Αριθμός 178/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη (μεταφερθείσα στο Β΄ Πολιτικό Τμήμα για τη δικάσιμο της 13ης.1.2022 δυνάμει της υπ΄ αριθ. 2/2022 Πράξης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου) και από τη Γραμματέα Τ.Λ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας …………….εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Ιωάννη Θεοφιλόπουλο (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΚΑΘ΄ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Νικόλαο Κυπριώτη (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
Η καλούσα-εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 2.7.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2013) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 2098/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε μερικώς την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος και ήδη καθ΄ ου η κλήση-εκκαλών με την από 21.5.2017 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2017) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε (ΓΑΚ/ΕΑΚ προσδιορισμού στο Εφετείο Πειραιώς ………../2019) η 22α.10.2020, οπότε, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 669/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που κήρυξε αναδρομικώς ματαιωμένη τη συζήτηση της ως άνω έφεσης.
Ήδη, με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από 26.10.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2020) κλήση της καλούσας-εφεσίβλητης, η προκειμένη υπόθεση επανεισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον αυτού στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 21.5.2017 με αριθμό κατάθεσης ………./2017 έφεση κατά της με αριθμό 2098/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία με την παρουσία των διαδίκων επί της από 2.7.2013 με αριθμό κατάθεσης …../2013 αγωγής, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς μη γνήσιας προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση, καθώς η κρινόμενη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20.6.2017 ενώ η εκκαλουμένη απόφαση εκδόθηκε στις 8.5.2017. Επιπλέον, έχει καταβληθεί το με αριθμό …………./2017 ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως, ποσού 100 ευρώ. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά ουσιαστικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ΄ ιδίαν λόγων της, κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρ. 533 του ΚΠολΔ).
Με την από 2.7.2013 με αριθμό κατάθεσης …/2013 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ………..”, ως καθολική διάδοχος από μετατροπή της ανωνύμου εταιρίας “. …………….” εξέθετε ότι ο ήδη εκκαλών εναγόμενος, με τον οποίο είχαν μακροχρόνια επαγγελματική συνεργασία εξέδωσε σε διαταγή της την περιγραφόμενη στην αγωγή επιταγή, συνολικού ποσού 52.289,70 ευρώ. Ότι αυτή μεταβίβασε την ανωτέρω επιταγή στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία …. ….. Ότι η εν λόγω επιταγή εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό, σε χρέωση του οποίου εκδόθηκε. Ότι ακολούθως την επιταγή αυτή πλήρωσε η ίδια η εφεσίβλητη και έτσι κατέστη νόμιμη κομίστρια αυτής. Ότι για την απαίτησή της αυτή κατά του ήδη εκκαλούντος εναγομένου εκδόθηκε η με αριθμό …../20-06-2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κοινοποιήθηκε στον ήδη εκκαλούντα εναγόμενο αντίγραφο εξ απογράφου για το συνολικό ποσό των 55.012,41 ευρώ. Ότι δυνάμει της ως άνω επιταγής συντάχθηκε κατά του εκκαλούντος εναγομένου έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου ιδιοκτησίας του στην νήσο Αίγινα και ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού κατά την οποία ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε ελλείψει πλειοδοτών. Ότι περαιτέρω συντάχθηκε επαναληπτική περίληψη και ορίστηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού, κατά την οποία μετά από αίτηση του εκκαλούντος εναγομένου και από μέρους του υπόσχεσης περί τμηματικής εξόφλησης, ενώ συντάχθηκε έγγραφο συναινετικής εξάμηνης αναστολής λόγω μερικής καταβολής του χρέους, ύψους 3.000 ευρώ με την εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον δικαστικό επιμελητή σε περίπτωση μη καταβολής εντός του ανωτέρου χρόνου του υπόλοιπου χρέους να εκδώσει νέα περίληψη κατασχετηρίου. Ότι παρά τα ανωτέρω ο ήδη εκκαλών εναγόμενος ουδέν ποσό έχει καταβάλει μέχρι σήμερα στην ενάγουσα για την επιταγή αυτή. Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενη ότι ο εκκαλών εναγόμενος γνώριζε τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο τραπεζικό του λογαριασμό από τον οποίο σύρθηκε η επιταγή αλλά και ότι προκάλεσε στην εφεσίβλητη την εσφαλμένη αντίληψη ότι θα καταβάλει το χρέος του προς αυτήν, εξαιτίας της οποίας η αυτή προέβη σε συναινετική αναστολή του πλειστηριασμού, αιτήθηκε α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με προσωπική του κράτηση λόγω της αδικοπραξίας να της καταβάλει το ποσό των 52.289,70 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό της επιταγής, η οποία είχε εκδοθεί σε διαταγή της και δεν πληρώθηκε ελλείψει υπολοίπου, β) τα ποσά τα οποία του επιδικάσθηκαν με την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής πέραν του κεφαλαίου, ήτοι 760,71 ευρώ για τόκους υπερημερίας, 890 ευρώ για δικαστική δαπάνη που του επιδικάσθηκε, 22 ευρώ για τέλη απογράφου, 150 ευρώ για την επίδοση της διαταγής και 900 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή, γ) το ποσό των 500 ευρώ ως υπόλοιπο εξόδων από την κατάσχεση και τα έξοδα πλειστηριασμού βάσει της ως άνω διαταγής πληρωμής, δ) το ποσό των 5.000 ευρώ ως ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντόκως αφότου επιδόθηκε η αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι ήταν το καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων άρθρα 14 παρ.2, 22 και 35 του ΚΠολΔ κατά την τακτική διαδικασία, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή μόνο ως προς το αγωγικό αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης λόγω της αδικοπραξίας εκ της εκδόσεως της ακάλυπτης επιταγής. Στη συνέχεια δε τη δέχθηκε κατ’ουσίαν κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των 48.989,7 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και με προσωπική κράτηση διαρκείας ενός μήνα ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ήδη ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την έφεσή του για κακή εκτίμηση αποδεικτικού υλικου και ζητεί να απορριφθεί εν όλω ή εν μέρει η εναντίον του αγωγή.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης περιλαμβάνονται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972), κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ` αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει εν γνώσει του ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Επομένως, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.ΑΠ 23/2007, ΑΠ 377/2013 ΕΕμπΔ 2013/638, ΑΠ 1841/2011, 1353/2011 contra ΕφΑιγ 17/2021 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ασκώντας την αξίωση προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών παρέχεται στο δικαιούχο κομιστή n ευχέρεια να ζητήσει ταυτόχρονα κατά την τακτική διαδικασία και την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά του εναγομένου εκδότη της ακάλυπτης επιταγής (ΕφΠειρ 131/2004 ΔΕΕ 2004/560, ΕφΑθ 10303/91 ΕλλΔνη 34, 1384, ΕφΠειρ 549/91 ΕλλΔνη 33, 1503, ΕφΠειρ 822/82 ΕλλΔνη 24.1391). Εξάλλου, ο εκδίδων την επιταγή εκτός από τη συμβατική έχει και τη νόμιμη υποχρέωση (κατ` άρθρο 3 και 28 ν. 5960/1933) να διατηρεί κατά πάντα χρόνο από την (πραγματική) έκδοση μέχρι την εμφάνιση (ή το πέρας της προθεσμίας προς εμφάνιση) της επιταγής (άρθρο 29 ν. 5960/1933) διαθέσιμα τα αναγκαία κεφάλαια προς πληρωμή της κατά την εμφάνιση της και εγγυάται στην πληρωμή της, η δε σχετική παράλειψη του είναι παράνομη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Συνεπώς, εκείνος που εξέδωσε τέτοια επιταγή έχει ιδία, από το νόμο, εγγυητική ευθύνη έναντι του παθόντα να διατηρήσει την κάλυψη μέχρι την πληρωμή ή την πάροδο της προθεσμίας εμφάνισης προς πληρωμή και παραλείποντας να διατηρεί τέτοια κάλυψη παραβιάζει ιδία αυτού νομική υποχρέωση (ΕφΑθ 3278/2009 Δ/νη 2010/529). Σε περίπτωση εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής το έγκλημα του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 συντελείται, όταν αυτή εμφανιστεί προς πληρωμή οποιαδήποτε ημέρα του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία εκδόθηκε και λήγει την ογδόη ημέρα του οκταημέρου, που αρχίζει από την επομένη της χρονολογίας που αναγράφεται σ` αυτή και δεν πληρωθεί κατά την εμφάνιση αυτή (ΟλΑΠ 46/1980, ΑΠ 11/2007, ΑΠ 705/2007, ΑΠ 342/2005 ΕλλΔνη 47. 1393, ΑΠ 213/2003, ΑΠ 1528/1992 ΕλλΔνη 35. 397). Έτσι, ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, σε αποζημίωση του κομιστή και εάν ακόμη η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, διότι η άνω διάταξη προστατεύει το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι τα στοιχεία της ένστασης εξόφλησης, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής του (ΑΠ 1881/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 178/2010 ΔΕΕ 2010/831, Δνη 2010, 743).
Από την επανεκτίμηση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) πλήρως αποδείχθηκαν κατά την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Η ήδη εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ………..”, η οποία συστήθηκε μετά από μετατροπή της ανώνυμης εταιρείας “………….” και διακριτικό τίτλο “………….”, έχει αντικείμενο και κύριο σκοπό την εμπορία, παραγωγή και επεξεργασία αδρανών υλικών, τις θαλάσσιες και χερσαίες μεταφορές των υλικών αυτών κλπ. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της αυτών επί σειρά δέκα ετών, ήτοι από το έτος 2000 έως και τον Μάιο του 2010 προμήθευε με αδρανή υλικά τον εκκαλούντα, ο οποίος διατηρούσε στο νησί της Αίγινας ατομική επιχείρηση πώλησης έτοιμου σκυροδέματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών εξέδωσε στην Αίγινα την 23.09.2010, τη με αριθμό ……. επιταγή, σε διαταγή της εφεσίβλητης, ποσού 52.289,70 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.03.2011, από το με αριθμό …… λογαριασμό που τηρούσε αυτός στην . ΤΡΑΠΕΖΑ (υποκατάστημα …..), ποσό το οποίο αντιστοιχούσε σε εμπορεύματα τα οποία είχε παραλάβει από την εφεσίβλητη. Την επιταγή αυτή μεταβίβασε η εφεσίβλητη με οπισθογράφηση και παρέδωσε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία . ………, η οποία στις 31.3.2011 εμφάνισε την επιταγή εμπρόθεσμα για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκκαλούντος, το γεγονός δε αυτό (της μη πληρωμής) βεβαιώθηκε στην οπίσθια όψη του σώματος της επιταγής. Ακολούθως, η επιταγή επεστράφη και εξοφλήθηκε από την εφεσίβλητη, στην οποία περιήλθε και κατέστη έτσι νόμιμη κομίστρια αυτής. Ο ήδη εκκαλών με τον πρώτο λόγο έφεσης του ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, ήτοι στις 23.09.2010, στο λογαριασμό του από τον οποίο θα πληρωνόταν η επιταγή υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια και ήταν πεπεισμένος ότι κατά το χρόνο εμφάνισης και πληρωμής της θα πληρωνόταν αυτή. Πέρα του ότι τα όσα ισχυρίζεται δεν επιβεβαιώνονται από την ίδια τη μάρτυρα και σύζυγο του, η οποία κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι ανέκαθεν υπήρχε μόνο ένα μέρος των χρημάτων στο σχετικό λογαριασμό, τα παραπάνω προτείνονται αλυσιτελώς, καθώς υπό τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας ο εκδίδων την επιταγή εκτός από τη συμβατική έχει και τη νόμιμη υποχρέωση (κατ` άρθρο 3 και 28 ν. 5960/1933) να διατηρεί κατά πάντα χρόνο από την (πραγματική) έκδοση μέχρι την εμφάνιση (ή το πέρας της προθεσμίας προς εμφάνιση) της επιταγής (άρθρο 29 ν. 5960/1933) διαθέσιμα τα αναγκαία κεφάλαια προς πληρωμή της κατά την εμφάνιση της και εγγυάται στην πληρωμή της, η δε σχετική παράλειψη του είναι παράνομη. Επομένως αφού αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών γνώριζε κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ότι δεν υπήρχαν στην πληρώτρια τράπεζα αντίστοιχα διαθέσιμα, η γνώση του δε αυτή συνέτρεχε και ως προς το χρόνο εμφάνισης τους προς πληρωμή, στο πρόσωπο του συντρέχουν εν προκειμένω όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της άδικης πράξης, που προβλέπεται στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, ενώ το γεγονός ότι οι ανωτέρω επιταγές ήταν μεταχρονολογημένη δεν ασκεί έννομη επιρροή, παρά τα όσα αντίθετα αναφέρονται στον πρώτο λόγο εφέσεως, αφού στην περίπτωση μεταχρονολογημένης επιταγής απλά είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια στα οποία οφείλει ο εκδότης να έχει επαρκή προς εξόφληση της επιταγής κεφάλαια, δεδομένης και της φύσης της, ως μέσου άμεσης πληρωμής. Αποδείχθηκε, συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εκκαλούντος η εφεσίβλητης ζημιώθηκε κατά το οφειλόμενο ποσό. Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω από το ίδιο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ο παραδεκτώς προβληθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (αφού αναφερόταν το ποσό και ο χρόνος καταβολής ισχυρισμός του εκκαλούντος) περί μερικής εξόφλησης της επιταγής λόγω της καταβολής του ποσού των 8.500 ευρώ τον αναφερόμενο στις προτάσεις του χρόνο. Να σημειωθεί ότι η εφεσίβλητη προέβαλε παραδεκτώς και πρωτοδίκως πως η καταβολή αυτή αφορά άλλο χρέος και ειδικότερα τη με αριθμό 15896002-5 μεταχρονολογημένη επιταγή, και όχι την παρούσα, της Τράπεζας . ……, ποσού 15.000 ευρώ την οποία εξέδωσε ο εκκαλών και παρέδωσε στον ………… και την οποία στις 15.05.2010 ο τελευταίος οπισθογράφησε και παρέδωσε στην εφεσίβλητη. Η τελευταία οπισθογράφησε και παρέδωσε την επιταγή στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ………….. η οποία στις 21.10.2010 εμφάνισε την επιταγή εμπρόθεσμα προς πληρωμή επειδή όμως και αυτή δεν πληρώθηκε ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων η επιταγή επιστράφηκε και εξοφλήθηκε από την εφεσίβλητη στην οποία περιήλθε και έτσι κατέστη νόμιμη κομίστρια. Μετά από όχληση της τελευταίας πράγματι ο εκκαλών κατέβαλε το προαναφερόμενο ποσό. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση εν μέρει εξόφλησης ως προς το ποσό των 8.500 ευρώ, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στο δεύτερο λόγο έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας αποτελούν ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρ. 2§1 Συντ.), πυρήνας της οποίας είναι η απαραβίαστη κατά το άρθρ. 5§3 του Συντάγματος προσωπική ελευθερία, όμως, όπως ρητά περαιτέρω ορίζεται στην ίδια συνταγματική παράγραφο, επιτρέπεται με νόμο και αυτή η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 1/2009 δημ. νόμος), εφόσον βέβαια η στέρησή της είναι αναγκαία για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, όπως ερμηνευτικά θα πρέπει να γίνει δεκτό. Αυτό ασφαλώς ισχύει για την προσωπική κράτηση (ΑΠ 842/2011), η οποία ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων συμβάλλει στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης με την εμπέδωση αισθήματος δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα διασφαλίζεται παράλληλα και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 43/2005, 6/2009 δημ. νόμος), με την έννοια ότι θα πρέπει να σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης και να λαμβάνεται έτσι το μέτρο αυτό μόνο όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσωρινή κράτηση του ενός μήνα που επέβαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την προαναφερόμενη εναπομείνασα οφειλή των 48.989,70 ευρώ ήταν απολύτως αναγκαία και σύμφωνη με τη αρχή της αναλογικότητας και σύμφωνη με το σκοπό για τον οποίο επιβλήθηκε, δηλαδή την ικανοποίηση της συγκεκριμένης ιδιωτικής απαίτησης ώστε να διαφυλαχθεί η κοινωνική ειρήνη υπό το αίσθημα δικαίου. Η δε αφερεγγυότητα του εκκαλούντος δεν αίρεται από το γεγονός ότι αυτός επιχείρησε κατά καιρούς να καταβάλει μέρος των οφειλόμενων από αυτόν ποσά. Τα ζητήματα που άπτονται της υγείας του εκκαλούντος μπορούν να προταθούν με τη διαδικασία των αντιρρήσεων του άρθρου 1050 του ΚΠολΔ στην περίπτωση της εκτέλεσης της απόφασης. Επομένως τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στο σχετικό τρίτο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά, τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕΑ 3808/2014, ΕφΠειρ 24/2016 δημ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται επειδή του επιβλήθηκε η δικαστική δαπάνη του άλλου διάδικου μέρους και ισχυρίζεται ότι η δικαστική δαπάνη θα έπρεπε να είχε συμψηφιστεί. Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι παραδεκτός αφού προσβάλλεται, συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης, κατά τα προαναφερόμενα, όμως τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο της εφέσεως, ως έπρεπε, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, ποιος νομικός κανόνας παραβιάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, που προσδιόρισε τη δικαστική δαπάνη σε βάρος του εδώ εκκαλούντος στο ποσό των 1.500 ευρώ συνεπεία της οποίας (παραβιάσεως) εσφαλμένα του επιδικάστηκε η προαναφερόμενη δικαστική δαπάνη. Να σημειωθεί βέβαια ότι σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 179 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4842/2021 (φεκ α 190) και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4871/2021 φεκ α 246/10.12.2021 “Το δικαστήριο μπορεί επίσης να συμψηφίσει ένα μέρος των εξόδων, εάν, κατ` εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης.» και αυτή η διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1β του ν. 4842/2021 ισχύει από την 1η.1.2022, και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις. Αυτό όμως αφορά τα έξοδα της παρούσας δίκης, ή και αυτά της πρωτοβάθμιας δίκης μόνο αν εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε τα έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 176 εδ. Α του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο “ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα”, και εκ περισσού να αναφερθεί ότι πριν το ν. 4842/2021 το άρθρο 179 του ΚΠολΔ όριζε ότι “τα έξοδα συμψηφίζονται μόνο σε διαφορές μεταξύ στενών συγγενών ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.”.
Ακολούθως των ανωτέρω και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η κρινόμενη έφεση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της εφέσεως στο δημόσιο ταμείο αφού το ένδικο μέσο απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ) ενώ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν στον εκκαλούντα, λόγω της ήττας του, (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων την από 21.5.2017 με αριθμό κατάθεσης ………./2017 έφεση κατά της με αριθμό 2098/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία με την παρουσία των διαδίκων επί της από 2.7.2013 με αριθμό κατάθεσης ……/2013 αγωγής
Δέχεται τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ΄ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του με αριθμό ……../2017 ηλεκτρονικού παραβόλου εφέσεως ύψους εκατό (100) ευρώ στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 29 Μαρτίου 2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ