ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης : 240/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε στο ακροατήριό του την …………., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία της ανώνυμης εταιρία με την επωνυμία «……………», και τον διακριτικό τίτλο «…………..», με Α.Φ.Μ. …… και αρ. Γ.Ε.Μ.Η. ……. νομίμως, η οποία εδρεύει στη …….. Αττικής (……….), ενεργούσα εν προκειμένω ως ανατεθείσας σε αυτήν της διαχείρισης των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», με έδρα στο …… Ιρλανδίας, …………, με αριθμό μητρώου ……, στην οποία έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο «………» με έδρα στην Αθήνα Αττικής επί της οδού …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Ελένη Ζαννιά [ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Δημήτριο Αναστασόπουλο.
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 3.4.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 ανακοπή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2725/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή. Κατά της τελευταίας απόφασης η εκκαλούσα άσκησε την από 11-04-2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./2024 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 11-04-2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2024 έφεση της καθ΄ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 2725/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της η εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. ……………. e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 3.4.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023 ανακοπή της ζήτησε την ακύρωση : α) της από 2-2-2023 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. …../2022 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. β) υπ’ αριθμό. ……./16-2-2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ………….. Δυνάμει αυτής επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, ήτοι σε οριζόντια ιδιοκτησία, διαμέρισμα του τέταρτου (Δ’) ορόφου, που αποτελείται αποτελείται από τρία (3) κύρια δωμάτια, κουζίνα, δύο λουτρά, αποθήκη, δύο διαδρόμους, εξώστη στην πρόσοψη και εξώστη στον ακάλυπτο χώρο, έχει εμβαδό επιφανείας μέτρα τετραγωνικά εκατόν είκοσι πέντε και πενήντα (125,50), ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο (237/000) εξ αδιαιρέτου κείμενο σε οικοδομή εκτάσεως οικοπέδου μέτρων τετραγωνικών διακοσίων δεκαέξι (216,00), επί της οδού ……….., στον Δήμο Νίκαιας — Αγ. Ι. Ρέντη Αστικό Συνοικισμό «……». Ο πλειστηριασμός ορίστηκε ότι θα διεξαγόταν ανοικτός πλειοδοτικός και ηλεκτρονικά μέσα, από τη συμβολαιογράφο Mεγάρων …………. στις 1.11.2023 με τιμή πρώτης προσφοράς 170.000 €. Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτή την ανακοπή, ως προς τον Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθ΄ής η ανακοπή – ήδη εκκαλούσα και ζητά να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε απορριφθεί η από 3.4.2023 και με αριθ.καταθ. ………../2023 ανακοπή.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης, ως πλαστής. Για τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ’ αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη ή ότι ο τελευταίος έχει την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, επιτρέπεται ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 657/2021, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 1232/2012 www.areiospagos.gr). Στη ρύθμιση του άρθρου 438 ΚΠολΔ υπάγονται, μεταξύ άλλων, ο χρόνος της επίδοσης, η προσέλευση του δικαστικού επιμελητή στον τόπο επίδοσης, η παρουσία ή απουσία του καθ’ ού η επίδοση ή επιδεκτικών επίδοσης προσώπων και η θυροκόλληση του εγγράφου (ΑΠ 175/2019 www.areiospagos.gr). Μόνο δε αν αποδειχθεί η πλαστότητα, εξομοιώνεται με παντελή έλλειψη επίδοσης, η δε ακυρότητα της σχετικής πράξης της εκτέλεσης (επιταγής προς εκτέλεση, κατασχετήριας Έκθεσης) είναι ανεξάρτητη από βλάβη και απαγγέλλεται κατόπιν άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ.
Η ανακόπτουσα στον δεύτερο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι η από 2-2-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. ……/2022 διαταγής πληρωμής, όπως καταγράφηκε στην με αρ. ……../08.02.2023 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………., φέρεται ότι επιδόθηκε σ΄αυτή με θυροκόλληση, στην κατοικία της στην οδό ………… την 8.2.2023 και ώρα 16.30, καθώς όπως αναφέρεται σ΄αυτή, την ημέρα και ώρα εκείνη ήταν παρούσα και αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή. Όμως την ημέρα και ώρα εκείνη δεν ήταν παρούσα στην οικία της, καθώς απουσίαζε στην εργασία της στο ……. Αττικής με συνέπεια, με δεδομένο ότι πρόκειται για περιστατικό που υπέπεσε στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή η άνω έκθεση επιδόσεως να είναι πλαστή. Επικαλούμενη δε τα έγγραφα αποδεικτικά της πλαστότητας ζητά την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι της επιταγής προς πληρωμής και της κατασχετήριας Έκθεσης. Επισημαίνεται ότι η ανακόπτουσα κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της Δικηγόρου της. Ο λόγος αυτός της ανακοπής προβλήθηκε παραδεκτά από την ανακόπτουσα και είναι νόμιμος, καθώς στηρίζεται στις ως άνω διατάξεις.
Από την εκτίμηση της ένορκης εξέτασης του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου των εγγράφων που προσκομίστηκαν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας άρχισε με την από 2-2-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. …../2022 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και στη συνέχεια η καθ΄ής ανακοπή προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση της οικίας της οριζοντίας ιδιοκτησίας Δ ορόφου δυνάμει της …../16-2-2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών …………… Σύμφωνα με την με αρ. ………/08.02.2023 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……….., η άνω επιταγή προς πληρωμή κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο του εκτελεστού τίτλου επιδόθηκε στην ανακόπτουσα με θυροκόλληση, στην κατοικία της στην οδό ……… Νίκαια και ώρα 16.32, καθώς όπως αναφέρεται στην άνω Έκθεση επιδόσεως ο ως άνω ο δικαστικός επιμελητής βρήκε την ίδια την ανακόπτουσα στην κατοικία της, όμως αυτή αρνήθηκε να παραλάβει την άνω επιταγή προς πληρωμή, και προέβη σε θυροκόλληση αυτής, κατ΄άρθρο 130 παρ. 1 ΚΠολΔ παρουσία της μάρτυρος ……….. Η ανακόπτουσα υποστηρίζει ότι την άνω ημέρα και ώρα βρισκόταν στην εργασία της στην ……… στο …… και προσκομίζει την από 31.3.2023 βεβαίωση του του ………… διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………», με το εξής περιεχόμενο : «Ο παρακάτω υπογεγραμμένος ……….. ως Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ………….», με έδρα το ……. (……….) βεβαιώνω ότι η ……….. εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εταιρία μας με ωράριο 9.00 με 17.00. Την 8.2.2023 τήρησε το ωράριό της». Ωστόσο το ανωτέρω έγγραφο (που τιτλοφορείται βεβαίωση), λόγω της ημερομηνίας που φέρει (31.3.2023) εξάγεται ότι συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην δίκη επί της παρούσας ανακοπής (που ασκήθηκε στις 3.4.2023), ώστε είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού αποτελεί μαρτυρία τρίτου, που έγινε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην συγκεκριμένη δίκη, χωρίς την τήρηση των δικονομικών διατάξεων για την εξέταση μαρτύρων ή για σύνταξη ένορκης βεβαίωσης (βλ. ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1583/2021, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 17/2021, ΑΠ 528/2018, ΑΠ 394/2012 www.areiospagos.gr). Σε κάθε περίπτωση, στο έγγραφο αυτό δεν προσδιορίζεται η χρονολογία πρόσληψης της ανακόπτουσας, η ειδικότητά της (υπάλληλος γραφείου ή άλλη ειδικότητα) και ο τόπος εργασίας της (ήτοι η έδρα της άνω εταιρίας στη ……… ή αποθηκευτικός χώρος ή εργοτάξιο), ώστε να προκύψει ότι λόγω των καθηκόντων της ήταν απαραίτητη η συνεχής παρουσία της στα γραφεία – έδρα της εταιρίας στο ……. Αττικής καθ΄όλη της διάρκεια της ωραρίου της, ήτοι έως την 17.00, και άρα δεν ήταν στην οικία της την επίμαχη ώρα της επίδοσης (8.2.2023 ώρα 16.30). Η απόδειξη της εργασιακής σχέσης της ανακόπτουσας, της ειδικότητας και του ωραρίου της, ήταν δυνατό να γίνει με προσκόμιση άλλων εγγράφων, ήτοι της αναγγελίας πρόσληψής της, καταχώρισης στο σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», ή ψηφιακής κάρτας εργασίας, τα οποία όμως δεν προσκομίζει η τελευταία. Η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ότι την ημέρα εκείνη και ώρα η ανακόπτουσα ήταν στην εργασία της στο …… δεν κρίνεται πειστική διότι, ο μάρτυρας αυτός είναι ο αδελφός της ανακόπτουσας και συνοφειλέτης στην με αρ. ……/2022 διαταγή πληρωμής. Ο μάρτυρας αυτός, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε προσωπική γνώση για την απουσία της ανακόπτουσας από την οικία της, αφού δεν προσδιορίζει πού ήταν ο ίδιος την ώρα που φέρεται ότι πραγματοποιήθηκε η επίδοση, αλλά μόνον αναφέρει ότι η ανακόπτουσα, αλλά και οι λοιποί συνοφειλέτες, ουδέποτε έλαβαν γνώση της επιταγής προς πληρωμή με την διαταγή πληρωμής. Όμως από τις με αρ. ……../8.2.2023 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι το πρώτο απόγραφο της διαταγής πληρωμής με την επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε και στους λοιπούς συνοφειλέτες ……….. (μητέρας της ανακόπτουσας, ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της πιστώτριας ΕΔΟΣ ΑΕ) ομοίως με θυροκόλληση, λόγω άρνησης της ………. (για τον εαυτό της και ως συνοίκου των υπολοίπων, εκτός της ανακόπτουσας) να παραλάβει αυτήν. Συνεπώς ο επιμελητής βρήκε στην ίδια οικοδομή επιπλέον τη μητέρα της ανακόπτουσας, η οποία ομοίως αρνήθηκε επίσης την παραλαβή της διαταγής πληρωμής με την επιταγή. Ο άνω δικαστικός επιμελητής δεν είχε κανένα όφελος να αναγράψει ψευδώς στην επίδικη έκθεση επιδόσεως για την παρουσία της ανακόπτουσας και άρνησή της (διανοητική πλαστογραφία), αφού ο ίδιος μπορούσε κάλλιστα να κάνει θυροκόλληση τηρώντας επιπλέον τις διατυπώσεις της διάταξης του άρθρου 128 παρ.4 β και γ ΚΠολΔ (ήτοι παράδοσης αντιγράφου του εγγράφου στο Α.Τ της περιφέρειας της κατοικίας και έγγραφης ειδοποίησης με συστημένη επιστολή). Ακόμα την επίμαχη έκθεση επιδόσεως έχει συνυπογράψει και η παριστάμενη μάρτυρας ….., που ενισχύει την εγκυρότητά της. Eνόψει αυτών δεν αποδεικνύεται ότι η ανακόπτουσα απουσίαζε από την οικία της την ημέρα και ώρα της επίδοσης, με συνέπεια να είναι πλαστή η έκθεση επιδόσεως. Συνακόλουθα ο άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο αντίθετα δέχθηκε αυτόν ως ουσιαστικά βάσιμο, εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις. Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της έφεσης θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Να διακρατηθεί η ανακοπή από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ), και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ανακοπής. Περαιτέρω πρέπει το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει αυτεπαγγέλτως στην εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής, που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως (αφού κατά παραδοχή αυτού έγινε δεκτή η ανακοπή), χωρίς να απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ανακόπτοντος (ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1556/2012 ΕΔΠολ 2013.559, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 2003, παράγρ. 968 επ.). Με δεδομένο δε ότι γίνεται δεκτή η έφεση, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 § 3 εδ. στ’ ΚΠολΔ).
Η ανακόπτουσα στον πρώτο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι η καθ΄ής η ανακοπή στερείται νομιμοποίησης, καθώς στηρίζει αυτό στο από 18.6.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων, που έγινε υπό τους όρους του ν. 3156/2003, ενώ και η εταιρία ειδικού σκοπού απέκτησε την απαίτηση υπό τους όρους του ιδίου νόμου και όχι του ν. 4354/2015. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθώς η καθ΄ής η ανακοπή ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, (Ε.Δ.Α.Δ.Π) κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, έχει την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ.4 Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, εφόσον όπως εκθέτει η ανακόπτουσα έγινε με την τήρηση του ν. 3156/2003 (Ολ.ΑΠ 1/2023).
Σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, όμως, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Επίσης, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Η αναφορά του είδους των τόκων σε συσχετισμό με το κεφάλαιο και το χρονικό διάστημα είναι αρκετή, ώστε ο οφειλέτης να είναι σε θέση να παρακολουθήσει και αντιληφθεί τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η οφειλή, ώστε να μπορεί να τα ελέγξει και να αντιτάξει την άμυνά του (ΑΠ 1773/2001 ΕλλΔνη 43. 1385, ΑΠ 474/1999 ΕλλΔνη 41. 81, ΑΠ 194/1995 ΕλλΔνη 37. 102, ΑΠ 72/1995 ΕλλΔνη 38.585, ΕφΠειρ 215/2025, ΕφΠειρ. 592/2024, Εφ.Πατρ. 21/2021, Εφ.Πειρ. 217/2020 Εφ.Αθ. 2838/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ανακόπτουσα στον τρίτο λόγο της ανακοπής υποστηρίζει ότι η επιταγή προς εκτέλεση είναι αόριστη διότι δεν σ΄αυτή γίνεται σαφής αναφορά των οφειλόμενων κεφαλαιοποιημένων από ανατοκισμό τόκων, αλλά ο υπολογισμός τους καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής. Όπως η ανακόπτουσα αναφέρει στην ανακοπή της με την επίδικη επιταγή επιτάσσεται να καταβάλει τα εξής ποσά : «1. Για επιδικασθέν κεφάλαιο 146.265,48 € με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο για οφειλές προς Τράπεζα, που βρίσκονται σε καθυστέρηση και με ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο, με το ίδιο παραπάνω επιτόκιο, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης όπως αυτό καθορίζεται με τη σύμβαση και το νόμο 2. Για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ευρώ το ποσό των 2.990 €. 3. Για αντίγραφα 10 €, 4. Για επίδοση α΄επιταγής και κατάθεση εκθέσεων επίδοσης το ποσό 434 € και 5. Επίδοση απογράφου με την προσβαλλόμενη επιταγή το ποσό των 217 €. τα δε κονδύλια 2, 3, 4 και 5 νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως. Με το ως άνω περιεχόμενο η επιταγή προς εκτέλεση είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, αφού περιέχει, σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Από την επιταγή συνάγεται η αιτία της οφειλής από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Αναφορικά με το κονδύλιο των τόκων δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισµού, ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο (ή τη σύμβαση, όπως εν προκειμένω) και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης. Συνεπώς ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.
Η ανακόπτουσα στον τρίτο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι ο συνεγγυτής και συνοφειλέτης με την ίδιο εκτελεστό τίτλο αδελφός της ……….. ομοίως εγγυητής όπως και η ίδια, έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την με αρ. 8/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας και από την πτωχευτική διαδικασία αναμένεται η πλήρης ικανοποίηση της καθ΄ής, δεδομένου ότι αυτός διαθέτει διαμέρισμα στον Κορυδαλλό αξίας 250.000 € επί του οποίου η καθ΄ής έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης, από το οποίο είναι δυνατή η ολοσχερής εξόφλησή της. Ότι με αυτά τα δεδομένα είναι καταχρηστική η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Ειδικότερα επί παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, αποτελεί αποτελεί ευχέρεια του δανειστή, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, να αποφασίσει κατά ποιού οφειλέτη (πρωτοφειλέτη ή εγγυητή) θα στραφεί για να ικανοποιήσει την απαίτησή του, ανάλογα και με την αξία και τη δυνατότητα ρευστοποίησης της περιουσίας του κάθε οφειλέτη, επιδιώκοντας την ικανοποίηση της απαίτησής του από την περιουσία εκείνου που μπορεί να εκποιηθεί ευκολότερα (ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 871/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 195/2026 https://www.efeteio-peir.gr/?p=15583 ΕφΑθ 1409/2024, ΕφΘεσ 494/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Eξάλλου, η κήρυξη ενός από τους συνοφειλέτες σε κατάσταση πτώχευσης ενεργεί υποκειμενικά για το συγκεκριμένο οφειλέτη, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στους λοιπούς συνοφειλέτες–εγγυητές. Eπίσης μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή να επιδιώξει την είσπραξη της ως άνω απαιτήσεώς της επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στην ανακόπτουσα δεν αρκεί για να θεμελιώσει κατάχρηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 AK, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, αυτό δεν συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, προγενέστερη αντιφατική, ευνοϊκή προς τα συμφέροντα της ανακόπτουσας, συμπεριφορά της καθ’ής, είτε έλλειψη συμφέροντος αυτής στην άσκηση του ανωτέρω δικαιώματός της (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010 www.areiospagos.gr). Τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν στοιχειοθετούν δόλο από πλευράς της καθ’ης με σκοπό πρόκλησης βλάβης της ανακόπτουσας, ούτε παραβίαση της αρχής της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου για τον οφειλέτη, ήτοι επιδίωξη ικανοποίησης της αξίωσης της με κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση της, ως μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για την ανακόπτουσα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας της, ούτε τα ιστορούμενα περιστατικά δικαιολογούν την επικαλούμενη πεποίθηση της ότι η καθ’ης δεν θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της (βλ. και ΕφΠειρ 50/2026 https://www.efeteio-peir.gr/?p=15257). Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος.
Η ανακόπτουσα στον έκτο λόγο της ανακοπής ισχυρίζεται ότι ενώ η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 16.2.2023, η ημέρα του πλειστηριασμού ορίστηκε στις 1.11.2023, δηλαδή μετά παρέλευση των 8 μηνών κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου διάταξη του άρθρου 954 παρ.2 στοιχ.ε΄του ΚΠολΔ, στην οποία αυτήν παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 993 παρ.2 ΚΠολΔ. Όμως, όπως προκύπτει από τη διαφορετική διατύπωση που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης για τον ορισμό κατώτατου και ανώτατου ορίου (η ημέρα του πλειστηριασμού «ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης» και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών», η υπέρβαση του ανωτάτου ορίου της προθεσμίας των 8 μηνών προκαλεί ακυρότητα μόνο με επίκληση και απόδειξης βλάβης, κατά τη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο νόμος με το ανώτατο όριο των οκτώ μηνών αποσκοπεί στην αποφυγή της παρέλκυσης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και της τυχόν συμπαιγνίας μεταξύ επισπεύδοντος και οφειλέτη (ΕφΠειρ. 86/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω η ανακόπτουσα επικαλείται ότι υφίσταται βλάβη, εφόσον παραμένει το ακίνητό της δεσμευμένο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί βλάβη, με την έννοια της άνω διάταξης αφού, με τον ορισμό του πλειστηριασμού την 1.11.2023 δεν έχει απωλέσει κάποιο (δικονομικό) δικαίωμα, ώστε να πρέπει να κηρυχθεί ακυρότητα για την αποκατάστασή του. Αντίθετα ο ορισμός πλειστηριασμού σε διάστημα άνω των 8 μηνών είναι ευνοϊκότερος προς αυτήν, αφού δεν στερείται άμεσα το ακίνητό της κι έχει περισσότερο χρόνο για να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει την οφειλή της. Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Η ανακόπτουσα με τον έβδομο λόγο της ανακοπής της υποστηρίζει ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε για το ποσό των 100.000 € για λόγους περιορισμούς των εξόδων εκτέλεσης, ενώ το επιδικασθέν επιδικασθέν κεφάλαιο που αναφέρεται στην επιταγή των 146.265,48 €, ώστε να επέρχεται αοριστία και ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης. ¨Όμως όπως η ίδια αναφέρει, το ποσό των 100.000 € αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου και ταυτόχρονα η επισπεύδουσα έχει επιφυλαχθεί να αναγγείλει στον πλειστηρισμό και την υπόλοιπη απαίτησή της, ώστε να μην υπάρχει καμία ασάφεια, με τον περιορισμό του ποσού, για το είδος και την ποιότητα της παροχής για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, (τμήμα του κεφαλαίου της απαίτησης) καθιστώντας αυτή αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, ενώ με την επιφύλαξη ως προς το υπόλοιπο δεν μπορεί να συναχθεί παραίτηση από αυτό (άρθρα 915,916, 924 ΚΠολΔ βλ. ΑΠ 1773/2001, ΕφΑθ 292/2022, ΕφΠειρ 86/2022, ΕφΑθ 3773/2021, ΕφΑθ 4901/2000 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Η ανακόπτουσα στον έβδομο λόγο της ανακοπής της επικαλείται ότι είναι άκυρος ο εκτελεστός τίτλος, προβάλλοντας αντιρρήσεις κατά της απαίτησης και ειδικότερα :α) ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα με την αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν αποδεικνύνεται η νομιμοποίησή της καθώς δεν προσκόμισε ολόκληρες τις συμβάσεις πώλησης–μεταβίβασης κι εκχώρησης απαιτήσεων β) στην διαταγή πληρωμής δεν αναγράφονται οι κεφαλοποιημένοι τόκοι, γ) είναι παράνομος ο συμβατικός εκτοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975, ώστε να μην είναι εκκαθαρισμένη η απαίτηση και δ) είναι καταχρηστικός ο όρος υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, ώστε να επιβαρύνει την οφειλή με τόκο 1,3889%. Για τους επιμέρους λόγους που επικαλείται στον έβδομο λόγο της ανακοπής της είχε ασκήσει την από 2.3.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 ανακοπή της στρεφόμενη κατά της με αρ. …../2022 διαταγή πληρωμής από κοινού με τους λοιπούς συνοφειλέτες. Επί της ανακοπής αυτής έχει εκδοθεί η με αρ. 1235/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που απέρριψε την ανακοπή της, κατά αυτής έχει όμως ασκήσει την από 5.9.2025 και με αρ. καταθ. ………./2025 (Πρωτοδικείου Πειραιά) έφεσή της. Επισημαίνεται ότι αν απορριφθεί τελεσίδικα για ουσιαστικούς λόγους η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής παράγεται ουσιαστικό δεδικασμένο για την απαίτηση, με συνέπεια την απόρριψη της ανακοπής κατά της εκτέλεσης που βάλλει κατά των ιδίων λόγων ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, κατά το άρθρο 933 παρ.4 ΚΠολΔ.(Κονδύλης/Κεραμέας/Νίκας ΚΠολΔ 2 2021 (Μάζης) άρθρο 933 αρ.51, Γέσιου-Φαλτσή Π., Αναγκαστική Εκτέλεση, Γενικό Μέρος, εκδ. 2017, § 34, αρ.58). Ενόψει της ταύτισης του άνω λόγου ανακοπής με τους λόγους της άνω προγενέστερης ανακοπής και του δικονομικού σταδίου που αυτή βρίσκεται (ήδη στο στάδιο της έφεσης) κρίνεται σκόπιμο για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2003, ΕφΠειρ 440/2025, ΕφΠειρ383/2025, ΕφΑθ 1340/2019, ΕφΘεσ 2229/2014 στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Γέσιου-Φαλτσή Π., ό.π., § 34, σελ. 586 και 588, αρ. 53, .(Κονδύλης/Κεραμέας/Νίκας ΚΠολΔ 2 2021 (Μάζης) άρθρο 933 αρ.50), να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί του όγδοου λόγου ανακοπής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της άνω ανακοπής, με περιεχόμενο τους ιδίους λόγους. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στο παρόν στάδιο, δεδομένου ότι καίτοι απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι ανακοπής, παραμένει προς εξέταση ο όγδοος λόγος της ένδικης ανακοπής, κατά αμέσως προεκτεθέντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ΄ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα που κατέθεσε αυτό.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 3.4.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023 ανακοπή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον τέταρτο λόγο της ανακοπής κι επιπλέον τους λοιπούς λόγους αυτής, εκτός από τον όγδοο.
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση του όγδοου λόγου της ως άνω ανακοπής, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 2.3.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023 ανακοπής κατά της με αρ. …./2022 διαταγής πληρωμής.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την 20.4.2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ