Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 301/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

4ο τμήμα

Αριθμός  απόφασης :    301/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο τμήμα)

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε  στο ακροατήριό του στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : ……………..,  που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Παντελεήμονα Καμά (με δήλωση κατ΄άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ).

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………», με τον διακριτικό Τίτλο « ………….», η οποία εδρεύει στο ………… Αττικής και επί της οδού ……….. με ΑΦΜ : ………, όπως μετονομάστηκε η Εταιρεία με την επωνυμία «……………», και στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των Απαιτήσεων της Εταιρείας με την επωνυμία « …………..», που εδρεύει στο ………… της Ιρλανδίας (οδός ………..), ειδικής διαδόχου των απαιτήσεων της Εταιρεία με την επωνυμία «……………», τον διακριτικό Τίτλο “ ……….” , δυνάμει της από 18/06/2019, σύμβασης πώλησης Δανείων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται., η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια Δικηγόρο αυτής οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο, Αικατερίνη Γουναροπούλου (ΔΕ. Α.ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ- Α.ΜΑΝΤΖΙΟΥ).

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από  22-2-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………./2025 ανακοπή του,  επί της οποίας  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3955/2025  απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε   την ανακοπή.

Κατά της τελευταίας  απόφασης ο εκκαλών  άσκησε την από 14-9-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025,  έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο μεν πληρεξούσιος Δικηγόρος του εκκαλούντος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις προτάσεις που προκατέθεσε, η δε πληρεξούσια Δικηγόρος της εφεσίβλητης, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 14-09-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025, έφεση     του    ανακόπτοντος, και ήδη εκκαλούντος, κατά της υπ` αριθ. 3955/2025  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ,που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης  (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. . …………… e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε).  Συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών με την από 22-2-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………./2024 ανακοπή του ζήτησε την ακύρωση α) της από 8/10/2024 επιταγή προς Πληρωμή, παρά πόδας του αντιγράφου  του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ……./2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) της  υπ’ αριθ.  ………/31-1-2025     έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή του  Εφετείου Αθηνών ………. Με την από 8/10/2024  επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας του αντιγράφου  του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ……../2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς,  ο ανακόπτων επιτάχθηκε  να καταβάλει τα ποσά στην καθ΄ής  τα ποσά των  240.000 € και 160.329,03 €, 8.920 € για δικαστική Δαπάνη και  35 € για σύνταξη της Επιταγής, και συνολικά  το  ποσό των 409.913,08 € έντοκα για τα ποσά του κεφαλαίου από  17/11/2017  με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Εξάλλου, δυνάμει της άνω κατασχετήριας Έκθεσης επισπεύδεται πλειστηριασμός οριζόντιας ιδιοκτησίας  του ανακόπτοντος, διαμερίσματος πρώτου ορόφου κειμένου στον ………… Κερατσινίου  Αττικής, εμβαδού 94 τμ.  επί της οδού …………, με αρ. ΚΑΕΚ : ………….. με τιμή πρώτης προσφοράς  141.283 € για κεφάλαιο 50.000 € Με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή και κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με τη έφεσή του. Εξάλλου με την έφεση έχει ενώσει και αίτημα αναστολής, το οποίο έχει γίνει δεκτό εν μέρει από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς  με την από 22.9.2025  προσωρινή διαταγή του με καταβολή από πλευράς του ανακόπτοντος του ποσού των 700 € μηνιαίως, ώστε πλέον στερείται αντικειμένου.

Από  το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 § 1 και 25 § 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή,  ώστε λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ,  όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού,  του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη. Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρου 281ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ,χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 586/2024, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010 www.areiospagos.gr).  Εξάλλου, από το σκοπό και το κείμενο του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών [με την υπ’ αρ. 116/1/25.08.2014 (ΦΕΚ Β` 2289/ 27.08.2014) Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, όπως ισχύει κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 4224/2013] συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη θεσπισμένη ΔΕΚ από κάθε πιστωτικό Ίδρυμα (Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.)], συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως κυρώσεις και, ώστε η  μη τήρηση  αυτής πρίν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, σε περίπτωση υπερημερίας δανειολήπτη, δεν επιφέρει  ακυρότητα  και,  θα μπορούσε να αποκρουσθεί κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ ως καταχρηστική,  όταν συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού (ΑΠ 1761/2023, ΑΠ 916/2023, ΑΠ 323/2021, ΑΠ 1352/2011 www.areiospagos.gr,  EφΠειρ  431/2023 σε https://www.efeteio-peir.gr/?p=11354, ΕφΑθ 2266/2023  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση  ο εκκαλών  στον δεύτερο  λόγο της έφεσής του επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, στον οποίο  ισχυρίζεται  ότι  η καθ΄ής η  ανακοπή προέβη  σε καταγγελία της σύμβασης πίστωσης με την πρωτοφειλέτρια  χωρίς να  τηρήσει προηγουμένως τη διαδικασία  επίλυσης καθυστερήσεων του Κώδικα Δεοντολογίας, κι ενώ  οι συνολικές καταβολές της πιστώτριας ανήλθαν στο ποσό των 4.300.031,45 €. που σημαίνει ότι είχε εξοφλήσει όλο το κέρδος της. Ο ανακόπτων παραθέτει στο δικόγραφο όλο το ιστορικό της σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό  της μεταξύ της δικαιοπαρόχου της καθ΄΄ης Τράπεζας “………” (με αρ. …………/20.2.2001) με την πρωτοφειλέτρια «……… και των αυξήσεων αυτής,  με τον ίδιο και τον ……….. ως εγγυητές για το σύνολο του ποσού,  ενώ  ο  ……………… είχε εγγυηθεί  έως το ποσό των 240.000 €. Ειδικότερα το σύνολο των χορηγήσεων με τις συμβάσεις αύξησης της πίστωσης ανήλθε σε  4.454.594,57 €, που σημαίνει ότι το πιστωτικό όριο των 400.000 € ανακυκλώθηκε 11,14 φορές με τελευταία χρηματοδότηση στις 3.12.2012 με κατάλοιπο 399.720,35 €. οι χρεωθέντες πάσης φύσεως τόκοι 235.276,57 €, τα χρεωθέντα  έξοδα – προμήθειες σε 11.083,39 € και το υπόλοιπο διαμορφώθηκε στις 16.11.2017 σε 400.923,08 €, ενώ η τελευταία καταβολή έλαβε χώρα στις 5.8.2015. Μόνο όμως το γεγονός της μη τήρησης από πλευράς της καθ΄ής της Διαδικασίας Επίλυσης καθυστερήσεων δεν καθιστά την  καταγγελία της σύμβασης δανείου (16.11.2017) καταχρηστική,  διότι το οφειλόμενο υπόλοιπο, παρά το μέγεθος των συνολικών χορηγήσεων  ήταν σημαντικό και ανερχόταν σε 400.923,08 €, και  όπως ο ίδιος ο ανακόπτων επικαλείται, η τελευταία καταβολή ποσού  175 € είχε λάβει χώρα 2 χρόνια πριν,  στις  5.8.2015, που σημαίνει ότι  η οφειλή είχε παύσει να εξυπηρετείται για διάστημα άνω των 2 ετών και η   πιστώτρια δεν είχε  μόνο πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία. Παρά την καταγγελία της σύμβασης στις 16.11.2017 και τη μεταφορά του υπολοίπου σε λογαριασμό καθυστέρησης  η καθ΄ής προέβη σε αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής, αρκετά μεταγενέστερα, στις 24.2.2024, που σημαίνει ότι υπήρχε επαρκής χρόνος για την πιστώτρια να προβεί σε ρύθμιση της οφειλής της ή και  καταβολές για την μείωση αυτής, που όμως δεν προέβη, αφού δεν γίνεται επίκληση αυτών από τον ανακόπτοντα. Στο διάστημα αυτό η καθ΄ής η ανακοπή δεν είχε δημιουργήσει με οποιονδήποτε τρόπο την εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα είσπραξης της απαίτησής της με καταναγκαστικά μέσα  και άλλωστε  δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδεχθεί οποιαδήποτε λύση διευθέτησης της οφειλής, αν δεν ήταν αυτή σύμφωνη με τα συμφέροντά της (που δεν αναφέρει ότι υπήρξε ο ανακόπτων). Με αυτά τα δεδομένα το δικαίωμα της καθ΄ής η ανακοπή καταγγελίας της σύμβασης κι έκδοσης διαταγής πληρωμής δεν ασκείται εκτός των ορίων που θέτουν τα χρηστά ήθη και η καλή πίστη, ώστε ο σχετικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ομοίως τον άνω λόγο ανακοπής, ορθά εκτίμησε το νόμο, ώστε ο λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ανακόπτων στον ο εκκαλών  στον τρίτο  λόγο της έφεσής του επαναφέρει τον δεύτερο  λόγο της ανακοπής του, με τον  οποίο  ισχυρίζεται  ότι  η καθ΄ής η  ανακοπή με την με αρ. ……/2024  έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του ιδίου δικ. επιμελητή επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση οριζόντιας ιδιοκτησίας της πρωτοφειλέτριας εταιρίας  κειμένης  στην ίδια οικοδομή (……………) διαμερίσματος δευτέρου ορόφου 94 τ.μ. με τιμή πρώτης προσφοράς 124.400 €. ¨Ότι με τη δεύτερη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης καθίσταται σαφές ότι υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ της οφειλής και του κέρδους – σκοπού της καθ΄΄ης η ανακοπή, η οποία δρα τελείως καταχρηστικά. Ωστόσο και ο άνω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος  ως μη νόμιμος.  Επισημαίνεται ότι  η καθ΄ής η ανακοπή έχει  τη δυνατότητα να  στραφεί κατά οποιουδήποτε συνοφειλέτη  (πρωτοφειλέτη ή εγγυητή) για να ικανοποιήσει την απαίτησή της, απ’ όπου μπορεί να εκποιηθεί ευχερέστερα ανάλογα με την αξία και τη δυνατότητα ρευστοποίησης της περιουσίας αυτού, χωρίς να μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος λόγω διαφοροποιήσεων στην περιουσιακή κατάσταση των συνοφειλετών ή διαφορετικού βαθμού ευθύνης αυτών προς την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής, αφού ο νόμος απέβλεψε στην ταχεία ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, εκτός αν συντρέχουν εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 871/2010, ΕφΑθ 1409/2024, ΕφΘεσ 494/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμα  η  εκπλειστηρίαση ενός περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη δεν αποστερεί το δικαίωμα στον δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση ή να αναγγελθεί για την ίδια απαίτησή του σε άλλο πλειστηριασμό, καθώς  με μόνη την κατάταξη δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησής του, παρά μόνο αφού ο πίνακας κατάταξης  καταστεί  εκτελεστός και απρόσβλητος (βλ. ΑΠ 590/2008, ΕφΠειρ 364/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω  ο ανακόπτων επικαλείται ότι επισπεύδεται επιπλέον πλειστηριασμός περιουσιακού στοιχείου ιδιοκτησίας της πρωτοφειλέτριας,  χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ο πλειστηριασμός αυτός, η κατάταξη της καθ΄ής  για συγκεκριμένο ποσό και να έχει καταστεί ως προς αυτό  ο πίνακας κατάταξης απρόσβλητος, οπότε και μόνο οριστικοποιείται η ικανοποίησή της. Εκτός τούτων η αξία – τιμή πρώτης προσφοράς και των δύο κατασχεθέντων  δεν καλύπτει  την αξία της απαίτησης της καθ’ ής (141.283 + 124.400 = 265.683 €, απαίτησης της καθ΄ής ανέρχεται σε 409.913,08 €),  η οποία έχει επιβάλει κατάσχεση στο επίδικο ακίνητο (όπως αναφέρεται στην κατασχετήρια έκθεση)  μόνο για το ποσό των 50.000 €,  το οποίο όμως έχει γίνει για λόγους περιορισμούς των δικαστικών εξόδων και αναμένεται να αναγγελθεί στον πλειστηριασμό για το σύνολο του ποσού της απαίτησής της. Ακόμα από το  τυχόν επιτευχθέν πλειστηρίασμα θα πρέπει να αφαιρεθούν τα έξοδα εκτέλεσης και να συνυπολογισθούν οι απαιτήσεις και των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών.   Με αυτά τα δεδομένα η ταυτόχρονη επίσπευση πλειστηριασμών κατά του ακινήτου του ανακόπτοντος και της πρωτοφειλέτριας δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος από πλευράς της καθ΄ής η  ανακοπή, ώστε ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε για τον ίδιο λόγο τον άνω λόγο ανακοπής, με αιτιολογία που συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και θα πρέπει να απορριφθεί αντίστοιχα και ο άνω λόγος της έφεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο, λόγω περιορισμού της απαίτησης, που δεν προσβάλλει τα συμφέροντα του οφειλέτη, αφού συνεπάγεται τη μείωση των εξόδων που τον βαρύνουν. ¨Όμως ο περιορισμός αυτός πρέπει να είναι ορισμένος και να μην  επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, ώστε για την αποτροπή του κινδύνου προβολής του ισχυρισμού περί αοριστίας και ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του,  θα πρέπει να γίνεται αφενός ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται, αφετέρου ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης (ΑΠ 1699/2025, ΑΠ  442/2024 www.areiospagos.gr). Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων στον πέμπτο λόγο της έφεσής του επαναφέρει τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, κατά τα τον οποίο,  ενώ το κεφάλαιο της οφειλής, κατά τον εκτελεστό τίτλο διακρίνεται σε δύο μέρη, ποσών 240.000 €  και 160.923,08 €,  από τα οποία το δεύτερο έχει μεγαλύτερες επιβαρύνσεις τόκων, επιβάλλεται κατάσχεση για ποσό 50.000 € χωρίς διάκριση με την γενική αναφορά ότι αποτελεί μέρος του κεφαλαίου, ώστε να επέρχεται αοριστία. Σύμφωνα με το διατακτικό της  διαταγής πληρωμής,  όλοι οι συνοφειλέτες, πρωτοφειλέτρια και εγγυητές ……..(ανακόπτων), …….. και ……….. υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ΄ ής,  ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 240.000 € κι επιπροσθέτως  η πρωτοφειλέτρια και οι …….. και …………. ενεχόμενοι ομοίως εις ολόκληρον, το επιπλέον ποσό των 160.923,08 €, εντόκως από την  16.11.2017  με   το επιτόκιο υπερημερίας που υπερβαίνει το συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες,  και με εξάμηνο ανατοκισμό για αμφότερα τα ποσά. Συνεπώς  είναι σαφές ότι ο ανακόπτων είναι υπόχρεος εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια και τον ……………  για την καταβολή του συνολικού ποσού των 409.913,08 € (240.000 + 160.923,08), εντόκως όπως καθορίζεται στη διαταγή πληρωμής, για όλο το ποσό, ενώ η μοναδική διαφοροποίηση γίνεται για τον …………., που ευθύνεται έως το ποσό των 240.000 €, ομοίως  εις ολόκληρον για τους λοιπούς και δεν πρόκειται για επιδίκαση  χωριστών ποσών, με διαφορετική αιτία, όπως υπονοείται  με τον λόγο ανακοπής. Η καθ΄ής η ανακοπή στην κατασχετήρια Έκθεση επέβαλε  κατάσχεση για ποσό  50.000 €, ως μέρος του κεφαλαίου, ενώ ταυτόχρονα διατύπωσε επιφύλαξη για το υπόλοιπο της  απαίτησής της, ώστε να μην υπάρχει καμία ασάφεια, για το είδος και την ποιότητα  της παροχής για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, (τμήμα του συνολικού  κεφαλαίου της απαίτησης, χωρίς καμία διάκριση), ενώ  με την επιφύλαξη  ως προς το υπόλοιπο δεν μπορεί να συναχθεί παραίτηση από αυτό. Συνεπώς ο άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ώστε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 παρ. 2, 118 έως 120 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σε κάθε μορφή ανακοπών και μεταξύ αυτών της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ΑΠ 324/2024, ΑΠ 214/2009) προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της   πρωτοβάθμιας ή, δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής. Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στη νομιμοποίηση των διαδίκων, ενεργητική και παθητική. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 978/2025, ΑΠ 611/2022, ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 925/2020, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 111/2015  www.areiospagos.gr). Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων στον πρώτο λόγο της έφεσης προβάλλει έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ΄ής  η ανακοπή,  λόγω μη συγκοινοποίησης των απαιτούμενων εγγράφων και στον τέταρτο λόγο αυτής αοριστία της διαταγής πληρωμής κι επιταγής προς πληρωμή λόγω του ότι δεν προσδιορίζονται οι κεφαλοποιημένοι τόκοι. Ωστόσο, οι άνω λόγοι της έφεσης  δεν είχαν προβληθεί ως λόγοι ανακοπής με το δικόγραφο αυτής ή των πρόσθετων λόγων αυτής, ώστε με δεδομένο ότι  προτείνονται για πρώτη φορά το με το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά  αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της καθ’ής η ανακοπή – εφεσίβλητης, για το παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, θα επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο, του παραβόλου, που κατέθεσε ο εκκαλών κατ’ άρθρο 495 παρ.3 εδ.εΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης  σε βάρος του εκκαλούντος,  τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την    5.5.2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ