ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 711/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2o Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος …………, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιου Ακρίβου (Α.Μ Δ.Σ.Α …………), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης ………., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιου Θεοδωρόπουλου (Α.Μ Δ.Σ Πειραιά …………), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 3/4/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2024 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 26/2/2025, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 4899/2025 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, o ενάγων άσκησε την από 25/11/2025 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2025 και β) δικογράφου …………/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25/11/2025 έφεση του ενάγοντος, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……./2025 και β) δικογράφου ………../2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 4899/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 3/4/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2024 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 28/11/2025, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον ενάγοντα, που έλαβε χώρα στις 7/11/2025 (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………, σε ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως από την, προβλεπόμενη στην διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, ψευδή καταμήνυση, η οποία θεμελιώνεται αντικειμενικά μεν με την υποβολή ψευδούς μηνύσεως ή με την ψευδή ανακοίνωση στην αρχή ότι άλλος τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικά δε με πρόθεση που ενέχει την θέληση της πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως και τη γνώση του υπαιτίου ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση είναι ψευδής και ακόμη με σκοπό αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στη μήνυση ή την ανακοίνωση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού (ΑΠ 1049/2014, ΑΠ 679/2014, ΑΠ 45/2012, ΑΠ 1164/2011, ΑΠ 1129/2011, ΑΠ 899/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι η εναγόμενη άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 10-10-2018 (Α.Β.Μ. …………../10-12-2018) μηνυτήρια αναφορά, μεταξύ άλλων προσώπων, και εναντίον του, και αιτήθηκε την ποινική του δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της απιστίας, υπεξαίρεσης, απάτης επί δικαστηρίου και φοροδιαφυγής, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτολεξεί. Ότι επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμό ……/5-5-2020 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατ’ άρθρο 51 ΚΠΔ, λόγω έλλειψης επαρκών ενδείξεων για την κίνηση της ποινικής δίωξης, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας παραθέτει σε αυτήν, κατά δε της διάταξης αυτής, η εγκαλούσα – εναγόμενη άσκησε προσφυγή, κατ’ άρθρο 52 ΚΠΔ, ενώπιον της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, η οποία με την υπ’ αριθμό ΠΡΦ ………. διάταξή της, την έκανε εν μέρει δεκτή και παρήγγειλε αφενός την άσκηση ποινικής δίωξης για το αδίκημα της απιστίας και αφετέρου να ενεργήσει ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατ’ άρθρο 43 ΚΠΔ, για τα αδίκημα της υπεξαίρεσης, με συνέπεια ως προς τα αδικήματα της απάτης και της φοροδιαφυγής η μήνυση να αρχειοθετηθεί αμετακλήτως. Ότι η εναγόμενη τον καταμήνυσε ψευδώς για τα ως άνω αδικήματα της απάτης και της φοροδιαφυγής, παραθέτοντας εν γνώσει της ψευδή και παραποιημένα περιστατικά και γεγονότα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν, με σκοπό να του προκαλέσει βλάβη. Ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης προσβλήθηκε η προσωπικότητά του και δη η τιμή του ως ατόμου, οικογενειάρχη και κοινωνικού ανθρώπου και υπέστη ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 4899/2025 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση του, ο ενάγων προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή.
Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Αμφότεροι οι διάδικοι, είναι ιδρυτές και εταίροι της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο ……. Αττικής, η οποία έχει ως καταστατικό σκοπό την ίδρυση, κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση ιδιωτικού κέντρου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (Ι.Κ.Τ.Ε.Ο) και δικύκλων, το οποίο Ι.Κ.Τ.Ε.Ο πράγματι λειτουργεί επί της οδού …………, στην ανωτέρω έδρα της εταιρείας από το καλοκαίρι του 2014, καθώς και την παροχή κάθε είδους σχετικών υπηρεσιών και την επιμόρφωση του υπεύθυνου προσωπικού της. Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε μεταξύ των : α) ………….. (πατέρα του ενάγοντος και θείου της εναγόμενης), β) του ενάγοντος, γ) ………, δ) …….. (τέκνων του ……..) και ε) της εναγόμενης. Μεταξύ των ανωτέρω, εκκρεμεί πολυετής δικαστική διαμάχη αναφορικά με ζητήματα που άπτονται των εταιρικών υποθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η εναγόμενη άσκησε την από 10-10-2018 μηνυτήρια αναφορά της ενώπιον τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των ανωτέρω συνεταίρων της, που έλαβε Α.Β.Μ. …………../10-12-2018, αιτούμενη την ποινική τους δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της απιστίας, υπεξαίρεσης, απάτης επί δικαστηρίου και φοροδιαφυγής, όπως τα εν λόγω αδικήματα αναγράφονται στα εισαγωγικό τμήμα της μήνυσής της. Αναφορικά με το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου, με την ως άνω μήνυσή της, εξέθεσε ότι οι εγκαλούμενοι, κατά την εκδίκαση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/2017 αίτησής της εναντίον τους, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μεταβίβασης των ανηκόντων στον ………….. εταιρικών μεριδίων στους λοιπούς εγκαλούμενους (τέκνα του) ως αντίθετης στο άρθρο 7 του καταστατικού, προσκομίζοντας στο Ειρηνοδικείο Αθηνών το από 27-6-2017 συμβόλαιο μεταβίβασης, λόγω γονικής παροχής, εταιρικών μεριδίων, το οποίο, όπως ισχυρίσθηκε η εγκαλούσα, καταρτίσθηκε εκ των υστέρων και δη αφού είχε ήδη γίνει μεταβίβαση με πώληση στους λοιπούς εγκαλούμενους των ανηκόντων στον ………… εταιρικών μεριδίων, είχαν σκοπό να παραπλανήσουν το αρμόδιο δικαστήριο στην έκδοση ευνοϊκής υπέρ αυτών απόφασης. Ειδικότερα, εξέθεσε ότι ο …………. την ενημέρωσε στις 26-5-2017, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι θα προβεί σε μεταβίβαση των μεριδίων του στα παιδιά του, ενώ της έστειλε και σχέδιο συμφωνητικού, στο οποίο δεν γινόταν κανένας λόγος για μεταβίβαση λόγω χαριστικής αιτίας, ούτε αφήνονταν περιθώρια για μια τέτοια ερμηνεία, αλλά προέκυπτε ότι πρόκειται για μεταβίβαση λόγω πώλησης. Ότι εκείνη, θεωρώντας ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα προτίμησής της, προσέφυγε με αίτησή της στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, με αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 27-6-2017 μεταβίβασης των ανηκόντων στον …………. εταιρικών μεριδίων, για το λόγο ότι η μεταβίβαση αυτή είναι αντίθετη στο άρθρο 7 του καταστατικού, καθώς την αποκλείει από την άσκηση του δικαιώματος προτίμησής της στην αγορά των εν λόγω εταιρικών μεριδίων. Ότι συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς των εγκαλουμένων, με την προσκόμιση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής, το Δικαστήριο παραπλανήθηκε και εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1484/2018 απορριπτική απόφασή του. Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στην ως άνω μηνυτήρια αναφορά ψευδώς καταμηνύθηκε για το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου, καθώς η εναγόμενη – εγκαλούσα διέλαβε τους εξής ψευδείς ισχυρισμούς και, δη, στη σελίδα 5 ανέφερε: «ΙΙ. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΟΜΙΜΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΣ Γεγονός είναι ότι στο Γ.Ε.ΜΗ. έχουν δημοσιευθεί τροποποιήσεις του αρχικού Καταστατικού της εταιρείας μας (βλ. Σχετικό Νο 3Α και 3Β), δια των οποίων ο β ‘ μηνυόμενος φέρεται να έχει αποχωρήσει από την εταιρία, μεταβιβάζοντας τα εταιρικά του μερίδια προς τα ως άνω τέκνα του την 27η Μαΐου 2017, ενώ οι γ΄ και δ΄ μηνυόμενοι φέρονται ως εκλεγμένοι διαχειριστές με απόφαση της από 14ης Οκτωβρίου 2017 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης. Εντούτοις, όλες οι ανωτέρω πράξεις, οι οποίες εάν ήταν νόμιμες θα επέφεραν πράγματι τις αντίστοιχες δημοσιευμένες τροποποιήσεις του Καταστατικού, έχουν λάβει χώρα κατά παράβαση του νόμου και του Καταστατικού και γι’ αυτό το λόγο έχουν προσβληθεί από εμένα, την εταίρο μειοψηφίας, ενώπιον των αρμοδίων αστικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, η από 27/05/2017 μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων έλαβε χώρα κατά παράβαση του άρθρου 7 του Καταστατικού, το οποίο προέβλεπε την υποχρέωση παροχής δικαιώματος προτίμησης επί των μεταβιβαζόμενων εταιρικών μεριδίων, και συνεπώς έχω ζητήσει να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτής, εκκρεμεί δε, η συζήτησή της σε β΄βαθμό (βλ. Σχετικό Νο 4Α έως 4Γ). Στο πλαίσιο δε της εν λόγω αντιδικίας, οι μηνυόμενοι τέλεσαν από κοινού το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου προκειμένου να παραπλανήσουν το αρμόδιο αστικό δικαστήριο που επιλήφθηκε της υποθέσεως, όπως κατωτέρω θα αναλυθεί στο κεφάλαιο ΙΙΙ …». Στη συνέχεια στη σελίδα 17 η εναγομένη ανέφερε «… Ε. Η ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΩΡΕΑΣ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΜΕΡΙΔΙΩΝ – ΑΠΑΤΗ ΕΠΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Επιπρόσθετα προς τα ανωτέρω, οι μηνυόμενοι τέλεσαν επίσης το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στο πλαίσιο της αντιδικίας που αφορούσε την από 27.05.2017 άκυρη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων από τον α΄ προς τους β΄, γ΄ και δ΄ των μηνυομένων και την συνεπεία αυτής τροποποίηση των άρθρων του Καταστατικού, δυνάμει των αποφάσεων της από 06.06.2017 Γενικής Συνέλευσης. Πρόκειται για τις με στοιχεία ΓΑΚ και ΕΑΚ ……../2017 και …………/2017 αιτήσεις αντίστοιχα (Σχετικά Νο 4Α και 15Β), επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμούς 1484/2018 και 1485/2018 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) αντίστοιχα (Σχετικά Νο 4Β και 15Γ). Κατά την έκδοση των αποφάσεων αυτών, δυστυχώς, το ανωτέρο Δικαστήριο εξαπατήθηκε από τις ενέργειες των μηνυομένων και παρανόησε ως προς τον αληθή χρόνο σύνταξης της κάτωθι αναφερόμενης εικονικής συμβολαιογραφικής πράξης με αποτέλεσμα να απορρίψει εσφαλμένα της αιτήσεις μου προς αναγνώριση της ακυρότητας: α) της μεταβίβασης των μεριδίων και β) των αποφάσεων της από 06.06.2017 Γενικής Συνελεύσεως, γεγονός που με ανάγκασε να ασκήσω Εφέσεις κατά των αποφάσεων αυτών (Σχετικά Νο 4Γ και 15Δ). Ειδικότερα, αρχικώς, οι μηνυόμενοι, κατά τη συνήθη τακτική τους να θεωρούν την …………. ως δική τους οικογενειακή επιχείρηση, αποφάσισαν να μεταβιβάσει ο α΄ μηνυόμενος προς τους β΄, γ΄ και δ΄ τα εταιρικά του μερίδια, χωρίς να τηρηθεί το δικαίωμα προτίμησης, το οποίο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 4 του Καταστατικού της εταιρίας..» και τέλος στη σελίδα 25 ανέφερε «… Εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν η υπ’ αριθμόν …………../27.062017 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ……… συντάχθηκε από τους μηνυομένους με σκοπό εξαπάτησης του Δικαστηρίου ως προς το είδος της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων (εκ χαριστικής ή εξ επαχθούς αιτίας). Ο χρόνος σύνταξης της πράξης, εξάλλου, ήτοι έναν (1) ολόκληρο μήνα μετά την πραγματική ολοκλήρωση της μεταβίβασης, όπως προαναφέρθηκε, βάσει των ιδιωτικών συμφωνητικών, μαρτυρεί ότι μόνος λόγος σύνταξης της ήταν ακριβώς η παραποίηση της πραγματικότητας σχετικά με την συντελεσθείσα, ήδη παράνομη και αντικαταστατική μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων, την οποία εγώ είχα καταγγείλει από την πρώτη στιγμή, ώστε οι μηνυόμενοι να ισχυριστούν σε μία πιθανή αντιδικία ότι δήθεν επρόκειτο για γονική παροχή, η οποία μάλιστα συνήφθη διά συμβολαιογραφικού εγγράφου. Καθώς όμως το Ειρηνοδικείο Αθηνών πράγματι παραπλανήθηκε από την πράξη αυτή, κρίνοντας στις ανωτέρω αποφάσεις του ότι οι μεταβιβάσεις εταιρικών μεριδίων ήταν εκ χαριστικής αιτίας και όχι εξ επαχθούς αιτίας που πράγματι ήταν, πρόκειται για τετελεσμένη απάτη επί δικαστηρίου καθώς με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων εκδόθηκαν οριστικές αποφάσεις υπέρ των απόψεων των μηνυομένων (ΑΠ 238/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1716/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), γι’ αυτό και ζητώ την ποινική τους δίωξη… ». Επί της ανωτέρω μηνυτήριας αναφοράς εκδόθηκε η υπ’ αριθμό …../5-5-2020 διάταξη τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, καθόσον κρίθηκε ότι δεν προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης και συγκεκριμένα, ως προς το καταγγελλόμενο αδίκημα της απάτης κρίθηκε ότι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ’ αριθμό …………/2017 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής ουδόλως αντιτίθενται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου, από την κατάθεση και μόνο της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξης από μέρους των εγκαλουμένων, χωρίς συγχρόνως την προσκόμιση ψευδούς ή αναληθούς στοιχείου ή ψευδομάρτυρα προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, δεν διαρθρώνεται αντικειμενικά το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω, ούτε και σε απόπειρα, αφού λείπει το στοιχείο της παραπλάνησης του Δικαστή με την προσκόμιση και επίκληση πλαστών ή ψευδών αγωγικών ισχυρισμών. Κατά της διάταξης αυτής, η εναγόμενη προσέφυγε ενώπιον της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, η οποία με την υπ’ αριθ. …….. διάταξή της, επίσης, απέρριψε τη μήνυση ως προς το εν θέματι αδίκημα ως νόμω αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι για τη θεμελίωσή του απαιτείται να επέρχεται άμεση περιουσιακή βλάβη, που δε συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 27-6-2017 μεταβίβασης δεν συνδέεται με κάποιο καταψηφιστικό αίτημα και η απόφαση πού εκδόθηκε δεν άγει σε περιουσιακή (διάθεση) μετακίνηση. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, όσον αφορά το αστικό σκέλος της υπόθεσης, ότι επί της από 5-12-2017 αίτησης της εναγόμενης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εταιρείας ………… και των λοιπών συνεταίρων της, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης των ανηκόντων στον ………. είκοσι πέντε (25) εταιρικών μεριδίων προς τα τέκνα του, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1484/2018 απόφαση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία έγινε δεκτό ότι η μεταβίβαση, εκ χαριστικής αιτίας, πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το καταστατικό, το δε επικαλούμενο από την εκεί αιτούσα δικαίωμα προτίμησής της στην αγορά εταιρικών μεριδίων αναφέρεται αποκλειστικά στην περίπτωση μεταβίβασης εξ επαχθούς αιτίας και δεν αφορούσε την ένδικη υπόθεση και ως εκ τούτων, απέρριψε την αίτηση. Επίσης, κατόπιν άσκησης έφεσης από αυτήν κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4312/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ’ ουσία, διότι κρίθηκε ότι η αίτηση ήταν απαράδεκτη λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης, καθόσον η ακυρότητα της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων είναι σχετική υπέρ της ΙΚΕ, η οποία μόνο νομιμοποιείται να αξιώσει την αναγνώρισή της. Ωστόσο, από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη δεν ισχυρίστηκε τα παραπάνω αυθαίρετα, αλλά έχοντας την αληθινή πεποίθηση, παραθέτοντας συγκεκριμένα επιχειρήματα (γνωστοποίηση προς την ίδια της πρόθεσης του ………….. περί μεταβίβασης των εταιρικών του μεριδίων με email στις 26-5-2017, γνωστοποίηση προς την ίδια της μεταβίβασης προς τα τέκνα του με email και συναποστολή των συμφωνητικών μεταβίβασης στις 27-5-2017, καταχώριση της μεταβίβασης στο βιβλίο εταίρων στις 27-5-2017, εναντίωσή της στη μεταβίβαση κατά την επακολουθούσα στις 6-6-2017 γενική συνέλευση και κατάρτιση του συμβολαίου γονικής παροχής στις 27-6-2017) ότι η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων πού έγινε από τον ……………. στα τέκνα του, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, έλαβε χώρα κατά παράβαση του καταστατικού, καθώς επρόκειτο για μεταβίβαση εξ επαχθούς και όχι εκ χαριστικής αιτίας, το δε συμβόλαιο γονικής παροχής έγινε μεταγενέστερα προκειμένου να διασφαλισθεί η εγκυρότητα της μεταβίβασης. Η έλλειψη, άλλωστε, της πρόθεσης της εναγόμενης να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα όσα ισχυρίσθηκε στη μηνυτήρια αναφορά της περί ακυρότητας της μεταβίβασης, ως αντίθετης στο καταστατικό, τα είχε ήδη ισχυρισθεί στην αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης, αλλά και στην έφεσή της κατά της απορριπτικής απόφασης τον ως άνω Δικαστηρίου. Εμμένοντας, δε, στον ισχυρισμό της ότι η μεταβίβαση δεν ήταν έγκυρη και ότι οι, προς ων η μεταβίβαση, λοιποί εταίροι, δεν μπορούσαν να σχηματίσουν από μόνοι τους απαρτία, αρνείτο να συμμετάσχει στις Γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο τον 2017 έως και τον Απρίλιο του 2021, οπότε η Γενική Συνέλευση της εταιρείας συνήλθε οκτώ (8) φορές, άσκησε κατά όλων των αποφάσεών της αιτήσεις ενώπιον τον Ειρηνοδικείου Αθηνών με αίτημα την ακύρωσή τους (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμό 506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπου εκτίθενται αναλυτικά όλες οι αιτήσεις που άσκησε). Επομένως, εφόσον η εναγόμενη πίστευε, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι αφενός ο ενάγων είχε ενεργήσει αντίθετα στο καταστατικό και αφετέρου προσκόμισε, από κοινού με τους υπόλοιπους εγκαλούμενους, το συμβόλαιο γονικής παροχής για να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς την πραγματική αιτία της μεταβίβασης, κατέθεσε δηλαδή γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψή της και την άποψη που σχημάτισε με βάση αυτά, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των εν λόγω ισχυρισμών της και της μη στοιχειοθέτησης της αξιόποινης πράξης της απάτης, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης, το οποίο απαιτεί γνώση (άμεσο δόλο) του δράστη ότι όσα καταμηνύει είναι ψευδή και γνώση των αληθινών, τα οποία αποκρύπτει. Περαιτέρω, όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό περί ψευδούς καταμήνυσης του ενάγοντος για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, ενόψει του ότι στην αρχή της μηνυτήριας αναφοράς αναγράφεται μεταξύ των αδικημάτων και στο τέλος αυτής αναφέρεται ειδικότερα «. . . Γι’ αυτό τα λόγο, προσφεύγω ενώπιον Σας με αίτημα το διορισμό οικονομικού πραγματογνώμονα κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ, ο οποίος δια του ελέγχου που θα πραγματοποιήσει θα συντάξει οικονομοτεχνική πραγματογνωμοσύνη περί του ύψους της υπεξαιρέσεως και της απιστίας. Ούτως θα εισφερθούν στη δικογραφία σημαντικότατα ευρήματα σε σχέση με τον τρόπο που οι μηνυόμενοι διαχειρίζονται παρανόμως την εταιρική περιουσία για ίδιον όφελος, παραβιάζοντας ποινικές και φορολογικές διατάξεις», δεν αποδεικνύεται ο αγωγικός ισχυρισμός περί ψευδούς καταμήνυσης, αφού ουδόλως εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά περί φοροδιαφυγής, που αποτελεί μια γενική έννοια, στην οποία εντάσσεται πληθώρα αδικημάτων, απόδειξη δε περί τούτου είναι ότι καμία κρίση δεν έκαναν για το εν λόγω αδίκημα ούτε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, ούτε κατόπιν προσφυγής η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με τις προαναφερόμενες διατάξεις τους, αλλά τα αδικήματα που διερευνήθηκαν ώστε να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης ήταν αυτά της απιστίας, της υπεξαίρεσης και της απάτης επί δικαστηρίου. Εξάλλου, από το ανωτέρω χωρίο, όπως είναι διατυπωμένο, προκύπτει ότι κατά τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας – εναγόμενης, από τη σύνταξη οικονομοτεχνικής πραγματογνωμοσύνης που θα αποδείξει το ύψος της υπεξαίρεσης και της απιστίας, θα κριθεί, συνακόλουθα, η παραβίαση και ποινικών και φορολογικών διατάξεων. Σημειωτέον ότι για το καταγγελλόμενο αδίκημα της υπεξαίρεσης, συνιστάμενης στην παράνομη ιδιοποίηση συνολικού χρηματικού ποσού 152.000 ευρώ, που οι εγκαλούμενοι φέρεται να ιδιοποιήθηκαν, καθώς αφορούσε αμοιβές που έλαβαν δυνάμει αποφάσεων γενικής συνέλευσης και παρότι αυτές κρίθηκαν παράνομες και καταχρηστικές δεν επέστρεψαν στην εταιρεία, απορρίφθηκε η μήνυση της εναγόμενης, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής έγκλησης, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/2021 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ για την πράξη της απιστίας κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλούμενων, διενεργήθηκε κύρια ανάκριση και η υπόθεση εισήχθη στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/14-1-2024 απαλλακτικής εισαγγελικής πρότασης, το οποίο εξέδωσε το υπ’ αριθ. 255/24-1-2025 βούλευμα του με το οποίο απεφάνθη να μην απαγγελθεί κατηγορία. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η γενικόλογη αναφορά περί φοροδιαφυγής, με βάση την οποία δεν θα μπορούσε να κινηθεί ποινική δίωξη, δεν κρίνεται πρόσφορη να βλάψει την προσωπικότητα του ενάγοντος, αφού δεν καταγγέλθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα που να στοιχειοθετούν το εν λόγω αδίκημα, ενώ δεν προκύπτει ούτε ο απαιτούμενος άμεσος δόλος για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, δοθέντος ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής αναγράφηκε μεν στην υποβληθείσα από την ίδια μηνυτήρια αναφορά γενικώς και αορίστως, συνδέθηκε, όμως, βάσιμα κατά την εύλογη πεποίθησή της με τις λοιπές κατηγορίες. Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν καταμήνυσε ψευδώς τον ενάγοντα για τα αδικήματα της απάτης και της φοροδιαφυγής, εν γνώσει της αναλήθειας των καταγγελλομένων, αποβλέποντας στην κίνηση ποινικής δίωξης κατά αυτού. Επομένως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας την αγωγή του ενάγοντος, απορριπτομένων παράλληλα και όλων των λόγων εφέσεως, ως ουσία αβάσιμων.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση του εκκαλούντος, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο εκκαλών, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 5 Νοεμβρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ