ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης : 101/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε στο ακροατήριό του την …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
TOY ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Νικόλαο Χαραλαμπίδη.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στις ……. Αττικής, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα με ΑΦΜ:……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Μαρία Ηλιοπούλου .
Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 20-9-2022 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2022 ανακοπή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 737/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την ανακοπή. Κατά της τελευταίας απόφασης ο εκκαλών άσκησε την από 4-05-2023 και αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2024 έφεσή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7.12.2023, οπότε και αναβλήθηκε γι΄αυτήν που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 4-05-2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ` αριθ. 737/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ.583061643953 1013 0008 παράβολο των 100 € € αντίστοιχα). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής : Σε εκτέλεση της από 08-06-2022 επιταγής προς πληρωμή, κάτω από το με αρ. ……./07-06-2022 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. 498/2021 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτικής διαδικασίας), για την ικανοποίηση απαίτησης της καθ΄ής ύψους 43.386,45 € επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, δυνάμει της με αρ. …… Β’/07-07-2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………… ….., για ποσό 10.000 €, σε ακίνητο ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, το με αρ. Α-1 διαμέρισμα κείμενο στην πολυώροφη οικοδομή επί της οδού …………. (πρώην οδ. ………) στον Κορυδαλλό Αττικής. Με την από 20-9-2022 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2022 ανακοπή του ο ανακόπτων ζήτησε για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή και της κατασχετήριας Έκθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η υπ’ αριθ. 737/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την ανακοπή. Κατά της τελευταίας απόφασης ο εκκαλών άσκησε την προαναφερόμενη έφεσή του και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτή (έφεση) λόγους, επικαλούμενος πλημμελή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή του. Eξάλλου με την έφεσή του ο ανακόπτων έχει ενώσει και αίτημα αναστολής της εκτέλεσης, το οποίο πλέον στερείται αντικειμένου, αφού έγινε αυτό δεκτό με την από 25.5.2023 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της παρούσας έφεσης.
Το άρθρο 954 παρ.4 εδ.α’ ΚΠολΔ ορίζει ότι ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ` ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διάταξης αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της έκθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω ανακοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε σφάλμα, ατέλεια ή παράλειψη εμφιλοχώρησε στην κατασχετήρια έκθεση ως προς τα στοιχεία που αποτελούν εκ του νόμου περιεχόμενο αυτής (Κιουπτσίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2 άρθρο 954 αρ. και 993 αρ.3, Βασίλη Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Ε’, έκδοση 1997, άρθρο 954, σελ. 712, παρ.18, Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ ΙΙ, έκδοση 2000, άρθρο 954, σελ. 1842, παρ.3, Διπλωματική εργασία Παγώνας Παπαπαναγιώτου, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ΑΠΘ, ακαδημαϊκό έτος 2011-2012, με επιβλέποντα Καθηγητή Γεώργιο Διαμαντόπουλο, Η ανακοπή της διάταξης του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ, σελ. 29, στο Ikee.lib.auth.gr). Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της έκθεσης κατάσχεσης είναι ιδιαίτερα σοβαρές, που δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί έλλειψης σύμπραξης ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα, και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Τέτοια βλάβη όμως δεν είναι νοητή, όταν υπάρχει δυνατότητα επαρκούς θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση κατά το άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ, οπότε η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ευδοκιμήσει (βλ. ΑΠ 1074/2023 areiospagos.gr, ΑΠ 1687/2005, ΑΠ 1497/2003, ΑΠ 433/2002, ΑΠ 314/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, και β) μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας. Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ (ΑΠ 1687/2005). Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσής του πρώτο σκέλος του επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, στον οποίο ισχυρίστηκε ότι στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια Έκθεση ο δικαστικός επιμελητής ανέγραψε διεύθυνση του κατασχεμένου ακινήτου ………….. 3, αντί του ορθού «30», ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες για την ταυτότητα αυτού, που σημαίνει ότι δεν μετέβη ο ίδιος επιτόπια στο κατασχεθέν ακίνητο και επέβαλε κατάσχεση σε εσφαλμένο ακίνητο. Ωστόσο η αναγραφή εσφαλμένης αρίθμησης της οδού του κατασχεμένου ακινήτου, είναι ζήτημα ορθής περιγραφής, και δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να μην μπορεί να αντιμετωπισθεί με την ανακοπή της διάταξης του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ, ο δε ανακόπτων δεν επικαλείται συγκεκριμένη βλάβη, που δεν μπορούσε να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Έπεται ότι αν ο δικαστικός επιμελητής έχει μεταβεί και επέβαλε κατάσχεση σε εσφαλμένο ακίνητο, αυτό δεν θα ανήκε στην κυριότητα του ανακόπτοντα, οπότε στην περίπτωση αυτή ο ανωτέρω δεν θα είχε υποστεί καμία βλάβη. Εξάλλου, από την ίδια την κατασχετήρια έκθεση προκύπτει ότι, ενώ πράγματι στο δεύτερο φύλλο του 4ου φύλου αυτής έχει αναγραφεί ως διεύθυνση του κατασχεθέντος ακινήτου «……. 3», στη δεύτερη σελίδα του 2ου φύλλου όπου δίδεται η εντολή προς το δικαστικό επιμελητή, έχει αναγραφεί η ορθή διεύθυνση «……… 30» τα δε λοιπά στοιχεία της οριζόντιας ιδιοκτησίας (όροφος, τετραγωνικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας, όγκος) και ιδίως ο αριθμός του ΚΑΕΚ αυτής είναι τα ορθά, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από τον ανακόπτοντα, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου. Είναι άξιο μνείας ότι ο ανωτέρω με την από 30.1.2023 και με αρ. καταθ. …………./2023 ανακοπή του ζήτησε κατ’ άρθρο 954 ΚΠολΔ τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης μόνο ως προς την αξία του ακινήτου και την τιμή πρώτης προσφοράς και όχι ως προς την ορθή αρίθμηση της οδού, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 324/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που όρισε την αξία του ακινήτου στο ποσό των 125.000 €. Δεν υπήρξε συνεπώς αμφιβολία ότι η κατάσχεση αφορούσε την οριζόντια ιδιοκτησία του ανακόπτοντα στην οδό ………. 30. Συνακόλουθα, ο άνω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο ανακοπής ως αόριστο, ώστε λόγω μη δυνατότητας αντικατάστασης των αιτιολογιών θα πρέπει να απορριφθεί ο άνω λόγος της έφεσης. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος ανακοπής ως προς το πρώτο σκέλος του (επαναφέρεται με το δεύτερο λόγο της έφεσης πρώτο σκέλος) που αναφέρεται στην ακυρότητα για τον ίδιο λόγο του αποσπάσματος του πλειστηριασμού, για το οποίο εφαρμόζονται ομοίως οι άνω διατάξεις και προβλέπεται επίσης η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ (Κιουπτσίδου ο.π., άρθρο 995 αρ.8).
Ο ανακόπτων στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής του, που επαναφέρεται με τον δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης ισχυρίζεται ότι η κατασχετήρια έκθεση πάσχει ακυρότητας, διότι ενώ σ΄αυτή γίνεται επίκληση της εκτίμησης που προέβη η ανώνυμη εταιρία «……………..» δεν αναφέρονται η χρονολογία της σύνταξης της έκθεσης εκτίμησης και ο αριθμός μητρώου της άνω εταιρίας, ώστε να ελεγχθεί αν αποτελεί πιστοποιημένη εκτιμήτρια κατά τις διατάξεις του π.δ. 59/2016. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 59/2016 π.δ. αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου είναι ο δικαστικός επιμελητής, που υποχρεούται να προσλάβει για τον σκοπό αυτόν πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών, ο οποίος οφείλει να συντάξει εντός προθεσμίας που του τίθεται, εγγράφως και παραδίδει την εκτίμησή του (άρθρο 2). Από την άνω διάταξη σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 993 ΚΠολΔ δεν συνάγεται ότι στην κατασχετήρια Έκθεση πέραν της μνείας της αξίας που προέβη ο εκτιμητής είναι απαραίτητο να αναγράφονται και τα αναλυτικά στοιχεία αυτού με ποινή ακυρότητας, αφού αρμόδιο όργανο για τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου παραμένει ο δικαστικός επιμελητής, με την τήρηση της διαδικασίας του άνω π.δ. Σε κάθε περίπτωση παρέχεται στον καθ΄ου΄η εκτέλεση η ανακοπή του άρθρου 954 παρ.4 για τη διόρθωση της αξίας σε διάφορο ποσό, από το οποίο έχει προβεί ο ως άνω πιστοποιημένος εκτιμητής, στην οποία και προέβη εν προκειμένω ο ανακόπτων, με άσκηση ανακοπής του, όπως προεκτέθηκε. Συνεπώς ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος όπως ορθώς αποφάνθηκε ομοίως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915, 916 και 924 του ΚΠολΔ, εξάγεται ότι η γενόμενη κατάσχεση δεν πάσχει ακυρότητας, εάν επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το αναφερόμενο στην επιταγή, αρκεί η απαίτηση για την οποία γίνεται η κατάσχεση, να είναι και μετά τον περιορισμό της, βέβαιη και εκκαθαρισμένη (ΑΠ 1773/2001, ΕφΑθ 292/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 86/2022 http://www.efeteio-peir.gr/wordpress/?p=8568, ΕφΑθ 3773/2021, ΕφΑθ 4901/2000 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την αποτροπή, όμως, του κινδύνου προβολής μεταγενέστερα του ισχυρισμού, ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης του, καθώς επίσης και του κινδύνου προσβολής της εκτέλεσης για αοριστία, σε σχέση με το ζήτημα, για ποια κονδύλια της απαίτησης διενεργήθηκε, θα πρέπει να γίνεται αφενός μεν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται έκτοτε και αφετέρου ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης (ΕφΠειρ.592/2024, ΕφΠειρ 199/2024 σε http://www.efeteio-peir.gr/, ΕφΑθ 3761/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του επαναφέρει το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της ανακοπής του με τον οποίο υποστηρίζει ότι στο απόσπασμα της κατασχετήριας Έκθεσης αναγράφεται αορίστως ότι το ποσό εγγραφής της κατάσχεσης είναι 10.000 € από το επιδικασθέν κεφάλαιο του αναφερόμενου στην επιταγή, ενώ το συνολικά οφειλόμενο ποσό είναι αυτών των 43.386,45 €, ώστε να επέρχεται αοριστία και ακυρότητα του αποσπάσματος. ¨Όμως όμως ο ίδιος ο ανακόπτων αναφέρει, το ποσό των 10.000 € αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου και ταυτόχρονα επιφυλάσσεται η επισπεύδουσα να αναγγείλει και την υπόλοιπη απαίτησή της (στο ίδιο το απόσπασμα της κατασχετήριας ¨Εκθεσης), ώστε ο περιορισμός του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη κατάσχεση και να μην υπάρχει καμία ασάφεια για το είδος και την ποιότητα της παροχής για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση καθιστώντας αυτή αβέβαιη και ανεκκαθάριστη. Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, όπως ορθώς απέρριψε για τον ίδιο λόγο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε ο δεύτερος λόγος της έφεσης (δεύτερο σκέλος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει ……ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 76 του Ν. 4842/2021, με ισχύ αυτού από την 1.1.2022, που εφαρμόζεται επί κατασχέσεων επιβληθεισών μετά την έναρξη ισχύος του, ο Αύγουστος δεν προσμετράται στην οριζόμενη ελάχιστη προθεσμία για τη διενέργεια του πλειστηριασμού μόνο σε περίπτωση που αυτή συμπληρώνεται τον μήνα αυτό. Με τον τρίτο λόγο της έφεσης ο ανακόπτων επαναφέρει τον τρίτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι ενώ η περάτωση της κατάσχεσης έλαβε χώρα την 7-7-2022 με την κοινοποίηση σ’ αυτή της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ως χρόνος πλειστηριασμού ορίστηκε η 22.2.2023, δηλαδή μετά 7 μήνες και 15 ημέρες, συμπεριλαμβανομένου όμως, και του χρονικού διαστήματος του Αυγούστου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού ο Αύγουστος προσμετράται στην προθεσμία, μόνο όταν αυτή λήγει το μήνα αυτό και όχι όπως εν προκειμένω που η προθεσμία λήγει την 7.3.2023, ώστε ο πλειστηριασμός (αρχικός) ορίσθηκε εντός της νόμιμης με το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ προθεσμίας (ΕφΠειρ 512/2024, ΕφΠειρ 549/2023, ΕφΠειρ 353/2023, ΕφΠειρ 309/2023 σε https://www.efeteio-peir.gr/ ΕφΑθ 6316/2022, ΕφΑθ 5174/2022, ΕφΑθ 832/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ομοίως το λόγο ανακοπής δεν έσφαλε, ώστε είναι απορριπτέος και ο α΄νω λόγος της έφεσης.
Με τις διατάξεις των άρθρων 995 παρ. 3 ΚΠολΔ και 1294 ΑΚ ορίζονται, αντίστοιχα, τα ακόλουθα : (1) Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος, αν η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ` αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο ή περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα αντίγραφο ή περίληψη της έκθεσης της κατάσχεσης σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 αλλιώς επέρχεται ακυρότητα και (2) Ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη καθώς και κάθε τρίτος που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή του δανειστή με την αναγκαστική εκτέλεση πάνω στο κτήμα, αν δεν προτιμά να εξοφλήσει όλες τις ενυπόθηκες απαιτήσεις στην έκταση που ασφαλίζονται με την υποθήκη. Από το συνδυασμό των διατάξεων που παρατέθηκαν συνάγεται ότι στην έννοια του κατά τις διατάξεις αυτές τρίτου κύριου ή νομέα περιλαμβάνονται (α) ο κύριος του ακινήτου που παραχώρησε υποθήκη για ξένο χρέος, εφόσον, κατά το χρόνο της κατασχέσεως εξακολουθεί να είναι κύριος (β) ο νεμόμενος το ενυπόθηκο κτήμα με νόμιμο τίτλο κυριότητας, μεταγεγραμμένο μετά την εγγραφή της υποθήκης, ήτοι ο ειδικός διάδοχος του οφειλέτη μετά την εν λόγω εγγραφή, ο οποίος απόκτησε το ενυπόθηκο κτήμα βεβαρυμμένο με την υποθήκη, χωρίς να ευθύνεται ενοχικώς για την πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους , (γ) εκείνος που έγινε καθολικός ή ειδικός διάδοχος του τρίτου κυρίου που παρεχώρησε για ξένο χρέος την υποθήκη και (δ) εκείνος που, μετά την εγγραφή της υποθήκης, απόκτησε με χρησικτησία το ενυπόθηκο κτήμα, εφόσον βέβαια η υποθήκη δεν αποσβέσθηκε με την χρησικτησία. Ο νόμος απαιτεί κτήση κυριότητας και όχι οποιοδήποτε άλλο ενοχικό ή έστω και εμπράγματο δικαίωμα. Εφόσον δε για την κτήση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται, κατ` άρθρο 1033 ΑΚ, μεταγραφή αυτός που δεν μετέγραψε τον τίτλο δεν θεωρείται τρίτος. Ενόψει του ανωτέρω δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου ο απλός κάτοχος του ενυπόθηκου ακινήτου, καθώς και οποιοσδήποτε άλλος νομέας, που δεν εμπίπτει στις άνω διατάξεις, γιατί ασκεί απλώς τη φυσική εξουσία στο ενυπόθηκο ακίνητο διανοία κυρίου (ΑΠ 1546/2007, ΑΠ 1402/1994, ΕφΑθ 5595/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων επικαλείται στον τέταρτο λόγο της έφεσης (επαναφέρει τον αντίστοιχο λόγο της ανακοπής) ότι δεν έλαβε χώρα επίδοση της κατασχετήριας Έκθεσης στην μισθώτρια της κατασχεμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας «ΟΔΕΥΣΗ ΑΕ». Όμως η μισθώτρια δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου κυρίου ή νομέα, ώστε ο άνω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, ώστε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 § 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462, ΕΑ 5723/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, ΑΠ 1183/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2634/2022 Αρμ 2022.1462). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019 www.areiospagos.gr., ΕφΠειρ 54/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων στον πέμπτο λόγο της έφεσής του επαναφέρει τον έκτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίζεται τα εξής : Ότι η απαίτηση της καθ’ ής προέρχεται από το έτος 2019, από έργο στο οποίο ο ίδιος κηρύχθηκε έκπτωτος. ¨Ότι η καθ’ ής επιδίωξε και πέτυχε την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης σε βάρος του, το έτος 2021 (298/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), εντός της περιόδου της covid 19, κατά την οποία ο ανακόπτων ως πολιτικός μηχανικός είχε διακόψει οριστικά τις εργασίες του, είχε τραγική οικονομική κατάσταση και αδυνατούσε να συμμετάσχει στη δίκη και να διαπραγματευθεί με την καθ’ ής. ¨Ότι η καθ’ ής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στην οριζόντια ιδιοκτησία κυριότητάς του, όπου χρησιμοποιεί ως επαγγελματική στέγη, ενώ γνώριζε την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση, χωρίς να του παράσχει πίστωση χρόνου κι ενώ γνώριζε ότι η άνω ιδιοκτησία του ήταν προσημειωμένη και είχε οφειλές και προς το Δημόσιο. ¨Ότι η καθ΄ής ενήργησε εκβιαστικά επιβαρύνοντας αυτόν με άσκοπες δαπάνες, ενώ γνώριζε ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού δεν θα λάμβανε επαρκές ποσό, λόγω του ότι προηγούνταν άλλοι προνομιούχοι δανειστές, ενυπόθηκος δανείστρια, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία. Ωστόσο, ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι προέβη σε συγκεκριμένη πρόταση διακανονισμού εξόφλησης της οφειλής του, την οποία απέρριψε η καθ΄ής και μόνο η οικονομική του αδυναμία δεν καθιστά την επίσπευση εκτέλεσης σε βάρος του καταχρηστική, δεδομένου ότι αυτή είναι θεμιτός τρόπος προάσπισης των δικαιωμάτων της καθ΄ής, η οποία δεν διαθέτει και άλλο μέσο για την ικανοποίησή της. Όσα ο ανακόπτων προσθέτει με την έφεσή του για προσπάθεια προσέγγισης της καθ΄ής, μετά την αναστολή του αρχικού πλειστηριασμού (22.3.2023) και μη ανταπόκρισης αυτής δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη, αφού πρόκειται για συμπλήρωση του λόγου ανακοπής με το δικόγραφο της έφεσης, το οποίο δεν επιτρέπεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 585 ΚΠολΔ (ΑΠ 978/2025 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 611/2022, ΑΠ 2067/2022 www.areiopagos.gr), αλλά σε κάθε περίπτωση και αν λαμβάνονταν υπόψη δεν θα υπήρχε διαφοροποίηση ως προς την ανωτέρω κρίση. Συνεπώς και ο άνω λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, όπως ορθά απέρριψε αυτόν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα κατά άρθρο 534 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της καθ’ής η ανακοπή – εφεσίβλητης, για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, θα επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο, του παραβόλου, που κατέθεσε ο εκκαλών κατ’ άρθρο 495 παρ.3 εδ.εΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την σωρευόμενη στο δικόγραφο αίτηση αναστολής.
.ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την 9.2.2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ