαλούσα άσκησε την από 19-10-2023 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../19-10-2023) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1453/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα), με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (πρώτη εφεσίβλητη εταιρία) και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτή, ενώ ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και ήδη καθού η κλήση -δεύτερο εφεσίβλητο (δεύτερο εναγόμενο), αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την ως άνω απόφαση. Κατόπιν των ανωτέρω, με την από 29-1-2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./29-1-2025) κλήση της εκκαλούσας, νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), η προκείμενη υπόθεση (δηλαδή η έφεση της ενάγουσας κατά του εναγομένου εκείνου ως προς τον οποίο αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση), μετά την παραπομπή της σε αυτό δυνάμει της με αριθμό 1453/2024 απόφασης του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα), με την οποία, ως προς τον ήδη καθού η κλήση -δεύτερο εφεσίβλητο, αναιρέθηκε στο σύνολό της η με αριθμό 525/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. Με την τελευταία αυτή απόφαση (525/2023) που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, είχε γίνει τυπικά δεκτή και αφού εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ανωτέρω έφεση της ηττηθείσας ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας που απευθύνεται κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου εφεσίβλητου, που, κατά τα προαναφερόμενα, μετείχαν στην αναιρετική δίκη και ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η προαναφερόμενη εφετειακή απόφαση (και ενδιαφέρουν εν προκειμένω), κατά της προαναφερόμενης με αριθ. 1840/2021 απόφασης του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των ανωτέρω διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αρμοδίως, κατ’ άρθρο 19 περ. α’ του ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ασκήθηκε στις 8-12-2021 νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513, 516, 517, 518, 520 Κ.Πολ.Δ. (ως ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης) πριν την επίδοση της εκκαλουμένης που έλαβε χώρα στις 9-2-2022 και πριν την παρέλευση διετίας από τη δημοσίευση (6-9-2021) της εκκαλουμένης, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019) και, επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί εκ νέου ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς τους ανωτέρω διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων και διεξάγεται, κατά παραπομπή, η προκείμενη δίκη (άρθρο 533 παρ. 1, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποίησής του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης (ΑΠ 640/2023, ΑΠ 405/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 1491/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 Α.Κ. η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του. Ως “έδρα” δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις (ΑΠ 461/2025).  Επίσης κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1429/1984 “προστασία των Ελλήνων που εργάζονται σε χώρες της Ασίας ή της Αφρικής και άλλες διατάξεις” οι διατάξεις του νόμου αυτού (μεταξύ των οποίων και η του άρθρου 2 παρ. 1 αυτού, κατά την οποία οι όροι εργασίας και αμοιβής για τους ως άνω εργαζομένους δεν επιτρέπεται να είναι δυσμενέστεροι εκείνων των Ελληνικών κανόνων αναγκαστικού δικαίου, εκτός αν αντιβαίνουν σε κανόνες δημοσίας τάξεως της χώρας της απασχολήσεως) εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας μεταξύ αφενός Ελλήνων υπηκόων που προσλαμβάνονται οπουδήποτε για να απασχοληθούν σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής και αφετέρου επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους ή τα οικονομικά τους συμφέροντα στην Ελλάδα. Περαιτέρω, η παρ. 2 του άρθρου 1 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία η σύναψη συμβάσεως εργασίας μεταξύ Έλληνα υπηκόου και του αντιπροσώπου επιχειρήσεως υπαγομένης στο νόμο αυτό, δεσμεύει, πέραν της επιχειρήσεως και τον αντιπρόσωπο, καθιερώνει και ατομική δέσμευση του αντιπροσώπου. Κατά τη σύμφωνη με το σκοπό της, που είναι η προστασία των ως άνω Ελλήνων εργαζομένων έννοια των διατάξεων αυτών, για την εφαρμογή του Ν. 1429/1984, αρκεί η εργοδότρια των εν λόγω μισθωτών επιχείρηση να έχει την έδρα της ή έστω τα οικονομικά της συμφέροντα στην Ελλάδα. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 ΑΝ 1846/1951 “Περί ΙΚΑ” και 1 παρ. 3 ν.3239/1955, εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί την εργασία άλλων προσώπων. Περαιτέρω, όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, τότε ορισμένες εργοδοτικές εξουσίες δεν μπορούν να ασκηθούν παρά μόνο από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, όπως είναι η κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, η καταγγελία της και η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 211 του Α.Κ., δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου), μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν η δήλωση βουλήσεως απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι όρος της άμεσης αντιπροσώπευσης είναι και η επιχείρηση της δικαιοπραξίας από τον αντιπρόσωπο στο όνομα άλλου, με την έννοια ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις απ’ αυτήν θα παράγονται στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου. Το ότι η δήλωση γίνεται στο όνομα άλλου, πρέπει, είτε να γνωστοποιείται από τον αντιπρόσωπο στον αντισυμβαλλόμενο ρητώς, είτε να συνάγεται από τις περιστάσεις. Κατά τον ερμηνευτικό δε κανόνα του άρθρου 212 Α.Κ., αν δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα (ΑΠ 612/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 249 του Κ.Πολ.Δ. “αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί…”. Επομένως, κατά το άρθρο 249 του Κ.Πολ.Δ., παρέχεται η δυνατότητα και δεν θεσμοθετείται υποχρέωση αναβολής συζήτησης της υπόθεσης με απόφαση πάντοτε του δικαστηρίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διαδίκου, εφόσον για προκριματικό ζήτημα της δίκης υφίσταται εκκρεμής δίκη σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Η αναβολή, η οποία μπορεί να διαταχθεί και στη κατ’ έφεση δίκη, απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την προς τούτο απόφασή του, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 689/2024, ΑΠ 1063/2023, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 766/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη καλούσα -εκκαλούσα, με την από 18-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./18-1-2018) αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε και διευκρινίστηκε, ισχυρίστηκε ότι τον Ιούλιο του 2008, όταν κατοικούσε στη …….. Πειραιά, κατόπιν αίτησής της που υπέβαλε στη ……. Αττικής, όπου διέμενε ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη καθού η κλήση -δεύτερος εφεσίβλητος, διευθυντής της πρώτης εναγομένης, αεροπορικής εταιρίας, που εδρεύει στη …………, προσελήφθη από την τελευταία, ως αεροσυνοδός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίστηκε στη Νίκαια Πειραιά, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Ότι στις 11-5-2015, κατά τη διάρκεια της σύμβασης και την παροχή της εργασίας της ως αεροσυνοδός στο αναφερόμενο αεροσκάφος ιδιοκτησίας της εναγομένης εργοδότριάς της, στην πτήση από Γενεύη της Ελβετίας προς Κάϊρο, λόγω εσφαλμένων χειρισμών των προστηθέντων της εργοδότριάς της, κατά παράβαση, από υπαιτιότητά τους, των ιστορούμενων κανονισμών ασφαλείας στο στάδιο της προσέγγισης του αεροσκάφους, τραυματίστηκε σοβαρά, κατέστη ανάπηρη προς άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, σε ποσοστό 90%, και από το εργατικό αυτό ατύχημα υπέστη την, αναφερόμενη αναλυτικά, θετική και αποθετική ζημία, ως και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να της καταβάλουν, το ποσό των α) 300.000 ευρώ και 1.450.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια του εισοδήματος από την εργασία της, για το διάστημα από 10-5-2015 έως τις 30-10-2017 και για το διάστημα από 1-11-2017 έως τις 4-12-2020, αντίστοιχα, β) 850.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, γ) 150.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας της και δ) 3.946,60 ευρώ ως αποζημίωση για τα νοσήλια που κατέβαλε, νομιμοτόκως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δικάζοντας κατ’αντιμωλία τους διαδίκους της παρούσας δίκης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων την απέρριψε ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ της ενάγουσας και του δεύτερου εναγομένου. Την πρωτόδικη αυτή απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την κρινόμενη έφεσή της για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της αγωγής της. Σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί του εφεσίβλητου (δεύτερου εναγομένου) περί έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, απαραδέκτως προβάλλονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται ως προς το νομικό αυτό ζήτημα που έλυσε η με αριθμό 1453/2024 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο αυτό, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσε (ΑΠ 1374/2019).

Από την  εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.), και εκτιμώνται όλα τα παραπάνω είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από την από 27-9-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου της πρώτης περιφέρειας της Πολιτείας της Χαβάη, …………, που προσκομίζει μετ’επικλήσεως η εκκαλούσα και από την 4-11-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου της Πολιτείας της Χαβάης, ………, που προσκομίζει ο εφεσίβλητος, για τις οποίες δεν προκύπτει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους αντίστοιχα (ΑΠ 1035/2022) και οι  οποίοι δεν παραστάθηκαν κατά τη λήψη τους [στη μεν πρώτη ο εφεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί ενώπιον της Συμ/φου της Πολιτείας Χαβάης ΗΠΑ ………….. και /ή του νομίμου αντικαταστάτη της, που εδρεύει στην πόλη Χονολούλου της Πολιτείας Χαβάη των ΗΠΑ, ενώ η ένορκη βεβαίωση δόθηκε ενώπιον του Συμ/φου, ……… χωρίς να αναφέρεται εάν είναι νόμιμος αναπληρωτής της, επιπλέον ο κατά διαζευκτικό τρόπο προσδιορισμός στην από 18-9-2019 κλήση περισσοτέρων χρόνων για την εξέταση του μάρτυρα δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος ώστε να παρέχεται στον εφεσίβλητο η δυνατότητα να παρασταθεί κατά την εξέταση και συνακόλουθα δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης του αντιδίκου (πρβλ. ΑΠ 1321/2014, ΑΠ 275/2013), στη δε δεύτερη η εκκαλούσα δεν κλήθηκε καθόλου για να παραστεί κατά την εξέταση του μάρτυρα), που δεν παραστάθηκαν κατά τη λήψη τους, με αποτέλεσμα αυτές, ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 118/2025, ΑΠ 92/2025, ΑΠ 35/2025, ΑΠ 3/2025, ΑΠ 139/2024, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1035/2022, ΑΠ 179/2021, ΑΠ 736/2016, ΑΠ 580/2016, ΑΠ 1321/2014, ΑΠ 1321/2014, ΑΠ 275/2013] και επίσης εκτός και από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως από τον εφεσίβλητο από 23-10-2019 και 4-11-2019 δηλώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών και κρίνεται ότι δόθηκαν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη και συνεπώς αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο που δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 82/2023, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 17/2021, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 524/2018, ΑΠ 1427/2017), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει της από 20-7-2008 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνήφθη μεταξύ της εκκαλούσας (ενάγουσας) και της αεροπορικής εταιρείας με την επωνυμία «……. (………….)», η εκκαλούσα προσλήφθηκε για να παρέχει την εργασία της ως ιπταμένη αεροσυνοδός στο αεροσκάφος τύπου AIRBUS-319, και στη συνέχεια από 1-8-2009 (δυνάμει της από 16-6-2009 σύμβασης μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων) στο Executive Boeing Aircraft, κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους στην ως άνω σύμβαση, όρους εργασίας και αμοιβής. Η παραπάνω σύμβαση υπογράφηκε εκ μέρους της εργοδότριας αεροπορικής εταιρείας, από τον …………, με την ιδιότητά του ως υποδιευθυντή  πτητικών επιχειρήσεων και από την εκκαλούσα, η οποία αναγνώρισε και έκανε αποδεκτούς του αναφερόμενους στη σύμβαση εργασίας, όρους. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις 11-5-2015, ενώ η παραπάνω σύμβαση εργασίας της ήταν ακόμη σε ισχύ, η εκκαλούσα, κατά την εκτέλεση της πτήσης του αεροσκάφους Boeing ………, με αριθμό νηολογίου …….., σειριακού αριθμού παραγωγής ………., από τη Γενεύη της Ελβετίας προς το Κάιρο της Αιγύπτου, υπέστη σωματικές βλάβες. Η εκκαλούσα με την ένδικη αγωγή ισχυρίζεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος εφεσίβλητος είναι διευθυντής της ως άνω εταιρίας στην Ελλάδα. Ακόμη, από τα έγγραφα που προσκομίζονται από την εκκαλούσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος ήταν ο πραγματικός εργοδότης της και ιδίως από το από 2-6-2009 υπόμνημα του παραπάνω αντισυμβαλλομένου της εκκαλούσας (………….) κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας, την από 28-5-2010 επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την οποία ο παραπάνω αντισυμβαλλόμενος απέστειλε στην εκκαλούσα με την ιδιότητά του ως αντιπρόεδρος επιχειρήσεων της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη πρώτης εφεσίβλητης και την από 16-11-2011 επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ιδίου ως άνω προσώπου που απέστειλε σε όλους τους εργαζομένους της αεροπορικής εταιρείας με την ιδιότητά του ως διευθυντής επιχειρήσεων της τελευταίας, δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι συμβλήθηκε με τον εφεσίβλητο ως νόμιμο εκπρόσωπο της αεροπορικής εταιρείας στην Ελλάδα, ώστε ο τελευταίος να ευθύνεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εις ολόκληρον με την αεροπορική εταιρεία για την αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας που υπέστη η εκκαλούσα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από την από 18-4-2019 επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε η εκκαλούσα στον δεύτερο εφεσίβλητο μετά το ένδικο ατύχημα, ούτε και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλειά της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος αναφέρει την κατοικία του δεύτερου εφεσίβλητου στην Ελλάδα και την ύπαρξη Α.Φ.Μ. στο όνομά του, χωρίς όμως να αποδεικνύεται η ιδιότητά του (του εφεσίβλητου) ως νομίμου εκπροσώπου της αεροπορικής εταιρείας, αλλά ούτε από άλλο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αποδεικτικό μέσο. Ενόψει των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της εκκαλούσας περί παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εφεσίβλητου, κατά παραδοχή του ισχυρισμού του τελευταίου που προέβαλε με προφορικά με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέλαβε με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο -ήδη δεύτερο εφεσίβλητο, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως προς τον τελευταίο ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη αναφορικά με τον δεύτερο εναγόμενο, να κρατηθεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο (ΑΠ 140/2019), η οποία αρμοδίως είχε εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών και να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο. Περαιτέρω, το υποβληθέν από την εκκαλούσα με τις προτάσεις της αίτημα αναστολής της δίκης κατ’άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της εκκρεμούσης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πρώτη εφεσίβλητη, ως προς την οποία, ως προεκτέθηκε με τη με αριθ. 1453/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτή, και ήδη έχει προσδιοριστεί δικάσιμος στις 8-12-2026, προκειμένου για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για τα ίδια ζητήματα και επί της ουσίας του εργατικού ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον ενόψει των προεκτεθέντων και της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης ως προς το δεύτερο εναγόμενο, κρίνεται ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρόντων διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων (καλούσας-εκκαλούσας και καθού η κλήση -δεύτερου εφεσίβλητου) την από 7-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/8-12-2021) έφεση, κατά της με αριθμό 1840/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο.

Εξαφανίζει τη με αριθμό 1840/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία) κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο εναγόμενο.

Κρατεί και δικάζει την από 18-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/18-1-2018) αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 30 Οκτωβρίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε δε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτη Ελένης Μούρτζη, αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, Πρόεδρο Εφετών, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ