Μενού Κλείσιμο

Αριθμός Απόφασης 733/2019

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Περίληψη:

-Παραγραφή αξιώσεων σε βάρος του Δημοσίου και χρόνος έναρξης αυτής

-Αναστολή παραγραφής λόγω δόλιας συμπεριφοράς οφειλετη

-Εννοια του όρου δόλια συμπεριφορά

 

Αριθμός απόφασης 733/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

——————————————-

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Εμμανουηλία-Αλεξάνδρα Κεχαγιά, Εφέτη, την οποία όρισε ο Διευθύνων το Εφετείο, Πρόεδρος Εφετών, και τη Γραμματέα Τ.Λ..

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ   ΤΗ  ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 5-1-2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ………../5-1-2018) έφεση των εναγόντων, ως μερικώς ηττηθέντων πρωτοδίκως διαδίκων, κατά της υπ’ αριθ. 112/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 677 επ. του ΚΠολΔ), και δέχθηκε εν μέρει την από 19-1-2013 (υπ’αύξ.αριθμ.  εκθ. καταθ. ……/2013) αγωγή τους, περί καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως [άρθρα 495 § § 1,2, 499, 500, 511, 513 §  1 εδαφ.β΄, 516 § 1, 517, 518 § 2, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23-7-2015) που εφαρμόζεται για τις εφέσεις  που ασκούνται μετά την 1-1-2016 (άρθρο ένατο παρ.2 αυτού)], δηλαδή πριν την παρέλευση διετίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ούτε προκύπτει επίδοσή της προς ή από τους εκκαλούντες ούτε άλλος λόγος απαραδέκτου, μη απαιτούμενης της κατάθεσης παραβόλου, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς (άρθρο 495 παρ.3 εδ. τελευταίο, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτούς (άρθρα 522, 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εξέθεταν στην αγωγή τους, ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο, με τις αναφερόμενες ειδικότητες και αποδοχές, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες δεν δικαιολογούνταν από τη φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας τους ούτε υπαγορευόταν από κάποιον ειδικό λόγο αλλά χαρακτηρίστηκαν κατ’επίφαση και με σκοπό καταστρατήγησης των δικαιωμάτων τους ως τέτοιες, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, και ότι, αφού ανανεώθηκαν αρχικά μέχρι τις 25-3-2005, στη συνέχεια το εναγόμενο έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Ότι ακολούθως άσκησαν την από 5-4-2005 (υπ’αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2005) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη υπ’αριθμ. 3884/2006 απόφασή του, κρίνοντας ότι επρόκειτο πράγματι για συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι, σε συμμόρφωση προς αυτήν, με σχετική απόφαση της Προέδρου του δσ του, το εναγόμενο τους κατέταξε σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με καθήκοντα αντίστοιχα εκείνων που ασκούσαν με τις αρχικές συμβάσεις. Ότι μετά την αλλαγή της δημοτικής αρχής τον Οκτώβριο του έτους 2006, υπήρξαν προσκόμματα στην άσκηση των καθηκόντων τους εκ μέρους του εναγομένου, με κατάληξη να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να πάψει να τους καταβάλει τις αποδοχές τους μετά τις 30-4-2007, ενέργεια η οποία ισοδυναμεί με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, για την οποία δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος ούτε τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, και ότι η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι και τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Ακολούθως, επικαλούμενοι υπερημερία του εναγομένου ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και άρνησή του να τους καταβάλει τις αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από την 1η/1/2008 έως την 31η/12/2012, ζητούσαν κατόπιν επιτρεπτής μετατροπής του αιτήματός τους εν μέρει σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλει σε καθέναν το ποσό των 20.000 ευρώ, που αντιστοιχεί, όσον αφορά τις πρώτη, δεύτερη και τρίτη, στις αποδοχές τους μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2009 και μέρος των αποδοχών τους του μηνός Μαΐου του ίδιου έτους, ύψους 232,32 ευρώ, όσον αφορά τον τέταρτο-αρχικώς πέμπτο- στις αποδοχές του μέχρι και τον Μάιο του έτους 2009 και μέρος του μισθού του του μηνός Ιουνίου του ίδιου έτους, ύψους 24,66 ευρώ, όσον αφορά τις πέμπτη, έκτη και έβδομη-αρχικώς έκτη, έβδομη και όγδοη- στις αποδοχές τους μέχρι και τον Ιούλιο του 2009 και μέρος του μηνός Αυγούστου του ίδιου έτους, ύψους 484,15 ευρώ, να αναγνωριστεί δε ότι τους οφείλει τις αποδοχές του απομένοντος χρονικού διαστήματος, ήτοι το ποσό των 53.954,8 ευρώ σε καθεμία από τις τρεις πρώτες, το ποσό των 935,76 ευρώ στον τέταρτο, μετά και τις γενόμενες προς αυτόν καταβολές, το ποσό των 16.643,37 ευρώ σε καθεμία από τις έκτη και έβδομη και το ποσό των 6.145,72 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα, μετά τις γενόμενες προς αυτήν καταβολές, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο ήταν απαιτητές οι αντίστοιχες αποδοχές τους, και την επιβολή των δικαστικών τους εξόδων  σε αυτό.

 Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλουμένη, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, καθώς και ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, έγινε αυτή δεκτή, ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ουσίαν, κατόπιν παραδοχής της ένστασης παραγραφής που πρότεινε το εναγόμενο, ακολούθως δε αναγνωρίστηκε ότι το τελευταίο οφείλει σε καθεμία από τις πρώτη, δεύτερη και τρίτη ενάγουσα το ποσό των 28.349,34 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 27.025,46 ευρώ, στην πέμπτη το ποσό των 8.896 ευρώ,  και σε καθεμία από τις έκτη και έβδομη το ποσό των 23.624,45 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα, εντός του οποίου είχαν καταστεί τα επιμέρους ποσά αποδοχών απαιτητά, και επιβλήθηκαν σε βάρος του τα δικαστικά τους έξοδα, τα οποία καθορίστηκαν στο ποσό των 5.150 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με τους αναφερόμενους στην υπό κρίση έφεσή τους λόγους, αναγομένους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ζητούν, μετά την τυπική παραδοχή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους.

Ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (άρθρο 247 επ. του ΑΚ) αποτελεί την από τον νόμο προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και γι΄ αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερα. Ωστόσο ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι το δικαιοστάσιο, η ανώτερη βία και ο δόλος του υποχρέου (άρθρο 255 του ΑΚ), των οποίων κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι, κατά την συναγομένη από τις ανωτέρω διατάξεις γενικότερη αρχή, η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του (ΑΠ 611/2014 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Η επίκλησή του αποτελεί αντένσταση αναστολής της παραγραφής και προτείνεται σε απόκρουση της ένστασης παραγραφής (ΑΠ 611/2014 όπ, ΕφΠειρ 358/2014 ΕλλΔνη 2015.499, ΕφΘεσ 1254/2014 Αρμ 2015.41). Ειδικώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 255 εδ.β΄του ΑΚ, συνάγεται ότι η παραγραφή αναστέλλεται, αν, μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο δικαιούχος εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωσή του με δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός στις συναλλακτικές σχέσεις. Τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει, όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης είναι προσχηματικές, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνονται στο να συνεχιστεί η απραξία του δικαιούχου μέχρι να συμπληρωθεί η παραγραφή ή όταν ο υπόχρεος αρχίζει με τον δικαιούχο διαπραγματεύσεις που μόνο φαινομενικώς γίνονται προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνονται στο να υποθάλπουν την αδράνεια του δικαιούχου με τελικό σκοπό την πάροδο της συνήθους βραχυπρόθεσμης παραγραφής, ώστε ο υπόχρεος να την επικαλεστεί σε μελλοντική δίκη (ΕφΘεσ 1254/2014 ό.π, ΕφΑθ 847/2010 ΕλλΔνη 2010.1051). Εξάλλου,  στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) ορίζεται ότι : “η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της”. Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι “επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής”. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν οι σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α΄ του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι’ αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, Αρμ 2009.427, ΟλΑΠ 9/2017 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α’ της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ. Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος. Εξάλλου, η τακτικότητα της καταβολής των κάθε είδους απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων. Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α’ (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ’ αυτό), 5 παρ. 1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ. 1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 9/2017 όπ). Επίσης με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκαν παράγραφοι στο τέλος του άρθρου 304 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ότι κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης καταργείται. Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και ισχύει από 1-1-2007. Συνεπώς τα προαναφερθέντα σχετικά με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής και τη διακοπή της στις δίκες του Ελληνικού Δημοσίου ισχύουν και στις δίκες των δήμων (ΑΠ 1301/2018 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Επομένως, τα αυτά δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και κρίνοντας ότι οι αξιώσεις των εναγόντων για μη καταβληθείσες αποδοχές τους υπόκεινται σε διετή παραγραφή, δεχόμενο ακολούθως, ότι όσες εξ αυτών αφορούσαν το χρονικό διάστημα από την 1/1/2008 έως τις 31/12/2012, είχαν ήδη παραγραφεί προ της επιδόσεως της αγωγής προς το εναγόμενο, που έλαβε χώρα στις 31-1-2013, γεγονός που δεν αμφισβητείται άλλωστε από το τελευταίο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, αν και με συνοπτικότερη αιτιολογία που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας [ΕφΑθ (Μον) 407/2018, ΔΕΕ 2018.900, Εφ Πειρ (Μον) 448/2016, ΕφΠειρ (Μον) 178 /2015 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»] και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες διατείνονται ότι η παραδοχή της διαφοροποίησης αυτής ως προς τον χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α σε σχέση με εκείνον κατά των λοιπών φυσικών και νομικών προσώπων, δημιουργεί ανισότητα μεταξύ των διαδίκων και προσκρούει στη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ελέγχεται ως αβάσιμος. Αβάσιμος και συνακόλουθα απορριπτέος τυγχάνει και ο παραδεκτώς προταθείς με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανυποβληθείς με το δικόγραφο της έφεσής τους, ισχυρισμός των εκκαλούντων περί αναστολής της παραγραφής, ο οποίος αποτελεί αντένσταση και κατατείνει στην απόκρουση της ένστασης παραγραφής, κατά τα άνω. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους, οι εκκαλούντες επικαλέστηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : ότι ενώ είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ’αριθμ. 3884/2006 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι αυτοί συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το τελευταίο εξακολούθησε να μην τους καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές τους και έτσι άσκησαν κατ’αυτού νέα αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 4497/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που τους δικαίωνε και παρ’όλ’ αυτά το εναγόμενο άσκησε έφεση και στη συνέχεια και αναίρεση, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’αριθμ. 159/2010 και 1314/2012, αντίστοιχα αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς και του Αρείου Πάγου, που και αυτές τους δικαίωναν, ενώ στη συνέχεια προέβη στην κατάθεση και νέας, και συγκεκριμένα της από 2-2-2009 (υπ’αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2009) αγωγής του, περί αναγνώρισης του ανυπόστατου της προαναφερθείσας υπ’αριθμ. 3884/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με όλες δε τις παραπάνω ενέργειές του αποσκοπούσε να τους εξαντλήσει ψυχικά και οικονομικά ώστε να παραιτηθούν των νομίμων αξιώσεών τους. Οι ενέργειες, ωστόσο, αυτές του εναγομένου, δεν εμπίπτουν στην έννοια της δόλιας συμπεριφοράς με σκοπό να αποτραπούν οι ενάγοντες, ως δικαιούχοι, να ασκήσουν τις αξιώσεις τους, με την έννοια που προεκτέθηκε και απαιτείται για να επέλθει αναστολή της παραγραφής, κατ’άρθρο 255 εδ. β΄του ΑΚ, διότι  δεν συνιστούν   δικαιολογίες ούτε ήταν προσχηματικές εκ μέρους του εναγομένου, ώστε να συνεχιστεί η απραξία τους και δεν αφορούσαν διαπραγματεύσεις που μόνο φαινομενικά έγιναν προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνονταν στην υπόθαλψη της αδράνειας των ιδίων, με σκοπό την πάροδο του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεών τους. Αντιθέτως, με τις παραπάνω ενέργειές του το εναγόμενο κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να μην ενδώσει στις αξιώσεις τους και να αξιοποιήσει κάθε δικονομικό μέσο που του παρείχετο για να ανατρέψει το καθεστώς της απασχόλησής τους. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρ’ότι δεν περιέλαβε στο σκεπτικό του σχετική σκέψη, ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό των εναγόντων, ορθά κατ’αποτέλεσμα έκρινε, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής που πρότεινε το εναγόμενο.  Κατ’ακολουθία των ανωτέρω και, απορριπτομένου και του τελευταίου λόγου της έφεσης περί ελλείψεως αιτιολογίας, ως αλυσιτελούς, εφόσον το διατακτικό της εκκαλουμένης είναι ορθό, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση του εκ του άρθρου 656 του ΑΚ επικουρικά προταθέντος ισχυρισμού του εναγομένου περί εκπτώσεως από το μισθό όσων οι εργαζόμενοι ωφελήθηκαν από την παροχή της εργασίας τους σε άλλον τυχόν εργοδότη. Τέλος, δεν θα γίνει λόγος περί δικαστικών εξόδων, ελλείψει υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους του εναγομένου, ως νικήσαντος διαδίκου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 5-1-2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ………./5-1-2018) έφεση των εναγόντων, κατά της υπ’αριθμ. 112/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν τυπικά.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ουσίαν.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του,  χωρίς να παρίστανται  οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις   16 -12-2019.

 

     Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ