Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 703/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης   703/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος: …………..  ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Λιαράκου.

Της εφεσίβλητης: ………….., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λέκκα.

Ο ενάγων-εκκαλών με την από 15/9/2023 αγωγή (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …………./2023) απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3370/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων-εκκαλών με την υπό κρίση από 21/9/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………./2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ………/2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων,  αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 21/9/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2025) έφεση του ενάγοντος  και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ` αριθ. 3370/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 29/9/2025 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως (καθώς από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης), κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 10/10/2024, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το τελ.εδάφιο της περ. Γ της παραγράφου 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (ως ίσχυε κατά την κατάθεση της έφεσης).

Ο ενάγων-εκκαλών με την από 15/9/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2023) αγωγή του ζητούσε, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του, ……………, το οποίο έχει αποκτήσει από την εκτός γάμου σχέση του με την εναγομένη και το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε εκουσίως, αφού το δικαίωμά του αυτό παρεμποδίζεται από την εναγόμενη, που ασκεί εν τοις πράγμασι την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Επίσης ζητεί να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μηνός και χρηματική ποινή ποσού 500 ευρώ, για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3370/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, μεταξύ άλλων το από 20/2/2024 ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίσεως επικοινωνίας ανηλίκου τέκνου, που είχαν υπογράψει οι διάδικοι, προς το σκοπό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς τους, ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με το τέκνο του, απείλησε σε βάρος της εναγομένης και υπέρ του ενάγοντος χρηματική ποινή πεντακοσίων ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός μηνός, για κάθε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της απόφασης και συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επικαλούμενος μεταβολή των συνθηκών, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση, άλλως να μεταρρυθμιστεί, ώστε να γίνει καθ’ ολοκληρία δεκτή η αγωγή του και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1, 4 και 5 ΚΠολΔ, «1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)……, β)……, γ)………, δ)………, ε) Οι διάδικοι το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα, στ) ………, ζ)………, 2. ……, 3. …… , 4. Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη κατ` ανάλογη εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 237. 5. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, 6. ……, 7. ……, 8. …….». Κατά τη διαδικασία όμως, ενώπιον των δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρο 237 παρ. 8 του ΚΠολΔ (ΕφΑθ 4471/2022, ΕφΠειρ 542/2025, ΕφΠατρ 382/2022). Μόνη δυνατότητα να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της έφεσης, από το Εφετείο είναι μέσω της επανάληψης της συζήτησης, με έκδοση μη οριστικής απόφασης κατ’ άρθρο 254 του ΚΠολΔ, αφού αυτή διατάσσεται όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η δε μελέτη της υπόθεσης ή η διάσκεψη στο Εφετείο είναι στάδια που έπονται της συζήτησης στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ΚΠολΔ, «Κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού: ……… 3. Οι λοιπές οικογενειακές διαφορές αφορούν: α) τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί, β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο, ………». Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 του ΚΠολΔ, «1. Το δικαστήριο στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 3 περίπτωση β’, πριν από την έκδοση της απόφασής του, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του. Μπορεί αν αποφασίσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, να ορίζει ελεύθερα το χρόνο διεξαγωγής της, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς περιορισμούς».

Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών με την έφεσή του παραπονείται για τη χρονική διάρκεια της ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του, επικαλούμενος ότι η συμφωνία των διαδίκων, που υπεβλήθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφορούσε το χρονικό διάστημα μέχρι την 21/2/2025, με επικοινωνία του εκκαλούντος με το τέκνο του χωρίς διανυκτερεύσεις αυτού και με παρουσία της εφεσίβλητης-μητέρας, ενώ η εκκαλουμένη ρύθμισε το εν λόγω δικαίωμα κατά τον τρόπο αυτό αορίστως, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων,  ενώ έπρεπε να ρυθμίσει διαφορετικά τον τρόπο επικοινωνίας για το χρονικό διάστημα μετά τις 21/2/2025, κρίνοντας επί του αιτήματος της αγωγής, που αναφερόταν σε διευρυμένη επικοινωνία με διανυκτέρευση. Επιπλέον, επικαλούμενος το διαδραμόν χρονικό διάστημα από την έκδοση της εκκαλουμένης, την ηλικία της ανήλικης, η οποία πλέον είναι 4,5 ετών και ήδη τη δημιουργία ισχυρού δεσμού με τον ίδιο και την οικογένειά του, ζητεί τη ρύθμιση του δικαιώματος της επικοινωνίας με το τέκνο του για το χρονικό διάστημα μετά τις 21/2/2025, κατά τον ειδικότερο τρόπο που υποδεικνύει στην αγωγή του,  εφόσον έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι συνθήκες από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης. Από την άλλη πλευρά, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι αυτή αποχώρησε από την κατοικία στην οποία συζούσε με τον εκκαλούντα λόγω της συμπεριφοράς αυτού, ο οποίος προέβαινε επανειλημμένα σε εξυβρίσεις, απειλές και άσκηση σωματικής βίας σε βάρος της και σε καθημερινή υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ, λόγω της οποίας αδυνατεί να ελέγξει τον εαυτό του και να συντονίσει τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του, ότι από τη διακοπή της συμβίωσής της με τον εκκαλούντα οι συναντήσεις του με το τέκνο τους δεν ήταν συχνές λόγω της αδιαφορίας του, με αποτέλεσμα να μην έχει δημιουργηθεί η απαιτούμενη συναισθηματική επικοινωνία του τελευταίου με το τέκνο του. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι δεν είναι ευχερής για το ανήλικο τέκνο τους η επικοινωνία του με τον πατέρα του για μακρά χρονικά διαστήματα, ιδίως δε η διανυκτέρευση με αυτόν και ότι αντενδείκνυται η κατ’ ιδίαν επικοινωνία του πατέρα με το τέκνο τους μέχρι να εμπεδωθεί σε αυτό το αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς, να εξοικειωθεί με την παρουσία του πατέρα του και να αποστασιοποιηθεί ο πατέρας από τον αλκοολισμό. Περαιτέρω, εκθέτει ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. 265/2026 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (με την οποία μεταρρυθμίστηκε η υπ’ αριθμ. 1427/2023 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), χορηγήθηκε στον εκκαλούντα δικαίωμα επικοινωνίας με διανυκτέρευση της ανήλικης στην οικία του και ότι κατά την πρώτη κιόλας εφαρμογή της απόφασης, η ανήλικη έκλαιγε απαρηγόρητα, γεγονός που υποχρέωσε τον εκκαλούντα να την επιστρέψει άμεσα στη μητέρα της, το οποίο καταδεικνύει την αδυναμία λειτουργίας της επικοινωνίας υπό το καθεστώς της διανυκτέρευσης, ενώ αντίθετα ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη επηρεάζει αρνητικά το ανήλικο τέκνο τους, προκειμένου να εμποδίσει οποιαδήποτε διευρυμένη επικοινωνία και διανυκτέρευση μαζί του.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη και ανταπόδειξη των περιστατικών, τα οποία επικαλούνται σε σχέση με την επικοινωνία του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος με το ανήλικο τέκνο του και τον τρόπο ρύθμισης αυτής, από την επισκόπηση του υπ’ αριθμ. 137/2023 κοινωνικού φακέλου, που τηρείται στην Εισαγγελία Πειραιά για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει την αναγκαία εκείνη πλήρη δικανική πεποίθηση που απαιτείται για τη βασιμότητα ή μη των λόγων της υπό κρίση έφεσης, ενόψει α) του ότι από το περιεχόμενο των κοινών προτάσεων των διαδίκων, που υπεβλήθησαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν προκύπτει δήλωση περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση έπρεπε να λάβει χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 223 ΚΠολΔ, ήτοι με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά, καθώς το από 20/2/2024 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προβλέπει ρύθμιση της επικοινωνίας για ένα έτος, δεν συνιστά, εν προκειμένω, σαφή δήλωση ότι ο ενάγων περιορίζει στο χρονικό αυτό διάστημα το αίτημα της αγωγής του, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από το περιεχόμενο αυτού, ούτε έχει καταχωρηθεί σχετική δήλωση στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά ούτε και στις κοινές προτάσεις των διαδίκων, ούτε η απουσία ρητής επιφύλαξης για τον μεταγενέστερο χρόνο αναπληρώνει την ελλείπουσα δήλωση περιορισμού, σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, β) του γεγονότος ότι από την έκδοση της εκκαλουμένης έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δύο ετών και πρέπει να διαπιστωθεί, σε περίπτωση που η ανήλικη είχε όντως πρόβλημα προσαρμογής κατά τη διανυκτέρευση στην οικία του πατέρα της, αφενός αν αυτό εξακολουθεί  να υφίσταται, αφετέρου αν η επικοινωνία αυτής με τον πατέρα της, όπως αυτή έχει ρυθμιστεί από την προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 265/2026 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τηρείται και σε καταφατική περίπτωση, αν λειτουργεί ομαλά για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του, γ) είναι χρήσιμο για την ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η εξέταση του εκκαλούντος-ενάγοντος από ειδικό ψυχικής υγείας, με την επισήμανση ότι το προσκομιζόμενο από αυτόν από 4/5/2026 με υπ’ αριθμ. πρωτ. …./2026  ιατρικό πιστοποιητικό του …………., Καθηγητή Ψυχιατρικής, το οποίο αναφέρει ότι ο εκκαλών παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία της ψυχιατρικής κλινικής της Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ από 12/3/2026 (ήτοι επί δύο μήνες μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης) και καταλήγει στο πόρισμα ότι αυτός «παραπέμπει περισσότερο σε προσωπικότητα με στοιχεία ελέγχου, επιφυλακτικότητας και αντιδραστικότητας σε διαπροσωπική πίεση και όχι σε πρότυπο εκσεσημασμένης ψυχοπαθολογίας. Στο διάστημα από 12.3.2026 ως σήμερα ο κ. …….. δεν εμφανίζει συμπτωματολογία Μείζονος Ψυχοπαθολογίας» αφενός εκτιμάται ελεύθερα, αφετέρου δεν μπορεί να υποκαταστήσει μία πραγματογνωμοσύνη που θα απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Συνεπώς, εφόσον για τη διαπίστωση της ψυχικής κατάστασης α) της ανήλικης σε σχέση με την επικοινωνία του εκκαλούντος- πατέρα της με αυτήν και β) του εκκαλούντος-πατέρα της, απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, πρέπει, προκειμένου το Δικαστήριο να αχθεί σε κρίση για τη βασιμότητα των λόγων της κρινόμενης έφεσης, που ανάγονται, όπως προαναφέρθηκε και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 1088/2018, ΕφΠατρ 303/2011), πριν από την προηγούμενη εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την περαιτέρω έρευνα της ένδικης υπόθεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της ένδικης υπόθεσης, που έχει κηρυχθεί περατωμένη στο σύνολό της (οπότε στην επαναλαμβανόμενη δίκη θα ερευνηθούν και όσοι από τους ισχυρισμούς προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη και επανυποβάλλονται νομίμως κατ΄ άρθρο 240 του ΚΠολΔ στην παρούσα δίκη ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με τα άρθρα 368 επ. του ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Αναβάλλει  κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, προκειμένου α) να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, με την επιμέλεια του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διορίζει πραγματογνώμονες: Α) Την …………….., β) Τον ………………, οι οποίοι περιέχονται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Δικαστήριο αυτό και οι οποίοι, αφού εντός προθεσμίας είκοσι (20) εργασίμων ημερών από τη νόμιμη προς αυτούς επίδοση της παρούσας, δώσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τον νόμιμο όρκο του πραγματογνώμονα και  ακολούθως, αφού λάβουν υπόψη τους κάθε αναγκαίο από τη δικογραφία στοιχείο, και όσα άλλα στοιχεία θέσουν υπόψη τους οι διάδικοι, συγκεντρώσουν από τους διαδίκους όσες πληροφορίες κρίνουν απαραίτητες και ενεργήσουν κάθε αναγκαία πράξη: Α) Η μεν ………….. εξετάσει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ……………, σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του περιβάλλοντός της (εκκαλούντα, εφεσίβλητη κλπ) και γνωμοδοτήσει με πλήρως αιτιολογημένη έκθεσή της ως προς την ψυχική κατάσταση αυτής (ανήλικου τέκνου των διαδίκων), σχετικά με το αντικείμενο της δίκης, ήτοι την επικοινωνία του πατέρα της με αυτήν και ειδικότερα να απαντήσει στα εξής ερωτήματα, που διατυπώνονται ενδεικτικώς: α) αν η συμπεριφορά του πατέρα, κατά την μέχρι τώρα επικοινωνία του με το προαναφερθέν τέκνο του, έχει θετική ή αρνητική επίδραση στη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση αυτού (τέκνου), β) εάν υπάρχουν δυσλειτουργικά στοιχεία στη σχέση και στην επικοινωνία του ως άνω ανήλικου τέκνου με τον πατέρα του και σε περίπτωση που υφίστανται αυτά (δυσλειτουργικά στοιχεία), εάν αυτά έχουν προέλθει από την συμπεριφορά του πατέρα και σε καταφατική περίπτωση ποιες οι συνέπειες στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση αυτού (τέκνου), γ) αν υφίσταται λόγος περιορισμού της επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διανυκτέρευση στην οικία του πατέρα, δ) αν η ανήλικη είναι ευάλωτη σε υποβολή εκ μέρους της μητέρας της, Β) Ο δε ……………., εξετάσει τον εκκαλούντα, ………… και γνωμοδοτήσει με πλήρως αιτιολογημένη έκθεσή του ως προς την ψυχική κατάσταση αυτού σχετικά με το αντικείμενο της δίκης και ειδικότερα να απαντήσει στα εξής ερωτήματα, που διατυπώνονται ενδεικτικώς: α) πως εκτιμάται η ψυχική κατάσταση του εναγομένου και πως αξιολογείται γενικά η προσωπικότητα αυτού, β) πως αυτός αντιλαμβάνεται τον γονεϊκό του ρόλο, γ) αν πάσχει από ψυχιατρική ή άλλη διαταραχή, η οποία μπορεί να επηρεάσει την επικοινωνία του με την ανήλικη και τη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και κατάσταση αυτής, δ) αν ο εκκαλών παρουσιάζει, κατά τον χρόνο της εξέτασης, διαταραχή χρήσης αλκοόλ και, ειδικότερα, εξάρτηση από το αλκοόλ, με βάση αναγνωρισμένα διαγνωστικά κριτήρια, ε) σε καταφατική περίπτωση, ποια είναι η βαρύτητα και η πορεία της, αν βρίσκεται σε ενεργό φάση ή σε ύφεση και ποια στοιχεία στηρίζουν την εκτίμηση αυτή, στ) σε καταφατική περίπτωση, αν και σε ποιον βαθμό η διαπιστωθείσα κατάσταση επηρεάζει την κρίση, τον αυτοέλεγχο, τη συμπεριφορά και την ικανότητα του εκκαλούντος να επιβλέπει και να φροντίζει με ασφάλεια το ανήλικο τέκνο του κατά την επικοινωνία τους, ζ) αν υφίστανται συγκεκριμένοι, τεκμηριωμένοι κίνδυνοι για τη σωματική ή ψυχική ασφάλεια του τέκνου κατά την επικοινωνία, περιλαμβανομένων της μεταφοράς και της διανυκτέρευσης, η)  αν υφίσταται λόγος περιορισμού της επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο τέκνο του, ειδικά όσον αφορά τη διανυκτέρευση στην οικία του. Τις σχετικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης πρέπει να καταθέσουν οι ανωτέρω πραγματογνώμονες μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την όρκισή τους. Η νέα συζήτηση της υποθέσεως θα προσδιοριστεί με κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με την τήρηση των διατυπώσεων και της προθεσμίας του άρθρου 254 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 5.11.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ